Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

15 Ιουλ 2012


Η ρωσική φρεγάτα «Σμέτλιφ» κατέπλευσε χθες στο λιμάνι Λεμεσού για ανεφοδιασμό και ξεκούραση του πληρώματος και σήμερα το απόγευμα απέπλευσε, μετέδωσε απόψε η τηλεόραση του ΡΙΚ. Αύριο αναμένεται να καταπλεύσει δεύτερο σκάφος του ρωσικού πολεμικού ναυτικού, επίσης για ανεφοδιασμό, το οποίο θα αποπλεύσει την Τρίτη.

Σύμφωνα με το ΡΙΚ εκτιμάται ότι τα ρωσικά πλοία προέρχονται από την περιοχή της Συρίας.

Πρόκειται, άραγε, για κινήσεις τακτικής και επιλεγμένες τοποθετήσεις της Μόσχας που θέλει να είναι πολύ κοντά σε οποιαδήποτε κίνηση γίνει; Ή πρόκειται για την ανάπαυλα του πολεμιστή πριν την μάχη; Κάτι παρόμοιο γίνεται στην Ρόδο, με το αμερικανικό αεροπλανοφόρο Αϊζενχάουερ, το οποίο πραγματοποιεί ανεφοδιασμό, αλλά σχεδόν όλοι οι ναύτες και αξιωματικοί έχουν βγει στο κοσμοπολίτικο νησί των Δωδεκανήσων, για να... διασκεδάσουν.

Αυτά συμβαίνουν ενώ η Κλίντον ζητά από την Κίνα να μην παρέμβει στην υπόθεση της Συρίας και ο γ.γ. του ΟΗΕ Μπάκι Μουν θα συναντηθεί την Τρίτη με τον Πούτιν στην Μόσχα. Με δεδομένο, σχεδόν, το σενάριο επίθεσης κατά του Ιράν αμέσως μετά τις αμερικανικές εκλογές (Νοέμβριο), η επίθεση στην Συρία και η πλήρης εκκαθάριση ενός σημαντικού συμμάχου του Ιράν, απαιτεί το λιγότερο 3 μήνες. Άρα, βρισκόμαστε πιθανότατα μερικές εβδομάδες (ή ημέρες;) πριν την επίθεση της Δύσης στον Άσαντ. Και σε αυτή την περίπτωση, τον πρώτο λόγο θα έχει ο Πούτιν, αφού τα συμφέροντα της Μόσχας στην περιοχή προφανώς προσβάλλονται. Όμως, ο Πούτιν δεν είναι μία προσωπικότητα που θα ανεχθεί να χάσει χωρίς να προσπαθήσει να αντισταθεί ή να... κερδίσει.


Είναι η μοίρα των χωρών με ύψιστη γεωπολιτική και γεωστρατηγική σημασία να υποφέρουν… Όπως όλα τα πράγματα τίποτε δεν είναι απλά «καλά» ή «άσχημα», αλλά πάντα ή κάτι ενδιάμεσο, εκτός αν το «καλό» και το «κακό» συνυπάρχουν, κάτι εξαιρετικά σύνηθες σε κάθε έκφανση της ζωής, έτσι και η Κυπριακή Δημοκρατία έχει βρεθεί στο επίκεντρο των εξελίξεων, σε μια κατάσταση γεμάτη από κινδύνους, ταυτόχρονα όμως και από αναμφισβήτητες ευκαιρίες…

Πριν από λίγες ημέρες τα διεθνή ΜΜΕ ανακοίνωσαν ότι οι Κύπριοι ετοιμάζονται να δεχθούν κύμα έως και 200.000 προσφύγων εάν τα γεγονότα στη Συρία εξελιχθούν σε μια γενικευμένη σύγκρουση. Σε αυτή την περίπτωση επίσης, η αξία των στρατιωτικών, ναυτικών και αεροπορικών, βάσεων της νήσου θα εκτοξευθεί. Υπενθυμίζεται, ότι οι Κύπριοι έχουν υπογράψει μια ιδιαιτέρως προωθημένη αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία, ενώ δεν είναι μυστικό ότι πλέον οι Ισραηλινοί βλέπουν στο νησί της Αφροδίτης το στρατηγικό βάθος που πάντα αναζητούσαν.

Είμαστε σε θέση να αποκαλύψουμε, χωρίς λεπτομέρειες για ευνόητους λόγους, ότι οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις και το υπουργείο Άμυνας της χώρας ασχολείται πλέον τόσο ενεργά με την αμυντική θωράκιση της Κύπρου σα να επρόκειτο για ισραηλινό έδαφος. Οι υπεύθυνοι της Εθνικής Φρουράς, μετά από μια περίοδο αρχικού «μουδιάσματος» έχουν συνειδητοποιήσει ότι κάποιες παρατηρήσεις που έλαβαν είναι ζωτικής σημασίας. Έχουν εκτιμηθεί δεόντως και όλοι εργάζονται με σκοπό να «κλείσουν τις τρύπες» της κυπριακής άμυνας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο «συνωστισμός» πολεμικών πλοίων στην ευρύτερη περιοχή είναι πρωτόγνωρος και ένα τυχαίο γεγονός θα μπορούσε να την μετατρέψει σε «κόλαση του Δάντη»… Επίσης, η Τουρκία επιχειρεί να προβεί σε επίδειξη ισχύος στέλνοντας… αρμάδα εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), με αποτέλεσμα οι Ισραηλινοί να έχουν γεμίσει την περιοχή… βατράχια και πέντε πολεμικά πλοία περιπολούν γενικώς, ενώ μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV) πάνε κι έρχονται, ενώ οι ισραηλινή Αεροπορία δείχνει πανέτοιμη και αποφασισμένη για οτιδήποτε…

Η σημασία της νήσου αναδεικνύεται και από ένα ακόμα γεγονός, μια είδηση που κάνει τον γύρο του κόσμου τις τελευταίες ώρες: Νεαρός Λιβανέζος, μόλις 24 ετών, με σουηδικό διαβατήριο, που όπως προέκυψε από τη φερόμενη ως ομολογία του είναι άνθρωπος της Χεζμπολάχ, παρακολουθούσε Ισραηλινούς τουρίστες – στόχους με σκοπό να οργανώσει κάποια τρομοκρατική – αντεκδικητική ενέργεια σε κυπριακό έδαφος. Η ικανότατη κυπριακή Αστυνομία, ενδεχομένως με τη βοήθεια πολύτιμων πληροφοριών «υπηρεσιών», έκανε τη δουλειά της περίφημα, στέλνοντας μήνυμα αποτροπής προς πάσα κατεύθυνση, ότι οι «κουμπάροι» δεν είναι διατεθειμένοι να αφήσουν τίποτα στην τύχη του και πως την ασφάλεια της πατρίδας την παίρνουν πολύ στα σοβαρά…

Το περιστατικό με τον Λιβανέζο επιστρέφει τον Ελληνισμό στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όπου Κύπρος και Ελλάδα (κυρίως η Αθήνα) αποτελούσαν σημεία συνάντησης και δραστηριοποίησης της διεθνούς τρομοκρατίας, της οποίας η «αφρόκρεμα» είχε παραμείνει επί μακρόν σε διάφορα ξενοδοχεία πολυτελείας, καταστρώνοντας σχέδια και οργανώνοντας επιχειρήσεις. Οι ειδικές συνθήκες εκείνης της εποχής, συχνά έκαναν τις μυστικές υπηρεσίες να μη μιλούν, ακόμα κι όταν γνώριζαν…

Εάν κάποιοι σκέφτονται «τι θέλαμε και μπλέκαμε», η απάντηση είναι ότι δεν υπήρχε εναλλακτική στρατηγική. Το έχουμε τονίσει πολλάκις και δεν θα διστάσουμε να το πράξουμε για άλλη μια φορά, ότι η «πολιτική ουδετερότητα» δεν συνιστάται σε χώρες – γεωστρατηγικούς κόμβους, αφού τα δεινά που μπορεί να φέρει είναι περισσότερα από τα αμφίβολα οφέλη και τους προσωρινούς κομπασμούς περί «ανεξάρτητης και αδέσμευτης εξωτερικής πολιτικής».

Η τραγωδία της Κύπρου το 1974 εν πολλοίς αποδίδεται σε τέτοιες επιλογές, αφού το «τίποτα» από απόψεως στρατιωτικής ισχύος, θεώρησε ότι θα μπορούσε να αμφισβητήσει όσα συμφωνήθηκαν στη Γιάλτα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για το ποιος ανήκει που… Το τίμημα ήταν βαρύτατο. Τουλάχιστον οι Κύπριοι Έλληνες δείχνουν αποφασισμένοι να μην πέσουν στα ίδια σφάλματα. Άλλο ζητούμενο από το πώς η ελληνική (ελλαδική και κυπριακή) πλευρά θα αποσπάσει τα περισσότερα δυνατά οφέλη, δεν υπάρχει. Οι πιθανότητες είναι αρκετές. Ας φροντίσουμε αν τις αξιοποιήσουμε…




- Η Βουλή προς το παρόν αρνείται να δώσει απάντηση στους δικαστές για το πόσο κοστίζει ο κάθε βουλευτής
- Για τα βουλευτικά αυτοκίνητα ο πολίτης πληρώνει 1,000 ευρώ το μήνα για κάθε βουλευτή συν 473 ευρώ έξοδα κίνησης
- Οι βουλευτές παίρνουν 11.800 ευρώ για τα σταθερά τηλέφωνα και μέχρι 200 ευρώ το μήνα για τα κινητά
- Ο κάθε βουλευτής δικαιούται δυο επιστημονικούς συμβούλους με το κόστος να φτάνει στα 4.000 ευρώ το μήνα


Προκαλεί το κοινό αίσθημα οι μαθηματικές πράξεις που δείχνουν ότι το μηνιαίο κόστος ενός βουλευτή ξεπερνά τις 20.000 ευρώ τον μήνα ή τα 700 ευρώ σε καθημερινή βάση, σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας Το Έθνος της Κυριακής.

Αυτές οι αποκαλύψεις έρχονται μετά το στενό πρεσάρισμα των δικαστικών και του ειδικού τμήματος του Μισθοδικείου προς τους επικεφαλής της Βουλής για να τους γνωστοποιήσουν κάθε κόστος που δαπανά η Βουλή για κάθε βουλευτή.

Από αυτό λοιπόν προκύπτει ότι οι εθνοπατέρες λαμβάνουν τα εξής:

1. Βουλευτική αποζημίωση για κάθε βουλευτή που σύμφωνα με τον προϋπολογισμό φτάνει περίπου τα 8.000 ευρώ.
2. Γύρω στα 1.100 ευρώ κατά μέσο όρο φτάνουν οι μηνιαίες αποδοχές κάθε βουλευτή από τη συμμετοχή του στις κοινοβουλευτικές επιτροπές, με το συγκεκριμένο κονδύλι στον προϋπολογισμό να ξεπερνά τα 2,8 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο
3. Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό της Βουλής το κόστος για την κάλυψη της οικογενειακής παροχής και των εργοδοτικών εισφορών υπέρ ΕΟΠΥΥ ανέρχεται στα 1,062 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο ή 350 ευρώ για κάθε βουλευτή τον μήνα.
4. Γύρω στα 1.000 ευρώ είναι το κόστος για κάθε αυτοκίνητο που χρησιμοποιεί ένας βουλευτής.
5. Γύρω στα 960 ευρώ είναι το κόστος κάθε μήνα για τους βουλευτές της επαρχίας για τα αεροπορικά τους εισιτήρια.
6. Στον προϋπολογισμό προβλέπονται και έξοδα κίνησης για τους βουλευτές που φτάνουν τα 1,705 εκατομμύρια ευρώ ή 473 ευρώ το μήνα για κάθε βουλευτή.
7. Το κονδύλι του προϋπολογισμού για το 2012 για το επίδομα οργάνωσης γραφείων των βουλευτών ανήλθε στα 8,146 εκατομμύρια ευρώ, κάτι που σημαίνει ότι το ποσό των 2.263 ευρώ αντιστοιχεί σε κάθε βουλευτή ανά μήνα. Σε αυτό το κονδύλι περιλαμβάνονται και τα ταχυδρομικά τέλη που δικαιούνται και είναι περίπου 1.000 ευρώ το μήνα.
8. Επίδομα ενοικίου λαμβάνουν οι βουλευτές της περιφέρειας που υπολογίζεται περίπου σε 1.000 ευρώ τον μήνα, με τους περισσότερους να μένουν σε μεγάλα ξενοδοχεία της Αθήνας, μετά από συμφωνίες που έχει κάνει η Βουλή.
9. Για τα τηλέφωνα οι βουλευτές λαμβάνουν περίπου 11.800 ευρώ το χρόνο που σημαίνει 983 ευρώ το μήνα, ενώ υπάρχουν κι άλλα 200 ευρώ το μήνα ως πλαφόν για τα κινητά.
10. Τέλος,υπάρχει και το κόστος για τους δύο επιστημονικούς συνεργάτες που δικαιούται να έχει ο κάθε βουλευτής, που ανέρχεται σε περίπου 2.000 ευρώ για τον κάθε συνεργάτη, άρα 4.000 ευρώ το μήνα και για τους δύο.

Έτσι μπορεί οι βουλευτές να λαμβάνουν ως αποζημίωση 8.000 ευρώ το μήνα, αλλά εάν κάποιος κάνει τις προσθέσεις των παραπάνω παροχών θα συνειδητοποιήσει ότι οι έλληνες πολίτες που αγωνίζονται να επιβιώσουν πληρώνουν κάθε μήνα 20.479 ευρώ για καθένα από τους 300.

Τα συμπεράσματα δικά σας!



Του Manlio Dinucci*
για το ιστολόγιο Voltaire Network
15 Ιουλίου 2012

Σε αντίθεση με τις κοινές προβλέψεις των δυτικών μέσων ενημέρωσης, το τελικό ανακοινωθέν που εκδόθηκε από την Ειδικής Ομάδας Δράσης για τη Συρία στη Γενεύη σε καμιά περίπτωση δεν υποδηλώνει την απομάκρυνση του Μπασάρ Αλ-Άσαντ από τη συριακή κυβέρνηση. Η πρωταρχική αποστολή των Ρώσων και των Κινέζων ήταν να αναγκάσουν όλες τις πλευρές να πάρουν θέση κατά της στρατιωτικοποίησης των συγκρούσεων και να σεβαστούν την ακεραιότητα της επικράτειας της Συρίας, αφού το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Συρία δεν είναι η καταστολή της εξέγερσης, αλλά η παρέμβαση ξένων ένοπλων μισθοφόρων. Η συμφωνία που έγινε στη Γενεύη από τα 5 μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας τοποθετεί τους "φίλους" της Συρίας σε ένα ράφι με άλλα κακόγουστα αναμνηστικά ενός μονοπολικού συστήματος, του οποίου το πιστοποιητικό θανάτου ουσιαστικά υπεγράφη στις 4 Φεβρουαρίου του 2012 στην Νέα Υόρκη.

"Ανησυχούμε βαθύτατα για την κλιμάκωση της βίας", αναφέρει το ανακοινωθέν, "η οποία πιθανόν να γίνει αιτία να επεκταθούν οι συγκρούσεις και να πάρουν περιφερειακές διαστάσεις". Και συνιστά "την παύση της ένοπλης βίας σε όλες της τις μορφές".

Ποιοί είναι αυτοί οι "μη βίαιοι" που συνέταξαν το κείμενο αυτό; Είναι τα μέλη της Ειδικής Ομάδας Δράσης για τη Συρία, που συνήλθε στη Γενεύη στις 30 Ιουνίου, η οποία και εξέδωσε το τελικό ανακοινωθέν [1].

