Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

21 Δεκ 2014

Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης 
Δημοσιογράφος - Συγγραφέας - Τουρκολόγος 

Στις 15 Ιανουάριου του 2015 θα γίνουν στην Άγκυρα τα επίσημα εγκαίνια της νέας υπερπολυτελούς προεδρικής κατοικίας, για την οποία έχουν γραφτεί πάρα πολλά, αρκετά σκανδαλώδη, και ο νέος πρόεδρος της Τουρκίας, ο Ταΐπ Ερντογάν, που πολλοί τον έχουν χαρακτηρίσει σαν τον νέο χαλίφη, θα εγκατασταθεί επίσημα στο για πολλούς «ανάκτορο-σαράι» του.

Αλλά ποιος είναι ο ηγέτης της σημερινής Τουρκίας, ο πολιτικός που επανέφερε μαζί με τον Αχμέτ Νταβούτογλου τα οθωμανικά οράματα σαν προοπτική της Νέας Τουρκίας, ο άνθρωπος που παίζει έντονα στην διεθνή σκηνή, αλλά και για πολλούς ο μοιραίος άνθρωπος που μπορεί να οδηγήσει την Τουρκία στην διάλυση της ; Ένας πολιτικός που μας αφορά άμεσα, καθώς τον έχουμε γείτονα και εκπροσωπεί μια μόνιμη πρόκληση εξ’ ανατολών για την οποία θα πρέπει να γνωρίζουμε τα πάντα, για να είμαστε σε θέση ανά πάσα στιγμή να απαντήσουμε σαν έθνος, σαν ελληνισμός και σαν Ορθόδοξοι χριστιανοί.

Ο άνθρωπος που οδήγησε την Τουρκία στον εικοστό πρώτο αιώνα είναι αναμφισβήτητα ο Ταΐπ Ερντογάν, ένας άγνωστος.. ποδοσφαιριστής μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα. Ο Ερντογάν θεωρήθηκε ότι ήταν ένας από τους χαρισματικούς πολιτικούς ηγέτες και πολλοί οπαδοί του τον είχαν παρομοιάσει με τον πρώην πρόεδρο της χώρας, τον Τουργκούτ Οζάλ. Το κοινό στοιχείο τού Οζάλ με τον Ερντογάν ήταν ότι και οι δύο κινήθηκαν κάτω από την αντίληψη ότι η σύνθεση του κεμαλικού εθνικισμού με τον τουρκικό ισλαμισμό είναι αυτή που θα εξασφάλιζε τη συνοχή και τη συνέχεια της ύπαρξης μιας πολύπλοκης χώρας όπως είναι η Τουρκία. Παράλληλα, πρεσβεύουν ότι η σύνθεση αυτή θα φέρει την Τουρκία στην πρώτη σειρά των μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων. Η βασική όμως διαφορά μεταξύ τους είναι πως ο Οζάλ είχε αναδειχτεί με την στήριξη της στρατιωτικής ιεραρχίας, καθώς ήταν αυτός που ανέλαβε να πολιτικοποιήσει το πραξικόπημα των Τούρκων στρατηγών τού 1980, ενώ παράλληλα εκμεταλλεύτηκε τις συγκρούσεις της εποχής και κατάφερε να πετύχει τη συνεργασία του ισλαμισμού με τον στρατό για την αντιμετώπιση της αριστερής τότε απειλής καθώς και του κουρδικού ζητήματος. Σε αντίθεση με τον Οζάλ, ο Ταΐπ Ερντογάν έχει διατελέσει για πολλά χρόνια το «κόκκινο πανί» για τη στρατιωτική ιεραρχία, κάτι που βέβαια στη συνέχεια έπαψε να ισχύει καθώς μετά το 2008 επικράτησε κατά κράτος με άμεσες συνέπειες τον θρίαμβο του Πολιτικού Ισλάμ. Ένα άλλο διαχωριστικό στοιχείο μεταξύ τους είναι ότι ο Οζάλ είχε καταφέρει να ελέγξει και να κυριαρχήσει, για πρώτη φορά στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Τουρκίας, πάνω στο στρατό, κάτι που ο Ερντογάν δεν το επιδίωξε τουλάχιστον φανερά. Άλλωστε δεν υπήρχε η ανάγκη αυτή καθώς η πλήρης πολιτική του επικράτηση τού έδινε μεγάλες δυνατότητες, να προωθήσει την υποτιθέμενη φιλοευρωπαϊκή του πολιτική.

Ο Ερντογάν άρχισε την πολιτική του σταδιοδρομία το 1980 όταν γίνεται μέλος του ισλαμικού κόμματος «Ρεφάχ». Το 1984 εκλέγεται πρόεδρος της οργάνωσης του κόμματος στην περιοχή του Μπεΐογλου της Κωνσταντινούπολης. Το 1986, για πρώτη φορά βάζει υποψηφιότητα για βουλευτής ενώ το 1989 βάζει υποψηφιότητα για δήμαρχος του Μπεΐογλου. Το 1991 ξαναβάζει υποψηφιότητα για βουλευτής ενώ στις δημοτικές εκλογές τού 1994, (27 Μαρτίου), εκλέγεται τελικά δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης με τη σημαία του «Ρεφάχ». Όσο ήταν δήμαρχος δεν έπαψε καθόλου να δραστηριοποιείται στους κόλπους του «Ρεφάχ» και για κάποιο δημόσιο λόγο που έβγαλε τον Δεκέμβριο του 1997 στην πόλη Σιίρτ της Νοτιοανατολικής Τουρκίας, όπου είχε πει πως «οι μιναρέδες είναι τα ιδεολογικά σπαθιά μας», (τις δηλώσεις του αυτές που φανερώνουν και ένα καθαρά επιθετικό ισλαμικό στυλ ποτέ δεν τις απαρνήθηκε ουσιαστικά), καταδικάστηκε σε φυλάκιση για προσβολή τού κοσμικού καθεστώτος της Τουρκίας. Μετά από πολλές αναβολές, τελικά κλείνεται στη φυλακή στις 26 Μαρτίου τού 1999 για να αποφυλακιστεί μετά τέσσερις μήνες, στις 24 Ιουλίου καθώς ξεσηκώθηκε διεθνής κατακραυγή ενώ ο ίδιος είχε ηρωοποιηθεί στις τουρκικές λαϊκές μάζες. Από τότε ανέλαβε ενεργό πολιτική δράση. Μάλιστα το γεγονός της φυλάκισης του προκάλεσε και την έντονη αντίδραση του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, που για άλλη μια φορά τόνισε πως οι δημοκρατικές διαδικασίες καταπατούνται στην Τουρκία και δεν υπάρχει πλήρης ελευθερία του λόγου και της έκφρασης. O Ερντογάν κατάφερε να κερδίσει τις λαϊκές συμπάθειες οργανώνοντας ένα ευρύ δίκτυο κοινωνικών παροχών και ιατρικοφαρμακευτικής περίθαλψης στις φτωχογειτονιές της Κωνσταντινούπολης και έτσι, σιγά σιγά, άρχισε να φαίνεται πως διεκδικούσε με πολύ σοβαρές πιθανότητες τη διαδοχή τού Ερμπακάν στο κόμμα των Ισλαμιστών. Το ηγετικό του προφίλ ενισχύθηκε μετά το δικαστικό κλείσιμο τού «Ρεφάχ» και στον πόλεμο της διαδοχής που είχε ξεσπάσει φαινόταν ο επικρατέστερος. Σε σφυγμομέτρηση, που είχε κάνει η εφημερίδα «Χουριέτ», τέλος Νοεμβρίου τού 1998, μεταξύ των στελεχών του κόμματος, ο Ερντογάν συγκέντρωσε το 54% για την αρχηγία. Βλέποντας ο ίδιος τη μεγάλη του δημοτικότητα, από την πρώτη κιόλας μέρα της δικαστικής απαγόρευσης τού Ερμπακάν, έκανε αρχηγική εμφάνιση με κατευθείαν επίθεση κατά τού τότε πρωθυπουργού, Μεσούτ Γιλμάζ. Αυτό δυσαρέστησε τον Ερμπακάν, που έσπευσε να ορίσει τον παλιό του φίλο και βουλευτή Σμύρνης, Ρετζάι Κουτάν, ως διάδοχό του. Ο Ερντογάν όμως δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Πύκνωσε τις δημόσιες εμφανίσεις του και τις συνεντεύξεις και μαζί με τον άλλο ισλαμιστή δήμαρχο της Άγκυρας, τον Μελίχ Γκιοκσέλ, σχημάτισε ένα πανίσχυρο πολιτικό δίδυμο. Βλέποντας αυτόν το νέο κίνδυνο οι στρατιωτικοί κύκλοι της Άγκυρας, αποφάσισαν να χτυπήσουν από τότε το ανερχόμενο αυτό αστέρι της πολιτικής ζωής, με τη γνωστή συνταγή της δικαστικής καταδίκης που δεν αφήνει περιθώρια για πολιτικό μέλλον. Ο τότε υπουργός Εσωτερικών, Μουράτ Μπαχτσεσίογλου, (μετέπειτα ο ίδιος προσχώρησε στον Ερντογάν), σε δηλώσεις του προσπάθησε να δώσει κύρος στην απόφαση του δικαστηρίου του Ντιαρμπακίρ που είχε καταδικάσει τον Ερντογάν, χαρακτηρίζοντας τη δικαιοσύνη ανεξάρτητη. Η απόφαση αυτή πυροδότησε νέες μεγάλες λαϊκές εκδηλώσεις υπέρ τού Ερντογάν, που δεν φαινόταν να πτοείται και με ιδιαίτερα έντονες ομιλίες του προς τον κόσμο που έσπευσε να τον συμπαρασταθεί, έδειξε αποφασισμένος να συνεχίσει την πορεία του. Τελικά, μετά από ένα διάστημα έντονων πολιτικών διαβουλεύσεων και μετά τη νέα απαγόρευση του ισλαμικού κόμματος «Φαζιλέτ», διαδόχου του «Ρεφάχ», ο Ερντογάν θα προχωρήσει στην ίδρυση του δικού του κόμματος. Έτσι, 16 Αυγούστου του 2001, αναγγελλόταν επίσημα η ίδρυση του νέου κόμματος «Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη». Το καινούργιο κόμμα της «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης», που εν συντομία αποκαλείται «ΑΚ Παρτισί», δημιουργήθηκε κατ’ αρχήν από τα στελέχη του κόμματος των Ισλαμιστών «Φαζιλέτ», που είχε απαγορευτεί μετά από απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τουρκίας. Εκτός όμως από τους Ισλαμιστές, ο Ταΐπ Ερντογαν είχε προσελκύσει και μεγάλη μερίδα δυσαρεστημένων από τα άλλα κόμματα και κυρίως από τα δύο κόμματα της δεξιάς, δηλαδή της «Μητέρας Πατρίδας» και του «Ορθού Δρόμου», ενώ φιλοδοξούσε, όπως τόνιζε ο ίδιος, να αποτελέσει το νέο πολιτικό πόλο της κεντροδεξιάς που θα κυβερνήσει τα επόμενα χρόνια την Τουρκία.