Επικεφαλής της ομάδας αυτής είναι οι ΗΠΑ, ο καραγκιοζοπαίκτης που συντονίζει την διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων, μέσω των οποίων, μετά την καταστροφή του κράτους της Λιβύης, επιχειρείται σήμερα η διάλυση του κράτους της Συρίας. "Οι πράκτορες της CIA", έγραψαν ακόμη και οι New York Times, "έχουν κρυφά πιάσει δουλειά στο νότιο τμήμα της Τουρκίας, όπου προσλαμβάνουν και εξοπλίζουν ομάδες που μάχονται εναντίον της συριακής κυβέρνησης [2].  

Μέσω ενός υπόγειου δικτύου στην παραμεθόριο ζώνη, στην οποία έχει αναλάβει δράση και η Μοssad, οι ξένοι ένοπλοι μισθοφόροι παραλαμβάνουν αυτόματα όπλα, πυρομαχικά, βλήματα αντιαρματικά και εκρηκτικά. Ένα βίντεο που αναρτήθηκε στο YouTube δείχνει την επιδεξιότητά τους στη χρήση του εξοπλισμού. Διακρίνεται καθαρά ένα μη στρατιωτικό φορτηγό με εμπορεύματα, καθώς περνάει μπροστά από ένα κατάστημα και ανατινάζεται από έναν ισχυρό τηλεχειριζόμενο εκρηκτικό μηχανισμό.

Η Τουρκία έχει αναλάβει διπλό υποκριτικό ρόλο. Εκφράζει από την μια πλευρά την "αντίθεσή της στη στρατιωτικοποίηση της σύγκρουσης", η οποία, όπως υποστηρίζει, "θα πρέπει να επιλυθεί μέσω ειρηνικού διαλόγου", και ταυτόχρονα εξοπλίζει αφ' ενός το κέντρο διοίκησης με έδρα την Κωνσταντινούπολη, από όπου συντονίζονται οι επιχειρήσεις, και αφ' ετέρου τις στρατιωτικές βάσεις, όπου εκπαιδεύονται οι ένοπλες ομάδες πριν διεισδύσουν στη Συρία.  

Η Τουρκία, με τη δικαιολογία ότι ένα στρατιωτικό αεροσκάφος της καταρρίφθηκε, ενώ "δοκίμαζε" την ετοιμότητα της αντιαεροπορικής άμυνας της Συρίας πετώντας σε χαμηλό ύψος κατά μήκος των συριακών ακτών [3], συγκεντρώνει αυτή τη στιγμή στρατεύματα στα τουρκοσυριακά σύνορα, απειλώντας με "αμυντική" επέμβαση. Μια τέτοια κίνηση θα αποτελέσει το έναυσμα για μια μεγάλης κλίμακας επίθεση του ΝΑΤΟ βάσει του Άρθρου 5 του νατοϊκού χάρτη, ενός άρθρου για το οποίο κανείς σχεδόν δεν έχει ακούσει, αλλά έχει "ξεσκονιστεί" κατάλληλα για την συγκεκριμένη περίσταση. Σημειωτέον ότι ένα είδος "ανεστραμμένου" Άρθρου 5 είχε χρησιμοποιηθεί για την επίθεση κατά της Λιβύης.

Άλλες χώρες-μέλη της ομάδας δήλωσαν επίσης "αποφασισμένες να υπερασπιστούν την κυριαρχία, την ανεξαρτησία, την εθνική ενότητα και την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας". Είναι η Γαλλία, η Βρετανία, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ. Επιθυμία τους είναι να επαναληφθεί στη Συρία η ίδια σκηνοθετημένη επιχείρηση που έλαβε χώρα στη Λιβύη. Τάσσονται υπέρ του εξοπλισμού και του συντονισμού του "Ελεύθερου Συριακού Στρατού" και άλλων (100 περίπου) ομάδων, που στρατολογούνται από διάφορες χώρες, και τα μέλη των οποίων πληρώνονται κανονικά από τη Σαουδική Αραβία. Στις τάξεις αυτών των ομάδων υπάρχουν ένοπλοι ισλαμιστές "ακτιβιστές", οι οποίοι στο παρελθόν χαρακτηρίζονταν ως επικίνδυνοι τρομοκράτες. Στρατολογούνται, παράλληλα, μέλη ειδικών μυστικών υπηρεσιών, που μεταμφιέζονται σε εγχώριες ομάδες της "συριακής αντιπολίτευσης", όπως εκείνες που είχαν σταλεί από το Κατάρ στη Λιβύη πέρυσι.

Τα μέλη της Ομάδας Δράσης, που υποτίθεται επιδιώκουν την "ελευθερία κινήσεων των δημοσιογράφων σε ολόκληρη τη χώρα" είναι τα ίδια άτομα τα οποία, μέσω κατάλληλα επεξεργασμένων εικόνων, διεξάγουν μια αμείλικτη εκστρατεία μέσω των μέσων ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο, με σκοπό να αποδοθούν οι ευθύνες για όλες τις σφαγές στην κυβέρνηση της Συρίας. Πρόκειται για τα ίδια άτομα που οργάνωσαν την τρομοκρατική επίθεση σε συριακό τηλεοπτικό σταθμό, που στοίχισε τη ζωή 3 Σύριων δημοσιογράφων και 4 φρουρών [4]. Η επίθεση έγινε από ένοπλες ομάδες που έριξαν πύραυλο μέσα στο στούντιο του τηλεοπτικού σταθμού Αl-Ikhbariya στη Δαμασκό, ο οποίος έχει σήμερα μετατραπεί σε σωρό από ερείπια.

Όλες αυτές οι δράσεις αποτελούν κατάφωρο πλήγμα για τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν από τη Ρωσία και την Κίνα, επίσης μέλη της Ομάδας Δράσης, ότι δεν πρόκειται να λαμβάνονται αποφάσεις από ξένους παράγοντες για λογαριασμό του συριακού λαού. Αυτό που βλέπουμε στην πράξη είναι ότι, έχοντας θέσει σε λειτουργία την πολεμική μηχανή τους, οι δυτικές δυνάμεις έχουν ήδη αποφασίσει για την προσάρτηση της Συρίας στην αυτοκρατορία τους.




Ο ρόλος της Αγροτικής Τράπεζας στην Ελληνική Οικονομία είναι ήδη γνωστός, όπως γνωστή είναι και η "σχέση" της τράπεζας αυτής με τις υποθήκες τεράστιων αγροτικών εκτάσεων. Οποιαδήποτε παρέμβαση γίνει προς την κατεύθυνση πώλησης της Αγροτικής τράπεζας, θα αποτελεί έγκλημα κατά της χώρας, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε πως κάποιος "ξένος" ιδιώτης θα αποκτήσει πρόσβαση στις υποθήκες των Ελλήνων αγροτών.
Και αυτό, δεν χρειάζεται επεξήγηση, για το πόσο μπορεί να επηρεάσει την γενικότερη οικονομία και ανεξαρτησία της χώρας.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΤΕ

Το τελευταίο διάστημα η ανακεφαλαιοποίηση της Αγροτικής Τράπεζας απασχολεί τα ΜΜΕ καθώς πλήθος σεναρίων που είδαν το φως της δημοσιότητας αφορούν στη μορφή και το μέλλον της Τράπεζας.

Εφ’ όσον οι πληροφορίες που «διαρρέονται» και δημοσιεύονται έχουν κάποια βάση, τότε βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα εκκολαπτόμενο, πολλαπλών επιπέδων, σκάνδαλο.

Οι κυβερνώντες φέρονται να οδηγούν τη μοναδική κρατική τράπεζα σε εξαφάνιση αδιαφορώντας παντελώς για τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις, ιδιαίτερα στους αγρότες και στους μικρομεσαίους επαγγελματίες της περιφέρειας.

Παρουσιάζονται να υπαναχωρούν, πλήρως, τόσο από τις πρόσφατες προεκλογικές δεσμεύσεις τους, όσο και από τη μετεκλογική κοινή προγραμματική διακήρυξή τους.

Προβάλλουν ως επιχείρημα ότι η ΑΤΕ είναι προβληματική και ταυτόχρονα διαρρέουν στον Τύπο ανακριβή στοιχεία που επιχειρούν να «στηρίξουν» αυτήν την άποψη. Η αλήθεια όμως είναι ότι:

Η ΑΤΕ απέκτησε πλήρη κεφαλαιακή επάρκεια, εφαρμόζοντας από το 2010 ειδικό πρόγραμμα αναδιάρθρωσης εγκεκριμένο από την Ε.Ε, το οποίο περιείχε τις μεγαλύτερες περικοπές αποδοχών και δικαιωμάτων εργαζομένων που έγιναν στο Δημόσιο Τομέα.

Με απόφαση της κυβέρνησης μπήκε στο PSI και έμεινε χωρίς κεφάλαια, λόγω της απομείωσης της αξίας κρατικών ομολόγων που κατείχε.

Τώρα, αντί το Κράτος – μέτοχος να ανακεφαλαιοποιήσει την τράπεζα, τουλάχιστον με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που ισχύουν για τις άλλες τράπεζες, εμφανίζεται να επιλέγει τον κατακερματισμό της ΑΤΕ και το «χάρισμά» της στους ιδιώτες !

Πέρα από την πολιτική διάστασή του, το εκκολαπτόμενο «σκάνδαλο ΑΤΕ» – εφ΄ όσον τα «δημοσιοποιούμενα» σχέδια υλοποιηθούν – έχει και την οικονομική του πλευρά, που συνίσταται στο γεγονός ότι το Δημόσιο, δηλαδή ο έλληνας φορολογούμενος, θα επωμιστεί το βάρος της ζημιάς από το «κούρεμα των ομολόγων», αλλά και το «χάρισμα» του υγιούς κομματιού σε ιδιώτες.

Οι εργαζόμενοι στην ΑΤΕ θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας, σε όλα τα επίπεδα, προκειμένου να μην περάσουν τα όποια σχέδια ξεπουλήματος της τράπεζας. Θα εξακολουθήσουμε, αταλάντευτα, τις προσπάθειές μας, για την ενίσχυση της Αγροτικής Τράπεζας, με την οφειλόμενη αποκατάσταση των Κεφαλαίων της, ώστε να διαδραματίσει ένα ουσιαστικό και αναπτυξιακό ρόλο στην ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Το Δ.Σ. του Σ.Ε.Α.Τ.Ε.


«Η ιταλική κυβέρνηση θα προχωρήσει ιδιωτικοποιήσεις αξίας 15 με 20 δισ. ευρώ το χρόνο», δηλώνει στην εφημερίδα «Κορριέρε Ντέλλα Σέρα», ο νέος υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Μόντι, Βιττόριο Γκρίλλι.

Σύμφωνα με τον Γκρίλλι «καμία χώρα δεν προχώρησε σε τόσο αποτελεσματικές και γρήγορες κινήσεις όσο η Ιταλία».

«Μπορούμε να μειώσουμε το δημόσιο χρέος κατά 20% μέσα σε πέντε χρόνια, χάρη σε στοχευμένες ιδιωτικοποιήσεις», προσθέτει ο νέος υπουργός οικονομικών της κυβέρνησης Μόντι.

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της στρατηγικής που καταρτίζει τις ώρες αυτές «οι ιδιωτικοποιήσεις αυτές (πώληση δημοσίων αγαθών) θα πρέπει να αντιστοιχούν, κάθε χρόνο, στο 1% του ιταλικού ΑΕΠ».

Ο Βιττόριο Γκρίλλι ευελπιστεί να μπορέσει, το ιταλικό κράτος, να εισπράξει εφέτος, πάνω από 10 δισ. ευρώ, από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Σε ό,τι αφορά στους οίκους αξιολόγησης, τους χαρακτηρίζει «ιδιωτικές επιχειρήσεις που χαρακτηρίζονται από μια εν δυνάμει σύγκρουση συμφερόντων, με τους πελάτες τους». Προσθέτει ότι «κινήθηκαν πάντα με καθυστέρηση, αυξάνοντας τις επιπτώσεις των διαφόρων φαινομένων, αντί να τα προλαβαίνουν».

Ο Γκρίλλι αποκαλύπτει ότι «το 40% περίπου του ιταλικού δημόσιου χρέους βρίσκεται σε ξένα χέρια», ενώ, σε ερώτηση του διευθυντή της «Κορριέρε», Φερούτσιο Ντε Μπόρτολι, σχετικά με πιθανά προβλήματα, στις χρηματαγορές, τον Αύγουστο, απαντά: «Ο Αύγουστος είναι πάντα δύσκολος μήνας, διότι οι αγορές παρουσιάζουν μεγαλύτερη αστάθεια, σε ένα ρευστό πλαίσιο».

Αναφορικά, τέλος, με την δημιουργία της «ασπίδας για τον έλεγχο των σπρεντ», που αποφασίσθηκε στην τελευταία Ευρωπαϊκή Σύνοδο, ο διάδοχος του Μάριο Μόντι στο υπουργείο Οικονομικών της Ρώμης, δηλώνει ότι «δεν πιστεύει ότι πρόκειται να μείνει απλή θεωρία. Διότι χρησιμεύει σε όλη την Ένωση, από την στιγμή που το ενιαίο νόμισμα έσβησε τους παραδοσιακούς μηχανισμούς επανεξισορρόπησης των εθνικών οικονομιών».

Πηγή "Ναυτεμπορική"

“Η προεκλογική εξαγγελία του Αντώνη Σαμαρά για την κατάργηση του ειδικού τέλους ακινήτων μετατράπηκε σε πλήρη εφαρμογή της απόφασης Βενιζέλου με τον οποίο συμπορεύεται και συγκυβερνά”,σχολίασε ο Εκπροσωπος των Ανεξάρτητων Ελλήνων, Χρήστος Ζώης.

“Η ρητή δέσμευση μετατέθηκε για το 2013. Οι πολίτες στεγνώνουν οικονομικά και η ΔΕΗ απαξιώνεται πριν βγει στο «σφυρί».

Έχει πέσει και το τελευταίο «φύλλο συκής» μιας κυβέρνησης που άλλα υπόσχεται τον Ιούνιο και άλλα κάνει τον Ιούλιο”.



Οι μυστικές υπηρεσίες απαιτούν τους άριστους και όχι τους αρεστούς
Τι συμβαίνει σε άλλες χώρες


Η Ανατολική Μεσόγειος έχει γίνει καζάνι που βράζει. Η Τουρκία νιώθει ιδιαίτερα νευρική, αφού έχει απωλέσει σημαντικό μερίδιο από το κύρος της, ο Μπάκι Μουν έχει συνάντηση στα Σκόπια, πράκτορας συλλαμβάνεται στην Κύπρο, πράκτορας συλλαμβάνεται στη Ρόδο, ανακαλύπτεται μαζική παρακολούθηση τηλεφώνων Ελλήνων στρατιωτικών και όχι μόνο… Το όλο «περιβάλλον» μαρτυρά δίκτυα ξένων μυστικών υπηρεσιών που δραστηριοποιούνται στον απόλυτο βαθμό εντός της Ελλάδας αλλά και στα γειτονικά κράτη. Και μέσα σε αυτή την εκρηκτική κατάσταση στον τομέα πληροφοριών, η Ελλάδα εξακολουθεί (με την ευθύνη και του Αντώνη Σαμαρά πλέον) να έχει ως διοικητή της ΕΥΠ τον εκλεκτό του ΠΑΣΟΚ και του ΓΑΠ, τον άνθρωπο, που όπως έχει αναφερθεί κατ´ επανάληψη στα ΜΜΕ και στο Διαδίκτυο, στο διάστημα των τελευταίων τριών σχεδόν χρόνων έχει κατορθώσει (συνεπικουρούμενος από την πολιτική ηγεσία) να αδρανοποιήσει σημαντικά την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών.

Τις τελευταίες ημέρες –προφανώς για εφησυχασμό- διέρρευσε πως ο ίδιος ο πρωθυπουργός θα αναλάβει (σχεδόν άμεσα) την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, στην οποία θα τοποθετήσει πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του. Όμως, πέραν τούτου ουδέν… Καμία κίνηση δεν υπήρξε, καμία ανακοίνωση δεν έγινε. Αντίθετα, μάλιστα, άρχισαν οι διαρροές για «ισχυρά» πρόσωπα που μπορούν να αναλάβουν την διοίκηση της ΕΥΠ.
Ακούσαμε μέχρι και για δημοσιογράφο, ειδικό στα Ελληνοτουρκικά, που "καλύπτει", λένε οι κύκλοι του, τα προσόντα ανάληψης της διοίκησης της συγκεκριμένης άκρως ευαίσθητης εθνικά, υπηρεσίας. Μάλλον, εκείνοι που προτείνουν τον δημοσιογράφο δεν έχουν αντιληφθεί πως η συγκεκριμένη θέση απαιτεί ένα σύνθετο και σύγχρονο πλαίσιο προσόντων, τα οποία δεν έχουν να κάνουν αποκλειστικά με την Τουρκία, ούτε φυσικά έχουν να κάνουν αποκλειστικά με διαδρομές και δίκτυα πληροφοριών που είτε σήμερα έχουν καταστραφεί, είτε έχουν απομονωθεί εξαιτίας της δημοσιοποίησης ευαίσθητων πληροφοριών που πρόδωσαν την ύπαρξη των δικτύων αυτών.

Για τις θέσεις του διοικητή και των υποδιοικητών της ΕΥΠ, κατά την ταπεινή μας πάντα άποψη, απαιτείται η ύπαρξη ανθρώπων, που πέρα από την θεωρητική γνώση, καλό θα είναι να έχουν χρόνια πρακτική ενασχόληση με τις πληροφορίες, τις διεθνείς σχέσεις, να αντιλαμβάνονται οικονομικά στοιχεία, να αντιλαμβάνονται τις νέες τεχνολογίες, να έχουν ικανότητα στην επικοινωνία και την διπλωματία ενώ θετικό θα ήταν να διαθέτουν γνώσεις της υφιστάμενης κατάστασης και της ανθρωπογεωγραφίας εντός της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.
Κι αυτό, επειδή σήμερα απαιτείται η άμεση κορύφωση σε όλες τις λειτουργίες της συγκεκριμένης υπηρεσίας, αφού τα τρέχοντα δεδομένα –εντός και εκτός της χώρας- δεν πρόκειται να δώσουν ούτε περίοδο χάριτος, ούτε περίοδο πλήρους ενημέρωσης όλων των πεδίων δραστηριοτήτων της ΕΥΠ.
Απαιτείται, μάλιστα, η εκμετάλλευση της γνώσης των ικανοτήτων του παρόντος προσωπικού, η επαναφορά διωχθέντων στελεχών, η επαναδραστηριοποίηση των αδρανοποιημένων σήμερα ικανότατων στελεχών που καθαιρέθηκαν εν μία νυκτί, για διάφορους μη υπηρεσιακούς λόγους (γνωρίζουν πολύ καλά ο κ. Παπανδρέου, ο κ. Χρυσοχοΐδης, ο κ. Παπουτσής και ο κ. Καρχιμάκης αφού επέτρεψαν, όπως επανειλημμένως έχει γραφεί στα ΜΜΕ, μικροκομματικές και μικρο-συνδικαλιστικές σκοπιμότητες να διαλύσουν σχεδόν την συγκεκριμένη υπηρεσία).
Απαιτείται επίσης η άμεση έναρξη επιχειρήσεων της υπηρεσίας που θα λειτουργήσουν ως ασπίδα για την χώρα, η οποία σήμερα έχει δυστυχώς βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα με ένα, όπως έχει γραφεί -σχεδόν ανύπαρκτο- τομέα πληροφοριών και με ανεπαρκείς επικεφαλείς στους πλέον απαιτητικούς τομείς.

Το πλέον κρίσιμο σημείο, όμως, είναι η επαναφορά του κλίματος ειρήνης στους χώρους της συγκεκριμένης υπηρεσίας, αφού είναι γνωστό πως σήμερα κάθε άλλο παρά κάτι τέτοιο συμβαίνει, με τους μισούς (σχεδόν) υπαλλήλους, να βρίσκονται στα δικαστήρια ή σε ΕΔΕ, μετά από «παρεμβάσεις» συναδέλφων τους. Και αυτή η εικόνα δεν είναι απλά τραγική, αλλά επικίνδυνη για την εύρυθμη λειτουργία μιάς τόσο ευαίσθητης υπηρεσίας.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει για παράδειγμα κατ’ αντιστοιχία στις γειτονικές χώρες:

Διοικητής της ΜΙΤ (Μυστική Τουρκική Υπηρεσία Πληροφοριών)

Ο Διοικητής της Τουρκικής μυστικής υπηρεσίας ΜΙΤ, Χακάν Φιντάν, 44 ετών, γεννημένος στην Άγκυρα, υπηρέτησε τη θητεία του στις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (TSK) και αποστρατεύθηκε το 2001. Στη διάρκεια της θητείας του, υπηρέτησε στο Σώμα Ταχείας Αντίδρασης του ΝΑΤΟ (Allied Rapid Reaction Corps - ARRC) με βάση τη Γερμανία. Μετά το πέρας της θητείας του εργάστηκε ως πολιτικός και οικονομικός σύμβουλος στην Πρεσβεία της Αυστραλίας στην Άγκυρα. Επίσης, έχει υπηρετήσει στο Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (IAEA), στη Βιέννη, και στο Ινστιτούτο των Ηνωμένων Εθνών για τον Αφοπλισμό (United Nations Institute for Disarmament Research - UNIDIR), στη Γενεύη.

Έχει σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Maryland στις ΗΠΑ, ενώ το διδακτορικό του στον τομέα αυτό το πήρε από το Πανεπιστήμιο Μπιλκέντ στην Άγκυρα. Η διατριβή του είχε τίτλο "Υπηρεσίες πληροφοριών και Εξωτερική Πολιτική: Σύγκριση των βρετανικών, αμερικανικών και τουρκικών μυστικών υπηρεσιών".

Ο Χακάν Φιντάν έχει διατελέσει επικεφαλής του Οργανισμού Ανάπτυξης και Συνεργασίας της Τουρκίας (Turkish International Cooperation and Development Agency - Tika). Στη διάρκεια της θητείας του στην υπηρεσία αυτή, η Τουρκία έγινε μέλος του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Ο Οργανισμός Ανάπτυξης και Συνεργασίας έχει παίξει έναν ιδιαίτερα ενεργό ρόλο στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας και της Ανατολικής Ευρώπης, βοηθώντας τα πρώην κομμουνιστικά κράτη να περάσουν στην μετά-σοβιετική εποχή. Επίσης, έχει δραστηριοποιηθεί ανάλογα και στα Βαλκάνια, ιδίως στην Αλβανία, και την Ανατολική Ευρώπη.

Μυστική Υπηρεσία Πληροφοριών ΠΓΔΜ AR (Agencija za Razuznavanje - "Intelligence Agency")

Η υπηρεσία πληροφοριών της ΠΓΔΜ ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 1995 με στόχο την προστασία του Συντάγματος και της εθνικής ασφάλειας της χώρας. Ως κύριες αποστολές ορίζονται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 και 6 του Νόμου περί Υ.Π., η συλλογή πληροφοριών για την άμυνα και ασφάλεια της χώρας, η ανάλυση των πληροφοριών και ενημέρωση της προεδρίας και της κυβέρνησης, καθώς και η συνεργασία με άλλους κρατικούς φορείς για την επίτευξη των στόχων της Υπηρεσίας.

Η Υπηρεσία υπόκειται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο και έχει διοικητή τον Νakje Chulev, 40 ετών, πρώην επικεφαλής της Διεύθυνσης Επιχειρήσεων. Ο Chulev γνωρίζει άπταιστα την τουρκική γλώσσα καθώς έχει υπηρετήσει το διάστημα 2003-2007 ως Σύμβουλος Πρεσβείας Α΄ στην πρεσβεία της ΠΓΔΜ στην Άγκυρα.

Τι θα κάνει ο Αντώνης Σαμαράς;

Αν και διαβλέπουμε πως ο Αντώνης Σαμαράς έχει καλές προθέσεις και επιθυμεί την πλήρη και σε απόλυτο βαθμό ενεργοποίηση της ΕΥΠ, διατηρούμε τις αμφιβολίες μας ως προς το εάν οι συγκυβερνώντες (αλλά και «κομμάτια» του κυβερνώντος κόμματος) θα του επιτρέψουν να επαναφέρει σε πλήρη λειτουργία την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Για τον Αντώνη Σαμαρά η συγκεκριμένη απόφαση ίσως να είναι και η πλέον κρίσιμη, αφού η χρονική περίοδος που διανύει η χώρα, είναι η πλέον απαιτητική. Ο τομέας των πληροφοριών, όμως, είναι το πιο κρίσιμο και κομβικό σημείο στην διαχείριση οποιασδήποτε κρίσης, είτε οικονομικής, είτε πολιτικής, είτε εθνικής… Και σήμερα, ο πρωθυπουργός, πρέπει να τοποθετήσει έναν πολύ καλό γνώστη του αντικειμένου (όχι μόνο στην θεωρία), που θα καλύπτει όλα τα επίπεδα που προαναφέρθηκαν και που θα μπορεί να «πιάσει δουλειά» άμεσα.

Οποιαδήποτε χρονοτριβή, δυστυχώς, δρα εις βάρος των συμφερόντων της Ελλάδας.
Οποιαδήποτε αποτυχία στην επιλογή προσώπου θα είναι καταδικαστική για τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών.
Οποιαδήποτε κομματική τοποθέτηση θα αποτελέσει την ταφόπλακα του ίδιου του πρωθυπουργού…

Κάποτε ο Αντώνης Σαμαράς μιλούσε για υπερβάσεις. Σήμερα καλείται να κάνει την δική του υπέρβαση, με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον της Ελλάδας και όχι του κόμματος στο οποίο ηγείται. Ο Αντώνης Σαμαράς σήμερα καλείται να επιλέξει για τη θέση του διοικητή της ΕΥΠ τον άριστο και όχι τον αρεστό. Ο χρόνος δεν περιμένει και οι συγκυρίες δεν επιτρέπουν πειραματισμούς…




Τα στοιχεία για μία ακόμη φορά σοκάρουν. Μόνο στην Αττική, η Αστυνομία κατέγραψε στον περασμένο μήνα 1.079 διαρρήξεις. Κάπου 35 την ημέρα. Οι ληστείες στα σπίτια στα ύψη. Σχεδόν διπλασιάστηκαν. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, το πρώτο εξάμηνο του 2012 σημειώθηκαν 414 ένοπλες εισβολές σε σπίτια, ενώ την αντίστοιχη περίοδο το 2011 έγιναν 265. Οσο και αν ακούγεται κλισέ ότι η εγκληματικότητα καλπάζει και χτυπάει κόκκινο, είναι η πραγματικότητα. Είναι η ώρα μηδέν που η οργανωμένη Πολιτεία πρέπει να αντιδράσει. Σε υπαρξιακή αγωνία για την ασφάλειά τους έχουν περιπέσει οι πολίτες, σύμφωνα με τον υπουργό κ. Δένδια, αλλά δεν αρκούν οι χαρακτηρισμοί για να λύσουν το πρόβλημα.

Οι αστυνομικές υπηρεσίες, όσες είναι μάχιμες, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και ονοματίζουν το πρόβλημα. Και δεν είναι άλλο από τους λαθρομετανάστες. Και εδώ τα στοιχεία είναι αδυσώπητα και δεν χωρούν δεύτερες αναγνώσεις και ερμηνείες. Και δείχνουν ότι από τους λαθρομετανάστες πυροδοτείται στο μεγαλύτερο ποσοστό του το έγκλημα στην Ελλάδα. Τόσο το οργανωμένο όσο και το λεγόμενο του δρόμου. Κάποια στοιχεία παρουσίασε στην ομιλία του στη Βουλή, στο πλαίσιο των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης κ. Δένδιας. Ο «ΤτΚ» παρουσιάζει σήμερα τα συγκριτικά στοιχεία των πενταμήνων 2011-2012, πάνω στην πιο βαριά μορφή του εγκλήματος, που είναι οι ληστείες μετά φόνου. Το 52,46% των δραστών ανθρωποκτονιών με κίνητρο τη ληστεία, που έγιναν το πρώτο πεντάμηνο του 2012, είναι αλλοδαποί (το 2011 ήταν 51,61%). Οι Ελληνες δράστες ανέρχονται στο 11,48%, ενώ οι δράστες των οποίων δεν διευκρινίστηκε η υπηκοότητα ανέρχονται σε 36,07%. Αντιλαμβάνεται ωστόσο κανείς ότι το ποσοστό των αλλοδαπών δραστών μπορεί να είναι ακόμη υψηλότερο από το καταγεγραμμένο 52,46%, καθώς από τους αδιευκρίνιστους δράστες μπορεί αρκετοί να είναι αλλοδαποί.

Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του «ΤτΚ», παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα, οι Αλβανοί κακοποιοί εξακολουθούν να κατέχουν τα «σκήπτρα» των δολοφονιών με κίνητρο τη ληστεία. Από τους αλλοδαπούς δράστες το 22,95% είναι αλβανικής υπηκοότητας και ακολουθούν οι Βούλγαροι με 9,48% και οι Ρουμάνοι με 6,56%.

Ενα άλλο ανησυχητικό γεγονός που καταγράφεται δεν είναι μόνο η ποσοτική αύξηση του εγκλήματος, αλλά και η ποιοτική, ιδιαίτερα η σκληρότητά του. Οι ληστές, σχεδόν στις περισσότερες περιπτώσεις, απειλούν τα θύματά τους με καλάσνικοφ και δεν διστάζουν να τα χρησιμοποιήσουν προκειμένου να επιτύχουν τους σκοπούς τους. «Είναι απίστευτο αυτό που γίνεται στην Ελλάδα», είπε αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ. στον «ΤτΚ» και συνέχισε: «Στο εξωτερικό οι ληστές σπάνια χρησιμοποιούν αυτόματα όπλα. Στη χώρα μας είναι το σύνηθες». Και είναι γεγονός. Τα καλάσνικοφ στη χώρα μας διακινούνται σαν να πρόκειται για κάποιο είδος διατροφής «πρώτης ανάγκης»! Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ελληνικής Αστυνομίας, τα παράνομα πυροβόλα όπλα που κυκλοφορούν στην Ελλάδα είναι περίπου 100.000! Αν κανείς συνυπολογίσει και τις παράνομες κυνηγετικές καραμπίνες, αντιλαμβάνεται εύκολα ότι υπάρχει μια «δύναμη πυρός» που ξεπερνά ακόμη κι αυτή της Αστυνομίας! Τα περισσότερα όπλα προέρχονται από τα χερσαία σύνορα με την Αλβανία και τη Βουλγαρία, αλλά και μέσω θαλάσσης από την Κρήτη, η οποία, σύμφωνα με το χαρακτηρισμό αξιωματούχου στο υπουργείο Δημοσίας Τάξης, είναι η «μάνα» της διακίνησης των όπλων.