Σταθμός στην πολιτική του πορεία ήταν το ταξίδι του στις ΗΠΑ, τον Φεβρουάριο του 2002, λίγους μήνες δηλαδή πριν γίνει ο νέος ηγέτης της Τουρκίας. Στο ταξίδι αυτό, όπως υποστήριξαν πολλοί πολιτικοί του αντίπαλοι στην Τουρκία, είχε πάρει το οριστικό χρίσμα από διάφορες αμερικανικές οργανώσεις να προωθηθεί στην εξουσία της Τουρκίας και είναι χαρακτηριστικό ότι είχε επαφές με τις μεγαλύτερες οργανώσεις του ισραηλινού λόμπι των ΗΠΑ. Ο Ερντογάν στις ΗΠΑ είδε αρκετούς παράγοντες της δημόσιας ζωής και της οικονομίας, εμφανίστηκε και μίλησε σε αμερικανική κοινοβουλευτική επιτροπή, ενώ είχε σημαντικές επαφές με παράγοντες της αμερικανικής κυβέρνησης και Αμερικανούς γερουσιαστές . Όλους αυτούς ο Ερντογάν τους διαβεβαίωσε ότι το κόμμα του δεν είναι κλασικό ισλαμικό κόμμα και δεν έχει καμία πρόθεση να αλλάξει την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας προσανατολίζοντας την προς τον ισλαμικό κόσμο, κάτι που το είχε αποπειραθεί ο προκάτοχος του Ερμπακάν, με παταγώδη όμως αποτυχία. Στο μέλλον όμως ο Ερντογάν θα αποδεικνύονταν πολύ πιο έξυπνος καθώς θα πετύχαινε αυτά που δεν μπόρεσε να πετύχει ο Ερμπακάν. Οι δηλώσεις αυτές του Ερντογαν είχαν γίνει τότε δεκτές με μεγάλη ικανοποίηση από τους Αμερικανούς Στις ΗΠΑ τον Ερντογάν συνόδευαν ο μετέπειτα πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιούλ, που ήταν και ο διερμηνέας του, ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Γιασάρ Γιακίς, και ο τότε γενικός γραμματέας του κόμματος του, Μουράτ Μερτζάν. Από τότε ο Ερντογάν θα άρχιζε την ξέφρενη κούρσα του που θα τον έφερνε στην εξουσία και μάλιστα με αυτοδύναμη πλειοψηφία κατά που συνέβαινε για πρώτη φορά στα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας . Το πρόβλημα βέβαια ήταν το πως θα κυβερνούσε με το δεδομένο ότι από τότε ήταν ήδη το «κόκκινο πανί» για τους στρατηγούς, οι οποίοι επανειλημμένα είχαν παρουσιάσει αναφορές στα Εθνικά Συμβούλια χαρακτηρίζοντας τον αυτόν και τον γνωστό Ισλαμιστή αρχηγό, Φετουλάχ Γκιουλέν, που ζούσε στις ΗΠΑ, σαν μεγάλο κίνδυνο για το τουρκικό καθεστώς. Εδώ οι Αμερικανοί δεν θέλησαν να επέμβουν, αφήνοντας τα πράγματα να εξελιχτούν από μόνα τους με μόνιμο όμως τον κίνδυνο της εσωτερικής σύγκρουσης. Παράλληλα όμως οι Αμερικανοί, προβλέποντας ίσως κάποιες εντάσεις, είχαν εκφράσει τις ανησυχίες τους όσον αφορά κάποια στελέχη του Ερντογάν που θεωρούνται σαν σκληροπυρηνικοί και στο παρελθόν είχαν αντιταχτεί έντονα στην φίλοϊσραηλινή πολιτική της Τουρκίας, μια πολιτική που θα άλλαζε ριζικά μετά το 2008 με την καθαρή ισλαμική στροφή και με απώτερο στόχο την ηγεμονία σε όλο τον ισλαμικό κόσμο . Πάντως στην αρχή οι Ερντογάν και Γκιούλ «φρόντισαν» στο καινούργιο υπουργικό συμβούλιο να μετέχουν κυρίως πρώην μέλη των κομμάτων της Μητέρας Πατρίδας και του Ορθού Δρόμου, που είχαν προσχωρήσει πρόσφατα στο κόμμα τους, παρά οι παλιοί τους σύντροφοι και παραδοσιακοί ισλαμιστές, φοβούμενοι μήπως υπάρξουν ανεξέλεγκτες προκλήσεις προς το κατεστημένο.

Από την αρχή όμως ο Ερντογάν έδειξε τις διαθέσεις του για την αλλαγή του κατάστικτου χάρτη της χώρας με φανερή πρόθεση την εγκαθίδρυση πλέον ισλαμικών προτύπων στην διακυβέρνηση φέροντας τον σε απ” ευθεία σύγκρουση με το στρατιωτικό κατεστημένο. Ο πρώτος του αντίπαλος ήταν ο τότε πρόεδρος, Αχμέτ Σεζέρ, ο οποίος ήδη είχε μια πρόωρη σύγκρουση με τους ισλαμιστές, όσον αφορά την ισλαμική μαντίλα ενώ φέρονταν αντίθετος σε συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Ο κυριότερος όμως αντίπαλος του θα ήταν το ίδιο το κεμαλικό κατεστημένο που άρχισε στην αρχή δειλά και στη συνέχεια με αποφασιστικά βήματα να το ξηλώνει για να το αντικαταστήσει του από ένα καινούργιο ισλαμικό κατεστημένο. Αυτό βέβαια δεν έγινε χωρίς έντονες συχνά συγκρούσεις, κυρίως με την στρατιωτική ιεραρχία, η οποία μέχρι το 2008 όταν άρχισαν να έρχονται στη δημοσιότητα οι στρατιωτικές συνομωσίες και να συλλαμβάνονται ανώτεροι αξιωματικοί που φέρονταν να αντιστέκονταν σθεναρά στις φιλοισλαμικές μεταρρυθμίσεις, άρχισε να υποχωρεί άτακτα. Οι πρώτες αψιμαχίες άρχισαν από τις πρώτες μέρες της επικράτησης του Ερντογάν και είναι εντυπωσιακό εδώ να παρατηρήσουμε πως την ίδια ώρα, (στις 4/11/2002), που κλιμάκιο υψηλόβαθμων Τούρκων στρατιωτικών υπό την ηγεσία του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, στρατηγού Χιλμί Οζκιόκ, βρίσκονταν στην Ουάσιγκτον την επόμενη των εκλογών, για συνομιλίες με την αμερικανική στρατιωτική ηγεσία, ο νικητής των εκλογών, Ρετζεπ Ταγιπ Ερντογάν, εξέφραζε την αντίθεση του, στην υλοποίηση των αμερικανικών πολεμικών σχεδίων κατά του Ιράκ. Η διατύπωση τότε της θέσης αυτής του Ερντογάν εκτιμήθηκε από μια πρώτη ματιά ότι δημιουργούσε πρόβλημα στις προσπάθειες κλίματος ενότητας μεταξύ των χωρών της περιοχής που προωθούσε η αμερικανική διπλωματία, προκειμένου να υλοποιήσει τις επιδιώξεις της. Το κυριότερο όμως ήταν πως το γεγονός αυτό εκτιμήθηκε σαν μια ένδειξη των πιθανών αντιθέσεων που θα προκύψουν στο μέλλον μεταξύ στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας. Οι εκτιμήσεις των αναλυτών έδειχναν να προδιαγράφουν κλίμα σύγκρουσης μεταξύ των στρατιωτικών και της νέας κυβέρνησης, Οι βασικές βέβαια επιδιώξεις της νέας τουρκικής κυβέρνησης, όπως φάνηκαν και από τις προγραμματικές της δηλώσεις θα επικεντρώνονταν σε οικονομικά θέματα, χωρίς βέβαια να μην υπήρχε από τότε η διάθεση της εδραίωσης ενός καθαρά φιλοισλαμικού προφίλ .Η εκδηλωμένη πρόθεση της υποβάθμισης του ρόλου του τουρκικού στρατού, με την έξυπνη κατ’ αρχή έως πονηρή επιλογή της ευρωπαϊκής κατεύθυνσης και της αναθεώρησης του τουρκικού συντάγματος ήταν τα πρώτα χρόνια της κυβέρνησης Ερντογάν οι βασικές κατευθύνσεις του . Σε κάθε περίπτωση οι εξελίξεις αναμένονταν με ιδιαίτερο ενδιαφέρων, καθώς άρχισε να διαφαίνεται για πρώτη φορά τόσο δυναμικά η ανάδυση μιας μετακεμαλικής Τουρκίας με καθαρά ισλαμικό πρόσωπο. Από την αρχή της ισλαμικής επικράτησης είχαν αρχίσει να γίνονται συζητήσεις για την λεγόμενη κρυφή ισλαμική ατζέντα του νέου πρωθυπουργού Ταΐπ Ερντογάν. Αυτή η κρυφή ατζέντα αναφέρονταν στην πρόθεση των Ισλαμιστών για την εφαρμογή ενός νέου μοντέλου κοσμικού ισλαμικού κράτους που θα καταργούσε όλα τα στρατιωτικά προνόμια και θα αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο ένα πρότυπο για όλο τον ισλαμικό κόσμο. Πρωταγωνιστής αυτής της ατζέντας, ήταν σύμφωνα με εξέχοντα τότε, (2002), στελέχη του Λαϊκού κόμματος της τουρκικής αντιπολίτευσης, (όπως ο πολύ γνωστός στην Τουρκία μουσικοσυνθέτης, Ζουλφού Λιβανελί), ο γνωστός Τούρκος Ισλαμιστής που ζούσε τα τελευταία χρόνια στις ΗΠΑ, ο Φετουλάχ Γκιουλέν. Σύμφωνα με τον Λιβανελι, πίσω από την επιφάνεια της κυβέρνησης Ερντογάν υπήρχε μια κρυφή ατζέντα που θα οδηγούσε σταδιακά την χώρα σε ένα είδος ισλαμικής Σαρίας, δηλαδή ισλαμικού νόμου. Χαρακτηριστικός ήταν και ο τίτλος με τον οποίο είχε κυκλοφορήσει η τουρκική εφημερίδα Χουριέτ, την επόμενη της εκλογής του Αμπντουλάχ Γκιούλ στην προεδρία στις 28 Αυγούστου του 2007: «Merhaba Abdulah merhaba Fethulah», δηλαδή «Χαίρετε Αμπντουλάχ, Χαίρετε Φετουλάχ», εννοώντας τον μεγάλο Τούρκο ισλαμιστή ηγέτη, Φετουλάχ Γκιουλέν, που βρίσκετε στις ΗΠΑ. Ο Γκιουλέν, (ευνοούμενος των Αμερικανών), είχε ονομαστεί από τους Αμερικανούς, «απόστολος του Ισλάμ» και θεωρούνταν από πολλούς στην Τουρκία ότι είναι ο κρυφός δάσκαλος των Γκιουλ-Ερντογάν και ότι τον καθοδηγούσε από το παρασκήνιο. Μάλιστα αναφέρθηκε πως η στρατιωτική επέμβαση της 27 Απριλίου 2007 που ανέτρεψε προσωρινά την διαδικασία εκλογής του Ισλαμιστή Αμπντουλάχ Γκιούλ στην προεδρία της τουρκικής Δημοκρατίας, προκλήθηκε, σύμφωνα με κάποιους Τούρκους έμπειρους σχολιαστές, εξ αιτίας του Γκιουλέν. Ο ίδιος ο Γκιουλέν, που ζούσε από το 1998 στις ΗΠΑ, όπου συχνά ήταν το τιμώμενο πρόσωπο σε πολλά αμερικανικά πανεπιστήμια και είχε εντυπωσιάσει με το στυλ και τις ομιλίες του, είχε υπό τον έλεγχο του στην Τουρκία τις μεγαλύτερες ισλαμικές αλυσίδες στον χώρο της οικονομίας, των ΜΜΕ και της εκπαίδευσης και αποτελούσε ένα από τους πιο ισχυρούς παράγοντες στον χώρο των θρησκευτικών ταγμάτων της χώρας. Από το 1972 είχε ήδη αποκτήσει μεγάλη επιρροή στην Τουρκία και τότε κατηγορήθηκε για πρώτη φορά από τους στρατιωτικούς ότι με τις διδασκαλίες του σκόπευε να ανατρέψει το κοσμικό καθεστώς της Τουρκίας και να εγκαθιδρύσει ισλαμικό καθεστώς.

Οι αναφορές για την σχέση στον Γκιουλέν με τον Ταΐπ Ερντογάν άρχισαν από τις αρχές του 2002, όταν είχε αρχίσει να ανατέλλει το «άστρο» του Ερντογάν που προαλείφονταν ήδη σαν ο νέος πολιτικός ηγέτης της Τουρκίας. Το ενδιαφέρων όμως ήταν, όπως ανέφερε τότε το παρασκήνιο, ότι ο Ερντογάν είχε σε εκείνο το πρώτο του ταξίδι στις ΗΠΑ, τον Φεβρουάριο του 2002, μυστική συνάντηση με τον Φετουλάχ Γκιουλέν, ο οποίος από το 2000 βρίσκονταν στις ΗΠΑ. Στην συνάντηση αυτή ο Ερντογάν εξέφρασε τον μεγάλο του θαυμασμό προς το πρόσωπο του κορυφαίου ισλαμιστή ηγέτη. Η συνάντηση, όπως είχε διαρρεύσει, διεξήχθη σε πολύ θερμό κλίμα και διαπιστώθηκε πως οι απόψεις των δυο αντρών συνεπίπτανε σε πολλά θέματα. Αυτό όμως δεν πέρασε από τότε απαρατήρητο στην Τουρκία και από τότε είχαν αρχίσει οι γκρίνιες από πλευράς στρατιωτικών και κεμαλικών για τις προοπτικές της διακυβέρνησης της χώρας από ένα ισλαμικό κόμμα, που ενώ παρουσίαζε ένα εκσυγχρονιστικό προφίλ και μάλιστα υπερθεμάτιζε υπέρ της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, (βέβαια αυτό για ευνόητους λόγους καθώς όπως πιστεύονταν η ένταξη θα επέτρεπε στους Ισλαμιστές να εφαρμόσουν ελεύθερα τα ισλαμικά τους πρότυπα), από πίσω έκρυβε ένα μεγάλο ισλαμικό κίνδυνο παρεκτροπής για την Τουρκία. Εντωμεταξύ η υποβόσκουσα διαμάχη μεταξύ Ερντογάν και στρατιωτικών γρήγορα θα εκδηλώνονταν και δημόσια . Την πρώτη Μαΐου του 2003, λίγους δηλαδή μήνες μετά την επικράτηση του Ερντογάν με μεγάλη πλειοψηφία, εμφανίστηκε στον τύπο μια έκθεση- αναφορά των Τούρκων στρατηγών, που καταφέρονταν με σκληρά λόγια για το ισλαμικό προφίλ της τουρκικής κυβέρνησης του Ερντογάν. Αφορμή για την αναφορά αυτή έδωσε η δημόσια εμφάνιση των συζύγων πολλών υπουργών της κυβέρνησης, ακόμα και της κυρίας Ερντογαν, με την ισλαμική μαντίλα. Το κύριο όμως σημείο που προκάλεσε την έντονη αντίδραση των στρατηγών, ήταν οι προθέσεις της κυβέρνησης να τοποθετήσει σε καίρια πόστα, (όπως αυτό του γενικού διευθυντή της τουρκικής κρατικής τηλεόρασης), άτομα με έντονο ισλαμικό παρελθόν. Ιδιαίτερα οι κατηγορίες στρέφονταν κατά της προσπάθειας να προωθηθούν σε δημόσιες θέσεις άτομα που πρόσκεινται στον Φετουλάχ Γκιουλέν, που παρέμενε η «πέτρα του σκανδάλου» για την τουρκική στρατιωτική ιεραρχία Το θέμα του Γκιουλέν επανήλθε στην επικαιρότητα με έντονο τρόπο λίγους μήνες μετά. Συγκεκριμένα στις 10 Δεκεμβρίου του 2004, η τουρκική εφημερίδα Σαμπάχ, άρχισε μια σειρά δημοσιευμάτων με τίτλο : «Από τον Σεΐχη Νουρσί, στον Φετουλάχ Γκιουλέν». Τα δημοσιεύματα αναφέρονταν στην σύγχρονη ιστορία του θρησκευτικού τάγματος των Νουρσί, το οποίο, όπως έλεγε το δημοσίευμα, είναι παρακλάδι του μεγάλου τάγματος των Νακσμπεντί, που έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας και σε βιογραφικά σημειώματα του Φετουλαχ Γκιουλέν. Το εντυπωσιακό όμως σε αυτήν την σειρά των δημοσιευμάτων ήταν η μεγάλη ανταπόκριση του κοινού το οποίο έδειξε με αυτόν τον τρόπο την μεγάλη δημοτικότητα του Γκιουλέν. Έτσι το τιράζ της Σαμπάχ ανέβηκε κατακόρυφα, με αποτέλεσμα να «ζηλέψει» την κίνηση αυτή και η άλλη γνωστή τουρκική εφημερίδα, η Μιλιέτ και στις 7 Ιανουαρίου του 2005 άρχισε με την σειρά της νέα σειρά δημοσιευμάτων για τον Γκιουλέν ανταγωνιζόμενη την Σαμπάχ και ρίχνοντας μάλιστα στην αγορά ακόμα και CD και κασέτες σχετικά με την ζωή και το έργο του Γκιουλέν. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις άλλων εφημερίδων που έσπευσαν να υπερασπιστούν το τουρκικό κοσμικό καθεστώς, καθώς όπως προαναφέραμε ο Γκιουλέν θεωρήθηκε και θεωρείτε ακόμα σαν ένας από τους μεγαλύτερου κινδύνου του τουρκικού κεμαλισμού. Έτσι ο γνωστός δημοσιογράφος, Φατίχ Αταλάϊ, της Χουριέτ, εξαπέλυσε επίθεση στις 8 Ιανουαρίου 2005 κατά αυτής της σειράς δημοσιευμάτων χαρακτηρίζοντας τα σαν κίνδυνο για το καθεστώς, ενώ ειρωνεύτηκε τις δυο άλλες μεγάλες εφημερίδες, Σαμπάχ και Μιλιέτ, με τον τίτλο, «Η νέα μόδα στον τουρκικό τύπο είναι ο Φετουλάχ Γκιουλέν», υποδηλώνοντας ότι εκμεταλλεύονται αυτό το θέμα για να πουλήσουν φύλλα με ανυπολόγιστες όμως συνέπειες για την ίδια την ασφάλεια του τουρκικού καθεστώτος. Είχε ανοίξει έτσι μια μεγάλη δημόσια διαμάχη για τον ρόλο του Φετουλάχ Γκιουλέν στην σύγχρονη τουρκική ιστορία και για τον αν είναι σωστό να εμπορεύεται η ιστορία του για καθαρά κερδοσκοπικούς λόγους.

Η όλη υπόθεση γρήγορα πήρε νέα διάσταση στην διαμάχη Ερντογάν στρατιωτικών καθώς προκάλεσε την ανοιχτή επέμβαση των στρατηγών. Έτσι στις 2 Φεβρουάριου 2005 ο τότε υπαρχηγός του τουρκικού Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Ιλκέρ Μπασμπούγ, έκανε δημόσιες δηλώσεις για τον Φετουλάχ επιβεβαιώνοντας ότι είχε συνταχθεί στις αρχές του 1999 έγγραφο που περιέχει όλες τις κατηγορίες για τον Φετουλάχ Γκιουλέν για υπονόμευση του τουρκικού κεμαλικού καθεστώτος και είχε παραπεμφθεί στην δικαιοσύνη. Όμως το ενδιαφέρων στοιχείο στις δηλώσεις του Τούρκου στρατηγού ήταν ότι με την αμνηστία που έχει δώσει τότε η σύζυγος του τότε κεμαλικού πρωθυπουργού, Μπουλέντ Ετσεβίτ, Ραχσάν, είχε καλύψει και τον Γκιουλέν από τις διώξεις που του ετοίμαζαν οι στρατηγοί και έτσι είχε καταφέρει να διαφύγει στο εξωτερικό. Αποκαλύφτηκε πως ο Μπουλέντ Ετσεβίτ και περισσότερο η σύζυγος του είχαν ειδικές σχέσεις με τον Γκιουλέν και μάλιστα αυτός ήταν ο λόγος που το 1999 είχε αποχωρήσει από το κόμμα του Ετσεβίτ, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, γνωστός πολιτικός, Μουμτάζ Σοϊζάλ, κατηγορώντας τον Ετσεβίτ ότι σχετίζεται μα τον Γκιουλέν που θέλει να εγκαθιδρύσει θρησκευτικό καθεστώς. Αλλά το πιο εκπληκτικό και συνάμα αποκαλυπτικό, ήταν πως τότε έγινε γνωστό πως… εν γνώσει των στρατηγών ο Γκιουλέν κατάφυγε στις ΗΠΑ. Το θέμα είχε και συνέχεια από την κεμαλική εφημερίδα Τζουμχουριέτ, η οποία από τις αρχές Μαρτίου 2005 εξαπέλυσε μεγάλη επίθεση κατά του Γκιουλέν και των οπαδών του, που σύμφωνα με την εφημερίδα χρησιμοποιούν τα δικά τους ΜΜΕ για να προωθήσουν την θρησκευτική και αντικαθεστωτική τους προπαγάνδα. Τότε άρχισε μια δημόσια συζήτηση για το αν θα πρέπει να εφαρμοστεί λογοκρισία στα ελεγχόμενα από τον Γκιουλέν ΜΜΕ. Ορισμένες εφημερίδες και δημοσιογράφοι, όπως ο Εκρέμ Ντουμανλί της Ζαμάν, κατηγόρησαν τις εφημερίδες που πρόβαλαν τον Γκιουλέν ότι παραβίαζαν την νομιμότητα με κύριο σκοπό το οικονομικό κέρδος. Το θέμα πήρε και πολιτική έκταση, καθώς ο βουλευτής του κεμαλικού Λαϊκού Κόμματος, Μουσταφά Γκαζαλί, ζήτησε να γίνει συζήτηση την τουρκική βουλή για το αν η κερδοσκοπία ορισμένων εφημερίδων μπορεί να υποθάλπει το τουρκικό καμελικό καθεστώς προβάλλοντας τον «ανατροπέα» Φετουλάχ Γκιουλέν. Εντωμεταξύ ένεκα των διαστάσεων που είχε πάρει ήδη το ζήτημα υπήρξανε και αντιδράσεις από τις ΗΠΑ όπου βρίσκονταν ο Γκιουλέν και έχει δημιουργήσει στενές σχέσεις με ορισμένες προτεσταντικές και ευαγγελικές εκκλησίες. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο της εφημερίδας Γκιουνές, Ριζά Ζεϊλούτ, στις 10 Μαρτίου 2005, στις ΗΠΑ είχε εκδηλωθεί μεγάλη ανησυχία για την διαφαινόμενη λογοκρισία στις δηλώσεις και στο κηρύγματα του Γκιουλέν με την αιτίαση ότι δεν βοηθάει στον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας τέτοιες κινήσεις. Ο Φετουλάχ Γκιουλέν επανήλθε ξανά στην επικαιρότητα στην κρίση του 2007 μεταξύ Κεμαλικών και Ισλαμιστών της κυβέρνησης Ερντογάν. Οι κεμαλικοί υποστήριξαν ότι πίσω από την επιφανειακή πολιτική του Ερντογάν, που παρουσιάζει ένα «λάιτ Ισλάμ», βρίσκεται μια κρυφή ατζέντα επιβολής ενός θρησκευτικού καθεστώτος υπό την καθοδήγηση του ίδιου του Γκιουλέν. Όπως ισχυρίζονταν ο Γκιουλέν μέσω του Ερντογάν θέλει να προβληθεί σαν ένας από τους παγκόσμιους θρησκευτικούς ηγέτες του Ισλάμ, σε μια εποχή όπου το θρησκευτικό στοιχείο παίζει σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση των παγκόσμιων εξελίξεων. Λίγα χρόνια αργότερα δηλαδή το 2012 ο Ερντογάν ο οποίος είχε πλέον επικρατήσει κατά κράτος κατά των στρατιωτικών θα έρχονταν σε σύγκρουση με τον παλιό του πνευματικό πατέρα ο οποίος τον κατηγόρησε για αλαζονεία και για κατάχρηση εξουσίας. Οι καιροί αλλάζουν και για πολλούς οπαδούς του Γκουλέν ο Ερντογάν είχε ξεφύγει από τις αρχικές τους θέσεις και διαπνέονταν πλέον από μια μεγαλομανία θεωρώντας τον εαυτό του σαν τον νέο σουλτάνο μιας νοοθωμανικής Τουρκίας, κάτι που όμως προκαλούσε πολλαπλά προβλήματα με όλες τις γειτονικές της χώρες.

Και πράγματι η αλαζονεία αυτή του Ερντογάν επεκτείνονταν σε πολλά πεδία και χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα δημοσιεύματα του τουρκικού τύπου στις 2 Απριλίου του 2010 όπου για πρώτη φορά ο Ερντογάν προβλήθηκε σαν ο προστάτης των μουσουλμάνων όλης της Ευρώπης εκτός από τους μουσουλμάνους τουρκικής καταγωγής που βρίσκονται σαν μετανάστες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες όπως στην Γερμανία, Ολλανδία, Σουηδία, Βέλγιο, Δανία και Αυστρία. Σύμφωνα λοιπόν με μια έκθεση που υποβλήθηκε στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, η Τουρκία θα πρέπει να λάβει «μέτρα» κατά της καταπίεσης των μουσουλμάνων που υφίστανται σε μια σειρά ευρωπαϊκών χωρών. Όπως αναφέρονταν στην έκθεση αυτή, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες το Ισλάμ υφίσταται μεγάλη καταπίεση και οι μουσουλμάνοι αντιμετωπίζουν μεγάλο πρόβλημα στην ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Μια σειρά ισλαμικά σύμβολα όπως ο μιναρές, η ισλαμική μαντίλα και το όνομα και σύμβολο του προφήτη Μωάμεθ, υφίστανται μεγάλη καταπίεση έως και προσβολή, όπως τα σκίτσα που είχαν δημοσιευτεί κατά του Μωάμεθ στην Δανία. Οι χώρες αυτές κατά σειρά όπως παρουσιάζονταν στην έκθεση αυτή ήταν, Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία, Ελβετία, Γερμανία, Ελλάδα, Δανία, Ολλανδία και Αγγλία. Η έκθεση προχωρούσε και σε λεπτομέρειες σχετικά με την καταπίεση των «αδελφών» μουσουλμάνων στις χώρες αυτές, επισημαίνοντας ότι με πρόσχημα πολλές φορές την καταπολέμηση της τρομοκρατίας στις χώρες αυτές λαμβάνονται συχνά μέτρα κατά των στοιχειωδών θρησκευτικών ελευθεριών του μουσουλμανικού στοιχείου που διαβεί και εργάζεται στην Ευρώπη. Έτσι, σύμφωνα με την έκθεση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, στην Γαλλία επισημαίνονταν η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας που έχει θεσπιστεί με νόμο του γαλλικού κράτους, ενώ γίνεται αναφορά για την δημόσια συζήτηση που γίνονταν τότε για το καθορισμό της εθνικής ταυτότητας των Γάλλων, ένα γεγονός που… αντίβαινε σύμφωνα με τη έκθεση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών στα στοιχειώδη δικαιώματα των μουσουλμάνων που ζούνε στην χώρα αυτή. Για το Βέλγιο γίνεται αναφορά στον νέο νόμο που απαγορεύει, όπως και στην Γαλλία, την μουσουλμανική αμφίεση και την ισλαμική μαντίλα σε δημόσιους χώρους. Μετά την Γαλλία και το Βέλγιο, σύμφωνα με την έκθεση, και η Ιταλία βαβίζει στα χνάρια αυτών των χωρών και όπως αναφέρεται εκκρεμεί στο ιταλικό κοινοβούλιο σχετικό νομοσχέδιο που έχει συνταχτεί από το προηγούμενο έτος, ενώ στο στόχαστρο έχει τεθεί και η οικοδόμηση τζαμιών και μιναρέδων στην Ιταλία. Για την Ελβετία είναι γνωστό το δημοψήφισμα που απαγορεύει την ανέγερση ισλαμικού τεμένους, κάτι που κατηγορήθηκε έντονα από την Τουρκία. Στην Γερμανία, όπου ζούνε περίπου τρία εκατομμύρια Τούρκοι μουσουλμάνοι, γίνετε αναφορά ότι για να κτιστεί ένα μουσουλμανικό τέμενος χρειάζεται τοπικό δημοψήφισμα όπως στην Ελβετία και παράλληλα απαιτούνται πολύπλοκες νομικές διαδικασίες που αποθαρρύνουν την ανέγερση μουσουλμανικών τεμενών, ενώ γίνεται αναφορά σχετικά με την δήλωση Ερντογάν για την ανάγκη να ανοίξουν τουρκικά κολέγια σε γερμανικό έδαφος. Όσον αφορά την Ελλάδα, γίνεται σφοδρή κριτική για την μη ανέγερση ακόμα μουσουλμανικού τεμένους στην ελληνική πρωτεύουσα και γίνεται επίσης λόγος για την μεγάλη καταπίεση εκατοντάδων χιλιάδων μουσουλμάνων που ζούνε στην ελληνική πρωτεύουσα. Για την Δανία αναφέρεται η γνωστή ιστορία με τα σκίτσα του Μωάμεθ που ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων εκτός από την Τουρκία και σε πολλές άλλες ισλαμικές χώρες καθώς θεωρηθήκαν σαν μεγάλη προσβολή στο μεγαλύτερο σύμβολο του Ισλάμ. Για την Ολλανδία αναφέρετε η άνοδος τού ακροδεξιού κόμματος που θεωρεί τους μουσουλμάνους σαν παρείσακτα στοιχεία που πρέπει να απομακρυνθούν από την χώρα, διαγράφοντας ένα σοβαρό κίνδυνο ακόμα και για την ύπαρξη του μουσουλμανικού στοιχείου στην χώρα αυτή. Τέλος για την Αγγλία γίνεται λόγος για την κατάφορη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μουσουλμάνων με αφορμή την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και καταγγέλλεται η βρετανική αστυνομία για παράνομες έρευνες σε ισλαμικά κτίρια και ισλαμικά ιδρύματα, προσβάλλοντας ανοιχτά την θρησκευτική συνείδηση της μουσουλμανικής κοινότητας της χώρας αυτής.