ΑΡΙΘΜΟΙ-ΣΤΟΙΧΕΙΑ
35 ΔΙΑΡΡΗΞΕΙΣ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ
ΔΙΠΛΑΣΙΕΣ ΟΙ ΛΗΣΤΕΙΕΣ ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΟ Α’ ΕΞΑΜΗΝΟ ΤΟΥ 2012
100.000 ΠΥΡΟΒΟΛΑ ΟΠΛΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΠΑΡΑΝΟΜΑ

ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΓΟΝΕΣ ΖΩΝΕΣ
ΑΘΗΝΑ
ΠΑΤΗΣΙΑ
ΑΓ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑΣ
ΚΥΨΕΛΗ
ΟΜΟΝΟΙΑ
ΚΑΛΛΙΘΕΑ

ΔΥΤΙΚΗ ΑΤΤΙΚΗ
ΜΕΝΙΔΙ
Α. ΛΙΟΣΙΑ
ΙΛΙΟΝ
ΚΑΜΑΤΕΡΟ
ΜΕΓΑΡΑ
ΑΣΠΡΟΠΥΡΓΟΣ

ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΤΤΙΚΗ
ΜΑΡΟΥΣΙ
ΚΗΦΙΣΙΑ
Ν. ΙΩΝΙΑ
ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Ν. ΗΡΑΚΛΕΙΟ

ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΤΤΙΚΗ
ΓΛΥΦΑΔΑ
ΚΟΡΩΠΙ
ΑΛΙΜΟΣ
ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ
ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟ


Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η ΕΕ έφερε την ειρήνη στην Ευρώπη. Με αυτήν όμως την άποψη διαφωνεί ο ιστορικός Thierry Baudet, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (μια διαδικασία που κατ΄αυτόν απαιτεί την παραχώρηση της εθνικής κυριαρχίας), νομοτελειακά οδηγεί σε συγκρούσεις. Για αυτό και προτείνει την διάλυση του ευρώ, και την επαναφορά των εθνικών συνόρων.

Οι υπέρμαχοι της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης πιστεύουν πως ο εθνικισμός προκαλεί πολέμους, και πως μια ενωμένη Ευρώπη θα φέρει την ειρήνη, κάτι που αποτελεί έναν ευγενή στόχο, και αποζημιώνει επαρκώς την οποιαδήποτε απώλεια δημοκρατίας, εθνικής κυριαρχίας, και διαφάνειας, για χάρη των Βρυξελλών. Αυτή όμως η άποψη πάσχει από εγγενή σφάλματα.

Ο εθνικισμός δεν οδηγεί σε πόλεμο. Οι προσπάθειες να φτιαχτούν ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες είναι αυτές που οδηγούν σε πόλεμο. Η απόπειρα χαλιναγώγησης της λαϊκής θέλησης είναι που οδηγεί σε πόλεμο. Εν ολίγοις, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα οδηγήσει την Ευρώπη σε πόλεμο.

Ο φασισμός και ο ναζισμός ήθελαν την δημιουργία μιας ενιαίας Ευρώπης. Από το 1933, ο Μουσολίνι διακήρυττε πως η Ευρώπη θα μπορέσει και πάλι να ασκήσει την ισχύ της στον πλανήτη, αν μπορούσε να ενωθεί πολιτικά.

Ο Νορβηγός συνεργάτης των Γερμανών Vidkun Quisling (Κουϊσλινγκ), επέμενε πως θα έπρεπε να δημιουργήσουμε μια Ευρώπη που δεν θα χαράμιζε το αίμα της σε συγκρούσεις, αλλά θα ήταν ενωμένη. Και στις 11 Σεπτεμβρίου του 1940, ο Joseph Goebbels το επιβεβαίωσε λέγοντας: «είμαι σίγουρος πως σε 50 χρόνια από σήμερα, δεν θα μιλάμε στα πλαίσια των κρατών».

Το 1941, στην διάρκεια μιας συνάντησής του με τον Φιλανδό υπουργό Εξωτερικών, ο Αδόλφος Χίτλερ παρατήρησε πως τα ευρωπαϊκά κράτη θα πρέπει να είναι ενωμένα, όπως τα μέλη μιας μεγάλης οικογένειας.

Στην έγκριτη μελέτη του με τίτλο Nations and States (1977), ο ιστορικός της Οξφόρδης Hugh Seton-Watson κατέληγε στο ότι οι προθέσεις του Χίτλερ δεν περιορίζονταν από τον γερμανικό εθνικισμό.

Ο σκοπός του ήταν η κατάκτηση της Ευρώπης, αλλά και άλλων περιοχών. Από την δική του πλευρά, ο Μουσολίνι ήθελε να επανιδρύσει την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, με κέντρο την Μεσόγειο, ενώ οι Ιάπωνες είχαν στόχο την δημιουργία μιας σφαίρας ευημερίας στην ευρύτερη περιοχή της ανατ. Ασίας.

Ο γερμανικός ρατσισμός δεν ήταν έκφραση του εθνικισμού. Αντιθέτως, η φυλή διαπερνά τα εθνικά σύνορα, και οι φυλετικές θεωρίες είναι εξ ορισμού διεθνή, και όχι εθνικά δόγματα.

Αξίζει να σημειώσουμε πως μέχρι το 1840, ένας εκ των συνιδρυτών του ευρωπαϊκού οράματος, ο Robert Schuman, ήταν υπουργός Εξωτερικών του καθεστώτος Vichy, που συνεργάστηκε με τους ναζί. Το 1938, ως βουλευτής της Λορένης στο γαλλικό κοινοβούλιο, ο Schuman στήριξε ενεργά της προδοσία του Μονάχου, διευκολύνοντας έτσι την προσάρτηση της Τσεχοσλοβακίας από πλευράς του Χίτλερ. Παράλληλα, το ίδιο διάστημα, πρότεινε την στενότερη συνεργασία Χίτλερ-Μουσολίνι. Τέλος, τον Ιούλιο του 1940, ήταν απ αυτούς που υποστήριζαν τον Pétain, όταν ανέλαβε την εξουσία.

Ο Jean Monnet, ένας ακόμη συνιδρυτής της ΕΕ, πέρασε τα χρόνια του πολέμου στο Λονδίνο, προσπαθώντας να εμποδίσει τις καθημερινές εκπομπές ειδήσεων από πλευράς του Ντε Γκολ, κάτι που τελικά πέτυχε την 20 & 21 Ιουνίου του 1940.

Αν βάλουμε στην άκρη τον Β`ΠΠ, ο εθνικισμός επίσης κατηγορείται και για τον Α`ΠΠ. Ο σκοπός όμως της Γερμανίας σ αυτόν τον πόλεμο ήταν η επιβολή της αυτοκρατορικής κυριαρχίας της σε περιοχές που δεν ήταν γερμανικές. Αξίζει να θυμόμαστε πως ο πόλεμος αυτός ξέσπασε στην πυριτιδαποθήκη που λέγονταν Αυστροουγγαρία, έναν προκάτοχο δηλαδή της ΕΕ, που αρνείτο να παραχωρήσει την ανεξαρτησία στους Σερβοβόσνιους, και που για αυτό μια ομάδα τους αποφάσισε να δολοφονήσει τον αρχιδούκα Φερδινάνδο τον Ιούνιο του 1914.

Η καταπίεση που ασκεί ένα κεντρικό καθεστώς αποτελεί πηγή εντάσεων, και ένα από τα κύρια μαθήματα του Α`ΠΠ ήταν η αρχή της αυτοδιάθεσης, που προώθησε πολύ ο πρόεδρος των ΗΠΑ Woodrow Wilson, και που αφορά στον σεβασμό απέναντι στις διάφορες εθνικότητες, υποστηρίζοντας πως δεν θα πρέπει να διαλυθούν, και να ενταχθούν σε κάποιες μεγάλες οντότητες.

Αν κοιτάξουμε προς τα πίσω, θα δούμε πως ο ιμπεριαλισμός, και όχι ο εθνικισμός, ήταν αυτός που προκάλεσε τους πολέμους. Ο ιμπεριαλισμός, μαζί με την επιθυμία μιας ενωμένης Ευρώπης. Για παράδειγμα, ο Ναπολέων ήθελε μια ενωμένη Ευρώπη για το καλό της. Ήθελε ενιαία νομοθεσία, ένα ευρωπαϊκό δικαστήριο, ενιαίο νόμισμα, κοινά μέτρα και σταθμά, κλπ. Αν γινόντουσαν όλα αυτά, ο Ναπολέων πίστευε πως σύντομα η Ευρώπη θα μετεξελίσσονταν σε ένα ενιαίο και ενωμένο έθνος.

Η άποψη ότι ο εθνικισμός οδηγεί σε πόλεμο, ενώ η ενοποίηση φέρνει την ειρήνη, είναι λάθος. Και να μη ξεχνάμε πως η Ευρώπη δεν είχε ειρήνη τα τελευταία 50 χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα, τα ευρωπαϊκά κράτη ήταν σε σύγκρουση με την ΕΣΣΔ, η οποία εξέφραζε άλλη μια αντί- εθνικιστική φιλοσοφία, τον κομουνισμό. Όπως γράφει το κομουνιστικό μανιφέστο: Οι εργαζόμενοι δεν έχουν πατρίδα!

Όπως είναι αναμενόμενο, η σημερινή απόπειρα πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης, γεννά εντάσεις. Το πολιτικό σκηνικό της κάθε χώρας έχει πλέον στιγματιστεί από την ανάδυση όλο και πιο ισχυρών κομμάτων, που αντιτίθενται στην παρούσα τάξη.

Στην Β. Ευρώπη κυριαρχεί η έλλειψη εμπιστοσύνης για τον Νότο. Και το αντίστροφο. Δεν φταίει όμως ο εθνικισμός για αυτό, αλλά το ευρωπαϊκό όραμα, που εντείνει τις συγκρούσεις. Για αυτό και θα πρέπει να επιδιωχθεί μια άλλη Ευρώπη, ριζικά διαφορετική απ αυτήν της σημερινής ΕΕ.

Αυτό που χρειάζεται είναι μια Ευρώπη χωρίς ένα κεντρικό καθεστώς. Μια Ευρώπη αποτελούμενη από έθνη κράτη, που δεν θα φοβάται τις εθνικές διαφοροποιήσεις, και που θα επιδιώκει την συνεργασία μεταξύ των χωρών. Θα πρέπει να επανέλθει η εξουσία των κρατών στα εδάφη τους, έτσι ώστε αυτά από μόνα τους να αποφασίζουν τι θα πρέπει να ισχύει εντός των συνόρων τους.

Για το γενικότερο οικονομικό καλό, η χορήγηση βίζας θα πρέπει να διέπεται από ελαστικούς κανόνες, που θα επιτρέπουν τον εθνικό έλεγχο της μετανάστευσης και της εγκληματικότητας.

Το ευρώ θα πρέπει να διαλυθεί, έτσι ώστε να δοθεί μια νομισματική ανάσα στα κράτη, για να μπορέσουν να θέσουν τα δικά τους επιτόκια, ανάλογα πάντα με τις τοπικές συνθήκες.

Τέλος, θα πρέπει να ξεφορτωθούμε την εναρμόνιση, η οποία υπονομεύει την διαφορετικότητα.

Ο εθνικισμός, όχι μόνο δεν προκαλεί συγκρούσεις, αλλά καθιστά δυνατή την δημοκρατία. Χωρίς αυτήν την ενοποιητική δύναμη, τα κοινοβούλια δεν θα μπορούν να αποφασίζουν νόμιμα. Όπως μας έδειξε το παράδειγμα του Βελγίου, η απουσία εθνικής ενότητας μπορεί να κάνει την διακυβέρνηση μιας χώρας δύσκολη υπόθεση. Ο παράλογος φόβος του εθνικισμού μπορεί στο τέλος να μας οδηγήσει σε ένα καταπιεστικό αυτοκρατορικό καθεστώς Βρυξελλών.

Ήρθε επιτέλους η ώρα να σταματήσουμε την τρέχουσα πορεία, και να επαναφέρουμε το έθνος κράτος.

http://stratrisks.com/geostrat/6835

S.A.





Με λάθος πήγε να ξεκινήσει η τρικυβέρνηση εθνικής μπουρδολογίας αλλά ευτυχώς η τρόικα για άλλη μια φορά απέδειξε ότι το μνημόνιο είναι ευλογία.

Έτσι το λάθος της αποδέσμευσης του χαρατσιού για τα ακίνητα με τον λογαριασμό της ΔΕΗ δεν θα πραγματοποιηθεί. Το χαράτσι θα το πληρώσουμε όπως ξέρουμε…

Μάλιστα, και χωρίς δόσεις…

Θα ήταν μεγάλη προσβολή για το έναν εκ των τριών σωτήρων να έβγαινε το χαράτσι από τους λογαριασμούς της ΔΕΗ.

Τόσο κόπο, τόση σκέψη… έτσι στον βρόντο; Μην ξεχνάμε ότι ο Μπένι ο λαοφάγος είχε χαρακτηρίσει το χαράτσι σαν ένα δίκαιο μέτρο και τα δίκαια μέτρα δεν είναι να αλλάζουν. Μάλιστα η εφάπαξ πληρωμή το κάνει πιο δίκαιο από δίκαιο.

Πολλές φορές σκέφτομαι, μα είναι δυνατόν να υπήρξε έστω ένας πολίτης αυτής της χώρας που να πίστεψε ότι ο Αντωνάκης ο σφουγγαράκης θα έκανε κάτι διαφορετικό από αυτό που είχε ήδη υπογράψει;

Δυστυχώς υπήρχαν αρκετοί που τον πίστεψαν. Εδώ, βρέθηκε και ένας που πίστεψε ότι θα κάνει επαναδιαπραγμάτευση και ο Μπένι.

Τέλος πάντων. Αφού πληρώσουμε το χαράτσι για να δείξουμε ότι είμαστε καλοί πολίτες θα πάμε στους τρεις καμπαλέρος για να το διαπραγματευτούμε. Θα το πληρώσουμε εφάπαξ αλλά θα ζητήσουμε μια επιμήκυνση για το επόμενο χαράτσι. Το οποίο μπορεί να το ξαναπληρώσουμε εφάπαξ αλλά που θα πάει, κάποια στιγμή μπορεί και να το πληρώσουμε σε δόσεις.

Το να μην το πληρώσουμε καθόλου δεν το συζητάμε.

Διακοπές θέλουν οι βουλευτές. Δίκιο έχουν. Είναι τόσες μέρες που έχουν ορκιστεί. Δεν λέω τόσες μέρες που έχουν δουλέψει γιατί η μόνη δουλειά που κάνουν είναι να δουλεύουν εμάς.

Πλήρωνε εσύ πολίτη για να

λειτουργεί η τροϊκανή τρομοκρατία με επίφαση κοινοβουλευτικής δημοκρατίας…

Διαδηλώσεις γίνονται στην Ισπανία για τα μέτρα του Ραχόι. Εκεί μάλλον δεν έχουν καλοκαιρινές διακοπές.

Μετά την χρεοκοπία του Μαρτίου που την είπαμε PSI για να μας ακούγεται καλύτερα θα πάμε σε νέα χρεοκοπία. Μόνο που τώρα θα έχουμε να κάνουμε με ομόλογα που έχουν υποθήκες.

Ήταν τόσο σίγουρο ότι θα πηγαίναμε σε μια τέτοια χρεοκοπία που θα πρέπει να μας εξηγήσει ο Μπένι, ο Αντωνάκης, ο Παπαδήμιος και τα άλλα καλά παιδιά με ποια λογική ακριβώς δέχθηκαν να υποθηκεύσουν την χώρα για δάνεια που πρώτον πάνε κατά κύριο λόγο στις τράπεζες, δεύτερον έρχονται να εξοφλήσουν τόκους και τρίτον που ήταν σίγουρο ότι δεν θα μπορούσαν να αποπληρωθούν.

Εκτός και αν πίστευε κανείς ότι από τον Μάρτιο του 2012 θα είχαμε πλεόνασμα στον προϋπολογισμό και ανάπτυξη συνεχόμενη πάνω από 5% μέχρι το 2020…

Ποια είναι η διαφορά του ΣΥΡΙΖΑ του 4% και του ΣΥΡΙΖΑ του 27%; Ο ΣΥΡΙΖΑ του 27% δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ. Είναι καρφί ΠΑΣΟΚΟΔΗΜΑΡ.