Αλλά για τις στενές σχέσεις του Ερντογάν με το ακραίο και φανατικό Ισλάμ απόδειξη είναι και μια αποκαλυπτική φωτογραφία όπου ο Τούρκος πρωθυπουργός, Ταΐπ Ερντογάν εμφανίζεται από την νεανική του ηλικία δίπλα σε ένα από τους πιο ακραίους ισλαμιστές ηγέτες μιας οργάνωση παρακλάδι της Αλ Κάιντα. Η φωτογραφία αυτή δημοσιεύτηκε στην τουρκική εφημερίδα, Aydınlık στις 20/9/2013 (είχε και παλαιοτέρα βρει στην δημοσιότητα αλλά γρήγορα είχε αποσυρθεί) και δείχνει τον νεαρό τότε, Ταΐπ Ερντογάν, να στέκεται στα δεξιά του Gilbeddin Hikmetyar, αρχηγού της ακραίας ισλαμικής οργάνωσης, Hizb-i İslami, παρακλάδι της Αλ Κάιντα και η οποία ευθύνεται για πολλές δολοφονίες και ακρότητες στο Αφγανιστάν και αλλού. Η οργάνωση αυτή, της οποίας ζηλωτής ήταν στην νεανική του ηλικία και ο σημερινός πρωθυπουργός της Τουρκίας, είχε σαν έμβλημα της το χαρακτηριστικό ρητό, «Allah için savaşir en önde», δηλαδή, «Πάνω από όλα να πολεμάς για τον Αλλάχ». Βρίσκεται στην λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων του ΟΗΕ και των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών οι οποίες σήμερα έχουν συμμαχήσει με τον Ερντογάν για να πολεμήσουν το καθεστώς του Άσαντ στην Συρία. Ο αρχηγός της οργάνωσης αυτής, Gilbeddin Hikmetyar, από το 1996 είχε συνεργαστεί με τον Οσάμα Μπεν Λάντεν και είχε αναλάβει σε μυστικό στρατόπεδο στο Αφγανιστάν αλλά και σε περιοχή του Πακιστάν την εκπαίδευση των ανταρτών της Αλ Κάιντα για τρομοκρατικές επιθέσεις σε μια σειρά χωρών στην Ασία, Καύκασο και σε άλλες περιοχές. Η οργάνωση του Hikmetyar συνεργάζονταν πάντα στενά με τους Ταλεμπάν και ο αρχηγός της είχε στενές σχέσεις με τον αρχηγό τον Ταλεμπαν, Molla Muhamed Ömer, με τον οποίο επίσης συνδέθηκε στο παρελθόν ο Ταΐπ Ερντογάν και όπως αναφέρουν οι δημοσιογραφικές πληροφορίες όταν είχε ανέλθει στη εξουσία είχε προσφέρει στους εξτρεμιστές ισλαμιστές μεγάλη οικονομική στήριξη.

Όλες αυτές οι αποκαλύψεις εξηγούν με το καλύτερο τρόπο την επιμονή του Ερντογάν δέκα περίπου χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας και την σταθεροποίηση του στα πολιτικά πράγματα κλείνοντας στην φυλακή ένα αριθμό κεμαλικών στρατηγών, να προχωρήσει στην σταδιακή εφαρμογή της ισλαμικής σαρίας, (ισλαμικού νόμου), στην τουρκική κοινωνία, προκαλώντας όμως έντονες αντιδράσεις από πολλά πλευρές. Παράλληλα έτσι εξηγείται και η μεγάλη και συνεχή υποστήριξη που έδωσε η Τουρκία στον εμφύλιο της Συρίας στις οργανώσεις της Αλ Κάιντα που ευθύνονται για δεκάδες χιλιάδες δολοφονίες στον συριακό εμφύλιο πόλεμο βάφοντας με αίμα τις χριστιανικές κοινότητες της Συρίας. Αλλά στο θέμα της διασύνδεσης της Τουρκιάς του Ερντογάν με τους ισλαμιστές αντάρτες της Συρίας που είναι παρακλάδι της Αλ Κάιντα, έχει ασχοληθεί σε μεγάλη έκταση πάλι η τουρκική επιθεώρηση, Aydınlık. Στις 9/9/2013 η Aydınlık δημοσίευσε δυο αποκαλυπτικά άρθρα με τους τίτλους, «AKP El Nusra’ya gönderdi 400 tonluk silah sevkiyatı», δηλαδή, «Το ΑΚΡ, (το κόμμα του Ερντογάν), παρέδωσε 400 τόνους οπλισμό στην ΑΛ ΝΟΥΣΡΑ», και, «Geylanpınardaki Tiğem arazısı El Nusra’ ya mı tahsis edildi», δηλαδή, «Η περιοχή του TİĞEM στα σύνορα Τουρκίας Συρίας παραχωρήθηκε για να γίνει αρχηγείο στην ΑΛ ΝΟΥΣΡΑ», ενώ στις 12/9/2013 δημοσίευσε ένα πολύ αποκαλυπτικό δημοσίευμα με τον χαρακτηριστικό τίτλο, «NUSRA TÜRKIYE DE SARİN ÜRETTİ», δηλαδή το γνωστό χημικό όπλο SARIN που χρησιμοποιεί η ΑΛ ΝΟΥΣΡΑ, παράγεται στην Τουρκία, (για να παραδοθεί στη συνέχεια στην εξτρεμιστική αυτή ισλαμική οργάνωση).

Πηγή NikosXeiladakis


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 

Γράφει ο Σπύρος Ν. Λίτσας

Ο δυτικός κόσμος βρίσκεται σε διαρκή δίνη εξαιτίας της ανόδου του τζιχαντιστικού Ισλάμ. Σταδιακά, ο δυτικός κόσμος αποδέχεται τον ρόλο του πολιορκημένου, προσφέροντας χώρο στις ακραίες απολήξεις του Ισλάμ για να διασπείρουν τον τρόμο και τον θάνατο. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο διάχυσης της πλέον σκοτεινής πλευράς του Ισλάμ, που καλεί τους πιστούς σε ένα διαρκές τζιχάντ. Και από αυτή τη διαδικασία κανένα κράτος (ή κοινωνία) δεν είναι ασφαλές.

Βέβαια, μπροστά σε αυτό το μείζον πρόβλημα δεν έχουμε και μεγάλα περιθώρια ελιγμών. Είτε θα οχυρωθούμε στον πυρήνα μας και θα αντιμετωπίζουμε φοβικά οτιδήποτε έχει σχέση με τον ισλαμικό κόσμο είτε θα βγούμε μπροστά και θα επιδιώξουμε έναν εις βάθος διάλογο με το Ισλάμ, ώστε να πείσουμε τις εκεί κοινωνίες να απομονώσουν τους ακραίους και να επιλέξουν τις προοπτικές ειρηνικής συμβίωσης με τον δυτικό κόσμο.

Ασφαλώς και αυτή η διαδικασία αφορά το σύνολο των πολιτικών σχέσεων της Δύσης με το Ισλάμ, ακόμα και τον τομέα της μετανάστευσης. Για παράδειγμα, η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά κηρύσσει το μίσος και ζητά από τις Βρυξέλλες τη μετατροπή της Ενωσης σε μια γεωγραφική ζώνη-φρούριο. Υπάρχει βέβαια και η ορθολογική -αλλά και άκρως φιλελεύθερα δημοκρατική- απάντηση από τον αρμόδιο επίτροπο Δημήτρης Αβραμόπουλο, ο οποίος σε πρόσφατη συνέντευξή του στο «Βήμα της Κυριακής» δήλωσε δίχως περιστροφές ότι η Ευρώπη θα εντατικοποιήσει τους ελέγχους στα σύνορά της απέναντι στο ζήτημα της παράτυπης μετανάστευσης, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα μετατραπεί σε φρούριο.

Πράγματι, το να ορθώσουμε τείχη απέναντι στους μη προνομιούχους του πλανήτη αυτού ή το να αποδώσουμε στο Ισλάμ μια συνολική ετικέτα δαιμονοποίησης θα αποτελούσε λαμπρή νίκη των τζιχαντιστών. Κι αυτό γιατί, μέσα από τη διαιώνιση των ζητημάτων του μίσους, της ξενοφοβίας και της αποστασιοποίησης της Δύσης από τους πυρήνες αστάθειας, οι τζιχαντιστές στρατολογούν μεγαλύτερο αριθμό προθύμων, έτοιμων να οδηγήσουν τον δυτικό κόσμο στο μονοπάτι του χάους και της καταστροφής. Αν μπροστά σε μια κρίση χάσουμε τον πλουραλιστικό και δημοκρατικό χαρακτήρα μας, τότε θα έχουμε προσφέρει μια σημαντική νίκη στους ακραίους, όχι μόνο στο εσωτερικό του Ισλάμ αλλά και στο εσωτερικό της Δύσης. Κι αυτό θα αποτελεί μια ξεκάθαρη ήττα του ορθολογισμού και της πολιτικής μεσότητας που το αστικό φιλελεύθερο δημοκρατικό πολίτευμα πρεσβεύει και εφαρμόζει. Σε καμία των περιπτώσεων οι τζιχαντιστές δεν γίνεται να αντιμετωπιστούν απλώς και μόνο ως ένα κοινωνικό ζήτημα.

Αλλά η πλήρης περιχαράκωση της Δύσης απέναντι στο Ισλάμ και η ανάδειξη εσωστρεφών πολιτικών επιλογών αποτελούν την ουσιαστική εγκατάλειψη του δημοκρατικού κεκτημένου που διέπει τον δυτικό κόσμο. Και αυτό δεν πρέπει επ' ουδενί λόγω να το επιτρέψουμε. Το Ισλάμ χρειάζεται περισσότερες Μαλάλα Γιουσαφζάι ως μοντέλα νίκης της νηφαλιότητας πάνω στο μίσος και στη βία, κι αυτό η Δύση μπορεί να το ενθαρρύνει μόνο μέσω της εξωστρέφειάς της και ενός διαρκούς διαλόγου με τα προοδευτικά και ορθολογικά τμήματα των ισλαμικών κοινωνιών. Εν κατακλείδι, μαζικές ξενοφοβικές διαδηλώσεις, όπως αυτή στη Δρέσδη τη Δευτέρα που μας πέρασε, δεν βοηθούν στο παραμικρό.