Βουλευτίνα της Ισπανίας είπε για τους άνεργους να πάνε να γ@μηθούνε. Απορώ γιατί μας κάνει εντύπωση.

Στην Ελλάδα αυτό το λέει σχεδόν το σύνολο των πολιτικών για σχεδόν το σύνολο των πολιτών.

Σχεδόν το σύνολο των βουλευτών… μπήκε μιας και έστω στατιστικά μπορεί να υπάρχει ένας που να μην λέει το ίδιο..

Σχεδόν το σύνολο των πολιτών… εδώ εξαιρούνται οι κολλητοί, τα λαμόγια, οι επιχειρηματίες, και εν γένει οι μόνιμα κερδισμένοι είτε με κρίση είτε χωρίς κρίση.





Πέρα από κάθε προσδοκία είναι σύμφωνα με πληροφορίες οι προσφορές για την εξερεύνηση τριών περιοχών της Δυτικής Ελλάδας (Ιωάννινα, Κατάκολο και Πατραϊκός Κόλπος) με σκοπό την ανακάλυψη κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου .

Ειδικότερα, μέχρι και την λήξη της προθεσμίας, σήμερα το μεσημέρι, οι ίδιες πληροφορίες ανέφεραν ότι κατατέθηκαν 9 προσφορές από κοινοπρακτικά σχήματα αποτελούμενα από ελληνικούς και ξένους ομίλους από τις ΗΠΑ, την Βρετανία, τον Καναδά και την Ιταλία.

Οι ιθύνοντες της αγοράς ,αναφέρουν ότι την μεγαλύτερη έκπληξη προκάλεσε η συμμετοχή της Schlumberger, που είναι η κορυφαία εταιρία γεωτρήσεων σε παγκόσμιο επίπεδο . Μάλιστα αναφέρουν ότι η είσοδος της Schlumberger στο ελληνικό ενεργειακό "παιχνίδι" θα αποτελέσει “κράχτη” και για άλλες παρόμοιου βεληνεκούς εταιρίες να ενδιαφερθούν για κοιτάσματα και σε άλλες περιοχές της Ελληνικής επικράτειας .

Ειδικότερα οι προσφορές που κατατέθηκαν είναι οι εξής:

1. Ιωάννινα :

- ΕΛΠΕ–Edison (Ιταλία)- Melrose Resources (Βρετανία)

- Energean Oil (εκμεταλλεύεται το κοίτασμα του Πρίνου) - Petra Petroleum (Καναδάς) και Schlumberger - Arctic- Hunter Energy- KO Enterprises

- Chariot Oil and Gas

2. Κατάκολο:

- Energean Oil - Troian Oil (Βρετανία) – Schlumberger

-Greek Oil Energy Ventures.

3. Πατραϊκός Κόλπος :

- ΕΛΠΕ –Edison –Melrose

- Chariot (Βρετανία)

- Energean Oil- -Troian Oil- Schlumberger.

Σχόλιο ιστολογίου: Εμείς αναρωτιόμαστε εάν ο γ.γ. της περιφέρειας Πελοποννήσου έχει το δικαίωμα "διαπραγμάτευσης" ή παράδοσης τυχόν πόρων ορυκτού πλούτου που βρίσκονται που θα "βρεθούν" στην περιφέρειά του. Η άνεση με την οποία αντιλαμβάνεται το θέμα της ΕΟΖ, της ιδιωτικοποίησης του νερού και τις εν γένει υψηλού επιπέδου δυνατότητες διαχείρισης της περιφέρειάς του, είναι ένα στοιχείο το οποίο πιθανότατα θα μας απασχολήσει όλους στο μέλλον. Πολύ πιθανό να απασχολήσει και την Ελληνική Δικαιοσύνη η ταχύτητα παρεμβάσεων και ενεργειών τόσο του κ. Τατούλη όσο και άλλων περιφερειαρχών (π.χ. της Αν. Μακεδονίας και Θράκης), οι οποίοι συμπεριφέρονται ως ιδιοκτήτες των περιφερειών τους, ενώ είναι προσωρινοί διαχειριστές της περιουσίας που αυτές έχουν...




"Τα χρεοστάσια του 1843, 1893 και 1932, τα πολιτικά τους αίτια και οι δομικές συνέχειες"

Του Δρ Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου*,
Από την ελληνική έκδοση του Foreign Affairs


Σε περιόδους κρίσης είναι γνωστή η τάση των διανοουμένων, των δημοσιολογούντων και της εκάστοτε κοινής γνώμης να ανατρέχουν στο παρελθόν για να βρουν απαντήσεις στα σύγχρονά τους κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Η τάση αυτή είναι αναμενόμενη και δικαιολογημένη. Ενώπιον νέων και πιεστικών διλημμάτων τα οποία είναι λίγο ή καθόλου προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν, οι κοινωνίες αναζητούν μία πυξίδα στον τρόπο που οι προηγούμενες γενιές διαχειρίστηκαν αντίστοιχες καταστάσεις, και στρέφονται στη δική τους συσσωρευμένη εμπειρία για να βρουν έναν οδηγό προς ναυτιλλομένους σε ταραγμένες θάλασσες. Η ιστοριογραφία και οι ιστορικοί (επαγγελματίες ή μη) έγιναν οι κατεξοχήν διαμεσολαβητές σε αυτή τη διαδικασία, ιδίως στον 20ο αιώνα που είναι εκτός όλων των άλλων και ο αιώνας της μεγάλης ανάπτυξης των ιστορικών σπουδών και των μεγάλων ιστοριογράφων. Αυτοί είναι εκείνοι που κατορθώνουν να αναπτύξουν για πρώτη φορά σε τόσο γερά επιστημονικά θεμέλια τον ιστοριογραφικό κλάδο και να του προσδώσουν το κύρος της αντικειμενικότητας.

Από την άλλη όμως, μια τέτοια κοινωνική τάση κρύβει και κινδύνους. Διότι για το διψασμένο για μαθήματα από το παρελθόν υποκείμενο, η «αντικειμενική» γνώση που προκύπτει από τη μελέτη της ιστορίας μπορεί εύκολα να πάρει τη μορφή μιας λειτουργιστικής αντίληψης που θέλει την ιστορία να «επαναλαμβάνεται» κάθε φορά που συνδυάζεται ένα δεδομένο πλέγμα παραγόντων. Αντιθέτως, ο ιστορικός λόγος είναι επιστημονικός όχι όταν μάς επιτρέπει να «πάρουμε μαθήματα» από το παρελθόν αλλά όταν μας βοηθάει να σχετικοποιήσουμε πρώτα και κύρια τα προβλήματα του παρόντος μας που είναι αυτά που προσδιορίζουν και τον τρόπο που κοιτάζουμε προς τα πίσω στο χρόνο. Εν προκειμένω μπορεί για παράδειγμα να μας δώσει τη δυνατότητα να δούμε τις μεγάλες συνέχειες του ελληνικού κράτους, να συνειδητοποιήσουμε τον αυξανόμενο βαθμό αλληλεξάρτησης της Ελλάδας με τις υπόλοιπες χώρες της ηπείρου της και όχι μόνο, προϊόντος του χρόνου, και να διαπιστώσουμε τις διαβρωτικές παρενέργειες του λαϊκισμού, του πολιτικαντισμού καθώς και τις εγγενείς αδυναμίες που καταγράφει η ελληνική κοινωνία να προσαρμοστεί κάθε φορά στις μεγάλες ιστορικές αλλαγές που αγγίζουν την ίδια μέσω του διεθνούς της περίγυρου.

Τέλος, μας βοηθάει να κατανοήσουμε – αν και όχι με διάθεση μετατόπισης των εθνικών ευθυνών στους «κακούς ξένους»- και τη σχέση των Μεγάλων Δυνάμεων με το μικρό (άλλοτε εξαρτημένο και άλλοτε ανυπάκουο) εταίρο τους. Άλλωστε, η ιστορική περίοδος που καλύπτει το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα και φθάνει μέχρι τις πρώτες δεκαετίες μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο πλαισιώνει μία κρίσιμη συγκυρία όπου οι ανταγωνισμοί των τελευταίων «αυτοκρατοριών» συμπίπτουν με τους τελευταίους σπασμούς τής αποικιοκρατίας. Και σε αυτή τη συγκυρία, η Ελλάδα θα βιώσει, πότε με ενθουσιασμό και πότε μέσα από πικρά δράματα, τη σχέση αυτή με τα ισχυρότερα έθνη της Γηραιάς Ηπείρου.

ΤΑ ΤΡΙΑ «ΚΑΚΑ» ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΑΣ ΜΟΙΡΑΣ

Το ελληνικό κράτος και οι κυβερνώσες ελίτ του, από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του – μάλιστα πριν καν συγκροτηθεί και αναγνωριστεί επισήμως ως τέτοιο, δηλαδή ήδη από τα χρόνια της εθνικής επανάστασης του 1821- καταγράφει μια πάγια δυσκολία να διαχειριστεί με χρηστό και λελογισμένο τρόπο αφενός αυτή καθαυτή τη δυνατότητα δανεισμού του από το εσωτερικό ή το εξωτερικό, αφετέρου τα κεφάλαια που εισρέουν από αυτή τη δυνατότητα, για σκοπούς παραγωγικούς και συλλογικά επωφελείς. Το ζήτημα έχει να κάνει ασφαλώς με τον τρόπο που το εκάστοτε πολιτικό σύστημα ιεραρχούσε τις ανάγκες τις δικές του (της αναπαραγωγής της εξουσίας του) αλλά και του κράτους, καθώς και με τον τρόπο που το ίδιο οργάνωνε τις σχέσεις του με την κοινωνία. Μόνο που σχεδόν όλες τις φορές, η αδυναμία αυτή (από ιδιοτέλεια ή κακό υπολογισμό) στον τρόπο διαχείρισης του δανεισμού είχε σοβαρότατες επιπτώσεις στο μέλλον της ίδιας της πολιτικής τάξης οδηγώντας ακόμη και στην πλήρη ανατροπή της.

Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι η εμπλοκή που σημειώθηκε από ελληνικής πλευράς τον Ιανουάριο του 1843 στην αποπληρωμή της δόσης τού δανείου των 60.000.000 φράγκων (που υπήρξε η «προίκα» του Όθωνα για την ανάληψη του Θρόνου στο νεότευκτο ελληνικό βασίλειο το 1832), ήταν στην ουσία εκείνη που έδωσε την αφορμή τής εξέγερσης της 3ης Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους οδηγώντας στην παραχώρηση συντάγματος από το Στέμμα το οποίο ως τότε κυβερνούσε μονάχα «ελέω Θεού». Το χρονικό θυμίζει έντονα σε ορισμένες πτυχές του τις εξελίξεις και τις αντιπαραθέσεις στη σημερινή «μνημονιακή» Ελλάδα. Όντας απολύτως εξαρτημένο οικονομικά (εν μέρει και σκοπίμως) τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Ρωσία, το ελληνικό κράτος βρέθηκε στις αρχές του 1843 σε αδυναμία να αποπληρώσει την τακτική εξαμηνιαία δόση του δανείου που έληγε την 1η Μαρτίου του ίδιου έτους [1]. Ο Γραμματέας επί των εξωτερικών, Ρίζος-Νερουλός ενημέρωσε επ’ αυτού τις Μεγάλες Δυνάμεις και ζήτησε νέο δάνειο. Το προηγούμενο διάστημα, η καιροσκοπική πολιτική του Βασιλιά Όθωνα που στρεφόταν, πότε στη μία και πότε στην άλλη προστάτιδα Δύναμη, ανάλογα με το πώς διαμορφώνονταν οι ισορροπίες και οι αντιπαλότητες εντός εκείνης της «Τρόικας», είχε πετύχει να εξασφαλίζει χρήματα για τις μεγάλες ανάγκες του «πρότυπου» βασιλείου του το οποίο έπρεπε αναμφισβήτητα να συγκροτηθεί ως κράτος κυριολεκτικά από το μηδέν. Αλλά φάνηκε πλέον ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν θα ανέχονταν άλλο τους ελιγμούς του ελληνικού Στέμματος.

Έτσι, ενώ η Ρωσία ανταποκρίθηκε αρχικά στο αίτημα του Ρίζου-Νερουλού και κατέβαλε το τμήμα των χρημάτων που της αναλογούσαν, λίγες μόνο ημέρες μετά απέστειλε νέα επιστολή με την οποία υποστήριζε ότι το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας είχε τις ρίζες του στην ανικανότητα της πολιτικής διακυβέρνησης, στη μεγάλη και δαπανηρή δημόσια διοίκηση και στις υψηλές στρατιωτικές δαπάνες που αντιστοιχούσαν στο ένα τρίτο του εθνικού εισοδήματος. Παρεμπιπτόντως, τα τρία αυτά «κακά» θα αποτελέσουν μόνιμη επωδό της κριτικής των δανειστών αλλά και των εγχώριων παρατηρητών κάθε φορά που το ελληνικό κράτος θα οδηγείται ένα βήμα πριν ή ένα βήμα μετά τη χρεοκοπία (και δεν αποτέλεσε εξαίρεση ούτε η περίοδος 2010-2012). Από εδώ και πέρα οι τρεις Δυνάμεις ήταν σαφές ότι θα επιδείκνυαν κοινή και πάντως σκληρή στάση απέναντι στην Αθήνα. Γι’ αυτό και ο Όθωνας, υπό το φόβο της διπλωματίας των κανονιοφόρων από την πλευρά των Μεγάλων Δυνάμεων, με σκοπό το συνετισμό του (όπως θα γίνει άλλωστε αργότερα, με τον παρατεταμένο αποκλεισμό του Πειραιά, το 1854-57, από τους Αγγλο-Γάλλους), θα σπεύσει να αναγγείλει άμεση περιστολή των δημόσιων δαπανών. Ειδικότερα, περιέκοψε μισθούς δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών (όχι πάντως και του Σώματος των Βαυαρών μισθοφόρων), με τη μέθοδο της προοδευτικής παρακράτησης από τις απολαβές τους, ενώ αποποιήθηκε και ο ίδιος ένα μεγάλο μέρος της βασιλικής του χορηγίας για να δώσει το καλό παράδειγμα. Εν συνεχεία υποχρέωσε σε συνταξιοδότηση όσους δημόσιους υπαλλήλους ήταν κοντά σε αυτή και κατήργησε το Σώμα των μηχανικών και των δασονόμων από τις Γραμματείες Εσωτερικών και Οικονομικών, αντίστοιχα. Επιπροσθέτως, περιόρισε τον αριθμό των διπλωματικών αποστολών στο εξωτερικό και σταμάτησε τη χορήγηση συντάξεων ακόμη και σε κληρικούς, σπάζοντας ένα θέμα ταμπού για την εποχή. Όμως τίποτα από όλα αυτά δεν φάνηκε να πείθει τις προστάτιδες δυνάμεις ότι δεν θα βρίσκονταν σύντομα ενώπιον μιας νέας ελληνικής αδυναμίας να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις. Το ελληνικό ζήτημα, αυτή τη φορά στην οικονομική του διάσταση, έγινε αντικείμενο συζήτησης κατά τη Διάσκεψη του Λονδίνου, το Μάιο του 1843. Το πρωτόκολλο της 5ης Μαΐου που προέκυψε από τη Διάσκεψη έστρωσε το έδαφος για την υπογραφή μιας οικονομικής σύμβασης με την Αθήνα, που μεταξύ άλλων προέβλεπε την άντληση ορισμένων κρατικών εσόδων -όπως των τελωνειακών δασμών και του φόρου χαρτοσήμου- αποκλειστικά για την εξόφληση του δανείου. Για την εκπλήρωση των δυσμενών αυτών όρων τέθηκαν ως υπεύθυνοι οι πρεσβευτές των τριών Δυνάμεων και ο οίκος Rothchild, ένας πράκτορας του οποίου θα αναλάμβανε να μεταφέρει τα χρήματα από τον οφειλέτη στους πιστωτές.

Το μεγαλύτερο πολιτικό κόστος για την ασφαλώς ταπεινωτική και επαχθή αυτή εξέλιξη το κατέβαλε, όπως ήταν φυσικό, ο ελληνικός Θρόνος. Ο Όθωνας από δημοφιλής ηγέτης που υποτίθεται ήξερε καλύτερα από τον καθένα, την πρώτη δεκαετία της βασιλείας του, να διαπραγματεύεται σκληρά με τους ξένους για το καλό της πατρίδας «του», μετατράπηκε στα μάτια της εγχώριας κοινής γνώμης (με τη συμβολή και του Τύπου) στον βασικό υπαίτιο για την ενίσχυση της εθνικής εξάρτησης από τον εξωτερικό παράγοντα. Την ευκαιρία για κριτική στο Θρόνο εκμεταλλεύτηκαν και τα τρία πολιτικά κόμματα της εποχής, το καθένα από τα οποία ήταν ταυτισμένο με κάποια από τις προστάτιδες δυνάμεις, το «αγγλικό», το «γαλλικό» και το «ρωσικό». Άνοιγε έτσι ο δρόμος για την αντιπολίτευση που είχε καταγγείλει ανοικτά τη «βαυαροκρατία» όλο το προηγούμενο διάστημα, να προχωρήσει – και μάλιστα εσπευσμένα- στο σχέδιο της εξέγερσης που θα οδηγούσε τελικά στις 3 Σεπτεμβρίου (με την υποστήριξη και των τριών ξένων πρεσβευτών) στην παραχώρηση του πρώτου συντάγματος στην ιστορία του ελληνικού κράτους, και εντέλει μακροπρόθεσμα στην αποδυνάμωση της οθωνικής μοναρχίας.

«ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ» ΑΠΟ ΜΙΚΡΟ ΚΡΑΤΟΣ

Από εκεί και μετά, στο καθαρά οικονομικό επίπεδο, το ελληνικό κράτος βρέθηκε αποκλεισμένο από τις αγορές για πολλές δεκαετίες. Θα μεσολαβήσουν πολλά: ο Κριμαϊκός πόλεμος (1853-1856) που αναδιάταξε την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη και δημιούργησε άλλες προτεραιότητες στο νέο καθεστώς ασφάλειας της ηπείρου, η έξωση του Όθωνα (που είχε πάρει το μέρος της ηττημένης Ρωσίας στον Κριμαϊκό) και η αντικατάσταση της βαυαρικής δυναστείας των Βιτελσβάχων από τη δανέζικη δυναστεία που εγκαινίασε ο Γεώργιος ο Α’ (1863). Ο τελευταίος θα φέρει μαζί του αφενός την προσάρτηση των Ιονίων νήσων (και της ριζοσπαστικής τους κουλτούρας) ως δώρο της Μ. Βρετανίας με σκοπό την εδραίωση της πρωτοκαθεδρίας της ως προστάτιδα δύναμη (κάτι που όντως θα διαρκέσει ως το 1947), αφετέρου ένα νέο και πιο προοδευτικό σύνταγμα (1864). Αλλά και στο κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο οι αλλαγές δεν θα είναι ασήμαντες. Θα υπάρξει για πρώτη φορά ανάπτυξη του κλάδου της μεταποίησης, παρότι βέβαια η πλειοψηφία των επιχειρήσεων θα είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους (ελάχιστες θα απασχολούν πάνω από 100 εργάτες) και η υιοθέτηση της τεχνολογικής καινοτομίας χαμηλού βαθμού. Σημαντική θα είναι και η ανάπτυξη της ελληνόκτητης εμπορικής ναυτιλίας έστω και αν η εισαγωγή τού ατμόπλοιου θα καθυστερήσει να γίνει κυρίαρχη στον ημεδαπό κλάδο.

Ταυτόχρονα, θα αρχίσει να δημιουργείται επίσης για πρώτη φορά και ένας αριθμητικά διόλου αμελητέος αστικός πληθυσμός ιδίως στις πόλεις της Αθήνας και του Πειραιά, της Πάτρας, της Καλαμάτας, της Λαμίας ή της Σύρου όπου συσσωρεύονται οι εσωτερικοί μετανάστες αλλά και οι Έλληνες των παροικιών που επιστρέφουν για να επενδύσουν εδώ τα κεφάλαιά τους, ιδίως μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο και τη γενική αναστάτωση στην περιοχή.

Ο πληθυσμός της υπαίθρου, και μάλιστα εκείνος της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας ή των ακτημόνων, δεν θα πάψει πάντως να είναι κατά πολύ μεγαλύτερος του αστικού μέχρι το πρώτο μισό του 20ου αιώνα και ο αγροτικός τομέας, μεγαλύτερος έναντι του δευτερογενούς και του τριτογενούς, με προϊόντα όπως το ελαιόλαδο, το κρασί, το στάρι μα πάνω από όλα την κορινθιακή σταφίδα να πρωτοπορούν σταθερά και με διαφορά στις εξαγωγές. Πρόκειται με δύο λόγια για μια κοινωνία αγροτική κατά βάση και συντηρητική στα ήθη και την κουλτούρα αλλά με μεγάλη επιθυμία για ανοδική κινητικότητα. Το στόχο αυτό τον επιτυγχάνει κυρίως με την οικογενειακή επένδυση στη συσσώρευση σχολικού κεφαλαίου (εξ ου και τα πολύ υψηλά ποσοστά αλφαβητισμού παρότι αγροτική) όπως και με την πρόσδεσή της στα πολιτικά δίκτυα πατρωνίας της εποχής (χάρη και στην καθιέρωση της καθολικής ψήφου των αρρένων, πολύ νωρίτερα από ό, τι τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη) τα οποία αναλαμβάνουν τη διαχείριση των ατομικών και συλλογικών υποθέσεων σε τοπικό επίπεδο, εν απουσία ενός ισχυρού κράτους. Κάτι που άλλωστε εξηγεί και τη διαχρονικά έντονη πολιτικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, η οποία αποτυπώνεται στον εντυπωσιακό αριθμό των 789 νέων τίτλων εφημερίδων (σχεδόν αποκλειστικά πολιτικών) που εμφανίστηκαν πανελλαδικά από το 1863 ως το τέλος του αιώνα, οι 402 εκ των οποίων στην Αθήνα [2].

Παράλληλα, στο επίπεδο της ιδεολογίας, κράτος και κοινωνία ταυτίζονταν με τρόπο απόλυτο, χάρη στη διαταξική και πανεθνική συναίνεση που είχε επιτευχθεί από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια γύρω από την εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας (οι διαφορές αφορούσαν μόνο τον τρόπο και το χρόνο πραγμάτωσής της) εκτρέφοντας επί έναν αιώνα τις εθνικιστικές φαντασιώσεις για ένταξη των «αλύτρωτων» πληθυσμών της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Κρήτης κ.ά. στον εθνικό κορμό. Το τελευταίο αυτό στοιχείο, που θα ενταθεί όσο θα οξύνεται το Ανατολικό Ζήτημα στο τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, είναι και από τα πιο κρίσιμα σε ό,τι αφορά το θέμα μας, καθώς είχε ως βασική συνέπεια τη σταθερά υπέρογκη επένδυση των ελληνικών κυβερνήσεων σε στρατιωτικές δαπάνες που, όπως έχει υπολογιστεί, κάλυπταν κατά μέσο όρο γύρω στο 30% του συνόλου των κρατικών δαπανών σε ειρηνικές περιόδους και έφθαναν το 50% σε περιόδους πολέμου ή πολεμικής κινητοποίησης[3]. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι οι δαπάνες αυτές καλύπτονταν ως επί το πλείστον από εξωτερικό δανεισμό και από τους ιδιαίτερα αυξημένους έμμεσους φόρους (που στράγγιζαν την αγοραστική δύναμη πρωτίστως των μισθωτών) και εκ της φύσεως τους δεν είχαν δε καμία παραγωγική αξία, ενώ η πολιτική και στρατιωτική τους σημασία θα αργούσε πάνω από μισό αιώνα να αποδειχτεί στην πράξη (δηλαδή από τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-3 και μετά). Πριν από το 1906-7, όταν και θα αρχίσει ο ουσιαστικός εκσυγχρονισμός των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, αυτές θύμιζαν ακόμη σε πολλά τους ατάκτους φουστανελάδες του 1821 [4]. Οι αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες είναι ένα φαινόμενο με αδιάλειπτη συνέχεια στα 180 χρόνια ζωής του ελληνικού κράτους, άμεσα συνδεδεμένο ασφαλώς με τα υπαρκτά γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά δεδομένα της περιοχής στην οποία οι συχνές αναταράξεις λόγω του Οθωμανού «μεγάλου ασθενούς» και του Ψυχρού Πολέμου εν συνεχεία, προκαλούσαν αντίστοιχα συχνές αλλαγές του status quo. Ταυτόχρονα, όμως, είχε να κάνει και με τη ροπή της εγχώριας πολιτικής τάξης διαχρονικά σε μια εθνικιστική ρητορική που συνέπαιρνε μεν το εκλογικό Σώμα και δημιουργούσε λαοπρόβλητους «εθνεγέρτες», δεν ανταποκρινόταν όμως πάντοτε σε απτούς εθνικούς κινδύνους.

Σε κάθε περίπτωση, η άρση του αποκλεισμού της χώρας από τις χρηματαγορές, το 1878 (μετά το συμβιβασμό με τους ομολογιούχους για το δάνειο του 1824-5) την βρήκε ενώπιον εντελώς νέων δεδομένων. Πολιτικά, ήταν η περίοδος που είχε αρχίσει να ανατέλλει το άστρο του φιλελεύθερου Χαρίλαου Τρικούπη ο οποίος, αφενός με τις απόψεις του περί της αρχής της δεδηλωμένης θα κατορθώσει να περιορίσει δραστικά την παρέμβαση του Θρόνου στο πολιτικό παιχνίδι, αφετέρου με την εμμονή του στη μετατροπή του πολιτικού συστήματος σε δικομματικό, θα μπορέσει να βάλει σε εφαρμογή, κάτω από συνθήκες σχετικής πολιτικής σταθερότητας, το μεγάλο του σχέδιο για τον εκσυγχρονισμό του κράτους. Το σχέδιο αυτό απαιτούσε πριν από όλα μεγάλα κονδύλια για δημόσιες επενδύσεις αλλά η διεθνής οικονομική συγκυρία ήταν ευνοϊκή για όλα αυτά. Ακριβώς επειδή η ευρωπαϊκή οικονομία βίωνε μια περίοδο ύφεσης μετά το χρηματιστηριακό κραχ του 1873, με αφορμή την κερδοσκοπία γύρω από τα γερμανικά χρεόγραφα, οι επενδυτές βρήκαν στις ανάγκες του ελληνικού κράτους για δανεισμό τον πιο ιδανικό πελάτη τους.

Ας σημειωθεί ότι το πάτημα για την άνοδο του Τρικούπη στην εξουσία δόθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1870 μετά το μείζον θέμα των λαυρεωτικών, που ήταν συνώνυμο της μεγαλύτερης χρηματιστηριακής κρίσης του αιώνα στην Ελλάδα. Με τον τίτλο «λαυρεωτικά» περιγράφεται από τη μία η υπόθεση της εξαγοράς της εταιρείας διαχείρισης των μεταλλείων του Λαυρίου, ιδιοκτησίας του Ιταλού Giovani Battista Serpieri, από τον Ανδρέα Συγγρό το 1873, με τη συνδρομή και παρασκηνιακών παιχνιδιών του Θρόνου. Και από την άλλη, το χρηματιστηριακό σκάνδαλο γύρω από τη μετοχή της Πιστωτικής Τράπεζας συμφερόντων επίσης του μεγαλοτραπεζίτη της Κωνσταντινούπολης, σκάνδαλο που οδήγησε σε οικονομική καταστροφή εκατοντάδες χιλιάδες μικροαστούς, μικρο-νοικοκυραίους αλλά και απλούς μεροκαματιάρηδες της Αθήνας ή της επαρχίας που είχαν εκστασιαστεί από την εκτόξευση της τιμής της μετοχής σε λίγες μόλις εβδομάδες και είχαν τρέξει αφελώς και αστόχαστα να μπουν στο χρηματιστηριακό πανηγύρι [5]. Η υπόθεση των λαυρεωτικών είναι ιστορικά σημαντική διότι αποτυπώνει το νέο φαινόμενο της διαπλοκής της πολιτικής με την επιχειρηματική τάξη, ιδίως με εκείνη των ομογενών του εξωτερικού με τις μεγάλες επενδυτικές δυνατότητες, ενώ φέρνει στην επιφάνεια και τη μαζική τάση της μικροαστικής ελληνικής κοινωνίας για γρήγορο και εύκολο πλουτισμό. Τάση που θα διαψευστεί και άλλες φορές (π.χ. κραχ του ελληνικού χρηματιστηρίου το 1999) καθώς η οικονομία θα εκχρηματίζεται και θα αποκτά πιο καθαρά καπιταλιστικά χαρακτηριστικά, πάντα όμως χωρίς θεσμούς διαφάνειας και προστασίας για τους μικρούς επενδυτές και σε καθεστώς ατιμωρησίας για τους κερδοσκόπους.

ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ 1878-1893: Η ΕΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΤΡΙΚΟΥΠΙΚΟΥ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ

Μέσα από αυτό τον ορυμαγδό που θα προκαλέσει το σκάνδαλο, θα δοθεί η ευκαιρία στον Τρικούπη να νομιμοποιήσει ευρύτερα στο πολιτικό σύστημα και στην κοινωνία την ανάγκη για εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις δυτικού τύπου. Είπαμε ότι η κατασκευή δημόσιων υποδομών από το κράτος (οδικό ή σιδηροδρομικό δίκτυο, λιμάνια, εγγειοβελτιωτικά έργα κλπ) θα αποτελέσει τον πολιορκητικό κριό του τρικουπικού εγχειρήματος, και τα δάνεια των βορειοδυτικών επενδυτών, το μέσο για την πραγματοποίησή του. Η κάμψη του βιομηχανικού καπιταλισμού στις μεγάλες δυτικές μητροπόλεις του, το 1882-1896, θα συμπέσει με την πρώτη καταγεγραμμένη στην ιστορία «παγκοσμιοποίηση» της οικονομίας, στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και θα ωθήσει τους κεφαλαιούχους, Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς, Ολλανδούς στην επένδυση κυρίως σε κρατικά ομόλογα, τράπεζες και σε σιδηροδρόμους που ήταν η νέα μεγάλη «ιδεολογία» της εποχής στο δυτικό κόσμο [6].