Πηγή "Δημοκρατία"
 

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 

Του Ολέγκ Γεγκόροφ
Ειδικά για τη RBTH

Ρώσοι αναλυτές εκτιμούν το μέγεθος του κινδύνου που αντιπροσωπεύει η ριζοσπαστική ομάδα του «Ισλαμικού Κράτους» για τη Ρωσία, θέτουν τους προβληματισμούς τους για το αν πρόκειται για τρομοκρατική οργάνωση ή νέο πολιτικό φαινόμενο και θεωρούν ότι ως απάντηση στην απειλή, θα πρέπει να υποστηριχθεί πιο ενεργά το μετριοπαθές Ισλάμ.

Στρογγυλή τράπεζα πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα, στις 8 Δεκεμβρίου, στη διάρκεια της οποίας μουσουλμάνοι επιστήμονες και κοινωνικοί παράγοντες, συζήτησαν τα αίτια της εμφάνισης του «Ισλαμικού Κράτους» και τους πιθανούς τρόπους αντιμετώπισής του. Εξετάζοντας τις αιτίες του φαινομένου, οι ομιλητές εξέφρασαν την κοινή άποψη πως, για τον σχηματισμό αυτού του μορφώματος, ενυπήρχε ένα σοβαρό κοινωνικό υπόβαθρο. 

Οι ρίζες του «Ισλαμικού Κράτους»

«Το ΙΚ είναι μια ιδιόμορφη μετάσταση που προέκυψε εξαιτίας του χάους που βασίλεψε στο Ιράκ και στη Συρία», θεωρεί ο επικεφαλής της Ένωσης κοινωνικών οργανώσεων «Μεντζλίς», Μοχάμεντ Σαλιαχετντίνοφ. Η υποδιευθύντρια του Ιδρύματος υποστήριξης της ισλαμικής κουλτούρας, παιδείας και των επιστημών, Αλί-Βιατσεσλάβ Πολόσιν, συμφώνησε, προσθέτοντας ότι σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εξτρεμιστικής ιδεολογίας του «ΙΚ» διαδραμάτισε η απογοήτευση πολλών μουσουλμάνων της Μέσης Ανατολής από τα αποτελέσματα της Αραβικής άνοιξης, η οποία δεν έφερε δικαιοσύνη και αληθινή ελευθερία στις χώρες τους.
Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με το διευθυντή του κέντρου μελετών «Ρωσία – Ισλαμικός κόσμος», Σαμίλ Σουλτάνοφ, τη βάση της δομής του «ΙΚ» αποτελεί μια οργάνωση - κληρονόμημα από τις ιρακινές μυστικές υπηρεσίες της εποχής του Σαντάμ Χουσεΐν. Ο Σουλτάνοφ εξέφρασε την άποψη ότι πρώην αξιωματικοί-Μπααθιστές ήταν αυτοί που κατά πάσα πιθανότητα στελέχωσαν την ηγεσία του «ΙΚ». Τον ίδιο το «χαλίφη», Αμπού Μπακρ Αλ-Μπαγκντάντι, ο ειδικός τον χαρακτήρισε ως μια «φιγούρα, πιθανότατα μαριονέτα». 

Τρομοκρατική οργάνωση ή νέο πολιτικό φαινόμενο;

Αναφερόμενος στην ιδεολογική βάση του «Ισλαμικού Κράτους», ο Πολόσιν το περιέγραψε ως «κοινωνική - ρομαντική ουτοπία», την οποία δέχτηκαν με ενθουσιασμό κυρίως άνθρωποι αστοιχείωτοι σχετικά με τη Σαρία και το Φικχ και γενικά αμόρφωτα περιθωριακά στοιχεία. Η στάση των μορφωμένων στρωμάτων της ισλαμικής κοινωνίας ήταν η αντίθετη. Ο Πολόσιν τόνισε, ότι εδώ και πολύ καιρό δεν είχε δει τέτοια ενότητα μεταξύ των μουσουλμάνων θεολόγων και επιστημόνων, καθώς το «ΙΚ» το καταδίκασαν και οι Σαλαφιστές, και οι Ιχβάν, και οι παραδοσιακοί.
Παράλληλα, υπέδειξε ότι το επίπεδο της προπαγάνδας που διεξάγουν οι ισλαμιστές είναι πρωτόγνωρα υψηλό από τεχνικής απόψεως, γεγονός που εγείρει υποψίες για πιθανή εξωτερική χρηματοδότηση. Με τον Πολόσιν συμφώνησε ο αρχισυντάκτης του ειδησεογραφικού πρακτορείου IslamNews, Ρινάτ Νεζαμετντίνοφ, ο οποίος χαρακτήρισε το «ΙΚ» ως «διαφημισμένο από τα μίντια πρότζεκτ». Ταυτόχρονα, ο Νεζαμετντίνοφ αμφιβάλει για τις πιθανότητες επιτυχίας του «ΙΚ». Την ίδια γνώμη εξέφρασε και ο Σαλιαχετντίνοφ, αναφέροντας ότι «το Ισλαμικό Κράτος δεν διαθέτει το δυναμικό για να αναπτυχθεί και όπως κάποτε οι Ταλιμπάν, θα ηττηθεί».
Διαφορετική ήταν η εκτίμηση του Σουλτάνοφ, κατά τον οποίο το ΙΚ δεν θα πρέπει να λογίζεται απλώς σαν μια ακόμη τρομοκρατική οργάνωση, διότι μια τέτοια υποεκτίμηση μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη. Ο Σουλτάνοφ επεσήμανε ότι το «ΙΚ» είναι ένα εντελώς νέο πολιτικό φαινόμενο, ένα ψευδοκράτος που ελέγχεται από θρησκευτικά φανατικούς και το οποίο στηρίζεται στην πολύπλοκη δομή του που όμως λειτουργεί καλά. Εξηγώντας την αυξανόμενη δημοφιλία του «ΙΚ», ο ειδικός ανέφερε ότι «η καταδίκη των μουφτήδων και των ουλέμ δεν παίζει κανένα ρόλο. Οι ιδεολόγοι του «ΙΚ» βασίζονται στην επιθυμία των μουσουλμάνων για δικαιοσύνη. Προτείνουν μια άμεση και απτή εναλλακτική επιλογή στον κόσμο της ανισότητας και της διαφθοράς». Σε συνδυασμό με τον ισχυρό στρατό -σύμφωνα με τον Σουλτάνοφ- αυτό καθιστά το «ΙΚ» εξαιρετικά επικίνδυνο. 

Υποστήριξη στο μετριοπαθές Ισλάμ

Παρά τις ποικίλες γνώμες γύρω από την ουσία του «Ισλαμικού Κράτους», όλοι οι ειδικοί συμφώνησαν ότι ο βασικός τρόπος για να αντιμετωπιστεί το ριζοσπαστικό Ισλάμ, όπως αυτό που πρεσβεύει το «ΙΚ», είναι η ενίσχυση του μετριοπαθούς Ισλάμ. Υπό αυτό το πρίσμα, έγιναν επανειλημμένες αναφορές στην ομιλία του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουφά της Δημοκρατίας του Μπασκορτοστάν (μια περιοχή με έντονο το πολυεθνικό και μουσουλμανικό στοιχείο) τον Οκτώβριο του 2013, κατά την οποία κάλεσε να αναπτυχθεί το Ισλάμ στη Ρωσία τονίζοντας ότι πρόκειται για «τμήμα της ρωσικής εθνικής ταυτότητας». Σύμφωνα με τον Νεζαμετντίνοφ, ο πρόεδρος της Ρωσίας έκανε τότε ένα σημαντικό βήμα, προβάλλοντας τη θέση ότι η Ρωσία και το Ισλάμ είναι σύμμαχοι.
Αναφερόμενος στα όσα επιτεύχθηκαν μέσα στη διάρκεια του ενός έτους που πέρασε από την ομιλία του Πούτιν στην Ουφά, ο Πογκόσιν επεσήμανε ότι στάθηκε δυνατό να καθιερωθεί ένας διάλογος, ανάμεσα στους ρώσους μουσουλμάνους και τη θεολογική κοινότητα της Μέσης Ανατολής. Γεγονός σημαντικό, καθώς ένα μέρος της ισλαμικής νεολαίας στη Ρωσία δεν εμπιστεύεται τους μουφτήδες και ουλέμ (ονομασία των αναγνωρισμένου κύρους ειδημόνων των θεωρητικών και πρακτικών πλευρών του Ισλάμ) του Βόρειου Καύκασου και βασίζεται αποκλειστικά στην άποψη και στο κύρος των αράβων θεολόγων.
Προς το παρόν, δεν είναι αρκετά τα πρακτικά βήματα που γίνονται για την ανάπτυξη του Ισλάμ στη ρωσική επικράτεια. Οι ειδικοί επεσήμαναν, ότι στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου δεν δημιουργήθηκε τελικά ένα ολοκληρωμένο σύστημα ισλαμικών πολιτιστικών κέντρων. Δεν έχουν επιλυθεί παντού και ζητήματα καθημερινής φύσεως. Ο Νεζαμετντίνοφ εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι «σε ορισμένες πόλεις, συμπεριλαμβανομένης και της Μόσχας, το χειμώνα μέσα στα τζαμιά κάνει κρύο και ο κόσμος, ο οποίος προσεύχεται γονατίζοντας και ακουμπώντας το μέτωπό του στο πάτωμα, αναγκάζεται να τοποθετεί εκεί που γονατίζει εφημερίδες». Σύμφωνα με τον ίδιο, παρά το μεγάλο εύρος του ζητήματος της ανάπτυξης του μετριοπαθούς Ισλάμ ως αντίβαρο στο ριζοσπαστικό, η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται μεταξύ άλλων και από τις καθημερινές λεπτομέρειες.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 

Η απόσπαση βουλευτών από τους 12 που έχουν απομείνει στους ΑΝΕΛ καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη καθώς θα κινδυ­νεύουν να χαρακτηρι­στούν «ύποπτοι» εξαγο­ράς, αν συμπαραταχθούν με την κυβέρνηση

Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ

Ράπισμα ισχυρό υπήρξε για την κυβέρνηση το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου της ψηφοφορίας στη Βουλή για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Αναμφισβήτητα δυσχεραίνει την προσπάθεια συσπείρωσης 180 βουλευτών το γεγονός των μόνο 160 θετικών ψήφων κατά την πρώτη ψηφοφορία. Δεδομένου ότι μόνο 5 ανεξάρτητοι βουλευτές τάχθηκαν υπέρ του Σταύρου Δήμα ευθύς εξαρχής και επειδή η ψηφοφορία είναι φανερή, απομακρύνεται η πιθανότητα 20 ακόμη βουλευτές της αντιπολίτευσης και ανεξάρτητοι που την Τετάρτη είπαν «Oχι», να πουν «Ναι» την άλλη Δευτέρα.

Η πρόσθετη όξυνση που προκάλεσαν οι καταγγελίες του βουλευτή των ΑΝΕΛ Παύλου Χαϊκάλη για απόπειρα χρηματισμού του ώστε να ψηφίσει υπέρ του κυβερνητικού υποψηφίου για την Προεδρία της Δημοκρατίας, διεύρυνε το ρήγμα μεταξύ των μνημονιακών και αντιμνημονιακών κομμάτων. Αβυσσος χωρίζει πλέον τα δύο στρατόπεδα.

Εξαιρετικά δύσκολη καθίσταται πλέον η απόσπαση βουλευτών από τους 12 που έχουν απομείνει στους ΑΝΕΛ, οι οποίοι είχαν εκλέξει 20. Οι δύο καταγγελίες περί αποπειρών χρηματισμού βουλευτών του κόμματος, ανεξαρτήτως της έκβασης της δικαστικής διερεύνησης των υποθέσεων, έχουν προκαλέσει ασφυκτικό πολιτικό κλίμα στο κόμμα των ΑΝΕΛ.

«Υποπτος εξαγοράς» θα κινδυνεύει να χαρακτηριστεί αυθωρεί και παραχρήμα όποιος βουλευτής των ΑΝΕΛ συμπαραταχθεί με την κυβέρνηση. Ελάχιστοι θα ενδιαφέρονται να μάθουν αν υφίστανται ή όχι αποχρώσες ενδείξεις περί αυτής της βαρύτατης κατηγορίας που συνθλίβει ενδεχομένως πολιτικές καριέρες και σταδιοδρομίες. Ενδέχεται μάλιστα η καχυποψία αυτή να επεκταθεί και στους υπόλοιπους ανεξάρτητους βουλευτές εν τινι μέτρω. Πολλώ δε μάλλον σε οποιονδήποτε βουλευτή της αντιπολίτευσης που εξακολουθεί να ανήκει σε κάποιο αντιπολιτευτικό κόμμα, αν τολμήσει να ψηφίσει υπέρ οιουδήποτε κυβερνητικού υποψηφίου.

Εξαλείφεται επίσης από το πολιτικό προσκήνιο η πρόταση συγκρότησης κυβέρνησης «ειδικού σκοπού» με ή χωρίς τον Αντώνη Σαμαρά και τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Ουδεμία συνεννόηση μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ είναι δυνατή σε αυτή τη φάση. Εξάλλου τέτοια κυβέρνηση δεν την ήθελε ούτε ο πρωθυπουργός, αφού προϋπόθεση για τον σχηματισμό της ήταν ο πολιτικός αποκεφαλισμός του Αντώνη Σαμαρά υπό την έννοια της απομάκρυνσής του από το πρωθυπουργικό αξίωμα. Σε αυτό συνέπιπτε με τον αρχηγό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Ούτε ο Αλέξης Τσίπρας είχε να κερδίσει τίποτα από κυβέρνηση «ειδικού σκοπού». Πρώτα πρώτα η συγκρότησή της προϋποθέτει συμφωνία του με τον πρωθυπουργό. Αν ένας «πούρος» αντιμνημονιακός συμφωνήσει με τον μνημονιακό Αντώνη Σαμαρά, με τι πρόσωπο θα εμφανιστεί ο Αλέξης Τσίπρας στους αντιμνημονιακούς και τους αριστερούς ψηφοφόρους; Θα έχανε σίγουρα ο ΣΥΡΙΖΑ πολλούς ψηφοφόρους, αν με τη συναίνεση Τσίπρα - Σαμαρά αποδείκνυε πως το μνημόνιο δεν ήταν για τον ΣΥΡΙΖΑ παρά μια «σημαία ευκαιρίας» προς την εξουσία.

Πρωθυπουργός σε έναν μήνα θα είναι ο Αλέξης Τσίπρας, αν επαληθευθούν οι εκτιμήσεις περί αδυναμίας της κυβέρνησης να συγκεντρώσει 180 βουλευτές! Τρελός είναι να μεταθέσει οικειοθελώς την ανάληψη της εξουσίας από τον ίδιο και τους συνεργάτες του για μετά από έναν - ενάμιση χρόνο; Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται πλέον προ των θυρών της διακυβέρνησης, με την πλειοψηφία του λαού να φαίνεται στις δημοσκοπήσεις ότι τον στηρίζει. Αντικειμενικά κρίνοντάς το, αποκλείεται να κάνει τώρα πίσω.

Πηγή "Έθνος"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 

Ανοιχτή πρόσκληση για συναίνεση απηύθυνε ο Αντώνης Σαμαράς προς τους βουλευτές της συμπολίτευσης, προκειμένου να αποφευχθούν οι πρόωρες κάλπες και να αποτραπεί η περαιτέρω περιδίνιση της χώρας. Ο οδικός χάρτης Σαμαρά περιλαμβάνει τέσσερις άξονες.
  • Συναίνεση των βουλευτών στην εκλογή του Σταύρου Δήμα για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
  • Ανασύνθεση της κυβέρνησης με τη συμμετοχή και στελεχών με ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Εν προκειμένω ο κ. Σαμαράς περιέγραψε το άνοιγμα του κυβερνητικού σχήματος σε στελέχη της ανανεωτικής Αριστεράς και όχι μόνο, στους οποίους θα δοθεί και δυνατότητα «παρέμβασης» στον προγραμματικό λόγο της κυβέρνησης.
  • Ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης.
  • Διενέργεια εκλογών αφού «κλείσει» η συμφωνία με την τρόικα και οι διαδικασίες της αναθεώρησης, η οποία όπως είπε ο πρωθυπουργός, «ακόμη και στο τέλος του 2015».
Επί της ουσίας ο Αντώνης Σαμαράς έρχεται να ικανοποιήσει το αίτημα που είχαν διατυπώσει προ ημερών οκτώ βουλευτές της αντιπολίτευσης προς αναζήτηση συναίνεσης, χωρίς όμως να δεσμεύεται σε συγκεκριμένο χρόνο εκλογών, κάτι που θα καθιστούσε την κυβέρνηση όμηρο μιας μακράς προεκλογικής περιόδου.

Η σημερινή πρωτοβουλία του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος κατήγγειλε ευθέως τον ΣΥΡΙΖΑ ως υποκινητή του κύματος λάσπης που πνίγει την πολιτική ζωή, έρχεται να αλλάξει την ατζέντα από την «υπόθεση Χαϊκάλη» και να μεταβάλει τις ισορροπίες, ενόψει των δύο εκκρεμών προεδρικών εκλογών στις 23 και 29 Δεκεμβρίου.

Μένει να φανεί τις επόμενες ώρες, μέχρι και την ψηφοφορία της Τρίτης, ο βαθμός ανταπόκρισης των βουλευτών στον «οδικό χάρτη» Σαμαρά. Υπενθυμίζεται ότι υπέρ μιας τέτοιας εξέλιξης εκτός των «οκτώ βουλευτών», είχαν ταχθεί στελέχη τόσο της Νέας Δημοκρατίας όσο και του ΠΑΣΟΚ, ενώ προφανώς δεν αφήνει ασυγκίνητους βουλευτές, που σήμερα εντάσσονται στη ΔΗΜΑΡ ή τους ΑΝΕΛ.

Αναφερόμενος στην «υπόθεση Χαϊκάλη» ο πρωθυπουργός ανέφερε: «Δεν μπορεί να συνεχίζεται αυτό το όργιο αστήρικτων και άθλιων κατηγοριών για δήθεν προσπάθεια εξαγοράς βουλευτών, που πάντα διαψεύδεται, αφού όμως στο μεταξύ έχει δηλητηριάσει τη Δημοκρατία μας. Κατηγοριών, στις οποίες δυστυχώς πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, κορυφαία στελέχη του και ο γνωστός συνεργάτης του, αρχηγός τρίτου κόμματος».

Αναλυτικά η δήλωση του Αντώνη Σαμαρά έχει ως εξής:

«Ο Ελληνικός λαός δεν θέλει να γίνουν πρόωρες εκλογές. Και έχει δίκιο. Από την πλευρά μας κάνουμε ό,τι επιβάλλει το Σύνταγμα και το συμφέρον της Χώρας, ώστε να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας από αυτή τη Βουλή. Πρέπει να μη γίνουν εκλογές. Πρέπει να τερματισθεί η πολιτική αβεβαιότητα. Πρέπει να προχωρήσει η Ελλάδα στην επόμενη μέρα.

Δεν μπορούμε να τελειώσουμε μια περίοδο αβεβαιότητας και να μπούμε αμέσως σε μιαν άλλη. Τα προβλήματα της Χώρας δεν μπορούν να βαλτώνουν σε μια μόνιμη προεκλογική περίοδο.

Ούτε και μπορεί να συνεχίζεται αυτό το όργιο αστήρικτων και άθλιων κατηγοριών για δήθεν προσπάθεια εξαγοράς βουλευτών, που πάντα διαψεύδεται, αφού όμως στο μεταξύ έχει δηλητηριάσει τη Δημοκρατία μας. Κατηγοριών, στις οποίες δυστυχώς πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, κορυφαία στελέχη του και ο γνωστός συνεργάτης του, αρχηγός τρίτου κόμματος.

Θυμίζω ότι ο κύριος Τσίπρας, ήδη από την πρόταση εμπιστοσύνης στη Βουλή, δυο μήνες πριν, είχε πει το απίστευτο, ότι δηλαδή, όποιος βουλευτής τολμήσει να ψηφίσει Πρόεδρο της Δημοκρατίας θα είναι και εξαγορασμένος! Ενώ προχθές, συνεργαζόμενοι μαζί του βουλευτές, τόλμησαν να πουν το ίδιο για εκείνους τους πέντε συναδέλφους που στην πρώτη ψηφοφορία ψήφισαν σύμφωνα με τη συνείδησή τους τον Σταύρο Δήμα!

Όμως οι βουλευτές δεν υποκύπτουν σε τέτοια εκστρατεία σπίλωσης.

Ο φόβος και η τρομοκρατία δεν πρέπει να περάσουν! Και αυτό είναι το στοίχημα της Δημοκρατίας σήμερα!

Τους καλώ λοιπόν όλους, να ακούσουν τη φωνή της συνείδησής τους, την ψυχή τους, τη φωνή του εθνικού συμφέροντος αλλά και της κοινής λογικής.

Τους καλώ σε συναίνεση για την εκλογή του Σταύρου Δήμα στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Αυτό άλλωστε προβλέπει η συνταγματική επιταγή.

Είναι εξαιρετικά σημαντικό για την πορεία της χώρας να διαπραγματευθούμε στη συνέχεια την επόμενη μέρα, μετά το τέλος του Μνημονίου, και την νέα συμφωνία θωράκισης της Ελλάδας.

Ακόμα προσδοκώ τη στήριξη όλων των βουλευτών για να προχωρήσουμε και να ολοκληρώσουμε τη Συνταγματική αναθεώρηση, ώστε πολύ σύντομα η Ελλάδα να έχει το νέο Σύνταγμα που χρειάζεται. Να μη μπει σε περιπέτειες και να μην αναβάλει τη Συνταγματική αλλαγή για πολλά ακόμα χρόνια.

Επίσης, μετά την προεδρική εκλογή, μπορούμε να διευρύνουμε το κυβερνητικό σχήμα, με τη συμμετοχή και άλλων προσώπων που πιστεύουν στην Ευρωπαϊκή προοπτική της Χώρας, ώστε η επόμενη φάση να μας βρει πιο ενωμένους.

Είναι λοιπόν Εθνική υποχρέωση, αλλά το λέει και η κοινή λογική, πρώτα να τελειώσουμε τη διαπραγμάτευση με τους δανειστές και να ολοκληρώσουμε τη συνταγματική αναθεώρηση σε συνθήκες ηρεμίας και ασφάλειας. Και μετά, θωρακισμένοι οικονομικά και πολιτικά, μπορούμε να βρούμε το κατάλληλο χρονοδιάγραμμα για Εθνικές εκλογές ακόμα και στο τέλος του 2015.

Γιατί κάτω από συνθήκες προεκλογικής πόλωσης, μόνον αφελείς θα πίστευαν ότι μπορεί κανείς να διαπραγματεύεται για την οικονομία μας ή να αλλάζει το Σύνταγμά μας. Αυτό λέει η φωνή της ευθύνης απέναντι στον Ελληνικό Λαό.

Και αυτό είναι ένα ρεαλιστικό σχέδιο αληθινής συναίνεσης, χωρίς θεσμικές εμπλοκές και χωρίς ακυβερνησία. Ώστε η επόμενη μέρα να βρει την Πατρίδα μας ενωμένη, τη Δημοκρατία μας σταθερή και την οικονομία μας αξιόπιστη και θωρακισμένη μέσα στην Ευρώπη».

Πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 

Και δεν πήγε στο ραντεβού με τον Χαϊκάλη, όπου θα τον έπιαναν στα πράσα…
Να ανοίξουν αμέσως τα κινητά και τα e-mail
Όποιος ισχυρίζεται ότι το απαγορεύει ο νόμος, κάτι θέλει να κρύψει…
Καθυστερημένη η αντίδραση από την Αστυνομία και τη Δικαιοσύνη στην καταγγελία για απόπειρα χρηματισμού βουλευτή
Ο πρωθυπουργός, αντί να δώσει εντολή να βγουν όλα στη φόρα, κάνει μήνυση κατά του βουλευτή των ΑΝΕΛ

Να χυθεί άπλετο φως στην πολύκροτη υπόθεση απόπειρας δωροδοκίας του βουλευτή Π. Χαϊκάλη και να δοθούν στη δημοσιότητα όλα τα σχετικά ντοκουμέντα είναι το πάνδημο αίτημα της κοινωνίας.

Μια υπόθεση που ρίχνει βαριά σκιά στο πολιτικό σκηνικό της χώρας, ενώ οι καταγγελίες αναδίδουν μια άνευ προηγουμένου οσμή σκανδάλου, διαφθοράς και συναλλαγής με «ζητούμενο» το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Τόσο οι δικαστικές όσο και οι αστυνομικές αρχές πρέπει να δράσουν ταχύτατα και να διαλευκάνουν πλήρως την υπόθεση προκειμένου να αποδοθούν οι ευθύνες σε όσους τους αναλογούν και με βάση τον βαθμό εμπλοκής τους.

Είναι επιτακτική ανάγκη να δημοσιοποιηθεί το περιεχόμενο των συνομιλιών που κατέθεσε στη Δικαιοσύνη ο Π. Χαϊκάλης, να δοθεί εισαγγελική εντολή να «ανοίξουν» ΑΜΕΣΩΣ τα κινητά τηλέφωνα και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Να πέσει φως σε όλες τις σκοτεινές πτυχές της υπόθεσης. Το επιχείρημα ότι το ηχητικό ντοκουμέντο είναι προϊόν υποκλοπής και δεν μπορεί να δημοσιοποιηθεί ή να αξιοποιηθεί δικαστικά είναι έωλο, διότι αυτό ακριβώς εφαρμόστηκε και στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής. Από τις λεπτομέρειες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο που χειρίσθηκαν την υπόθεση οι δικαστικές και οι αστυνομικές αρχές. Κράτησαν μυστικές τις καταγγελίες του Π. Χαϊκάλη, παρότι πέρασαν αρκετές ημέρες από την πρώτη κατάθεσή του στον Εισαγγελέα, δεν κινήθηκαν όμως ούτε προς την κατεύθυνση του «μεσάζοντα» Γ. Αποστολόπουλου.