Παρότι είναι γεγονός ότι οι ξένοι κεφαλαιούχοι εξαρτούσαν το ύψος της επένδυσης από τη φερεγγυότητα του οφειλέτη, δηλαδή απέφευγαν ή επένδυαν λίγα σε υπανάπτυκτες χώρες, το ελληνικό κράτος και τα χρεόγραφά του φάνταζαν -και ήταν πράγματι- θελκτικά για τους ίδιους. Έχει καταδειχτεί πειστικά από σχετική έρευνα [7] ότι η αποδοτικότητα των ελληνικών ομολόγων κυμαινόταν στο 19ο αιώνα ανάμεσα σε 9% με 15%, αν υπολογιστεί και ο ανατοκισμός των τόκων, ώστε ο κάτοχός τους ήταν δυνατόν να έχει αποσβέσει το κεφάλαιό του σε πέντε με οκτώ χρόνια. Αναμφισβήτητα, εξαιρετική απόδοση αν σκεφτεί κανείς ότι τα χρεόγραφα των περισσότερων κρατών της εποχής απέδιδαν από 1% έως 6%, και ότι οι προθεσμιακές καταθέσεις στις τράπεζες είχαν επιτόκιο το πολύ 2,5% στο εξωτερικό και 5% στην Ελλάδα. Είναι αλήθεια βέβαια ότι το προηγούμενο του δανείου της επανάστασης, το 1824-5, και η αδυναμία αποπληρωμής του θα έπρεπε να είχαν κάνει επιφυλακτικούς τους επενδυτές με την (αν)αξιοπιστία του ελληνικού κράτους. Αλλά ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, όσοι επένδυσαν στη μακρά διάρκεια και αγόρασαν στη δευτερογενή αγορά τα χρεόγραφα αυτά, ιδίως την περίοδο 1827-1847, προφανώς σε εξευτελιστικές τιμές, είδαν (όχι οι ίδιοι αλλά οι κληρονόμοι τους) το κεφάλαιό τους έως και να εξαπλασιάζεται, μετά το συμβιβασμό του 1878-1879. Και τούτο διότι ως το 1930 –δηλαδή πάνω από έναν αιώνα μετά τη σύναψη του πρώτου δανείου- ο συμβιβασμός υποχρέωνε το ελληνικό κράτος να καταβάλει αδιαλείπτως στους ομολογιούχους 2,5% επί του κεφαλαίου.

Σημασία έχει τελικά ότι για 14 χρόνια, δηλαδή από το 1878 ως το 1892, οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν πρόσβαση σε μια ανεξάντλητη και παγκόσμια αγορά κεφαλαίων. Στην περίοδο αυτή, οι κυβερνήσεις, κυρίως τρικουπικές, προχώρησαν στη σύναψη οκτώ εξωτερικών δανείων συνολικού ύψους 630 εκατ. δραχμών και σε πέντε εσωτερικά δάνεια, περίπου 65 εκατ. δραχμών. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης το μέγεθος των βαρών που έφθασε να αναλάβει τότε το κράτος ήταν υπερ-τετραπλάσιο σε σχέση με τη δεκαεξαετία 1862-1878 όπου (αποκλεισμένο όπως ήταν από τα ξένα χρηματιστήρια) είχε συνάψει μόλις 130 εκατ. δραχμών σε εσωτερικά δάνεια [8]. Αυτή η άνεση που προσέφεραν οι ξένοι πιστωτές ήταν η ευχή και η κατάρα του ελληνικού κράτους και του πολιτικού συστήματος που διαχειριζόταν τις τύχες του. Το δημόσιο χρέος της χώρας από 60% του ΑΕΠ που ήταν το 1876, έφθασε να διπλασιαστεί σε απόλυτους αριθμούς το 1884 και να τετραπλασιαστεί το 1887. Το 1893, τη χρονιά της επίσημης χρεοκοπίας (ανακοινώθηκε 1η Δεκεμβρίου), είχε εκτιναχτεί στο επταπλάσιο και αντιστοιχούσε στο 230% του ΑΕΠ [9]. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι από κάποια στιγμή κι έπειτα, τα νέα δάνεια εξυπηρετούσαν ουσιαστικά την εξυπηρέτηση των παλαιών τοκοχρεολυσίων. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Όπως επισημάνθηκε και προηγουμένως, τα δάνεια αυτά δεν πήγαν πάντα σε παραγωγικούς σκοπούς, ενώ πρέπει να συγκαταμετρηθεί ότι εξαιτίας των επαχθών όρων σύναψής τους, εκδίδονταν όλα κάτω του αρτίου. Έτσι, από το ονομαστικό κεφάλαιο των 630 εκατ. έφθασαν τελικά στα ελληνικά θησαυροφυλάκια μόνο τα 459 εκατ. Είναι γεγονός ότι ένα μέρος αυτών των χρημάτων πήγαν μεν στα δημόσια έργα, συνολικά 120 εκατ. δραχμές, αλλά η απόδοσή τους σε κρατικά έσοδα, μέσω της οικονομικής ανάπτυξης και επομένως των φόρων, είναι αυτονόητο ότι θα αργούσε να φανεί. Από εκεί και πέρα όμως, άλλα 100 εκατ. πήγαν σε στρατιωτικές δαπάνες (το 1879-1884 αυτές υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με την προηγούμενη 5ετία), και τα υπόλοιπα, δηλαδή πάνω από τα μισά, για τη χρηματοδότηση των αναγκών του δημοσίου (το παιχνίδι των διορισμών δημοσίων υπαλλήλων από τα κόμματα έγινε ανεξέλεγκτο), για έκτακτα έξοδα και για την εξυπηρέτηση του χρέους.

Τα περιθώρια της δημοσιονομικής πολιτικής περιορίζονταν έτι περαιτέρω και από τη μονιμοποίηση της αναγκαστικής κυκλοφορίας χρήματος στην οποία οδηγήθηκε το κράτος το 1868 όταν η ανάγκη χρηματοδότησης της κρητικής εξέγερσης το υποχρέωσε στην άρση της μετατρεψιμότητας των τραπεζογραμματίων.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν αφενός η επιβάρυνση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, που ήταν μακράν η μεγαλύτερη τράπεζα εγχωρίως, ως βασικού χρηματοδότη του ελληνικού κράτους (ο Τρικούπης συνήθιζε να προεισπράττει από αυτή μέρος των δανείων), γεγονός που θα της στοίχιζε πολύ, μετά τη χρεωκοπία του 1893∙ αφετέρου η υποτίμηση της δραχμής (εξαιτίας και των κερδοσκοπικών παιχνιδιών εις βάρος της), η ισοτιμία της οποίας έναντι του γαλλικού φράγκου θα φθάσει στο κατώτατο σημείο της το 1895 (1,80:1).

1898-1909: ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Μετά την ανακοίνωση της χρεοκοπίας που θα έφερνε λίγο μετά και το πολιτικό (αλλά και το βιολογικό) τέλος του Χαρίλαου Τρικούπη, όπως άλλωστε και της πολιτικής σταθερότητας της προηγούμενης 15ετίας, θα ξεκινούσε μια περίοδος τεσσάρων ιδιαίτερα ταραγμένων και απρόβλεπτων χρόνων. Οι επόμενες κυβερνήσεις, που εναλλάσσονταν κάθε λίγους μήνες στην εξουσία, θα κληθούν να διαπραγματευτούν το «κούρεμα» της επένδυσης των ξένων ομολογιούχων εν μέσω της οργής των τελευταίων που είδαν να εξαιρούνται από το διακανονισμό οι Έλληνες δανειστές. Θα είναι μια περίοδος που θα χαρακτηριστεί από την έξαρση του εθνικιστικού πνεύματος το οποίο θα εκφράσει στην πιο ακραία του και επικίνδυνη μορφή η Εθνική Εταιρία. Η συνωμοτική αυτή ομάδα που είχε κυρίως τις βλέψεις της στο χώρο της Μακεδονίας και ξεκίνησε αρχικά ως κίνηση αξιωματικών του στρατού πριν συμπεριλάβει και πολίτες, βρισκόταν σε αγαστή σύμπνοια με την ελλαδική ορθόδοξη Εκκλησία δημιουργώντας το κατάλληλο κλίμα για την εμπλοκή τού -εντελώς απροετοίμαστου- ελληνικού στρατού στον πόλεμο του 1897 με την οθωμανική αυτοκρατορία [10]. Το φιάσκο της κατάληξής του μπορεί να μην στοίχισε στην Ελλάδα κάποια εδαφική απώλεια, χάρη στην άμεση παρέμβαση των Μ. Δυνάμεων που δεν επιθυμούσαν αλλαγή του status quo στην περιοχή, επιβάρυνε όμως το ήδη χρεωκοπημένο κράτος με την καταβολή τής πολύ μεγάλης αποζημίωσης των 100 εκατ. φράγκων στην Πύλη. Μετά και από αυτό, η έλευση της Διεθνούς Επιτροπής Ελέγχου στην Ελλάδα ήταν αναπόφευκτο γεγονός. Οι έξι δυνάμεις που αντιπροσωπεύονταν σε αυτή κατάφεραν να πετύχουν πολύ ευνοϊκούς όρους τόσο για την αποπληρωμή του χρέους (από φόρους, μονοπώλια, χαρτόσημα κ.ά., ορισμένα εκ των οποίων διήρκεσαν ως το τέλος του 20ου αιώνα) όσο και για την αποπληρωμή τής αποζημίωσης στο οθωμανικό κράτος.

Κι ενώ θα περίμενε κανείς μετά από αυτό, σε συνδυασμό και με το ασταθές πολιτικό σκηνικό που το συνόδευε, να οδηγηθεί η χώρα σε μια παρατεταμένη περίοδο ύφεσης και εθνικής κατήφειας, εκείνο που ακολούθησε ήταν αντιθέτως μια απρόσμενη αναγέννηση. Χάρη και στη συνετή διαχείριση από την πλευρά του επικεφαλής της Διεθνούς Επιτροπής Εδουάρδου Λω, τα δημοσιονομικά εξυγιάνθηκαν σχετικά γρήγορα και η δραχμή επανήλθε το 1909 στην ισοτιμία 1:1 με το γαλλικό φράγκο. Η χρονιά αυτή θα σήμανε και την «εξυγίανση» του πολιτικού συστήματος με το κίνημα στο Γουδί και τη συνακόλουθη καταλυτική εμφάνιση του Ελευθερίου Βενιζέλου που άλλαξε συθέμελα την οργάνωση του πολιτικού πεδίου. Έτσι, μόλις μια 15ετία μετά από το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», το ελληνικό κράτος ήταν έτοιμο να πραγματώσει για πρώτη φορά με ρεαλιστικό τρόπο τη Μεγάλη Ιδέα που θα οδηγούσε στο διπλασιασμό της επικράτειάς του και στην απαρχή μιας νέας πολύ πιο γόνιμης περιόδου του.

ΚΡΑΧ 1929: ΠΩΣ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΟΠΙΚΟ

Παρότι το εγχείρημα του βενιζελικού εκσυγχρονισμού δεν στηρίχτηκε σε τόσο βαθμό στον εξωτερικό δανεισμό (το δικό του πρόβλημα ήταν ο εθνικός διχασμός που προκλήθηκε από την ανάδυση ενός αντίπαλου σχεδίου ηγεμονίας το οποίο εξέφραζαν οι αντιβενιζελικοί), δεν έμελε ούτε αυτό να γλυτώσει την ταύτισή του με ένα ακόμη χρεοστάσιο στο κράτος. Η παρατεταμένη πολεμική περιπέτεια του ελληνικού κράτους είχε πλήξει όπως ήταν λογικό την πιστοληπτική του ικανότητα, με αποτέλεσμα να καταφύγει κυρίως στον εσωτερικό δανεισμό και μόλις μετά το 1916 στη (μικρή) αύξηση της φορολογίας ως τρόπους εξασφάλισης πόρων.

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922, η ελληνική οικονομία που έπρεπε να σηκώσει και το δυσβάσταχτο βάρος της αποκατάστασης του 1,5 εκατ. προσφύγων, είχε μπει ξεκάθαρα σε ένα καθοδικό σπιράλ κρίσης. Αλλά το πρόβλημα ξεπερνούσε τις δυνατότητες του ήδη εξαντλημένου βενιζελισμού. Αφορούσε το σύνολο του δυτικού κόσμου και είχε πολλαπλές και αλληλοδιαπλεκόμενες διαστάσεις. Η συγκυρία τού μεσοπολέμου στο δυτικό κόσμο αποτέλεσε πρώτα και κύρια το σημείο τής εύφλεκτης συνάντησης τριών ανταγωνιστικών κοσμοθεωριών, του φιλελευθερισμού, του φασισμού και του κομμουνισμού, αλλά μαζί και το σημείο ανάδυσης της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης που είχε γνωρίσει ως τότε ο καπιταλισμός, παγκοσμίως. Οι τοπικές (εθνικές) οικονομίες που ήταν για πρώτη φορά τόσο αλληλεξαρτημένες μεταξύ τους, ήταν καταδικασμένες να ακολουθήσουν από κοινού τη μοίρα της παγκόσμιας τάσης.

Η απαρχή τής κρίσης προέκυψε από το χρηματιστηριακό κραχ της 19ης Οκτωβρίου 1929 στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Η κρίση της αμερικανικής οικονομίας, που σηματοδότησε και το τέλος του φιλελεύθερου καπιταλισμού του 19ου αιώνα, πέρασε σχετικά γρήγορα στη Γηραιά Ήπειρο, με την ηττημένη στον πρόσφατο Μεγάλο Πόλεμο Γερμανία να τη βιώνει πιο βαριά από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Το 1931, το γερμανικό κράτος δήλωσε αδυναμία καταβολής των πολεμικών επανορθώσεων ενώ μία μεγάλη γερμανική τράπεζα κήρυξε στάση πληρωμών. Στη Γαλλία, η κρίση έλαβε κυρίως μορφή δημοσιονομικής κρίσης λόγω της πτώσης των φορολογικών εσόδων από την ύφεση στην αγορά ενώ στη Μ. Βρετανία ο αντίκτυπος ήταν πολύ μεγαλύτερος, με αποτέλεσμα το καλοκαίρι του 1931 η αγγλική λίρα να εγκαταλείψει τον «κανόνα του χρυσού». Οι συνέπειες για την Ελλάδα ήταν άμεσες καθώς η δραχμή ήταν συνδεδεμένη με το χρυσό μέσω της λίρας.

Η κυβέρνηση Βενιζέλου και ο ίδιος ο Κρητικός πολιτικός είχε επιστρέψει στην εξουσία με δύο βασικούς στόχους: την υπέρβαση, επιτέλους, του εθνικού διχασμού και την εκτέλεση μεγάλων παραγωγικών έργων που θα ολοκλήρωναν το πέρασμα από την αγροτική οικονομία του 19ου αιώνα στον αστικό εκσυγχρονισμό που ευαγγελιζόταν εξαρχής ο βενιζελισμός. Μέχρι την κατάρρευση της Γουόλ Στριτ, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας φάνταζε εφικτή αφού είχε επιτευχθεί η νομισματική σταθερότητα, με την αρωγή και της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ) από την οποία είχε ζητήσει βοήθεια η Αθήνα, σταθερότητα την οποία εγγυούνταν η προσφάτως ιδρυθείσα Τράπεζα της Ελλάδας, ενώ ταυτόχρονα είχε αρχίσει να δημιουργείται σε διάφορες πόλεις για πρώτη φορά ένας μικρός βιομηχανικός κλάδος.

Το όχημα για την ολοκλήρωση του οικονομικού εκσυγχρονισμού θα ήταν πάντως το κράτος, που για το λόγο αυτό είχε αναλάβει πολύ μεγάλο αναπτυξιακό ρόλο. Το στοίχημα -παρότι δεν ήταν μόνο ελληνικό καθώς αφορούσε ολόκληρη την Ευρώπη, αν και με διαφορετικές κατά τόπους προτεραιότητες- ήταν εξαιρετικά σύνθετο αφού στην ελληνική του εκδοχή βασιζόταν στο σαθρό έδαφος των μεγάλων δημόσιων ελλειμμάτων με δεδομένο ότι το ελληνικό κράτος είχε εν μέρει ακόμη ανοικτό το τιτάνιο ζήτημα της αποκατάστασης των προσφύγων καθώς και της ουσιαστικής ενσωμάτωσης των Νέων Χωρών στην επικράτειά του, μετά τη μεγάλη εδαφική επέκταση της προηγούμενης δεκαετίας. Η κρίση του 1929 ερχόταν να υπονομεύσει τους στόχους αυτούς ενώ σε τούτο δεν βοηθούσε και μια αντικοινοβουλευτική κουλτούρα που είχε διαποτίσει την πολιτική ελίτ της εποχής [11], η οποία, όπως θα αποδεικνυόταν λίγο αργότερα και με την επιβολή της δικτατορίας από τον Βασιλιά Γεώργιο και τον Ιωάννη Μεταξά, ήταν πολύ κατώτερη των κρίσιμων περιστάσεων.

Το τοπίο περιέπλεκαν και τα κερδοσκοπικά παιχνίδια που έπαιζαν οι πενήντα τράπεζες που είχαν ιδρυθεί το προηγούμενο διάστημα στο μικρό αυτό κράτος της βαλκανικής (και μάλιστα χωρίς σαφές θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας), των οποίων το βασικό μέλημα ήταν η εκμετάλλευση της συναλλαγματικής αστάθειας και του πληθωρισμού προς όφελός τους [12].

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι μετά τις μάλλον αργές και περιορισμένης απόδοσης κινήσεις της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων για τη συγκράτηση των συναλλαγματικών αποθεμάτων που είχαν σχεδόν εξαντληθεί, ο Βενιζέλος απευθύνθηκε τον Ιανουάριο του 1932 στη Μ. Βρετανία, τη Γαλλία και την Ιταλία σε αναζήτηση δανείου 50 εκατ. δολαρίων (σε 4 δόσεις των 12,5 εκατ.), με ταυτόχρονη αναστολή επί πενταετία του χρεολυσίου των εξωτερικών δανείων. Ωστόσο, η επακόλουθη έκθεση της Δημοσιονομικής Επιτροπής της ΚτΕ δεν ήταν ενθαρρυντική για ένα τέτοιο δάνειο. Υπό την πίεση των καταστάσεων αλλά και του Τύπου που κατηγορούσε την κυβέρνηση ως διεφθαρμένη, κι ενώ το κυβερνών κόμμα έδειχνε να χάνει τη δημοτικότητά του (όπως αποδείχτηκε στην επαναληπτική εκλογή στο Δήμο Πειραιά το Φεβρουάριο του 1932), ο Βενιζέλος ζήτησε τη σύγκληση των πολιτικών αρχηγών στην οποία πρότεινε τη σύσταση οικουμενικής κυβέρνησης, στο όνομα της οποίας δεχόταν ακόμη και να μην είναι ο ίδιος πρωθυπουργός. Παρότι γενικώς η αντιπολίτευση δεν θεωρούσε λάθος την πολιτική τού πρωθυπουργού για τη διαχείριση της κρίσης, ο Π. Τσαλδάρης, αρχηγός των Λαϊκών, αρνήθηκε τη συμμετοχή σε μια τέτοια κυβέρνηση επειδή θεωρούσε ότι θα τον έφθειρε πολιτικά [13].

Μετά και τη δυσμενή απόφαση του Συμβουλίου της ΚτΕ που αποφαινόταν ότι το θέμα της αναστολής των τοκοχρεολυσίων έπρεπε να το λύσει η Ελλάδα μόνη της με τους ξένους ομολογιούχους, το ελληνικό κράτος κήρυξε την 1η Μαΐου προσωρινό χρεοστάσιο. Θα ακολουθήσει η στροφή της Ελλάδας αλλά και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών στον οικονομικό εθνικισμό και στη λογική της αυτάρκειας -άλλο ένα λιθαράκι στο δρόμο της εθνικιστικής πόλωσης που οδήγησε την Ευρώπη στο δεύτερο και καταστροφικότερο «εμφύλιό» της στον 20ο αιώνα.

* * * *

Το χρεοστάσιο του 1843 το χωρίζει από εκείνο του 1893, 50 χρόνια και από εκείνο του 1932, 39 χρόνια. Από την παρ’ ολίγον στάση πληρωμών του 1985 επί κυβερνήσεως Ανδρέα Παπανδρέου (που αποφεύχθηκε χάρη στον άμεσο δανεισμό από την ΕΟΚ και στο σταθεροποιητικό πρόγραμμα που τον συνόδευσε [14]) μεσολαβεί πάλι μια 50ετία και ως την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου το 2010, άλλα 25 χρόνια. Αν συμπεριλάβουμε και την περίοδο της γερμανικής κατοχής όπου κατέρρευσε πλήρως η οικονομία, δύσκολα θα συναντήσουμε στη νεοελληνική ιστορία μία γενιά που να μην έχει μνήμες κρατικής χρεοκοπίας. Το φαινόμενο παρουσιάζει, λοιπόν, μια ενδιαφέρουσα επιμονή που ίσως να μπορεί να ενταχτεί στις μακρές συνέχειες του ελληνικού κράτους.

Είναι προφανές ότι το πρόβλημα της οικονομίας δεν είναι ένα αμιγώς τεχνικό ζήτημα και ότι συνδέεται κάθε φορά με μια καθορισμένη πολιτική ενώ επηρεάζεται και από τις νοοτροπίες, τις ιδεολογίες και τις κοινωνικές πρακτικές τής εκάστοτε ιστορικής συγκυρίας. Παρότι χρήζει εμβριθέστερης έρευνας θα μπορούσε κανείς ως υπόθεση εργασίας να αναρωτηθεί αν τα χρεοστάσια του ελληνικού κράτους και η αδυναμία της εκάστοτε πολιτικής ελίτ να διαχειριστεί με χρηστό τρόπο τα δημοσιονομικά ζητήματα συνδέονται με την εγγενή αδυναμία της κοινωνίας και των θεσμών της να αντιληφθούν και να απαντήσουν με ξεκάθαρο τρόπο στα διλήμματα που θέτει ήδη από τον 19ο αιώνα, σε δεδομένες στιγμές, η εξελισσόμενη πάντα μέσα από αντιφάσεις πορεία της νεοτερικότητας της Ελλάδας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

[1] J.A. Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1986, τ. Β’, σελ. 570-5.
[2] G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936 (μτφρ Θ. Παρασκευόπουλος), ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004, τ. Β. σελ. 694.
[3] Γ.Β. Δερτιλής, Ιστορία του ελληνικού κράτους, 1830-1920, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009 [5η εκδ.], τ. Β’, σελ. 856-7.
[4] Γ. Μαργαρίτης, «Οι πόλεμοι. Από τον Πόλεμο του 1897 στη Μικρασιατική Εκστρατεία», στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα. Όψεις πολιτικής και οικονομικής ιστορίας 1900-1940, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009, σελ. 165-195.
[5] Γ.Β. Δερτιλής, Ιστορία του ελληνικού κράτους…, τ.Α’, σελ. 507-576.
[6] Λ. Παπαγιαννάκης, Οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι (1882-1910), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1982, σελ. 17-44.
[7] Γ.Β. Δερτιλής, ό.π., τ.Α’, σελ. 584-591.
[8] Χρ. Αγριαντώνη, «Η συγκρότηση του ελληνικού καπιταλισμού, 1870-1909», στο Β. Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000. Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, τ. 5, σελ. 68.
[9] Γ.Β. Δερτιλής, Ιστορία του ελληνικού κράτους, 1830-1920…, τ. Α’, σελ. 603.
[10] Πιο αναλυτικά για την ταραγμένη αυτή περίοδο βλ. Γ. Γιανουλόπουλος, «Η ευγενής μας τύφλωσις…» Εξωτερική πολιτική και «εθνικά θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, Βιβλιόραμα, Αθήνα 1999.
[11] G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936…, βλ. το υποκεφάλαιο, «Τα κόμμα και οι πραιτοριανοί», τ. Β. σελ. 1194-1254.
[12] Χρ. Αγριαντώνη – Γ.Μ. Πανσέληνα, «Η ελληνική οικονομία. Διεθνής κρίση και εθνικός προστατευτισμός», στο Β. Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000… τ.7, σελ. 121-134 και Γ. Μητροφάνης, «Η δημόσια οικονομία. Ανασυγκρότηση και κρίση», ό.π., σελ. 141-158.
[13] Γρ. Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, 1923-1940, Κάκτος, Αθήνα 1997, τ.2, σελ. 101-142.
[14] Π. Καζάκος, Ανάμεσα σε κράτος και αγορά. Οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1944-2000, Πατάκης, Αθήνα 2001 [9η εκδ.], σελ. 374-5.
*Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ είναι επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο ΤΕΙ Καλαμάτας και διδάσκει στο Διατμηματικό Μεταπτυχιακό «Ιστορική Έρευνα, Διδακτική και Νέες Τεχνολογίες» του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.



Βασικά η κρίση μας έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό. Όσοι συντέλεσαν με πράξεις ή παραλήψεις -αλλά και αυτοί που δημιούργησαν την κρίση- ειναι και αυτοί που βλάπτονται λιγότερο από όλους. Συνεπεία αυτού όσοι είχαν πρόσβαση σε εξουσία, επιρροή στην κοινωνία και πλούτο συνεχίζουν να τα έχουν όλα αυτά με λιγοστές ίσως απώλειες.

Αυτό κάνει την κρίση ελεγχόμενη και περιορισμένη στα χαμηλά μικροαστικά κοινωνικά στρώματα που έτσι και αλλιώς βρίσκονταν αποκομμένα. Αυτά τα στρώματα εκφράζονται μόνο μια φορά την τετραετία και μπορούν να παράξουν μόνο μαζικές διαδηλώσεις και τυφλή βια πριν αναζητήσουν να χωθούν πίσω από μια ηγεσία που συνήθως προϋπάρχει.

Επειδή μιλούν και γράφουν δημόσια μόνο οι έχοντες, η επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου τείνει να λάβει χαρακτηριστικά “προεκλογικής εξαγγελίας που δεν τηρήθηκε”. Είναι σαφές ότι όλοι αυτοί αυτόν το χαρακτήρα θέλουν να της δώσουν. Πιστεύουν ότι η επαναδιαπραγμάτευση ίσως θα θέσει αμφιβολίες για την συμμετοχή μας στο ευρώ και αυτό το δεδομένο είναι κρίσιμο για όλους αυτούς.

Η Ελληνική κοινή γνώμη δεν έχει καταλάβει ότι η βασική αιτία της κρίσης ειναι το ευρώ. Αντίθετα -θεωρώντας το ευρώ ως στοιχείο ταυτότητας και πολιτισμικό στοιχείο- μοιάζει να έχει επικεντρωθεί στην προσπάθεια να κρατηθεί σε αυτό ενώ ειναι το βασικό που θα έπρεπε να έχει πετάξει τον Απρίλιο του 2010 ώστε να απαλλαγεί από την κρίση . Αυτό το δεδομένο δεν έχει επιτρέψει την πλήρη και σε βάθος εκκαθάριση του προσωπικού που μας έφτασε ως εδώ. Όσοι συντέλεσαν με πράξεις ή παραλήψεις -αλλά και αυτοί που δημιούργησαν την κρίση- ειναι και αυτοί που έχουν αναλάβει να μας βγάλουν από αυτή κρατώντας το ευρώ. Έτσι η κατάσταση διαρκώς χειροτερεύει.

Επιπλέον η επανδιαπραγμάτευση και όσα ακούγονται για το περιεχόμενο της και γύρω από αυτή, δεν πείθει ότι έχει γίνει αντιληπτό το βάθος και το εύρος της ελληνικής κρίσης και η δυναμική της στο χρόνο. Δεν έχει γίνει αντιληπτό -και ίσως έχει αποκρυφτεί στο εσωτερικό της χώρας- ότι το μνημόνιο και η ύφεση που προκαλεί είναι η αιτία που αποκόβει την Ελλάδα όλο και περισσότερο από την Ευρωζώνη.

Δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι το μνημόνιο και η ύφεση του είναι η αιτία που η Ελλάδα γίνεται παγκόσμιο πρόβλημα ανά τρίμηνο και κουράζει την διεθνή κοινή γνώμη. Ακόμη και η σημερινή ηγεσία του ΥΠΟΙΚ , αλλά και ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινής γνώμης, είναι προσανατολισμένο να κοιτά εσωτερικά. Η ηγεσία του ΥΠΟΙΚ πιστεύει ότι το πρόβλημα είναι κάποια “ελληνική ιδιαιτερότητα” την οποία θα κάνουν το παν ώστε να εξαλείψουν.

Ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια κοινή γνώμη που “της διέφυγε” ολόκληρη η ελληνική χρεοκοπία επί ΓΑΠ και ξύπνησε ξαφνικά το καλοκαίρι του 2010 από ένα ειρωνικό ισπανικό σύνθημα: “Κάντε ησυχία να μην ξυπνήσουν οι Έλληνες”.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο κ Στουρνάρας και το ΙΟΒΕ, ο ΣΕΒ, ο Μ Χρυσοσοχοίδης ως Υπουργός ανάπτυξης και διάφοροι φορείς, πίστευαν ότι θα βγούμε στις αγορές στο τέλος του 2012.

Ας μην ξεχνάμε ότι όλοι αυτοί ήταν κατά του κουρέματος του χρέους.

Όμως η επαναδιαπραγμάτευση δεν μπορεί να ευτελισθεί ως μια ακόμη προεκλογική παρόλα που δεν τηρήθηκε ή δεν θα τηρηθεί. Δεν υπάρχει αυτή η πολυτέλεια. Και ειναι λάθος να αντιμετωπίζεται ως τέτοια από δημοσιογράφους στα ΜΜΕ και elites ή ακόμη και από βουλευτές-υπουργούς ή την αξιωματική αντιπολίτευση. Δεν ειναι τόσο απλό και ούτε από τα “συνηθισμένα” για την αμέσως μετεκλογική περίοδο.

Η κατάσταση της χώρας σήμερα επιβάλει να κατανοήσουμε όλοι ότι η επαναδιαπραγμάτευση είναι ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ και η μόνη ευκαιρία της χώρας να μείνει στο ευρώ ή έστω για να βγει από αυτό με όρους που θα της επιτρέπουν να υπάρχει χωρίς να κατρακυλήσει 50 χρόνια πίσω.

Η επαναδιαπραγμάτευση έπρεπε να έχει γίνει ήδη. Το σωστό ιδανικό σενάριο θα ήταν να ξηλωθεί και να δικαστεί αμέσως πριν τον πρώτο μνημόνιο ο Γ. Παπανδρέου και οι συνεργάτες του. Στην συνέχεια να ζητηθεί διαπραγμάτευση της διάσωσης της χώρας. Αλλά ακόμη και λίγους μήνες μετά όταν διαπιστώθηκε ότι τα νούμερα δεν βγαίνουν -και εκφράσαμε την άποψη ότι πρέπει να βγούμε από το ευρώ- θα μπορούσαμε να ζητήσουμε αλλαγές στους όρους διάσωσης της χώρας μας, καθώς ήταν το μνημόνιο που μας έθετε όλο και πιο μακριά από την Ευρώπη. Ήταν η Ύφεση που έκανε το χρέος μη βιώσιμο. Όλα αυτά ειπώθηκαν εγκαίρως και λοιδωρήθηκαν επαρκώς πριν επιβεβαιωθούν…

Πέρασε ο καιρός χάθηκαν ευκαιρίες λόγω άγνοιας και ηλιθιότητας, αλλά πάντα υπάρχει ο δρόμος της εξόδου. Απλώς αφήνουμε όλο και πιο πολλά πίσω μας κάνοντας αυτό το σενάρια όλο και πιο δυσμενές.

Σήμερα περισσότερο από ποτέ η επαναδιαπραγμάτευση με μικρό στόχο την αναθεώρηση της διάσωσης μας στο ευρώ και τελικό στόχο της την διάσωση της χώρας όπως και να έχει αυτή είναι ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ.

Αν δε γίνει αντιληπτό αυτό το έσχατο σημείο που είμαστε ούτε τώρα, τότε η κρίση θα περάσει στην Ιστορία ως η κρίση των ηλιθίων. Δύσκολα θα μπορέσουμε να δικαιολογηθούμε στην Ιστορία ως εξελιγμένος λαός.