Στοιχεία που κάνουν ορισμένους να πιστεύουν ότι, αν δεν έβγαινε να καταγγείλει δημόσια την απόπειρα δωροδοκίας ο ίδιος ο βουλευτής, η υπόθεση ενδεχομένως να έμενε σε αδράνεια για αρκετές ημέρες – ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Ερωτήματα προκύπτουν και για το ποιος «φρόντισε» να ενημερώσει τον Γ. Αποστολόπουλο ότι είχε στηθεί παγίδα και δεν πήγε στο κρίσιμο ραντεβού στο σπίτι του Π. Χαϊκάλη. Το γεγονός το γνώριζαν ελάχιστοι άνθρωποι από τη Δικαιοσύνη και την Αστυνομία και είναι λογικό ορισμένοι να πιστεύουν ή να υποψιάζονται ότι με κάποιο τρόπο ειδοποιήθηκε ο Γ. Αποστολόπουλος.

Ο τρόπος που αντέδρασε επίσημα η κυβέρνηση και η Νέα Δημοκρατία έδειξε οργή, αλλά περισσότερο άγχος. Ενδεικτικό είναι ότι τόσο η κυβερνητική εκπρόσωπος Σ. Βούλτεψη όσο και αρκετοί βουλευτές (Γεωργιάδης, Πιπιλή κ.ά.) έσπευσαν να καταγγείλουν τον Π. Χαϊκάλη και τον πρόεδρο των Ανεξάρτητων Ελλήνων Π. Καμμένο χωρίς να γνωρίζουν λεπτομέρειες της υπόθεσης.

Χωρίς να έχουν υπόψη τους τι ακριβώς διημείφθη στις συναντήσεις Χαϊκάλη – Αποστολόπουλου. Ερωτήματα προκαλεί και η αντίδραση του ίδιου του πρωθυπουργού Αντ. Σαμαρά, που αντί να δώσει εντολή να ξεκαθαρίσει η υπόθεση και να τιμωρηθούν οι εμπλεκόμενοι, πρώτα έστειλε στη Δικαιοσύνη τα ντοκουμέντα. Δίνοντας με τον τρόπο αυτό σήμα να ασκηθεί δίωξη σε βάρος του κ. Χαϊκάλη ότι προέβη σε υποκλοπή συνομιλιών, κάτι που διώκεται από τον νόμο. Στη συνέχεια ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε την απόφασή του να μηνύσει τον βουλευτή επειδή τον ενέπλεξε στην υπόθεση χωρίς να υπάρχουν αδιαμφισβήτητες αποδείξεις. Σημειώνεται ότι ο κ. Χαϊκάλης κατέθεσε ότι ο Γ. Αποστολόπουλος του είπε ότι ενεργεί για λογαριασμό του πρωθυπουργού και ενός ισχυρού τραπεζίτη κι ότι αυτά υπάρχουν στις ηχογραφημένες συνομιλίες.

Απαντώντας η πλευρά Καμμένου στον ισχυρισμό της Νέας Δημοκρατίας ότι ο Γ. Αποστολόπουλος υπήρξε σύμβουλος του προέδρου των ΑΝΕΛ, τονίζουν ότι ο Γ. Αποστολόπουλος αποχώρησε από το κόμμα όταν δεν του έκαναν κάποιες «εξυπηρετήσεις» που είχε ζητήσει από τον κ. Καμμένο.

Όσο για το ότι επελέγη το συγκεκριμένο πρόσωπο για να προσεγγίσει τον κ. Χαϊκάλη, από τους ΑΝΕΛ λένε ότι ήταν λογικό να αναθέσουν σ’ εκείνον τη «δουλειά», καθώς γνώριζαν ότι είχε καλές σχέσεις με το κόμμα και ειδικά με τον βουλευτή.

Κρατάει αποστάσεις το ΠΑΣΟΚ
Αίσθηση προκαλεί η στάση που τηρεί το ΠΑΣΟΚ όσον αφορά την υπόθεση, παρότι συγκυβερνά με τη Νέα Δημοκρατία κι εμμέσως το αφορούν οι εξελίξεις που σχετίζονται με την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Περιορίσθηκε σε μια λιτή ανακοίνωση ζητώντας την πλήρη διαλεύκανση των καταγγελιών Χαϊκάλη, ωσάν να πρόκειται για κόμμα της ελάσσονος αντιπολίτευσης.
Είναι εμφανές ότι ο κ. Βενιζέλος έχει αποφασίσει να κρατήσει αποστάσεις από την υπόθεση, αφενός γιατί δεν γνωρίζει πώς μπορεί να εξελιχθούν να πράγματα κι αφετέρου για να μη φορτωθεί πολιτικό κόστος από την όλη υπόθεση. Άλλωστε πουθενά και σε κανένα σημείο δεν εμπλέκεται το ΠΑΣΟΚ και ο ίδιος προσωπικά.

Αφήνει τον κ. Σαμαρά να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά και να επωμιστεί όλο το πολιτικό κόστος, που θα είναι μεγάλο ακόμη και στην περίπτωση που η υπόθεση αποδειχτεί λιγότερο σοβαρή απ’ ό,τι φαίνεται αυτήν τη στιγμή.

Πηγή εφημ. «Το Παρόν»


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 

Πως συνδέεται η επίθεση με καλάσνικοφ στην πρεσβεία του Ισραήλ με τα χωρία άδεια λατρευτικού χώρου κέντρα των μουσουλμάνων
Ευθείες επαφές με εξτρεμιστικές οργανώσεις και ειδικότερα με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα

Γράφει ο Νίκος Σταυρουλάκης

Η επίθεση με καλάσνικοφ στην πρεσβεία του Ισραήλ την περασμένη εβδομάδα συνέβη μόλις δύο 24ωρα μετά τις καθησυχαστικές δηλώσεις ότι δε έχουν εντοπιστεί τζιχαντιστές στην Ελλάδα.
Ωστόσο, οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους έχουν στη διάθεσή τους στοιχεία για πρόσωπα και «κέντρα» που αναπτύσσουν δραστηριότητα στην Ελλάδα, υπό την κάλυψη μουσουλμανικού θρησκευτικού μανδύα. Ειδικότερα, έχουν εντοπιστεί και χαρτογραφηθεί περίπου 140 παράνομα τζαμιά, τα οποία δεν εξυπηρετούν πάντοτε τις ανάγκες απλών μουσουλμάνων πιστών, αλλά ελέγχονται από οργανώσεις, διασυνδεδεμένες με φονταμενταλιστικά κέντρα της Ασίας.

Μεγάλος αριθμός παράνομων (χωρίς άδεια λατρευτικού χώρου) κέντρων μουσουλμανικής λατρείας (γύρω στα 30) είναι διασπαρμένος στα δυτικά προάστια της Αθήνας, στο Μοσχάτο, στο Νέο Κόσμο, αλλά και στις μεγάλες πόλεις της χώρας (Πειραιάς, Θεσσαλονίκη κ.α.). Μερικά από αυτά λειτουργούν υπό την σκέπη καθ’ όλα νόμιμων Νομικών Προσώπων, όπως το Αραβοελληνικό Μορφωτικό Και Πολιτιστικό Κέντρο, που ιδρύθηκε το 2008, με έδρα το Μοσχάτο (Κύπρου 2).

Εγκαίνια
Στα εγκαίνιά του παραβρέθηκαν ο πρέσβης της Σαουδικής Αραβίας, του Ιράν, αρκετοί ιμάμηδες διάφορων μουσουλμανικών κρατών, καθώς και αποστολές εκπροσώπων μουσουλμανικών οργανώσεων από όλη την Ευρώπη. Το Κέντρο έχει συνολικό εμβαδόν 2.000 τ.μ. μέσα στο οποίο λειτουργεί άτυπο τζαμί, με δυνατότητα να υποδέχεται έως 3.000 άτομα. Συνεπώς, η Αθήνα διαθέτει ουσιαστικά τέμενος εδώ και έξι χρόνια…

Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επίθεσης (μία ημέρα μετά τον θάνατο του Παλαιστίνιου Ζιάντ Αμπού Εΐν, μέλους του υπουργικού συμβουλίου της Παλαιστινιακής Αρχής υπό τον πρόεδρο Μαχμούντ Αμπάς και αρμοδίου για το ζήτημα των ισραηλινών οικισμών) ενισχύει το σενάριο αυτοδίκαιης «εκδικητικής ενέργειας» εκ μέρους ακραίων κύκλων (χωρίς τη συγκατάθεση της παλαιστινιακής ηγεσίας), ενώ δεν αποκλείεται η επίθεση να έχει χαρακτηριστικά προβοκάτσιας από κέντρα που θα επιθυμούσαν να δημιουργήσουν ρήγμα στις σχέσεις Ελλάδας – Ισραήλ, ιδιαίτερα στην παρούσα φάση ενίσχυσης της ενεργειακής συνεργασίας από κοινού με την Κύπρο, όπως η Τουρκία.

Σε κάθε περίπτωση, η πιθανότητα εμπλοκής «μουσουλμανικού» παράγοντα στην επίθεση εναντίον τα ισραηλινής πρεσβείας αξιοποιείται (με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία) από τις αρμόδιες υπηρεσίες ως πρόσθετο στοιχείο μαζί με το οπτικό υλικό, για τον εντοπισμό των δραστών. Παράλληλα με τις έρευνες προς την κατεύθυνση της εγχώριας τρομοκρατίας (με τα στοιχεία να δείχνουν την οργάνωση Ομάδα Λαϊκών Αγωνιστών), η Αντιτρομοκρατική ψάχνει και σε άλλες κατευθύνσεις και εστιάζει τις έρευνες στη συγκέντρωση στοιχείων από τη λειτουργία παράνομων κέντρων μουσουλμανικής λατρείας, καθώς ο αριθμός τους παρουσιάζει τελευταία αυξητική τάση, λόγω της ραγδαίας αύξησης του ρεύματος των παράνομων μεταναστών στη χώρα μας.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν σε πρόσφατη ημερίδα (28/11/2014) του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ), με θέμα «Δημογραφικό – Μετανάστευση – Ισλάμ σε Ελλάδα και Ευρώπη» (φιλοξενήθηκε στο Αμφιθέατρο «Γιάννος Κρανιδιώτης» του ΥΠΕΞ), πολλά από τα παράνομα κέντρα μουσουλμανικής λατρείας έχουν ευθείες διασυνδέσεις με εξτρεμιστικά κέντρα και ειδικότερα με τη γνωστή Μουσουλμανική Αδελφότητα, που ενεργεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα λειτουργεί ως παγκόσμια πλατφόρμα, μέσω ενός πολύπλοκου δικτύου οργανώσεων, το οποίο σχετίζεται με φιλανθρωπικά, θρησκευτικά, αλλά και ακαδημαϊκά κέντρα του Ισλάμ, δρώντας παράλληλα με υπάρχουσες νόμιμες δομές. Το μοντέλο αυτό υπαγορεύεται από το γεγονός ότι σε πολλές κυβερνήσεις – χώρες διώκεται ως συνωμοτική οργάνωση.

Στην εισήγησή του με θέμα «Οι Μετανάστες ως μέσο άσκησης επιρροής από ξένες χώρες στην Ελλάδα», ο ερευνητής Ιωάννης Μιχαλέτος παρέθεσε εντυπωσιακά στοιχεία για τη δραστηριότητα παρόμοιων οργανώσεων στη χώρα μας. Ειδικότερα, η Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Ελλάδα παρουσιάζει μεγάλη εξάπλωση και διαθέτει κοινωνική – οικονομική ευρωστία, ενώ έχει εισχωρήσει ακόμη και σε πολιτικούς και εκπαιδευτικούς κύκλους.

«Η δράση της έχει εντοπισθεί από το 2005, όταν ιδρύθηκε στην Θεσσαλονίκη το Hellenic Arabic Center for Culture and Civilization (Ελληνο-αραβικό Επιμορφωτικό Πολιτιστικό Κέντρο). Το καθ’ όλα νόμιμο αυτό κέντρο χρηματοδοτήθηκε από το Europe Trust, που είναι χρηματοδοτικός βραχίονας ελεγχόμενος από μία οργάνωση ομπρέλα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, γνωστής με το όνομα Federation of Islamic Organization in Europe (FIOE) και επιδοτείται κατά βάση από Σαουδαραβικούς κύκλους» ανέφερε ο εισηγητής.

Με τον ίδιο τρόπο, το 2008, ιδρύθηκε στο Μοσχάτο από Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, υπό το όνομα Arab Hellenic Center for Culture and Civilization (AHCCC) το Ελληνο-αραβικό Επιμορφωτικό Πολιτιστικό Κέντρο με επένδυση 3.400.000 δολαρίων, ποσό που χορηγήθηκε από Σαουδάραβα επιχειρηματία.

Και τα δύο κέντρα σε Θεσσαλονίκη και Μοσχάτο ανήκουν στο AHCCC.
Όπως ανακοινώθηκε σχετικά, την τρέχουσα περίοδο, η Μουσουλμανική Αδελφότητα επιχειρεί νέα επέκταση, με τη σύσταση ΜΚΟ και άλλων συναφών οργανωτικών σχημάτων (σωματεία κ.λ.π.), και διεκδικεί δυναμικά να ελέγξει το υπό ανέγερση τέμενος των Αθηνών μέσω προσκείμενων προσώπων.

Εξάπλωση
Όπως ανέφερε ο εισηγητής, οι διάφορες ισλαμικές οργανώσεις γνωρίζουν εξάπλωση στην Ελλάδα λόγω της διόγκωσης του μεταναστευτικού ρεύματος, με κυριότερη τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, που φέρεται ότι συνδέεται και με την Τουρκία.
«Η Μουσουλμανική Αδελφότητα διαθέτει συγκροτημένη δομή στην Τουρκία, με επίκεντρο την Κωνσταντινούπολη, και αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην κυβέρνηση του ΑΚΡ και τα κράτη του Κόλπου, και ιδιαίτερα με το Εμιράτο του Κατάρ» σημείωσε ο εισηγητής.

Οι διασυνδέσεις αυτές σε συνδυασμό με τη χαλάρωση εκ μέρους της Τουρκίας της πολιτικής θεώρησης των διαβατηρίων με αρκετές χώρες και την αύξηση της ροής μεταναστών λόγω των αλλεπάλληλων κρίσεων στη Μέση Ανατολή, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για την ασφάλεια της χώρας. Πολλά από τα παράνομα τζαμιά στο κέντρο της Αθήνας μετατρέπονται εκ των πραγμάτων σε τόπους συγκέντρωσης, συντονισμού και οργάνωσης ομάδων παράνομων μεταναστών. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι «φρέσκοι» μετανάστες κατευθύνονται εκεί και μετέπειτα «εξαφανίζονται» στον αστικό ιστό. Αυτό σημαίνει ότι λειτουργούν συντονιστικά κέντρα που χρησιμοποιούν τους θρησκευτικούς αυτούς χώρους για να αξιοποιήσουν στη συνέχεια κατάλληλα τους νέους «αγωνιστές».

Πηγή εφημ. «Κυριακάτικη Δημοκρατία»


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Του Αναστάσιου Λαυρέντζου

Τον τελευταίο καιρό υπάρχει μια ενδιαφέρουσα κινητικότητα για τα ζητήματα της Θράκης. Σε αυτό το πλαίσιο διεξάγεται και μια δημόσια συζήτηση σχετικά με τη λειτουργία ή όχι δίγλωσσων μειονοτικών νηπιαγωγείων. Όπως συμβαίνει δυστυχώς με όλα σχεδόν τα ζητήματα της μειονότητας, οι απόψεις που διατυπώνται και σε αυτή την περίπτωση είναι συχνά προσχηματικές και όχι σπάνια είναι αδικαιολόγητα επιπόλαιες. Θα προσπαθήσουμε στη συνέχεια να προσεγγίσουμε αυτό το ζήτημα με σεβασμό προς τα παιδιά της μειονότητας, προσπαθώντας να δείξουμε γιατί η φοίτηση σε ελληνόγλωσσα μειονοτικά νηπιαγωγεία είναι επ’ ωφελεία τους.

Κατ’ αρχάς πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η λειτουργία δίγλωσσων μειονοτικών νηπιαγωγείων δεν αποτελεί τυπική υποχρέωση της ελληνικής πολιτείας. Η Συνθήκη της Λωζάνης ορίζει ρητώς (Άρθρο 41) ότι η παροχή μειονοτικής παιδείας αφορά μόνο το δημοτικό σχολείο. Από αυτή την άποψη ακόμη και η λειτουργία των δύο μειονοτικών Γυμνασίων - Λυκείων σε Ξάνθη και Κομοτηνή, αποτελεί μια πράξη καλής θέλησης, η οποία όμως μπορεί και να μην ωφέλησε τη μειονότητα. Το σημαντικό πάντως εδώ είναι ότι αφού η λειτουργία δίγλωσσων μειονοτικών νηπιαγωγείων δεν είναι υποχρεωτική, μπορούμε να εξετάσουμε το ζήτημα στην καθαρά εκπαιδευτική του βάση. Ας προσεγγίσουμε λοιπόν με μια ευρύτερη ματιά τα εκπαιδευτικά ζητήματα της μειονότητας, για να καταλάβουμε γιατί θα ήταν αντιπαραγωγική η λειτουργία δίγλωσσων μειονοτικών νηπιαγωγείων.

Εκπαιδευτικά ζητήματα της μειονότητας
Όπως προκύπτει από διάφορες έρευνες, τα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, έχουν δυστυχώς μορφωτικό επίπεδο χαμηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς παραγόντων, όπως:
  • η πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου από πολλούς μειονοτικούς μαθητές λόγω ένταξής τους στην εργασία (κυρίως στις ορεινές περιοχές),
  • οι κοινωνικοί περιορισμοί που η ίδια η μειονότητα έθετε στην εκπαίδευση των γυναικών,
  • οι χαμηλές προσδοκίες οικονομικής και κοινωνικής ανέλιξης μέσω της μόρφωσης που ίσχυαν τα προηγούμενα χρόνια,
  • τα εγγενή προβλήματα της μειονοτικής εκπαίδευσης (εκπαιδευτικό πρόγραμμα διχοτομημένο σε δύο ανεξάρτητα και αλλόγλωσσα αναλυτικά προγράμματα, λειτουργία του μειονοτικού σχολείου ως σχολείου διαχωρισμού των μαθητικών πληθυσμών κ.λπ.).
Τα τελευταία χρόνια πολλοί από τους παραπάνω παράγοντες σταδιακά αμβλύνονται, γεγονός το οποίο οφείλεται τόσο στις μεταβολές που συμβαίνουν στο εσωτερικό της μειονότητας (βελτίωση της θέσης της γυναίκας, σταδιακή αναγνώριση της αξίας της μόρφωσης κ.λπ.), όσο και σε ορισμένα μέτρα που ελήφθησαν από την ελληνική πολιτεία, όπως π.χ. το μέτρο θετικής διάκρισης υπέρ της μειονότητας που προβλέπει την είσοδο των μελών της σε ΑΕΙ/ΤΕΙ μέσω ποσόστωσης. Ειδικά το τελευταίο μέτρο ώθησε πολλές μειονοτικές οικογένειες να υιοθετήσουν μια στρατηγική κοινωνικής ανέλιξης μέσα από την ελληνική δημόσια εκπαίδευση, στην οποία πλέον φοιτά το 1/3 των μουσουλμανοπαίδων της Θράκης.

Η επιλογή της ελληνικής δημόσιας εκπαίδευσης από ένα όλο και μεγαλύτερο τμήμα της μειονότητας μας λέει δύο πράγματα που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν: Πρώτον, ότι πολλοί μουσουλμάνοι συμπολίτες μας απορρίπτουν τα κελεύσματα απομόνωσης που διάφοροι μηχανισμοί τους απευθύνουν. Δεύτερον, αναγνωρίζουν τα εγγενή προβλήματα της μειονοτικής εκπαίδευσης και για αυτό επιλέγουν τα παιδιά τους να φοιτούν στα δημόσια σχολεία. Είναι πιθανό μάλιστα το ποσοστό των μουσουλμάνων μαθητών που φοιτούν στη δημόσια εκπαίδευση να ήταν ακόμη μεγαλύτερο, αν σε όλες τις περιοχές υπήρχαν εκτός από μειονοτικά και δημόσια σχολεία, ώστε να υπάρχει δικαίωμα επιλογής.

Παρά τις παραπάνω θετικές εξελίξεις, πολλοί μουσουλμανόπαιδες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα στην εκπαίδευσή τους. Αυτό διαπιστώνεται στις σχολικές τους επιδόσεις στο Γυμνάσιο-Λύκειο και κυρίως στη βαθμολογική τους κατάρρευση στις εισαγωγικές εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση (γεγονός το οποίο δείχνει ότι λίγοι θα κατάφερναν να εισαχθούν σε αυτή χωρίς το μέτρο της ποσόστωσης).

Στον πυρήνα αυτών των προβλημάτων βρίσκεται ο απολύτως αναχρονιστικός χαρακτήρας της μειονοτικής εκπαίδευσης, η οποία αδυνατεί να αντιμετωπίσει ένα βασικό πρόβλημα: την σχεδόν πλήρη άγνοια της ελληνικής γλώσσας από τους περισσότερους μουσουλμάνους μαθητές όταν αυτοί εισέρχονται στο δημοτικό σχολείο. Το γεγονός αυτό έχει τεράστιες συνέπειες στη μετέπειτα μαθητική τους εξέλιξη αφού τους δημιουργεί σοβαρά προβλήματα προσαρμογής και παρακολούθησης. Τα προβλήματα αυτά μπορούν να αμβλυνθούν σημαντικά από τη λειτουργία ελληνόγλωσσων νηπιαγωγείων, διότι μέσω αυτών δίνεται στα παιδιά της μειονότητας η πολύτιμη ευκαιρία να αποκτήσουν επαφή με τα ελληνικά σε ένα κρίσιμο στάδιο. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που τα ελληνόγλωσσα νηπιαγωγεία πρέπει να συνεχίσουν να λειτουργούν απρόσκοπτα.

Νηπιαγωγεία για τους μαθητές και όχι για τους πολιτικούς...
Από τα προηγούμενα είναι σαφές ότι όσοι ενδιαφέρονται πραγματικά για το καλό της μειονότητας θα έπρεπε να υποστηρίζουν τη λειτουργία των ελληνόγλωσσων νηπιαγωγείων. Μέσω αυτών υποστηρίζεται το δικαίωμα των μουσουλμάνων συμπολιτών μας να μάθουν καλά την επίσημη γλώσσα του κράτους τους, ώστε να έχουν μια καλή εκπαιδευτική πορεία και αργότερα ίσες ευκαιρίες για την προσωπική τους εξέλιξη. Αντίθετα όσοι ζητούν τη λειτουργία δίγλωσσων νηπιαγωγείων, απλώς επιδιώκουν να επεκτείνουν τα προβλήματα του μειονοτικού σχολείου «γκέτο» και στο νηπιαγωγείο. Στην πραγματικότητα έτσι – ηθελημένα ή αθέλητα – εργάζονται υπέρ της απομόνωσης της μειονότητας. Και αυτό βεβαίως μόνο προς όφελος της μειονότητας δεν είναι.

Εννοείται ότι οποιοδήποτε επιχείρημα περί δήθεν γλωσσικής αφομοίωσης της μειονότητας που επικαλούνται οι υπέρμαχοι των δίγλωσσων νηπιαγωγείων είναι τουλάχιστον προσχηματικό, αφού στη συνέχεια οι μουσουλμάνοι μαθητές θα έχουν την ευκαιρία – είτε στη μειονοτική εκπαίδευση είτε πλέον και στη δημόσια εκπαίδευση – να διδαχθούν τα τουρκικά. Εδώ βεβαίως θα πρέπει να επισημάνουμε και ένα στοιχείο επιλεκτικής ευαισθησίας – που αν μη τη άλλο υποκρύπτει και πολιτική υποκρισία: Ουδείς εξ όσων ζητούν τη λειτουργία δίγλωσσων μειονοτικών νηπιαγωγείων δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ για το γεγονός ότι όλα τα μέλη της μειονότητας διδάσκονται τουρκικά, χωρίς να τα έχουν ως μητρική γλώσσα. Αναφερόμαστε βεβαίως στους Πομάκους και τους Ρομά μαθητές, οι οποίοι εξαναγκάζονται σε γλωσσικό εκτουρκισμό χωρίς ποτέ να το έχουν επιλέξει. Εύλογα λοιπόν μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, γιατί οι «συστηματικά» ευαίσθητοι δεν αντιδρούν σε αυτό το φαινόμενο; Mήπως δεν το γνωρίζουν (όπως κάποιες φορές μας δηλώνουν...); Ή μήπως τελικά οι πολιτικές και οι προσωπικές σκοπιμότητες τίθενται υπεράνω όλων, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, όσο κι αν κοστίζει... Ένα είναι σίγουρο. Πολλοί μουσουλμάνοι συμπολίτες μας σκέπτονται και λειτουργούν έξω από τα στερεότυπα που κάποιοι κατασκευάζουν και κάποιοι άλλοι ανέχονται για λογαριασμό τους. Χρέος μας είναι να βοηθήσουμε και τους υπόλοιπους να απεμπλακούν από όλα αυτά...

Ο Αναστάσιος Λαυρέντζος έχει γράψει το βιβλίο «Η Θράκη στο μεταίχμιο»

Σημείωση αρθρογράφου:  Το παραπάνω άρθρο έγραψα υπέρ των ελληνόγλωσσων μειονοτικών νηπιαγωγείων επ’ αφορμή μιας απαράδεκτης συνέντευξης του Τ. Κουράκη (τομεάρχη Παιδείας ΣΥΡΙΖΑ), ο οποίος τάχτηκε υπέρ των δίγλωσσων μειονοτικών νηπιαγωγείων, γιατί... αυτή είναι η θέση των μειοντικών βουλευτών του κόμματός του. Όταν ερωτήθηκε δε για τους Πομάκους και τους Ρομά είχε το θράσος να δηλώσει άγνοια.



Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα "Χρόνος"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου