Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

14 Νοε 2012


Christine-Lagarde-Mario-Draghi
Την επόμενη Τρίτη είναι προγραμματισμένη η νέα έκτακτη Σύνοδος του Eurogroup με θέμα την Ελλάδα. Ως γνωστόν, θεωρείται ειλημμένη απόφαση η χορήγηση διετούς παράτασης στην εφαρμογή του βραχυπρόθεσμου ελληνικού προγράμματος.Αντικείμενο διαφωνίας εξακολουθεί να παραμένει όμως, ο χρόνος που η Ελλάδα θα πρέπει να ρίξει το χρέος της στο 120% του ΑΕΠ και ο τρόπος που θα χρηματοδοτηθεί η επιμήκυνση.
Ο ειδικός σε θέματα προϋπολογισμού του CDU, παράταξης της Angela Merkel, Klaus-Peter Willsch, με δηλώσεις του στην Handelsblatt-online, ισχυρίζεται ότι αποτελεί απλώς θέμα χρόνου η αποχώρηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου από το ελληνικό πρόγραμμα. Υπόβαθρο αυτής της, σύμφωνα με τον Willsch, ειλημμένης απόφασης, είναι η γνωστή διαφορά που εκδηλώθηκε και μπροστά στις κάμερες μεταξύ Juncker και Lagarde.Η δεύτερη επιμένει στην άποψη ότι το ελληνικό χρέος θα πρέπει να περιορισθεί στο 120% έως το 2020, άρα απαιτείται νέο «κούρεμα», ενώ ο πρώτος, συντασσόμενος με την άποψη του Schäuble αλλά και πολλών άλλων, εμμένει στον ορισμό του 2022 ως χρόνου – στόχου.

Πιθανότατο αποτέλεσμα αυτής της διαμάχης θεωρεί ο Willsch ότι θα είναι η αποχώρηση του ΔΝΤ: «Το ΔΝΤ προετοιμάζει εδώ και καιρό την έξοδό του», όπως είπε στην ιστοσελίδα.

Η   Handelsblatt-online θυμίζει ότι στο πρώτο πακέτο βοήθειας στην Ελλάδα, το ΔΝΤ είχε συμμετάσχει σε ποσοστό ενός τρίτου και στο δεύτερο μόνο σε ποσοστό 20%. Η σταδιακή αποχώρηση του ΔΝΤ διαφαίνεται και από την συμβολή του στους μηχανισμούς στήριξης. Ενώ στον EFSF αυτή ήταν «υποχρεωτικά προβλεπόμενη», κατά την διάδοχη «ομπρέλα» του ESM θα έπρεπε απλώς να «επιδιωχθεί».

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, πέρα από την "βιτρίνα" που φροντίζει να διατηρεί η Ελληνική κυβέρνηση, βρίσκονται σε μία δύσκολη περίοδο, κατά την οποία η τουρκική προκλητικότητα υλοποιείται με προσχεδιασμένες κινήσεις (Θράκη, Ρόδο) τόσο σε πολιτικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο (μην ξεχνάμε τις πρόσφατες εναέριες και θαλάσσιες παραβιάσεις στο Αιγαίο λόγω της πρόσφατης τουρκικής στρατιωτικής άσκησης).

Η Άγκυρα, για τους δικούς της λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, φαίνεται πως επιδιώκει την όξυνση με την Αθήνα, η οποία από την πλευρά της βρίσκεται σε δυσμενέστατη θέση λόγω των οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων που κλονίζουν την Ελλάδα.

Και ξαφνικά, μία είδηση από την πλευρά της Άγκυρας, φαίνεται πως χτύπησε τον συναγερμό τόσο στην αντιτρομοκρατική, όσο και στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών αλλά και στην κρατική ασφάλεια. Ο λόγος, η σύλληψη από την ΜΙΤ στι αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης -όπως αναφέρθηκε- δύο τούρκων αριστεριστών, οι οποίοι εμπλέκονται -σύμφωνα πάντα με την τουρκική πλευρά- σε εξτρεμιστικές αριστερές οργανώσεις και σκόπευαν να έλθουν στην Ελλάδα για να... εκπαιδευθούν στην κατασκευή και στην τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών!!!

Κι επειδή οι φήμες ποτέ δεν διαρρέονται χωρίς να αποσκοπούν κάπου, η "είδηση" αναστάτωσε τις Ελληνικές αρμόδιες αρχές, οι οποίες έχουν ήδη κινηθεί προληπτικά, αν και η πιθανότητα να ισχύουν όσα διέρρευσαν οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες είναι σχεδόν μηδενική. Κι αυτό επειδή αποτελεί για την Άγκυρα πάγια τακτική δημιουργίας εκτράχυνσης των Ελληνοτουρικικών σχέσεων η διαρροή πληροφοριών που έχουν σχέση με τούρκους αριστεριστές ή Κούρδους, οι οποίοι επισκέπτονται την Ελλάδα για να εκπαιδευθούν στον ανορθόδοξο πόλεμο ή σε αντάρτικο πόλεων κ.α. Παλαιότερα, μάλιστα, οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες -μέσω της τουρκικής κυβέρνησης- είχαν "καταγγείλει" (χωρίς ποτέ να αποδειχθεί, αφού δεν υπήρχαν τεκμήρια) την ύπαρξη και λειτουργία Κουρδικού στρατοπέδου ανορθόδοξου πολέμου εντός της Ελλάδας.

Έτσι, η επαναφορά ενός θέματος τούρκων αριστεριστών βομβιστών - τρομοκρατών, συνάδει απολύτως με την πάγια ακολουθούμενη τακτική όξυνσης των σχέσεων μεταξύ Άγκυρας και Αθήνας. Και αυτό, ακριβώς, σημαίνει για τις Ελληνικές μυστικές υπηρεσίες, πως θα ακολουθήσουν και άλλες ανακοινώσεις ή προκλήσεις (συνήθης χώρος είναι η θάλασσα και ο ουρανός του Αιγαίου) από την πλευρά της Τουρκίας. Όμως, γι αυτό το ενδεχόμενο, αλλά μέχρι και την πιθανότητα δημιουργίας ενός θερμού επεισοδίου από την τουρκική πλευρά, έχει ήδη προετοιμασθεί με συνεχείς ασκήσεις συναγερμού, αλλά και ασκήσεις τακτικής η Ελληνική πλευρά, αφού το Πεντάγωνο γνωρίζει πάρα πολύ καλά την δυσχερέστατη γεωπολιτική θέση στην οποία βρίσκεται η Τουρκία (με όλα όσα συμβαίνουν στα σύνορα με την Τουρκία, αλλά και με τους Κούρδους στον χώρο της Ανατολίας), αλλά και στην αδήριτη ανάγκη των τούρκων στρατηγών να αναδείξουν την χρησιμότητα του τουρκικού στρατού στην εικόνα του ισχυρού κράτους που με τόση θέρμη προσπάθησε να περάσει ο τούρκος πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν.

Έτσι, αν και η "σύλληψη των τούρκων αριστεριστών" στην Κωνσταντινούπολη, θεωρείται ως γεγονός ανύπαρκτο, αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα υπάρξει -ως είθισται- κλιμάκωση διπλωματικών αιτιάσεων ή στρατιωτικών ενεργειών εκ μέρους της Άγκυρας. Ίσως κάποιοι στην γείτονα Τουρκία να ευελπιστούν πως μπορούν να κερδίσουν ένα κομμάτι από την Ελληνική θάλασσα ή κάποια βραχονησίδα, τη στιγμή που η Ελλάδα κλυδωνίζεται. Ίσως, πάλι, θεωρούν ιδανική την χρονική αυτή περίοδο προκειμένου να ασκήσουν περαιτέρω πίεση στην Αθήνα, κι αυτό επειδή οι ενεργειακές έρευνες που πραγματοποιούνται στο Ιόνιο δείχνουν πως το κοίτασμα φυσικού αερίου -που ξεκινά από το Ιόνιο και καταλήγει νότια της Κρήτης- είναι τεράστιο και γίνεται ακόμη μεγαλύτερο νότια του Καστελλόριζου...

Από πλευράς τακτικής, πάντως, η Άγκυρα φαίνεται πως δεν διαθέτει κάτι νέο στα συρτάρια της. Όμως, επειδή είναι επίσης γνωστό πως η Άγκυρα αρέσκεται σε εκπλήξεις -και μάλιστα στις πολύ μεγάλες- το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα κρίνεται ως χρόνος ύψιστης επιφυλακής, αφού δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που συγκλίνουν στην άποψη πως η Τουρκία θα προχωρήσει σε κίνηση και ίσως αυτή να είναι μία κίνηση ιδιαίτερα νευρική...




Αρχίζει να μικραίνει η πατρίδα. Το νιώθουμε κάθε μέρα που περνά. Αφήσαμε να μας δείχνουν οι λιγδιάρηδες της εξουσίας και τα φερέφωνά τους μέσα από εφημερίδες και κανάλια τις μεγάλες καταστροφές αλλά ένα φως δεν έπεσε για να μας δείξει ότι η πραγματική πατρίδα φεύγει στο κάτω μέρος μιας κλεψύδρας που δεν έχει πάτο. Επικεντρώσαμε στο πορτοφόλι την ανησυχία μας, χάνοντας τα μικρά, αυτά που μας έκαναν να νιώθουμε ότι σε αυτόν τον κόσμο η χώρα του φωτός είναι δική μας.

Πολύ συχνά πιπιλάμε την λέξη φιλότιμο και παλικαριά αλλά κατ’ ουσία τις δύο αυτές έννοιες τις έχουμε βγάλει από το κύτταρό μας μια και καλή. Είμαστε πλέον ένας λαός πλαδαρός, τεμπέλης και ασυνείδητος. Πρέπει να το χωνέψουμε ότι είμαστε πλέον ένας επικίνδυνος λαός. Ένας λαός που αποτελείται από εκατομμύρια άτομα που δεν θέλουν να είναι λαός. Θέλει ο καθένας από μόνος του και ο καθένας για την πάρτη του. Η κοινή συνείδηση και η κοινή δικαιοσύνη δεν έχουν θέση πια σε αυτό το κομμάτι γης. Με την καραμέλα του κατατρεγμένου, του ξενιτεμένου, του εξορισμένου, του καταπιεσμένου, ξεχάσαμε να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο, κάτι που θα είναι η συνέχεια όλων αυτών που άλλοι έκαναν πριν από μας.

Στοχεύσαμε στο μηνιάτικο. Στοχεύσαμε στην απόκτηση προσωπικού πλούτου. Στοχεύσαμε στο Εγώ. Ως μέσο είχαμε τον εγωκεντρισμό μας και μία αλαζονεία μικροαστική. Τα αποκτήσαμε όλα τα παραπάνω, αλλά ένα κλικ στην ιστορία του κόσμου μάς απέδειξε ότι τελικά δεν ήμαστε αλυσίδα αλλά κρίκοι ξέχωροι, ο καθένας ακουμπισμένος εκεί που τον βόλευε. Δεν ενώνεται η αλυσίδα για να σύρει αυτή την χώρα από τον βόθρο που έχει πέσει. Και κανείς άλλος δεν φταίει για αυτό παρά όλοι μας, ως άτομα ο καθείς ξεχωριστά. Αποσπαστήκαμε ο ένας από τον άλλον, σιχαθήκαμε ο ένας τον άλλον και αν δούμε ένα άνοιγμα αντί να ενωθούμε με τον διπλανό θα το χρησιμοποιήσουμε για να εκμεταλλευτούμε τον δικό του χώρο. Να τον κατακτήσουμε.

Δεν αντέγραψε εμάς η εξουσία, εμείς την αντιγράψαμε. Όταν την βλέπαμε να βιάζει και να εξολοθρεύει τα μικρά και ασήμαντα που για γενιές ολόκληρες ήταν πατρίδα, δεν της κόψαμε το κεφάλι παρά αντιγράψαμε τους τρόπους για να εξουσιάσουμε- εμείς οι μικροί δικτάτορες- όλο και περισσότερο χώρο τόσο όσο να νιώθουμε πιο πολύ άτρωτοι, πιο πολύ, στην μοναχικότητά μας, ασφαλείς. Έτσι μικρύναμε εμείς ως άτομα και μετέπειτα ως λαός. Έτσι καταφέραμε να θεωρούμε ότι γίναμε σπουδαίοι αλλά απάτριδες πλέον. Εμείς δεν κυνηγηθήκαμε, δεν ξεριζωθήκαμε, δεν πολεμήσαμε, δεν εξοριστήκαμε. Ως ελεύθεροι και αλαζόνες, ο καθένας μοναχός, καταφέραμε αυτό που δεν κατάφερε κανείς ανθέλληνας που πέρασε από αυτόν τον τόπο. Να φέρουμε τα σύνορα μέχρι εκεί που φθάνει η ανάσα του καθένα μας. 

Στην Ξάνθη του 2012, στα 20 δημοτικά σχολεία της περιοχής, καταγράφονται 210 μαθητές που υποσιτίζονται και, όπως αναφέρει ο διευθυντής της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του νομού Σάββας Μελισσόπουλος, πρόκειται για παιδιά που προέρχονται από ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, με τον έναν ή και τους δύο γονείς άνεργους.

Αν η είδηση αυτή δείχνει τις δραματικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, εντυπωσιακή είναι και η επώνυμη καταγγελία του κ. Μελισσόπουλου, ότι οι αρτοποιοί της περιοχής που διανέμουν δωρεάν κουλούρια στους μικρούς μαθητές αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα με το ΣΔΟΕ, επειδή δεν κόβουν παραστατικά πώλησης.
 
Το θέμα αυτό απασχόλησε τη Βουλή, με ερώτηση του βουλευτή των Ανεξάρτητων Ελλήνων Βασίλη Καπερνάρου, ο οποίος κάλεσε τον υπουργό Οικονομικών να απαντήσει πώς θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα.
 
Στον βουλευτή απάντησε ο υφυπουργός Οικονομικών Γιώργος Μαυραγάνης, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι το ΣΔΟΕ, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, πραγματοποιεί ελέγχους σε επιχειρήσεις κάθε είδους και μορφής, προκειμένου να εξεταστεί η συμμόρφωσή τους με τη φορολογική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης και της έκδοσης των αναγκαίων παραστατικών σε περιπτώσεις δωρεάν διανομής αγαθών.
 
Εκτός από τους 210 μαθητές από τα δημοτικά σχολεία της Ξάνθης που έχουν δηλωθεί ότι υποσιτίζονται, ακόμα 62 μαθητές έχουν δηλωθεί από το σχολείο της Σταυρούπολης, 15 μαθητές από το σχολείο Αβδήρων και δύο στα νηπιαγωγεία, ενώ έντεκα μαθητές καταγράφηκαν στον δήμο Τοπείρου.
 
 
Σε περικύκλωση του κτιρίου της Τράπεζας της Ελλάδας έχουν προχωρήσει δεκάδες ιδιώτες-μικροομολογιούχοι, διαμαρτυρόμενοι για την απώλεια χρημάτων που υπέστησαν με το «κούρεμα των ομολόγων τους, εν όψει της προγραμματισμένης για τις 18.00 συνάντησης του διοικητή του ιδρύματος Γ. Προβόπουλου με αντιπροσωπεία του ΠΑΣΟΚ, επικεφαλής της οποίας ήταν ο πρόεδρος του κόμματος Ευ. Βενιζέλος.

Οι συγκεντρωμένοι απέτρεψαν την είσοδο του κ. Βενιζέλου στο κτίριο, καθώς, όταν προσήλθε στην είσοδο επί της οδού Ομήρου, οι συγκεντρωμένοι περικύκλωσαν το αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε, εξαναγκάζοντάς τον να αποχωρήσει.

Αστυνομικές δυνάμεις που βρίσκονται στο σημείο, απώθησαν με ήρεμο τρόπο τους συγκεντρωμένους, προκειμένου να μπορέσει να αποχωρήσει το αυτοκίνητο του κ. Βενιζέλου.

Η συνάντηση του κ. Βενιζέλου με τον κ. Προβόπουλο αναβλήθηκε.
Υπέρ της διαγραφής τού ελληνικού χρέους εμφανίζονται όλο και περισσότερα αμερικανικά ΜΜΕ, ενώ συνεχίζεται η προβολή των διαφορετικών προσεγγίσεων για το ελληνικό πρόβλημα, μεταξύ Ευρωπαίων και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, με την Ευρωζώνη να τάσσεται υπέρ της παράτασης, ώστε το χρέος να φτάσει το 120% τού ΑΕΠ το 2022, και την επικεφαλής τού ΔΝΤ να επιμένει στη βιωσιμότητα του χρέους έως το 2020. Όπως σημειώνεται, για να παρασχεθεί βοήθεια στην Ελλάδα, το ΔΝΤ προτείνει τη διαγραφή μέρους τού ελληνικού χρέους από τον επίσημο τομέα.

Μετά την εφημερίδα «Νιου Γιορκ Τάιμς» και το πρακτορείο «Μπλούμπεργκ», με κύριο άρθρο του, υποστηρίζει τη διαγραφή του ελληνικού χρέους, τονίζοντας ότι εάν οι Ευρωπαίοι ηγέτες συνεχίσουν να αρνούνται τη μόνη δυνατή λύση, τη διαγραφή του χρέους, θα είναι και οι μόνοι υπεύθυνοι εάν χάσουν τελικά τα χρήματά τους από μια χρεοκοπία.

Συγκεκριμένα, το «Μπλούμπεργκ» επικρίνει την αναβλητικότητα και την έλλειψη διορατικότητας των Ευρωπαίων στην αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος, επισημαίνοντας ότι το δίλλημα το οποίο τίθεται έναντι της Ευρώπης είναι, είτε η διαγραφή του ελληνικού χρέους, είτε η χρεοκοπία της Ελλάδας και η έξοδός της από την Ευρωζώνη, όπως τονίζεται.
Μεταξύ άλλων, υπογραμμίζονται οι προσπάθειες που καταβάλλει η κυβέρνηση τού Α. Σαμαρά, για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των πιστωτών, με την υιοθέτηση και εφαρμογή επώδυνων μεταρρυθμίσεων, που έχουν ωστόσο υψηλό κόστος, κοινωνικό, πολιτικό, αλλά και οικονομικό, καθώς βαθαίνουν την ύφεση, σύμφωνα με το κύριο άρθρο.

Στη συνέχεια, σημειώνεται ότι οι κυβερνήσεις και οι υπόλοιποι επίσημοι πιστωτές της Ελλάδας θα χάσουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μέρος ή το σύνολο των χρημάτων που της έχουν δανείσει. Η διαγραφή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί τώρα, ανακουφίζοντας την Ελλάδα ή αργότερα, ως μέρος ίσως μιας άτακτης ελληνικής χρεοκοπίας και εξόδου της χώρας από το ευρώ.

Όπως υποστηρίζεται, αντί να αντιμετωπίσουν το ελληνικό πρόβλημα κατά πρόσωπο, στη σύνοδο του Eurogroup, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης προτίμησαν να παράσχουν στη χώρα διετή επιμήκυνση, έως το 2022, για να μειώσει το χρέος της στο 120% τού ΑΕΠ. Όταν μάλιστα οι υπουργοί Οικονομικών βρουν τον τρόπο για την κάλυψη της χρηματοδότησης του επιπλέον χρόνου, που υπολογίζεται στα 32,6 δισ. ευρώ, θα αρχίσουν να θριαμβολογούν, προσποιούμενοι ότι δεν προέβησαν σε ένα νέο σχέδιο διάσωσης και ότι εξαρτάται πλέον από την οικονομική και πολιτική ικανότητα της Ελλάδας, εάν θα καταστεί το χρέος της βιώσιμο.

Στο κύριο άρθρο καταγράφεται ως μόνη ρεαλιστική την προσέγγιση της διευθύντριας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία εμμένει στην άποψη να καταστεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο έως το 2020. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερο ρεαλισμό το ελληνικό πρόβλημα, και να μην περιμένουν, εάν είναι αυτό το θέμα, τις Γερμανικές εκλογές του 2013, καθώς θα είναι πλέον πολύ αργά όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για το ίδιο το ευρώ.

Επίσης, επισημαίνεται ότι στο προσχέδιο της έκθεσης της τρόικας, που διέρρευσε, υπογραμμίζεται η ανάγκη να καταστεί το ελληνικό πρόγραμμα αξιόπιστο, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν κίνδυνοι εκτροχιασμού του, λόγω κυρίως της αδυναμίας της ελληνικής κυβέρνησης και του υψηλού χρέους. Παράλληλα, γίνεται αναφορά στη διαδεδομένη αντίληψη που επικρατεί στη Βόρεια Ευρώπη για την ανικανότητα της ελληνικής κυβέρνησης, δίνοντας έμφαση στις δηλώσεις του Ευρωπαίου Επιτρόπου Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, Όλι Ρεν, ο οποίος επεσήμανε ότι «ήρθε η ώρα να αρθεί η αντίληψη ότι δεν έχει σημειωθεί πρόοδος. Η αντίληψη αυτή είναι επιζήμια, είναι άδικη, όπως και εσφαλμένη».

Τέλος, τονίζεται ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός, Α. Σαμαράς, πήρε την περασμένη εβδομάδα υψηλά πολιτικά ρίσκα για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τρόικας. Οι ενέργειές του απείλησαν την κυβέρνηση συνεργασίας και προκάλεσαν βίαιες διαδηλώσεις, ενώ γίνεται αναφορά στην υψηλή ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία αναμένεται να βαθύνει περαιτέρω, κατά 5 μονάδες σε σχέση με το ΑΕΠ, την επόμενη διετία. Οι δημοσιονομικές περικοπές αφορούν κυρίως τους μισθούς και τις συντάξεις του δημόσιου τομέα, το ιατροφαρμακευτικό σύστημα και την άμυνα της χώρας, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις εδαφικές διενέξεις της με την Τουρκία.

Όπως υποστηρίζεται στο κύριο άρθρο του «Μπλούμπεργκ», για να μπορέσουν οι Έλληνες να υλοποιήσουν το πρόγραμμα των επώδυνων μεταρρυθμίσεων, θα πρέπει να αρχίσουν να βλέπουν έναν αξιόπιστο δρόμο προς την ανάκαμψη. Εάν οι Ευρωπαίοι ηγέτες συνεχίσουν να αρνούνται τη μόνη δυνατή λύση, τη διαγραφή του χρέους, θα είναι και οι μόνοι υπεύθυνοι εάν χάσουν τελικά τα χρήματά τους από μια χρεοκοπία.

Σε άλλα αμερικανικά ΜΜΕ, όπως στην ιστοσελίδα του τηλεοπτικού δικτύου του CNBC, γίνεται αναφορά σε έκθεση της Goldman Sachs για την ανάγκη δραστικής μείωσης του ελληνικού χρέους. Σύμφωνα με την έκθεση, απαιτείται δραστική μείωση του ελληνικού χρέους, ώστε αυτό να καταστεί βιώσιμο μακροπρόθεσμα.

Εξετάζοντας τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, οι οικονομολόγοι που συνέταξαν την έκθεση, έκριναν ότι για να επιτευχθεί ο στόχος του ΔΝΤ με το ποσοστό του χρέους στο 120% του ΑΕΠ, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, με μείωση που θα ξεπερνά τα 80 δισ. ευρώ. Επίσης, εμφανίζονται επιφυλακτικοί έναντι των άλλων λύσεων που εξετάζονται για την στήριξη της Ελλάδας, όπως τη μείωση των επιτοκίων στα διμερή δάνεια και την επαναγορά ομολόγων. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι εάν δεν διαγραφεί το χρέος της Ελλάδας, που ανέρχεται στα 340 δισ. ευρώ, η Ευρωζώνη αντιμετωπίζει τον κίνδυνο μιας μακροχρόνιας χρηματοδότησης της χώρας.

Παρόμοιες απόψεις εκφράζουν και άλλοι οικονομολόγοι και αναλυτές υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει αξιόπιστο σχέδιο για τη μείωση τού ελληνικού χρέους, παρομοιάζοντας την Ελλάδα με ένα καρκίνωμα στην οικονομία τής Ευρωζώνης, που θα πρέπει να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά οι ηγέτες τής Ευρωζώνης.



Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Με το ευρώ σε κρίση, η Γερμανία δείχνει σαν ένα απομονωμένο νησί δημοσιονομικής σταθερότητας μέσα στην Ευρώπη. Τα επίπεδα του χρέους της είναι μέτρια, τα κρατικά ομόλογά της αποτελούν ασφαλές καταφύγιο για επενδυτές από όλο τον κόσμο και έχει αποφύγει όλα τα είδη των ιδιωτικών πιστωτικών εκρήξεων και όλες τις στεγαστικές φούσκες που αποσταθεροποίησαν την υπόλοιπη ήπειρο. Η γερμανική οικονομία, που τροφοδοτείται από εξαγωγές ρεκόρ, έχει αναπτυχθεί σταθερά, αυξανόμενη κατά 25% την τελευταία δεκαετία.
Αλλά κάτω από τη λαμπερή επιφάνεια κρύβεται μια σκοτεινή ιστορία: η οικονομική θέση της Γερμανίας είναι απλά μη βιώσιμη. Κατά πρώτον, ένα μεγάλο μέρος του εμπορικού πλεονάσματός της έχει επιτευχθεί εις βάρος των αντίστοιχων ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών των ευρωπαϊκών χωρών που βρίσκονται σε κρίση. Ταυτόχρονα, αυτό το υπερμέγεθες πλεόνασμα πηγαίνει χέρι-χέρι με μεγάλες ανισορροπίες στο εσωτερικό της οικονομίας της Γερμανίας. Οι γερμανικές επιχειρήσεις έχουν επενδύσει τα κέρδη τους στο εξωτερικό, βοηθώντας τη χρηματοδότηση ξένων εισαγωγών. Εν τω μεταξύ, καθώς τα γερμανικά χρήματα έχουν διαρρεύσει από τη χώρα, οι εγχώριες επενδύσεις έχουν ατονήσει σε άνευ προηγουμένου χαμηλά επίπεδα.
Η Γερμανία, όπως και άλλες πλούσιες, ρυπογόνες και γηράσκουσες χώρες, αντιμετωπίζει τεράστιες μακροπρόθεσμες προκλήσεις. Το εργατικό δυναμικό της συρρικνώνεται, ο ενεργειακός τομέας της χρειάζεται να ξαναφτιαχτεί και οι δημόσιες υποδομές της έχουν μείνει πάρα πολύ καιρό χωρίς βελτίωση. Παρ’ όλες τις συζητήσεις περί της οικονομικής της ισχύος, η Γερμανία έχει μέχρι στιγμής σπαταλήσει την ευκαιρία να εξασφαλίσει μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα αυτό μέσω των απολύτως αναγκαίων εγχώριων επενδύσεων.
Οι οικονομικές συνθήκες για τέτοιου είδους δαπάνες δεν ήταν ποτέ πιο ευνοϊκές: τα επιτόκια του δημόσιου δανεισμού προσεγγίζουν το μηδέν. Κι όμως, λόγω μιας συνταγματικής τροποποίησης του 2009 που απαιτεί τόσο η ομοσπονδιακή όσο και οι πολιτειακές κυβερνήσεις να διατηρούν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, ο γερμανικός δημόσιος τομέας έχει αρνηθεί στον εαυτό του την ευκαιρία να δανειστεί και να επενδύσει. Και για να κάνει τα πράγματα χειρότερα, αντί να προσπαθήσει να βγει από αυτή την αυτοπροκληθείσα παγίδα, το Βερολίνο επιμένει ότι η ευρωζώνη ως σύνολο οφείλει να υιοθετήσει αυτό το μοντέλο, με τη μορφή της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής εναρμόνισης, μιας συνθήκης που θα επιβάλλει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς σε ολόκληρη την ήπειρο. Το ότι η Γερμανία επιδιώκει να διαμορφώσει την υπόλοιπη Ευρώπη καθ’ ομοίωσή της καθιστά ακόμη πιο επείγον να κατανοηθούν τα ρήγματα που βρίσκονται κάτω από τη βάση του οικονομικού της μοντέλου.
Η ΛΙΤΟΤΗΤΑ ΞΕΚΙΝΑ ΕΓΧΩΡΙΩΣ
Οι Γερμανοί μπαίνουν στον πειρασμό να βλέπουν το τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα που έχουν απολαύσει από το 2000 ως την επιστροφή στις ημέρες δόξας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Δυτική Γερμανία αναδύθηκε από τα χαλάσματα και το «Made in Germany» έγινε συνώνυμο της ποιότητας. Αλλά η ιστορική αναλογία είναι εσφαλμένη. Είναι αλήθεια ότι στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η Γερμανία είχε πλεονάσματα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, κάτι το οποίο σήμαινε ότι, όπως και σήμερα, η χώρα εξήγαγε κεφάλαια. Αλλά στις μεταπολεμικές δεκαετίες, το κίνητρο για εγχώριες επενδύσεις ήταν τεράστιο. Οι αποταμιεύσεις των γερμανικών νοικοκυριών και τα πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού ήταν αρκετά μεγάλα για να διατηρήσουν τόσο το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών όσο και μια οργιώδη εσωτερική ανασυγκρότηση. Τώρα, αντίθετα, η χώρα έχει επενδύσει στο εξωτερικό και όχι εγχώρια. Με αυτή την έννοια, το σημερινό πλεόνασμα δεν είναι μια δικαίωση του δοκιμασμένου και επαληθευμένου μεταπολεμικού γερμανικού μοντέλου ανάπτυξης, αλλά ένα σημάδι της αποσύνθεσης του.
Από την έναρξη της νέας χιλιετίας, οι καθαρές επενδύσεις στη Γερμανία, ως ποσοστό του ΑΕΠ, ήταν χαμηλότερες από ό, τι σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην καταγραμμένη ιστορία της, εκτός από τα καταστροφικά χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης. Ο γερμανικός επιχειρηματικός τομέας έχει επενδύσει τα περισσότερο από άφθονα κέρδη του, αλλά το έχει πράξει έξω από τη χώρα. Το αποτέλεσμα αυτής της διαρροής ιδιωτικού χρήματος έχει επιδεινωθεί από την εκστρατεία του Βερολίνου να επιβάλλει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, κάτι το οποίο εμπόδισε σημαντικές επενδύσεις εκ μέρους του δημόσιου τομέα.
Για χρόνια, η απόσβεση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού δημοσίου ξεπερνά τις νέες επενδύσεις. Το 2011, σε πόλεις και περιοχές σε ολόκληρη τη χώρα, συσσωρεύθηκαν απαιτούμενες δημόσιες επενδύσεις συνολικού ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ. Παρά το γεγονός ότι η Γερμανία συχνά επιδεικνύει τα περιβαλλοντικά της διαπιστευτήρια, οι επενδύσεις της χώρας σε ένα «πράσινο» αναπτυξιακό πρόγραμμα την περίοδο 2009 - 2012 επισκιάστηκε από εκείνα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Νότιας Κορέας, για να μην αναφέρουμε αυτό της Κίνας. Παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της Γερμανίας γηράσκει ραγδαία, η κυβέρνηση υποεπενδύει σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη γερμανική έκθεση για την εθνική εκπαίδευση, οι δαπάνες της για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση παραμένουν κάτω από το μέσο όρο των χωρών μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Τα γερμανικά πανεπιστήμια, τα οποία ήταν τα μεγάλα πνευματικά εργοστάσια του δέκατου ένατου αιώνα και των αρχών του εικοστού, τώρα μαραζώνουν σε μέτριες θέσεις στις διεθνείς κατατάξεις. Η Ακαδημαϊκή Κατάταξη των Πανεπιστημίων του Κόσμου για το 2011 που καταρτίζεται από το Πανεπιστήμιο Jiao Tong της Σαγκάης, τοποθέτησε μόνο έξι γερμανικά πανεπιστήμια στα κορυφαία 100, με την υψηλότερη κατάταξη γερμανικού πανεπιστημίου στην 47η θέση της σχετικής λίστας. Κατά την τελευταία δεκαετία, καθώς τα κεφάλαια ξεχύνονται έξω από τη χώρα σε ποσοστά 6%-8% σε ετήσια βάση, η Γερμανία δάνεισε πολύ περισσότερο αλλοδαπούς για να αγοράζουν γερμανικά προϊόντα από ό, τι δαπάνησε για την εκπαίδευση των δικών της παιδιών. Με λίγα λόγια, το Βερολίνο μπορεί να έχει εξασφαλίσει δεσπόζουσα θέση στην Ευρώπη, αλλά δεν έχει κάνει επαρκείς προβλέψεις για το μέλλον.
Ευτυχώς, αν και το Βερολίνο παραμένει σε μεγάλο βαθμό διστακτικό στο να εξετάσει τα μειονεκτήματα της αναπτυξιακής του πολιτικής με βάση τις εξαγωγές, Γερμανοί πολιτικοί, επικεφαλής επιχειρήσεων και ψηφοφόροι αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι το χαμηλό επίπεδο των εγχώριων επενδύσεων είναι ένα πρόβλημα. Η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και η κυβέρνησή της έχουν συχνά επικριθεί ότι είναι πάρα πολύ συντηρητικοί και στενόμυαλοι, αλλά τα τελευταία χρόνια, έχουν καταλάβει ότι πρέπει να κατευθύνουν επενδύσεις για την αντιμετώπιση της διαφαινόμενης δημογραφικής αλλαγής στην Γερμανία αλλά και στο να κάνουν την χώρα παγκόσμιο ηγέτη στην καθαρή ενέργεια. Ακόμα και εν μέσω της κρίσης του ευρώ και των εγχώριων πολιτικών διαμαχών, οι μακροπρόθεσμες αναγκαιότητες συνεχίζουν να απασχολούν τη γερμανική κυβέρνηση. Το Βερολίνο έχει αναπτύξει περίτεχνα σχέδια για εθνικά προγράμματα επενδύσεων σχετικά με τη φροντίδα των παιδιών και την ενέργεια, το κόστος των οποίων θα ανέλθει σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ.
Τα σχέδια αυτά φαίνεται να είναι ακριβώς το είδος των κινήτρων που οι επικριτές της Μέρκελ ζητούν. Αλλά επειδή η κυβέρνησή της εμποδίζεται συνταγματικά από το να αυξήσει το δημόσιο χρέος, δεν έχει κανένα σαφή τρόπο για να τα εφαρμόσει. Η κυβέρνησή της συζητά τα επενδυτικά σχέδια με ασαφείς γενικότητες, χωρίς να διευκρινίζεται ποιος θα πληρώσει γι' αυτά. Με τον δανεισμό να μην αποτελεί επιλογή, το Βερολίνο θα πρέπει να ελπίζει είτε ότι τα χρήματα θα προέλθουν από αμείλικτες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες ή ότι μια μαζική αναβίωση των ιδιωτικών επενδύσεων θα καλύψει τις ανάγκες της χώρας. Η πρώτη πιθανότητα - ότι η Γερμανία θα χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις μέσω της ανακατανομής των δημοσίων πόρων - θα συνεπάγεται περιττό πόνο. Η δεύτερη επιλογή - ανανεωμένες επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα - μοιάζει σαν ευσεβής πόθος, δεδομένων των νωθρών εταιρικών επενδύσεων της τελευταίας δεκαετίας και της προοπτικής της πολύ μεγαλύτερης οικονομικής και πολιτικής αναταραχής που έρχεται. Δυστυχώς, λοιπόν, η Γερμανία φαίνεται ότι μάλλον θα συνεχίσει τον κατήφορο μιας μη βιώσιμης πορείας.
ΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ
Οι επενδύσεις είναι απαραίτητες, πρώτον, για να αποφευχθεί η δημιουργία μας τρύπας στο γερμανικό εργατικό δυναμικό. Ο ρυθμός γεννήσεων στη Γερμανία είναι χαμηλός - το 2009 μόνο τρεις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ είχαν λιγότερα παιδιά ανά γυναίκα - έτσι ο πληθυσμός της συρρικνώνεται και γηράσκει ταχέως, με αποτέλεσμα ένα μικρότερο εργατικό δυναμικό και μειωμένη φορολογική βάση. Αυτή η δημογραφική αλλαγή θα διαταράξει την ισορροπία μεταξύ καθαρών συνεισφερόντων και καθαρών αποδεκτών εντός του εθνικού «πληρωμής επί τη αποχωρήσει» (pay-as-you-go) συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ενός παζαριού μεταξύ των γενεών που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1950.
Μια πιθανή λύση θα ήταν να αυξηθεί η μετανάστευση, και το Βερολίνο έχει εντείνει τις προσπάθειές του για την πρόσληψη αλλοδαπών εργαζομένων. Αλλά τα μεγάλης κλίμακας προγράμματα επισκεπτών-εργαζομένων της δεκαετίας του 1960 και των αρχών της δεκαετίας του 1970, τα οποία έφεραν τους μετανάστες κατά κύματα από την Τουρκία και την Ευρωπαϊκή Μεσόγειο, κουβαλούν μια μικτή κληρονομιά. Ήδη, το 35% των νέων παιδιών στη Γερμανία γεννιούνται από μετανάστες, θέτοντας πιέσεις σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν έχει ακόμη συνεκτική στρατηγική για τη διδασκαλία των γερμανικών ως δεύτερης γλώσσας, πόσω μάλλον να μεγιστοποιεί το δυναμικό όλων των μαθητών. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες για την ενσωμάτωση αυτών των μεταναστών, η Γερμανία παραμένει ανήσυχη σχετικά με την πολυπολιτισμικότητα.
Ένας άλλος τρόπος για να ενισχυθεί η γερμανική εργατική δύναμη θα είναι να θεσπιστούν πολιτικές για τη φροντίδα των παιδιών οι οποίες θα καταστήσουν ευκολότερο στις γυναίκες να ανατρέφουν παιδιά και παράλληλα να συνεχίζουν τη σταδιοδρομία τους. Ένα σημαντικό εμπόδιο για τέτοιες πολιτικές είναι η συντηρητική πολιτική κουλτούρα της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), το κυρίαρχο πολιτικό κόμμα της Γερμανίας για ένα μεγάλο μέρος των τελευταίων 60 ετών, το οποίο τείνει να αποδοκιμάζει τις μητέρες που εργάζονται έξω από το σπίτι. Η ενσωμάτωση της πρώην κομμουνιστικής Ανατολικής Γερμανίας το 1990, βοήθησε στην αλλαγή αυτών των συμπεριφορών, δεδομένου ότι εισήγαγε στη χώρα την εμπειρία ενός ριζικά διαφορετικού μοντέλου κρατικά χρηματοδοτούμενης φροντίδας παιδιών. Παρά την επίμονη και άγρια αντίσταση από τη συντηρητική πτέρυγα του κόμματός της, η Μέρκελ επεδίωξε να συνεχίσει να φέρνει τις μητέρες στο εργατικό δυναμικό με την οικοδόμηση ενός ολοκληρωμένου, υψηλής ποιότητας συστήματος φροντίδας παιδιών που θα καλύπτει όλα τα παιδιά μέχρι την ηλικία των έξι ετών. Μεταξύ του 2006 και του 2011, η Γερμανία δημιούργησε 230.000 νέες θέσεις για παιδιά προσχολικής φοίτησης και οι τοπικές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν τώρα την πρόκληση της δημιουργίας ακόμη 260.000 θέσεων μέχρι το 2013. Το κόστος για το έργο αυτό θα ανέλθει σε δισεκατομμύρια ευρώ.
Ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση αποτελεί η πρόταση της Μέρκελ για μια Energiewende, ή αλλιώς ενεργειακή αλλαγή. Μετά την πυρηνική καταστροφή στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας το 2011, η Γερμανία αποφάσισε να κλείσει όλα τα πυρηνικά εργοστάσιά της μέχρι το 2022. Αντί να τα αντικαταστήσει με φθηνά αλλά ρυπογόνα εργοστάσια που καίνε άνθρακα, το Βερολίνο οραματίζεται μια τεράστια επένδυση στην πράσινη τεχνολογία, με στόχο να καλύψει το 35% των ενεργειακών αναγκών της χώρας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μέχρι το 2020. Σε ορισμένα κρατίδια, όπως η Βαυαρία, η οποία παράγει το 58% της ηλεκτρικής της ενέργειας από πυρηνική ενέργεια, η Γερμανία θα πρέπει να οικοδομήσει τεράστιες νέες ενεργειακές υποδομές. Τεράστια υπεράκτια αιολικά πάρκα και μια αναβάθμιση του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικών φορτίων βορρά-νότου είναι επίσης στο στάδιο του σχεδιασμού. Αυτός ο ενεργειακός μετασχηματισμός κατά πάσα πιθανότητα θα καταλήξει να κοστίζει πάνω από 200 δισ. ευρώ.
Αυτοί οι αριθμοί δεν θα πρέπει να είναι αιτία συναγερμού. Αντίθετα, οι προτεραιότητες είναι λογικές, και αυτή η κλίμακα των επενδύσεων είναι ακριβώς ό, τι χρειάζεται η Γερμανία για να αναπτυχθεί με βιώσιμο τρόπο. Μια ώθηση στη γερμανική εγχώρια ζήτηση θα μπορούσε επίσης να αποκαταστήσει την ισορροπία στην ευρωπαϊκή οικονομία, δημιουργώντας αγορές για τους εισαγωγείς και θέσεις εργασίας για μετανάστες εργαζομένους, συμβάλλοντας έτσι στην αντιστάθμιση του αποπληθωρισμού που έχουν υποστεί οι υπό κρίση χώρες. Αλλά το Βερολίνο δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει ακριβώς από πού θα προέλθουν τα χρήματα και έτσι το μέλλον των σχεδίων αυτών είναι αμφίβολο.
Το ζήτημα του πώς θα πληρωθούν οι επενδύσεις στη Γερμανία δεν θα έπρεπε να είναι δύσκολο να απαντηθεί. Η αναδημιουργία του εθνικού συστήματος παιδικής φροντίδας και των ενεργειακών υποδομών είναι ακριβώς το είδος των μακροπρόθεσμων σχεδίων που θα πρέπει να χρηματοδοτούνται μέσω δανεισμού και η Γερμανία δεν θα μπορούσε να είναι σε καλύτερη θέση να το πράξει. Τον Ιούνιο, η χώρα πωλούσε χρέος με αρνητικές αποδόσεις. Μπορεί να δανειστεί για σχεδόν μηδενικό επιτόκιο. Μια χορωδία επιφανών οικονομολόγων από όλο τον κόσμο, ο Λάρι Σάμερς και ο Μάρτιν Γουλφ μεταξύ αυτών, εξακολουθούν να ζητούν από τις κυβερνήσεις να προωθήσουν όλα τα σχέδια των απαραίτητων δαπανών ώστε να επωφεληθούν από το χρυσορυχείο των χαμηλών επιτοκίων. Αλλά η Μέρκελ και η γερμανική πολιτική τάξη δεν θα κάνουν τίποτα από αυτά. Κατά την τελευταία δεκαετία, μια βαθιά νοοτροπία αντι-δανεισμού έχει ριζώσει στη Γερμανία και η χώρα έχει πλέον κολλήσει με την συνταγματική τροπολογία του 2009 περί ισοσκελισμένου προϋπολογισμού.
ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΓΕΝΙΑ
Η ρητορική που ενέπνευσε περισσότερο από τα δύο τρίτα του γερμανικού κοινοβουλίου (Bundestag) να εγκρίνουν αυτή τη ριζική τροποπολογία ήταν μια πρόσκληση για αειφορία, το αλλοτινό σύνθημα του περιβαλλοντικού κινήματος. Οι υποστηρικτές του λεγόμενου «φρένου» του χρέους ισχυρίστηκαν ότι ένα όριο στον κρατικό δανεισμό θα διασφαλίσει ότι τα οικονομικά της χώρας θα παραμείνουν σε τάξη και θα έχει ως αποτέλεσμα ένα πιο δίκαιο μέλλον για τις επόμενες γενιές. Αλλά υπάρχουν δύο τύποι διαγενεαλογικών συμφωνιών που μπορούν να κάνουν οι ψηφοφόροι, η μία θετική και η άλλη αρνητική. Σε μια θετική συμφωνία, η σημερινή γενιά δεσμεύεται να αφήσει έναν καλύτερο κόσμο για τα παιδιά της. Σε μια αρνητική συμφωνία, η σημερινή γενιά δεσμεύεται να μην αφήσει τα παιδιά της με ένα μεγάλο πρόβλημα - σε αυτή την περίπτωση, ένα μεγάλο δημόσιο χρέος. Το πρώτο μοντέλο σημαίνει ότι ο ισολογισμός πρέπει να παραμείνει σε υγιή κατάσταση, με δανεισμό που δεν υπερβαίνει τις παραγωγικές επενδύσεις. Το δεύτερο μοντέλο σημαίνει απλά ότι το δημόσιο χρέος θα πρέπει να μειωθεί. Παρά τις διαμαρτυρίες μιας σειράς διακεκριμένων οικονομολόγων, συνδικάτων και ομάδων δημοσίου συμφέροντος, το 2009, το αρνητικό μοντέλο επικράτησε. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν το Βερολίνο αναγνωρίζει την ανάγκη για αύξηση των επενδύσεων και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αντιμετωπίζει ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες, αποτρέπεται από το να εκμεταλλευθεί το ευνοϊκό περιβάλλον από ένα νομικό εμπόδιο που η ίδια έφτιαξε.
Εκείνο που οδήγησε στην απόφαση αυτή ήταν η αίσθηση μιας κρίσης, ένα συναίσθημα που μπορεί να προκαλεί σύγχυση σε ξένους που βλέπουν τη Γερμανία ως την απεικόνιση των υγιών οικονομικών, αλλά έχει νόημα όταν κάποιος κοιτάζει τα οικονομικά της Γερμανίας σε κρατικό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών, ενώ η Γερμανία κοπίασε να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα του εξαγωγικού της κλάδου, οι πολιτικοί της δεν κατάφεραν να κρατήσουν τα δημόσια οικονομικά σε ισορροπία. Τώρα, αν και τα ελλείμματα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης είναι ανεκτά και τα οικονομικά των πλούσιων νότιων κρατιδίων είναι σε άριστη κατάσταση, σε μεγάλο μέρος του Βορρά και της Ανατολής τα δημόσια οικονομικά ισορροπούν στο χείλος της κρίσης. Το 2011, το χρέος του κράτους του Βερολίνου έφτασε έως το 66% του ΑΕΠ σε κρατικό επίπεδο. Για να συγκρατήσουν αυτό το εκρηκτικό πρόβλημα, τα εύπορα νότια κρατίδια συμφώνησαν να διασώσουν τους πτωχευμένους βόρειους ομολόγους τους με αντάλλαγμα μια συμφωνία βάσει της οποίας όλα τα νέα δάνεια από τα κρατίδια θα σταματήσουν μέχρι το 2020 και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα περιορίσει τον καινούργιο δανεισμό της σε όχι περισσότερο από 0,35% του ΑΕΠ ετησίως. Αυτές οι δραστικές διατάξεις ήταν το κόστος που καταβλήθηκε για τη διατήρηση της δημοσιονομικής ενότητας της Ομοσπονδιακής Γερμανικής Δημοκρατίας.
Το εσωτερικό δράμα των γερμανικών δημόσιων οικονομικών ρίχνει φως στο γιατί η Γερμανία έχει λάβει μια τόσο συντηρητική προσέγγιση στην κρίση χρέους της Ευρώπης. Είναι αυτή η ίδια συμφωνία - δημοσιονομική λιτότητα με αντάλλαγμα τη διατήρηση της ένωσης - που η Γερμανία προτείνει τώρα να επεκταθεί στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία. Αλλά, όπως οι επικριτές του Βερολίνου έχουν επανειλημμένα επισημάνει, κάθε βιώσιμη οικονομική ενοποίηση πρέπει να έχει δύο συνιστώσες: μια πολιτική για τον περιορισμό της σπατάλης και μια στρατηγική για την ανάπτυξη. Και, τόσο για τα γερμανικά κρατίδια όσο και για τις ομοίως πιεζόμενες χώρες της Ευρώπης, η Μέρκελ δεν κατάφερε να αρθρώσει ένα σχέδιο για οικονομική ανάπτυξη. Το Βερολίνο αναγνωρίζει την ανάγκη της γερμανικής οικονομίας για εγχώριες επενδύσεις. Αλλά δεσμευόμενο με «φρένο χρέους» τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη στο σύνολό της, το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών επιμένει ότι η ανάπτυξη μπορεί να έρθει μόνο ως αποτέλεσμα της λιτότητας.
Σκεφτείτε τις συνέπειες αυτού του μοντέλου. Με «παγωμένο» τον νέο δανεισμό, η Γερμανία προβλέπει ότι ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ της θα μειώνεται σταθερά. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα φορολογικά έσοδα από εταιρικά και οικογενειακά εισοδήματα έχουν μειωθεί ως ποσοστό του ΑΕΠ στη Γερμανία, όπως και σε ένα μεγάλο μέρος του υπόλοιπου ανεπτυγμένου κόσμου, ο προϋπολογισμός της κυβέρνησης θα είναι πολύ μικρότερος. Αν, αντιμέτωπο με αυτή την συμπίεση, το Βερολίνο θέλει να μείνει πιστό στις υποσχέσεις περί επενδύσεων σε ενεργειακές υποδομές, νηπιαγωγεία, πανεπιστήμια, καθώς και στην Έρευνα και Ανάπτυξη, θα πρέπει να προχωρήσει σε ανηλεή περικοπή κάθε ευρώ από μη παραγωγικές δημόσιες δαπάνες - μια επώδυνη και αντιλαϊκή πολιτική πρόταση. Οι Γερμανοί ηγέτες θα πρέπει, συνεπώς, να ελπίζουν ότι η στρατηγική τους τής συρρίκνωσης και επανεξισορρόπησης του κράτους θα προκαλέσει μια δραματική ανάκαμψη των ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο σχετικά με αυτό το μοντέλο, το οποίο τώρα η Μέρκελ υποστηρίζει όχι μόνο για τη Γερμανία αλλά και για την υπόλοιπη Ευρώπη, είναι το πόσο μη-ευρωπαϊκό φαίνεται. Το σενάριο ακούγεται τρομερά ίδιο με την ουτοπία της εποχής του 1980 σχετικά με την προσφορά (σ.σ.: ως αντίθετη της ζήτησης στην οικονομία).
Ακόμα και αν η κυβέρνηση της Μέρκελ πάρει ακριβώς αυτό που θέλει - μαζικές επενδύσεις από τον ιδιωτικό τομέα παράλληλα με δημόσιες επενδύσεις που χρηματοδοτούνται χωρίς καμία αύξηση του δημόσιου δανεισμού - ο πόνος θα είναι πραγματικός. Η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να πληρώσει για αυτές τις επενδύσεις από αύξηση φόρων, καταργώντας φορολογικές εξαιρέσεις, και, πάνω απ' όλα, επιβαρύνοντας τους καταναλωτές. Ήδη, λόγω των απότομων ενεργειακών επιβαρύνσεων, οι Γερμανοί πληρώνουν πάνω από τρεις φορές περισσότερο για την ηλεκτρική ενέργεια σε σύγκριση με τους Αμερικανούς και οι δαπάνες αυτές κατά πάσα πιθανότητα θα αυξηθούν κατά τουλάχιστον 50% κατά τη διάρκεια του Energiewende. Επιπλέον, η στήριξη στη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα για τη χρηματοδότηση μακροπρόθεσμων στρατηγικών επενδύσεων ενέχει τους δικούς της κινδύνους. Η σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) μπορεί να είναι αποτελεσματική κατά περίπτωση, αλλά επίσης θρέφει συγκρούσεις συμφερόντων. Φέτος, όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προσπάθησε να σταματήσει μια δαπανηρή επιδότηση που είχε θεσπιστεί για να κατευθύνει ιδιωτικές επενδύσεις προς την ηλιακή ενέργεια, έπρεπε να δώσει μια παρατεταμένη μάχη με τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις των κρατιδίων. Το αποτέλεσμα ήταν μια ομιχλώδης συμβιβαστική λύση με την οποία η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έπρεπε να προσφέρει μια εγγυημένη τιμή για την παραγόμενη από τον ήλιο ηλεκτρική ενέργεια για 20 χρόνια.
Και αυτό το μη ιδανικό αποτέλεσμα είναι το πιο αισιόδοξο σενάριο. Πολύ πιο πιθανό, δεδομένης της τεράστιας δημοσιονομικής πίεσης που ασκείται από το «φρένο χρέους», είναι ότι πολύ αναγκαίες επενδύσεις θα μένουν όλο και περισσότερο πίσω στο χρονοδιάγραμμα. Μετά ταύτα, ακόμα και όταν οι ομοσπονδιακές, πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις είχαν τη δυνατότητα να δανειστούν, έτειναν να παραμελούν τις επενδύσεις. Αν οι μακροπρόθεσμες δαπάνες μπορούν να χρηματοδοτηθούν μόνο από το τρέχον εισόδημα, οι προοπτικές για νέες επενδύσεις θα είναι σίγουρα ακόμη πιο αμυδρές. Αρκεί να δει κανείς την Ελβετία, η οποία το 2003 ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που εισήγαγε το «φρένο χρέους» και χρησίμευσε ως πρότυπο για τη γερμανική πρωτοβουλία. Παρότι το χρέος προς το ΑΕΠ της έχει μειωθεί δραματικά από τότε, τα επίπεδα των δημόσιων επενδύσεων της Ελβετίας είναι από τα χαμηλότερα στον ανεπτυγμένο κόσμο. Ένα «φρένο χρέους» μπορεί να φέρει τις συνολικές δημόσιες δαπάνες σε ισορροπία με τα έσοδα. Αλλά είναι αφελές να ελπίζει κανείς ότι θα κάνει τον δημόσιο τομέα να επικεντρώσει την προσοχή του στις μακροπρόθεσμες προτεραιότητες αντί στις βραχυπρόθεσμες.
ΜΕΧΡΙ ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΝΑ ΓΥΡΙΣΟΥΝ ΠΙΣΩ
Αν το Βερολίνο όντως επιμείνει στη στρατηγική της τιθάσευσης των οικονομικών της χώρας, η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι ηγέτες της Γερμανίας θα είναι να αντιστραφεί η κατάρρευση των εγχώριων επιχειρηματικών επενδύσεων. Αυτό δεν θα είναι εύκολο. Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο γερμανικός ιδιωτικός τομέας έχει επωφεληθεί από ένα εξαιρετικά ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον. Αλλά ακόμη και σε αυτές τις καλές εποχές, επέλεξε να κατευθύνει τα κεφάλαιά του στο εξωτερικό, με σκοπό την ανάπτυξη αγορών για τα γερμανικά αγαθά και αλλού στην Ευρώπη και στην Ασία. Είναι δύσκολο να δούμε τι περισσότερο θα μπορούσε να κάνει η γερμανική κυβέρνηση για να αποτρέψει τις επιχειρήσεις από να δαπανούν τα κέρδη τους έξω από τη χώρα. Εν τω μεταξύ, το θετικό πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της τελευταίας δεκαετίας φαίνεται ότι θα επιδεινωθεί.
Βεβαίως, η απάντηση δεν μπορεί απλά να είναι περισσότερες περικοπές στους μισθούς των Γερμανών εργαζομένων. Μεταξύ του 2000 και του 2009, ενώ τα εταιρικά κέρδη εκτινάχθηκαν στα ύψη, οι εξαγωγές απογειώθηκαν και κεφάλαια έφευγαν από τη χώρα, οι πραγματικοί μισθοί στη Γερμανία μειώθηκαν κατά 1%. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών, η εισοδηματική ανισότητα στη Γερμανία, όπως μετράται από το συντελεστή Gini, έχει αυξηθεί οριακά λιγότερο σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και δύο φορές πιο γρήγορα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Πόσο καιρό μπορεί να περιμένουν οι Γερμανοί εργοδότες ότι οι εργαζόμενοί τους, αντιμέτωποι με την υφέρπουσα αύξηση της φορολογίας και τις περικοπές του προϋπολογισμού, θα συνεχίσουν να συναινούν σε αυτόν τον άνισο συμβιβασμό; Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση του 2009 που διεξήγαγε το GfK Group, το μεγαλύτερο γερμανικό ινστιτούτο έρευνας αγοράς, μόνο το 24,9% των Γερμανών θεωρεί την κοινωνία τους «δίκαιη» - και αυτό ήταν πριν ενσκήψει το χειρότερο κομμάτι της κρίσης.
Την ίδια ώρα, το πολιτικό σύστημα της Γερμανίας έχει γίνει όλο και περισσότερο κατακερματισμένο. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της οικονομικής και πολιτικής αναταραχής της δεκαετίας του 1970, τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, το CDU και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SDP), εξέφραζαν το 90% του γερμανικού εκλογικού σώματος. Από το 2000, το συνδυασμένο μερίδιό τους έχει μειωθεί σε περίπου 70%, αναγκάζοντάς τα να οικοδομούν πολύπλοκες και εύθραυστες συμμαχίες με μια ομάδα από τέσσερα άλλα μικρότερα κόμματα. Πιο πρόσφατα, το Κόμμα των Πειρατών, μια ατελής ομάδα διαμαρτυρίας αορίστου ιδεολογίας, έχει αναδειχθεί ως μια πραγματική πολιτική δύναμη και έχει αποκτήσει εκπροσώπηση σε όλη την χώρα. Ο θυμός των ψηφοφόρων με την αντίδραση της κυβέρνησης στην τρέχουσα κρίση θα επιβαρύνει περαιτέρω την ικανότητα των παραδοσιακών κομμάτων να καθοδηγούν και να εκφράζουν την κοινή γνώμη.
Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι η ίδια η ασυνέχεια του γερμανικού πολιτικού τοπίου μπορεί, κατά ειρωνεία της τύχης, να επιτρέψει στη χώρα να ξεφύγει από την δύσκολη οικονομική θέση της. Στο κάτω - κάτω, χρειάστηκε ένας ασυνήθιστος συνασπισμός του CDU με το SDP για να τεθεί το «φρένο του χρέους» στο Σύνταγμα. Είναι περισσότερο από πιθανό ότι, σε περίπτωση σοβαρού σοκ για τη γερμανική οικονομία, ίσως προκληθέντος από μια άτακτη διάλυση της ευρωζώνης, μια ταλανιζόμενη κυβέρνηση συνασπισμού θα πρέπει απλώς να αγνοήσει το «φρένο χρέους». Χωρίς αμφιβολία, μια πραγματικά συνολική πανευρωπαϊκή οικονομική κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει επίσης τις γερμανικές επιχειρήσεις να υποχωρήσουν σε πιο ασφαλείς εγχώριες επενδύσεις. Αλλά το να ελπίζουμε σε ένα τέτοιο καταστροφικό σενάριο είναι σαν να παίζουμε με τη φωτιά. Το πολιτικό κόστος θα ήταν ανυπολόγιστο. Μια ολοκληρωτική εγκατάλειψη της ρήτρας του χρέους θα συναντήσει σθεναρή αντίσταση από τα κρατίδια της νότιας Γερμανίας που έχουν χαμηλό χρέος, προκαλώντας μια δημοσιονομική κρίση στην Ομοσπονδία της Γερμανίας. Θα φέρει επίσης την κυβέρνηση σε σύγκρουση με το ισχυρό γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο στην Καρλσρούη.
Η καλύτερη ευκαιρία για τη Γερμανία να βγει από το σημερινό αδιέξοδο με μια αναπτυξιακή στρατηγική - τόσο για τον εαυτό της όσο και για την υπόλοιπη Ευρώπη - θα ήταν να χειριστεί την λιτότητα όχι ως μόνιμη οικονομική πολιτική, αλλά ως μια μορφή θεραπείας σοκ. Μόλις η αγορά ανακτήσει την εμπιστοσύνη της στο ευρώ, αφότου τα γερμανικά κρατίδια και η υπόλοιπη Ευρώπη πληρώσουν κάποια από τα χρέη τους και μετά από αρκετά χρόνια δημοσιονομικού πόνου, χαμηλών επενδύσεων και χαμηλής ανάπτυξης, το Βερολίνο –ελπίζεται- θα μπορεί να επανεξετάσει την πορεία του. Αν η πραγματική βιωσιμότητα είναι ένας ελκυστικός στόχος, τότε το να την πετύχει μόνο με αρνητικούς όρους, όπως η αποφυγή του μακροπρόθεσμου χρέους, δεν είναι απλώς ανεπαρκής: Είναι επίσης κάτι αυτοκαταστροφικό. Η Γερμανία πρέπει να επιδιώξει να παραδώσει στις μελλοντικές γενιές, όχι μόνο λιγότερες υποχρεώσεις αλλά και τα φόντα για έναν καλύτερο κόσμο. Προς το παρόν, ωστόσο, λόγω της απουσίας σημαντικών επενδύσεων, οι μακροπρόθεσμες προκλήσεις για τη Γερμανία συνεχίζουν να συσσωρεύονται. Η άνευ προηγουμένου ευκαιρία που παρουσιάζεται από την τρέχουσα κρίση - να θέσει την παγκόσμια όρεξη για γερμανικό χρέος σε καλή χρήση - κινδυνεύει να σπαταληθεί.

Τα τελευταία τρία χρόνια, από την αποφράδα εκείνη ημέρα που ο τότε Πρωθυπουργός της χώρας ανακοίνωνε από το Καστελόριζο την υπαγωγή τής Ελλάδος στο μηχανισμό στήριξης, οι άνθρωποι που ξυπνάνε το πρωί με ένα βάρος αυξήθηκαν δραματικά. Στη προσπάθειά μας να ελαφρύνουμε το βάρος αυτό, γίναμε όλοι σταδιακά οικονομολόγοι, νομικοί, διεθνείς αναλυτές. Στην καθημερινότητά μας μπήκαν πάρα πολλοί νέοι όροι, σε σημείο που καμιά φορά να νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε επιστημονική ημερίδα οικονομικού ενδιαφέροντος με τόση ανάλυση που πέφτει.

Χάσαμε κυριολεκτικά την μπάλα σε αυτά τα χρόνια. Όλα επανακαθορίζονται, απομυθοποιούνται, αποθεώνονται και καταργούνται μαζί. Συντάγματα, κόμματα, θεσμοί, υπουργοί, πρωθυπουργοί. Ο κόσμος δεν έχει πια σε ποιον να πιστέψει και αρπάζεται με το παραμικρό. Υπάρχει μια αίσθηση διαρκούς εξαπάτησης του ελληνικού λαού και πλάι στη φτώχεια, φουντώνει ολοένα και περισσότερο η οργή. Γι’ αυτό εξηγείται και η εκτίναξη των ποσοστών της Χρυσής Αυγής. Σε αυτή τη δυναμική υποκρύπτεται η τάση σημαντικής μερίδας των πολιτών όχι απλά για κάθαρση. Αλλά για τιμωρία όσων πλήγωσαν τη χώρα. Και με ξύλο αν χρειαστεί.

Μετά, τα τηλεοπτικά παράθυρα οργιάζουν διαρκώς και δίχως σταματημό κάθε μέρα, όλη μέρα. Πλακώνονται, φωνασκούν, επαναλαμβάνονται, με φόντο διεφθαρμένα δημοσιογραφικά πάνελ. Σηκώνεσαι το πρωί να πιεις τον καφέ σου, να σχεδιάσεις τη μέρα σου και ο θίασος σε περιμένει για την καθημερινή παράστασή του. Και ο καφές γίνεται πάλι πικρός, οι ματιές είναι αμήχανες, τα στομάχια σφίγγουν. Ετούτη η κρίση έγινε κυρίως ψυχοσωματική από ένα σημείο κι έπειτα. Τη βιώνει ο καθένας με τις δικές του σωματικές και ψυχολογικές αντιδράσεις.

Και πλάι στο μεγάλο ψέμα της δήθεν -όπως αποδείχθηκε- ανεπτυγμένης Ελλάδας, τα καινούργια ψέμματα που καταρρέουν μέσα σε δευτερόλεπτα πια. Παντού ψέμματα. Από την πρώτη στιγμή που ήρθε ο όρος “Μνημόνιο” στη ζωή μας. Μας είπαν αρχικά ότι περιλαμβάνει μέτρα που είναι για το καλό του τόπου, για το “συμμάζεμα” της σπατάλης. Μετά φέρανε και δεύτερο Μνημόνιο και Μεσοπρόθεσμα και άλλα μέτρα λιτότητας. Και μας είπαν ότι η Ελλάδα θα συνέλθει και θα επιστρέψει τις αγορές το 2011. Αλλά πέσανε έξω. Και μίλησαν για το 2012. Και μετά για το 2014. Και τώρα για το 2022.

Μας είπαν ότι έπρεπε να μπούμε σε αυτό το δύσκολο μονοπάτι για να επιστρέψει η ανάπτυξη. Αλλά η χώρα βυθίζεται ολοένα στην ύφεση, σε επίπεδα που είχε να δει από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εξαιτίας των Μνημονίων, οι άνεργοι από χιλιάδες γίνανε εκατομμύρια. Οι συνάνθρωποί μας αυτοκτονούν. Τον περασμένο Μάιο, όταν είδαν ότι ο λαός είναι έτοιμος να κάνει τη μεγάλη ανατροπή, καταψηφίζοντας τα δυο κόμματα που ήταν υπεύθυνα για όλη αυτή την καταστροφή, επιστράτευσαν νέα ψέμματα. Ότι δήθεν η χώρα κινδυνεύει, ότι τα ταμειακά διαθέσιμα εξαντλούνται εντός του Ιουνίου.

Και το μεγαλύτερο όλων ψέμα, ότι αν δεν πάρουμε τη δόση, η χώρα θα πτωχεύσει. Κάθε φορά τα ίδια. Και έτσι ψηφίστηκε -κακήν κακώς, κατεπειγόντως- το χειρότερο όλων, Μνημόνιο 3. Είπαν ότι τα λεφτά τελειώνουν στις 16 Νοεμβρίου. Αλλά η δόση δεν θα εκταμιευτεί πριν το Δεκέμβριο. Και το βάρος μέσα σου μεγαλώνει. Δεν μπορεί να λειτουργεί έτσι μια χώρα. Δεν μπορεί η “καλημέρα” να είναι μισή, χλωμή, ξεθωριασμένη. Δεν μπορεί μια ολόκληρη γενιά να σηκώνει στους ώμους για δεκαετίες ένα γαμημένο νόμισμα.

Οι γενιές έχουν βαρύτητα, όχι βάρη.


Τίποτα απ' ό,τι κάνουν δεν γίνεται από «λάθος». Τίποτα απ' ό,τι διαπράττουν δεν γίνεται «ακούσια». Τίποτα απ' ό,τι διαλύει τη ζωή του λαού και υποβιβάζει ακόμα περισσότερο τη χώρα δεν τους έχει «επιβληθεί», δεν τους «ξαφνιάζει», δεν τους είναι «άγνωστο».
 
Όλα, τα πάντα, τα έχουν προμελετήσει. 
Τα έχουν προαποφασίσει. 
Τα έχουν σχεδιάσει. 
Τα έχουν συμφωνήσει. 
Τα έχουν υπογράψει
Τα έχουν ψηφίσει.
 
Ας πάρουμε για παράδειγμα τον περίφημο «λογαριασμό» για το δημόσιο χρέος. Τον «ειδικό» και «διακριτό» λογαριασμό όπου μαζί με έσοδα του Δημοσίου θα πηγαίνουν και όλα τα δάνεια (αυτά που υποτίθεται ότι τα παίρνουν για να πληρώνουν μισθούς και συντάξεις) για να πληρώνονται - τι άλλο; - τα χρέη και τα παλιότερα δάνεια.

Με αφορμή αυτόν τον «ειδικό» λογαριασμό, που επανήλθε στην επικαιρότητα μετά από τις αποφάσεις του προχτεσινού «Γιούρογκρουπ», τους βλέπουμε (από κοινού με τους αδαείς και μονίμως «έκπληκτους» εκπροσώπους της δημοσιογραφίας του «περίπου») να καμώνονται και πάλι ότι «πέφτουν από τα σύννεφα». Να παριστάνουν τους «ανήξερους». Να υποκρίνονται ακόμα και τους «ενοχλημένους»!
 
Ιδού η αλήθεια:
 
α) Στις 28 Μάρτη 2012, ο Σαχινίδης, ο τότε αναπληρωτής του υπουργού Οικονομικών Βενιζέλου, κατέθεσε στη Βουλή τροπολογία, σύμφωνα με την οποία:
«Ο διακριτός λογαριασμός του Ελληνικού Δημοσίου με τον τίτλο "Ελληνικό Δημόσιο Εισπράξεις και Πληρωμές για την εξυπηρέτηση του Δημοσίου Χρέους", που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος ή σε σύστημα που διαχειρίζεται η ΤτΕ, χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού και ειδικότερα για την εξυπηρέτηση του Δημοσίου Χρέους και δεν διενεργείται καμία άλλη πληρωμή για οποιονδήποτε άλλο σκοπό. Από το λογαριασμό αυτό πληρώνονται οι δαπάνες χρεολυσίων και τόκων όλων των δανείων, των πράξεων διαχείρισης, των παραγώγων και οι λοιπές παράλληλες δαπάνες για την εξυπηρέτηση και την εν γένει διαχείριση του Δημόσιου Χρέους. Εσοδα του λογαριασμού αυτού αποτελούν οι εισροές από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, καθώς και τα χρηματικά ποσά από τη συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στην εξυπηρέτηση του Δημοσίου Χρέους. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία κίνησης του λογαριασμού αυτού για την πληρωμή του Δημοσίου Χρέους και κάθε αναγκαίο θέμα για τη λειτουργία του».
β) Η συγκεκριμένη τροπολογία ψηφίστηκε σε εφαρμογή της απόφασης του «Γιούρογκρουπ» της 20ής του Φλεβάρη 2012. Τότε αποφασίστηκε η σύσταση του λεγόμενου «ειδικού λογαριασμού εμπιστοσύνης» για την Ελλάδα. Δηλαδή εδώ και 10 μήνες!
Μάλιστα ο Βενιζέλος - που με αφορμή το θέμα του «ειδικού λογαριασμού» ανέβηκε στα κεραμίδια κραυγάζοντας ότι η χώρα δεν είναι προτεκτοράτο - ήταν ο ίδιος που είχε συνυπογράψει την απόφαση για τον «ειδικό λογαριασμό».
Ελεγε η συγκεκριμένη απόφαση (κείμενο αποφάσεων «Γιούρογκρουπ»):
«Κάτω από την παρακολούθηση της τρόικας θα λειτουργεί και ο μηχανισμός που θα ελέγχει τη ροή κεφαλαίων που παράγονται στη χώρα για την εξυπηρέτηση του χρέους και του ειδικού λογαριασμού για την πληρωμή των υποχρεώσεων στους δανειστές».

Το συμπέρασμα είναι προφανές:
Με όλα όσα υποτίθεται ότι «ενοχλούνται», όλα όσα τα εμφανίζουν σαν «πιέσεις» για να δίνουν μετά φτηνές παραστάσεις περί «εθνικού συμφέροντος» και «εθνικής ανεξαρτησίας» (όλα: από τη σύσταση του ειδικού λογαριασμού, μέχρι την ένταξη σε αυτόν εκτός από τα δάνεια και εσόδων του Δημοσίου, καθώς και τον έλεγχο της τρόικας επί του λογαριασμού) όχι μόνο τα έχουν υπογράψει, όχι μόνο τα έχουν συμφωνήσει, αλλά τα έχουν νομοθετήσει κιόλας! Εδώ και μήνες...
 
Το φωτομοντάζ είναι από το "Γρέκι"
Οι τρεις φωστήρες της κυβέρνησης, οι ειδικοί και οι παρατρεχάμενοι σπουδασμένοι σύμβουλοί τους, οι υπουργοί και λοιποί υποτιθέμενοι γνώστες της διεθνούς πιάτσας προφανώς δεν έχουν καμία σχέση και επαφή με την πραγματική ζωή. Εκεί, όσοι πέφτουν στα νύχια του τοκογλύφου τουλάχιστον παίρνουν στο χέρι τα λεφτά.



Προφανώς ο τοκογλύφος θα βάλει τους όρους του, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση, είτε αφορούν άτομα είτε επιχειρήσεις είτε χώρες, είναι επαχθείς. Ας μη λησμονούμε ότι για τοκογλύφους μιλάμε...



Ωστόσο, κατά κανόνα, η ικανοποίηση των όρων του τοκογλύφου έρχεται μετά την παροχή της «διευκόλυνσης». Στην προκειμένη, ελληνική περίπτωση, ο τοκογλύφος, πριν σπεύσει να διευκολύνει, ζητά «στο χέρι» το κέρδος του. Από την απαρχή της ελληνικής προσφυγής στην τρόικα το διεθνές τοκογλυφικό κύκλωμα, η καταβολή - εξασφάλιση των τοκογλυφικών κερδών προηγήθηκε της καταβολής των νέων δανείων, αν ποτέ καταβλήθηκε μια δεκάρα στην ίδια την Ελλάδα...



Τώρα, λοιπόν, μετά τον εξευτελισμό της τριμερούς κυβέρνησης, που αναγκάστηκε στην πράξη να παραδεχτεί τα προεκλογικά της ψέματα («δεν θα κοπούν μισθοί και συντάξεις») λέγοντας καινούργια, για να περάσουν τα τελευταία μέτρα που θα σώσουν μια και καλή τη χώρα, ο Σόιμπλε και τα λαμόγια, των οποίων τα συμφέροντα εξυπηρετεί, δεν έχει κανένα πρόβλημα να της συμπεριφερθεί σαν αυτό που είναι: μια στυμμένη λεμονόκουπα.

Οι τρεις συνεταίροι στην ελληνική κυβέρνηση έκαναν τη δουλειά (του Σόιμπλε και των λοιπών τοκογλύφων) και ως εκ τούτου δεν είναι πια απαραίτητοι. Οι υποτακτικοί, προφανώς, δεν είναι χρήσιμοι ούτε στα αφεντικά τους όταν τελειώσει η δουλειά που έχουν να κάνουν...



Οι εκβιαζόμενοι (από τους τοκογλύφους) συνεταίροι στην ελληνική κυβέρνηση, όσο μπαίνουν στον πειρασμό να ικανοποιήσουν ένα ακόμη αίτημα - απαίτηση των δανειστών, ίσως είναι καιρός να συνειδητοποιήσουν ότι οι απαιτήσεις των τοκογλύφων δεν έχουν τέλος. Αντίθετα, αυτοί (οι συνεταίροι Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) έχουν κάψει το μέγιστο των (πολιτικών) αποθεμάτων τους...



Το φωτομοντάζ είναι από το  Γρέκι

Διαβάστε αναλυτικά ολόκληρη την πρόταση νόμου, που καταθέτει στη Βουλή η Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ για την διευκόλυνση των δανειοληπτών. Εφόσον η πρόταση »περάσει» τότε αλλάζει εντελώς το σκηνικό σχετικά με τις οφειλές των υπερχρεωμένων νοικοκυριών.

1.ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Σε μια εποχή ύφεσης, ανεργίας, μειωμένης ρευστότητας και μειωμένων εισοδημάτων, τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα στην εξυπηρέτηση των δανείων τους προς τις Τράπεζες.
Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας τα επισφαλή δάνεια – κυρίως στεγαστικά και καταναλωτικά- τριπλασιάστηκαν μέσα σε τρία χρόνια, ενώ σημαντικές είναι και οι καθυστερήσεις αποπληρωμής των δανειακών δόσεων.
Τόσο η πολιτεία, όσο και οι τράπεζες πήραν ορισμένα μέτρα διευθέτησης των δανείων ως τώρα, με αποτέλεσμα να έχουν γίνει 800.000 περίπου ρυθμίσεις.

Ειδικά με τον Ν.3896/2010 δόθηκε η δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων είτε μέσω εξωδικαστικής διαδικασίας, είτε με προσφυγή στο Πρωτοδικείο.

Επίσης, με τον ν.4038/2012 η μηνιαία παρακράτηση των δόσεων των δανείων των δημοσίων υπαλλήλων από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μειώθηκε από τα 6/10 του μηνιαίου μισθού, στα 3/10, δηλαδή μειώθηκε κατά 50%. Επίσης, με Υ.Α. (2/19843/0094/7-3-2012) έγινε δυνατή η αναστολή καταβολής των δόσεων μέχρι 2 έτη.

Να σημειώσουμε τέλος την απαγόρευση με νομοθετικές παρεμβάσεις κατάσχεσης της πρώτης κατοικίας οφειλετών τουλάχιστον μέχρι τις 31/12/2012 (χρόνος ο οποίος πρέπει άμεσα με νέα νομοθετική ρύθμιση να παραταθεί).

Όμως τώρα υπάρχει άμεση ανάγκη για νέες πρόσθετες ρυθμίσεις, που θα διευκολύνουν και ανακουφίσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες διαβίωσης και μάλιστα κινδυνεύουν με απώλεια της κατοικίας τους.

Οι ρυθμίσεις αυτές είναι αναγκαίο να στηρίζονται:

i. Στην επέκταση του νομοθετημένου για το ΤΠΔ σχήμα ρύθμισης των δανείων και στις Τράπεζες (ανώτατο όριο της δόσης εξυπηρέτησης των δανείων το 30% του μισθού ή σύνταξης ή εισοδήματος των οφειλετών)

Σχετική είναι και η επιστολή που απεύθυνε προς της ΕΕΤ ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευ. Βενιζέλος στις 04.09.2012 και με την οποία ζήτησε την άμεση λήψη μέτρων για την περαιτέρω προστασία και ανακούφιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

ii. Στην επέκταση και βελτίωση του Ν.3869, με βάση το Σχέδιο Νόμου του τότε Υπουργού Εργασίας Γ. Κουτρουμάνη (Μάρτιος του 2012) που περιελάμβανε την υπαγωγή στις ρυθμίσεις και των εμπορικών επιχειρήσεων, όπως και την καθιέρωση του ακατάσχετου των τραπεζικών καταθέσεων (μέχρι τις 2000 ευρώ) για τους οφειλέτες σε Τράπεζες.

iii. Στην διαπιστωμένη ανάγκη προσαρμογής των κανόνων λειτουργίας του «Τειρεσία», ώστε να μην αποκλείονται από το Τραπεζικό σύστημα καλόπιστοι επιχειρηματίες και γενικά οφειλέτες που αντιμετώπιζαν ή αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες λόγω της κρίσης.

Με βάση όλα τα παραπάνω η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ αναλαμβάνει την πρωτοβουλία και καταθέτει την παρούσα Πρόταση Νόμου. Πρόταση που αποσκοπεί στο να προσφέρει ουσιαστικές λύσεις στους πολίτες μακριά από λογικές επικοινωνιακής εκμετάλλευσης.

Πρόταση που επίσης δεν θέτει σε κίνδυνο την διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης των Τραπεζών που πραγματοποιείται με χρήματα του Ελληνικού λαού και διασφαλίζει την ρευστότητα στην πραγματική οικονομία και την προστασία των καταθέσεων. Και αυτό γιατί οι ρυθμίσεις παρουσιάζουν οφέλη και για τα πιστωτικά ιδρύματα, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος των δανείων παραμένουν ενήμερα.
Επισημαίνουμε όμως ότι ακριβώς αυτή η ανακεφαλαιοποίηση που γίνεται με δημόσιο χρήμα, θέτει τις Τράπεζες υπό τον στρατηγικό έλεγχο του Ελληνικού Δημοσίου. Για αυτό και οφείλουν να ανταποκριθούν στον θεσμικό τους ρόλο για την εθνική οικονομία και άρα για την στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ

Με το άρθρο 1: Θεσπίζεται η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και των εταιρειών στις οποίες τα πιστωτικά ιδρύματα εκχωρούν τις σχετικές οφειλές από δάνεια – να ρυθμίζουν την μηνιαία δόση ενός δανείου σε ποσοστό που δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% του οικογενειακού ή του ατομικού κατά περίπτωση εισοδήματος. Η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει τις συμβάσεις στεγαστικών, επισκευαστικών, καταναλωτικών δανείων καθώς και συμβάσεις πιστωτικών καρτών.

Η σχετική διαδικασία για την εφαρμογή των προτεινόμενων ρυθμίσεων είναι ιδιαίτερα απλή: ο ενδιαφερόμενος δανειολήπτης υποβάλλει μία αίτηση στο πιστωτικό ίδρυμα, συνοδευόμενη από το πρόσφατο εκκαθαριστικό του σημείωμα. Το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται εντός ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης, να προβεί σε ρύθμιση της μηνιαίας δόσης σε ποσοστό που δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 30% του οικογενειακού ή του ατομικού, κατά περίπτωση, εισοδήματος του. Σε περίπτωση ταυτόχρονης ύπαρξης περισσότερων οφειλών από δάνεια σε περισσότερα του ενός πιστωτικά ιδρύματα, οι σχετικές οφειλές ρυθμίζονται με τρόπο τέτοιο, ώστε το άθροισμα των μηνιαίων δόσεων να μην υπερβαίνει το παραπάνω ποσοστό.

Το προτεινόμενο σύστημα συμπληρώνεται από κυρώσεις για τα πιστωτικά ιδρύματα που δεν τηρούν την παραπάνω διαδικασία: Σε περίπτωση παρέλευσης της προθεσμίας του ενός μηνός για την ρύθμιση της δόσης, ο δανειολήπτης καταβάλλει αυτοβούλως το ποσό του 30% του εισοδήματος του. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης για ρύθμιση των οφειλών του, η διαφορά επιλύεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από τον Συνήγορο του Καταναλωτή.
Επίσης, μια ακόμη σημαντική καινοτομία των προτεινόμενων ρυθμίσεων είναι ότι λαμβάνεται πρόνοια για τους εγγυητές των οφειλών, οι οποίοι μπορούν να υπαχθούν στις προτεινόμενες ρυθμίσεις, με την ίδια διαδικασία και προϋποθέσεις, σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής του πρωτοφειλέτη.

Με το άρθρο 2: Προβλέπεται η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων που ρυθμίζονται με το άρθρο 1, για όσο χρόνο απαιτείται για την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή τους.
Προβλέπεται επίσης το ανώτατο επιτόκιο με το οποίο θα επιβαρύνονται οι οφειλέτες κατά το χρονικό διάστημα αποπληρωμής τους, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου επιμήκυνσης (δεν μπορεί να υπερβαίνει το επιτόκιο των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, προσαυξημένο κατά 2%).
Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις, οι οποίες συνεπάγονται την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των οφειλών, δεν μπορούν να υπονομεύονται από πρακτικές των πιστωτικών ιδρυμάτων, οι οποίες έχουν ως στόχο να αποτρέψουν τους δανειολήπτες από την άσκηση του δικαιώματος να υπαχθούν στις προτεινόμενες ρυθμίσεις.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις της Πρότασης Νόμου ρητώς απαγορεύεται στα πιστωτικά ιδρύματα, μόνο για τον λόγο ότι οι οφειλές ρυθμίστηκαν με μείωση των δόσεων και ταυτόχρονη επιμήκυνση, να έχουν τη δυνατότητα να καταγγείλουν τις συμβάσεις δανείων, να προβαίνουν αυτεπάγγελτα σε προσημειώσεις της ακίνητης περιουσίας του δανειολήπτη, να απαιτούν νέες εμπράγματες ασφάλειες από τους δανειολήπτες ή να επιβάλλουν – κατά τη συνήθη πρακτική τους σε περιπτώσεις παράτασης του χρόνου της συμβατικής διάρκειας των δανείων – προσαυξήσεις ή επιπρόσθετα έξοδα ή τόκους υπερημερίας.

Με το άρθρο 3: Ρυθμίζονται τα υπερβολικά επαχθή επιτόκια που εφαρμόζουν τα πιστωτικά ιδρύματα για τα καταναλωτικά δάνεια, προβλέποντας ότι τα επιτόκια αυτά δεν μπορεί να υπερβαίνουν το 7%.
Με το άρθρο 4: Τροποποιείται και συμπληρώνεται ο ν. 3869/2012 για τη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, με σκοπό την απλούστευση των διαδικασιών, την εξοικονόμηση χρόνου και κόστους για τους οφειλέτες, προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβασή τους στη διαδικασία, τη θέσπιση της απαλλαγής και την ενίσχυση της ικανότητάς τους να ανταποκριθούν, σε περίπτωση που η πρωτόδικη ή εφετειακή απόφαση προβαίνει σε αύξηση των ποσών που θα έπρεπε να καταβάλουν στο πλαίσιο της ρύθμισης.

Με την πρώτη παράγραφο δίνεται η δυνατότητα να υπαχθούν στις διαδικασίες του ν. 3869/10 και φυσικά πρόσωπα που ασκούν την εμπορική τους δραστηριότητα κατά βάση μέσα από την προσωπική τους εργασία, αποβλέποντας στον βιοπορισμό τους, και έχουν περιορισμένες οφειλές από εμπορικές πράξεις. Τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και ως εκ τούτου δικαιούνται να υποβάλλουν αίτηση για δικαστική ρύθμιση των χρεών.

Με τη δεύτερη παράγραφο καθίσταται προαιρετική για τον οφειλέτη πριν την κατάθεση της αίτησης η επιδίωξη εξωδικαστικής ρύθμισης των χρεών. Τα αποτελέσματα από τη μέχρι σήμερα εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης δεν είναι ικανοποιητικά, εξαιτίας κυρίως της απροθυμίας των πιστωτικών ιδρυμάτων να επεξεργαστούν κατά ουσιαστικό τρόπο τα σχετικά αιτήματα των οφειλετών. Η επιδίωξη της εξώδικης ρύθμισης καθίσταται έτσι τυπική, προκαλώντας αδικαιολόγητα επιβάρυνση και επιβράδυνση της διαδικασίας.
Η προσπάθεια εξώδικου συμβιβασμού ρυθμίζεται πλέον ως προαιρετική, η οποία μπορεί να εκδηλώνεται και μετά την κατάθεση της αίτησης, σε οποιοδήποτε στάδιο κι αν βρίσκεται με την τροποποίηση του άρθρου 214Α για την επιδίωξη εξωδικαστικού συμβιβασμού.

Με την Τρίτη παράγραφο θεσπίζεται καταρχήν η υποχρέωση ορισμού αντικλήτου για τους εκδοχείς των απαιτήσεων των πιστωτών που έχουν την έδρα τους στην αλλοδαπή, προκειμένου να καθίστανται εφικτές η ταχεία επίδοση της αίτησης και η έναρξη της διαδικασίας με τη συμμετοχή των πιστωτών στο στάδιο επιδίωξης δικαστικού συμβιβασμού. Περαιτέρω, ενόψει του γεγονότος ότι οι αιτήσεις ρύθμισης των χρεών αφορούν συχνά πολλούς πιστωτές, με αποτέλεσμα να αυξάνεται επιπροσθέτως η δαπάνη που υποβάλλονται οι οφειλέτες και να δυσχεραίνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η πρόσβασή τους στη διαδικασία ρύθμισης, θεσπίζεται μειωμένη αμοιβή των δικαστικών επιμελητών για τις επιδόσεις που αφορούν την εφαρμογή του παρόντος νόμου.

Με την τέταρτη παράγραφο διευκρινίζονται ζητήματα σχετικά με την άσκηση της αίτησης αναστολής του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, και προβλέπεται η δυνατότητα του δικαστηρίου να αναστέλλει την αναγκαστική εκτέλεση και μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, εφόσον έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά αυτής.

Με την Πέμπτη παράγραφο επιβεβαιώνεται η δυνατότητα του ειρηνοδίκη να επιδιώκει τη συμβιβαστική ρύθμιση των οφειλών κατά τη συζήτηση της αίτησης ρύθμισης στο ακροατήριο.
Με την έκτη παράγραφο επιδιώκεται η συλλογική αντιμετώπιση των χρεών του οφειλέτη, προκειμένου να αποθαρρύνεται η δημιουργία δανειστών δύο ταχυτήτων, δηλαδή πιστωτών εντεταγμένων στη διαδικασία και εκτός αυτής. Παραληφθέντες πιστωτές μπορούν να ενταχθούν στη ρύθμιση μέσω κύριας παρέμβασης που ασκείται και προφορικά κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 54 παρ. 1 ΠτωχΚ.
Αν ο πιστωτής δεν ασκήσει παρέμβαση, ο δικαστής μπορεί, προς εξυπηρέτηση της καθολικής ρύθμισης των χρεών του οφειλέτη, να κάνει χρήση του ανακριτικού συστήματος που ισχύει στην εκούσια δικαιοδοσία και να ρυθμίσει, αναζητώντας αυτεπαγγέλτως τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, και την οφειλή προς τον συγκεκριμένο αυτόν πιστωτή.
Αν ωστόσο και πάλι το πραγματικό υλικό δεν είναι επαρκές, ο δικαστής δύναται να μην εκδώσει οριστική απόφαση, να ορίσει νέα δικάσιμο και να υποχρεώσει όποιον έχει έννομο συμφέρον, να επιδώσει κλήτευση στον πιστωτή αυτόν κατά το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ καθιστώντας τον διάδικο. Στη νέα δικάσιμο ο δικαστής ρυθμίζει πλέον το σύνολο των γνωστών στο δικαστήριο χρεών του οφειλέτη.

Με την έβδομη παράγραφο αντιμετωπίζεται μία σημαντική δυσλειτουργία και ανισότητα στην μεταχείριση των αιτήσεων για τη ρύθμιση των χρεών που προκύπτει από το γεγονός ότι δυστυχώς σε αρκετά ειρηνοδικεία της χώρας η εκδίκασή τους προσδιορίζεται σε μακρινούς δικάσιμους, με αποτέλεσμα να παρατείνεται η ανασφάλεια και αβεβαιότητα του οφειλέτη, πολλές φορές μάλιστα και σε βάρος των πιστωτών που δεν μπορούν να υπολογίζουν σε σταθερές καταβολές για την περίοδο αυτή.

Έτσι με την παράγραφο αυτή παρατείνεται από τέσσερα σε πέντε έτη η περίοδος ρύθμισης των χρεών, η οποία ωστόσο αρχίζει να υπολογίζεται όχι από την έκδοση της απόφασης αλλά από την κατάθεση της αίτησης. Με την έκδοση της απόφασης που προσδιορίζει τις καταβολές ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει τις τυχόν διαφορές για την περίοδο που έχει διανυθεί.

Προκειμένου μάλιστα να μην αιφνιδιάζεται ή περιέχεται σε δυσχερή θέση, ιδίως στην περίπτωση που έχει συσσωρευτεί σημαντική οφειλή, δίνεται η δυνατότητα ρύθμισης του συγκεκριμένου ποσού, με ευνοϊκό επιτόκιο, μέχρι και το έκτο έτος από την κατάθεση της αίτησης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται, σε αντίθεση με την ακολουθούμενη πρακτική, ότι ο οφειλέτης που υπαχθεί στη ρύθμιση θα έχει πετύχει την απαλλαγή του από τα χρέη που αδυνατεί να αποπληρώσει με την πάροδο ορισμένης περιόδου από την κατάθεση της αίτησης. Η όγδοη παράγραφος προβλέπει την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου για τις αιτήσεις ρύθμισης που έχουν ήδη κατατεθεί και πρόκειται να εκδικαστούν ένα έτος από την έναρξη ισχύος τους παρόντος νόμου.

Με την ένατη παράγραφο δίνεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να μειώσει στην περίπτωση της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του ν. 3869/10 μέχρι τρία έτη την περίοδο ρύθμισης ή αναμονής για απαλλαγή από τα χρέη, εφόσον προκύπτει ότι η προσωπική και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη δεν δικαιολογεί προσδοκία για καμία μελλοντική καταβολή.

Με την δέκατη παράγραφο δίνεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να ρυθμίσει την οφειλή για την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας (άρθρο 9 παρ. 2) και σε μεγαλύτερη των είκοσι ετών περίοδο, κατ’ εξαίρεση και εφόσον η προσωπική κατάσταση του οφειλέτη και η ανάγκη εξυπηρέτησης της οφειλής το δικαιολογούν.
Τούτο δε άλλωστε καθώς συχνά τα στεγαστικά δάνεια που ρυθμίζονται έχουν σημαντικά μακρύτερη των είκοσι ετών συμβατική διάρκεια αποπληρωμής.

Με την ενδέκατη παράγραφο προστίθεται εδάφιο στην παράγραφο 1 του άρθρου 10 που προβλέπει ως κύρωση για την περίπτωση της δόλιας παράλειψης πιστωτή κατά την υποβολή της αίτησης δικαστικής ρύθμισης των χρεών την απόρριψη της αίτησης ή και της έκπτωσης από τη ρύθμιση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο αυτή.

Με την δωδέκατη παράγραφο προβλέπεται, για την περίπτωση που το εφετειακό δικαστήριο διορθώσει αυξητικά τις καταβολές που θα έπρεπε από την έναρξη της ρύθμισης να καταβάλει ο οφειλέτης, η δυνατότητα να ρυθμίσει την εξόφληση πρόσθετου αυτού ποσού με παράταση της περιόδου ρύθμισης για ένα ακόμη έτος.

Με το άρθρο 5: προβλέπεται, με προσθήκη στο άρθρο 982 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το ακατάσχετο για το ποσόν των 2.000 ευρώ σε λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα, προκειμένου να διασφαλίζεται η πρόσβαση των καταναλωτών σε τραπεζικές συναλλαγές που είναι εξαιρετικής σημασίας για τη σύγχρονη καθημερινότητά τους, καθώς διευκολύνει καθοριστικά τη συμμετοχή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή (διενέργεια συναλλαγών, πληρωμή λογαριασμών, εξοικονόμηση χρόνου, διαφύλαξη ενός ελάχιστου ποσού για την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών). Ας επισημανθεί ότι η υφιστάμενη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 982 ΚΠολΔ περιορίζει την προστασία σε μισθωτούς και συνταξιούχους και σε ποσό μέχρι το ύψος ενός μισθού ή μίας σύνταξης.

Mε το άρθρο 6: Με τις ρυθμίσεις του άρθρου 6, παρατείνεται για δύο περαιτέρω έτη (από την 1η Ιανουαρίου 2013 έως την 31η Δεκεμβρίου 2014) η απαγόρευση των πλειστηριασμών από πιστωτικά ιδρύματα, ενόψει της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Άρθρο 1
Ρύθμιση οφειλών
1. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να προβαίνουν σε ρύθμιση των οφειλών φυσικών προσώπων που προκύπτουν από δάνεια στεγαστικά, επισκευαστικά, προσωπικά και καταναλωτικά και από πιστωτικές κάρτες, κατά τρόπο ώστε η μηνιαία δόση για το σύνολο των οφειλών κάθε φυσικού προσώπου να μην υπερβαίνει το 30% του μηνιαίου ατομικού ή οικογενειακού, κατά περίπτωση, εισοδήματος.
2. Για την άσκηση του δικαιώματος απαιτείται προηγούμενη αίτηση του οφειλέτη, η οποία συνοδεύεται από τα παρακάτω δικαιολογητικά για την απόδειξη του ύψους του μηνιαίου ατομικού ή οικογενειακού, κατά περίπτωση, εισοδήματος:
α) πρόσφατο εκκαθαριστικό σημείωμα,
β) πρόσφατη βεβαίωση μηνιαίων αποδοχών ή συντάξεων,
γ) οποιαδήποτε μεταγενέστερα στοιχεία τυχόν αποδεικνύουν μεταβολή του εισοδήματος βάσει του εκκαθαριστικού σημειώματος.
Το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να προβεί σε ρύθμιση της μηνιαίας δόσης εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή της αίτησης με τα πλήρη δικαιολογητικά.
3. Για την εφαρμογή του παρόντος, ως μηνιαίο ατομικό ή οικογενειακό εισόδημα νοείται το ποσό που προκύπτει ως μέσος όρος των καθαρών εισοδημάτων των τελευταίων 12 μηνών πριν την υποβολή της αίτησης, όπως αυτά προκύπτουν βάσει των στοιχείων της παραγράφου 2.
4. Σε περίπτωση οφειλών από δάνεια ή πιστωτικές κάρτες σε περισσότερα του ενός πιστωτικά ιδρύματα, το άθροισμα των μηνιαίων δόσεων, όπως διαμορφώνονται μετά τη ρύθμιση, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% του μηνιαίου ατομικού ή οικογενειακού, κατά περίπτωση, εισοδήματος. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου (διαδικασία υποβολής δικαιολογητικών, προθεσμία διεκπεραίωσης αιτήματος, τρόπος υπολογισμού της αναλογικής μείωσης των δόσεων κλπ).
5. Στην περίπτωση που οι κατά την παράγραφο 1 οφειλές έχουν εκχωρηθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα σε εισπρακτικές εταιρείες, η υποχρέωση ρύθμισης ισχύει για τις εν λόγω εταιρείες, με τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις και διαδικασία, οι οποίες ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα.
6. Μετά την παρέλευση των προβλεπόμενων στις παραγράφους 2 και 3 προθεσμιών και μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από το πιστωτικό ίδρυμα για τη ρύθμιση των οφειλών, ο οφειλέτης δικαιούται να καταβάλει στο πιστωτικό ίδρυμα τη μηναία δόση που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, χωρίς να επιβαρύνεται με τόκους ή/και προσαυξήσεις.
7. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης του οφειλέτη ή πλημμελούς υπολογισμού του ύψους της καταβλητέας δόσης, επιτρέπεται καταγγελία του οφειλέτη στον Συνήγορο του Καταναλωτή, ο οποίος, με απόφασή του, η οποία εκδίδεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την υποβολή της καταγγελίας, προσδιορίζει το ύψος των καταβλητέων δόσεων κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
8. Ο οφειλέτης που υπάγεται στις ρυθμίσεις του παρόντος ενημερώνει αμελλητί το πιστωτικό ίδρυμα σε κάθε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής (αύξησης ή μείωσης) των καθαρών εισοδημάτων του.
9. Εγγυητές των οφειλών της παραγράφου 1 μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του παρόντος, με την ίδια διαδικασία και προϋποθέσεις, σε περίπτωση υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.

Άρθρο 2
Επιμήκυνση χρόνου αποπληρωμής δανείων
1. Η ρύθμιση των μηνιαίων δόσεων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 συνεπάγεται την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων ή εξόφλησης των πιστωτικών καρτών του οφειλέτη για όσο χρόνο απαιτείται για την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των οφειλών του.
2. Κατά το χρονικό διάστημα της αποπληρωμής τους, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου επιμήκυνσης της παραγράφου 1, οι σχετικές οφειλές επιβαρύνονται με επιτόκιο που δεν μπορεί να υπερβαίνει το επιτόκιο των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά έως δύο μονάδες (2%).
3. Από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του οφειλέτη και για όσο διάστημα εκκρεμεί η εξέτασή της, καθώς και καθ’ όλη της διάρκεια αποπληρωμής των δανείων ή εξόφλησης των πιστωτικών καρτών, που έχουν υπαχθεί στον παρόντα νόμο, απαγορεύεται στα πιστωτικά ιδρύματα:
α) να καταγγέλλουν τις δανειακές συμβάσεις,
β) να προβαίνουν αυτεπαγγέλτως σε προσημειώσεις ακινήτων,
γ) να ζητούν τη χορήγηση επιπλέον εμπράγματων ασφαλειών και
δ) να επιβάλλουν επιπρόσθετες προσαυξήσεις, έξοδα ή τόκους υπερημερίας.
4. Οι ρυθμίσεις του παρόντος ισχύουν και για τα δάνεια του Ταμείου Παρακαταθηκών Δανείων που υπάγονται σε ρύθμιση δόσεων κατ’ εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας.

Άρθρο 3
Λοιπές ρυθμίσεις
1. Για την αποπληρωμή των καταναλωτικών δανείων και την εξόφληση των πιστωτικών καρτών, τα οποία έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση του άρθρου 1, το επιτόκιο που εφαρμόζεται δεν υπερβαίνει το 7%.
2. Δεν επιτρέπεται ο εκτοκισμός των κεφαλαιοποιημένων τόκων που προκύπτουν από άτοκες περιόδους χάριτος.
3. Ληξιπρόθεσμες οφειλές που προέκυψαν την τελευταία τριετία λόγω αποδεδειγμένης μείωσης εισοδημάτων, κεφαλαιοποιούνται και υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 1. Οι διατάξεις του άρθρου 2 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.

Άρθρο 4
«Τροποποιήσεις του ν3869/2010 για την ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων»
1. Στο τέλος του άρθρου 1 του Ν.3869/2010 (Α’ 130) προστίθεται παράγραφος που έχει ως εξής:
«Δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις, να είναι αυτοαπασχολούμενοι, δεν απασχολούν κατά τελευταία τέσσερα έτη πριν την κατάθεση της αίτησης πέραν του ενός εργαζομένου σε σχέση εξαρτημένης εργασίας και οι οφειλές από τις εμπορικές πράξεις δεν υπερβαίνουν το ποσόν των είκοσι πέντε χιλιάδων ευρώ.»
2. α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν.3869/2010 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Ο οφειλέτης μπορεί, πριν ή μετά την υποβολή της αίτησης , μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και χωρίς να υφίσταται στάση της δίκης, να επιδιώκει την επίτευξη συμβιβασμού με τους πιστωτές.»
β. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν.3869/2010 καταργείται.
γ. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 4 του Ν.3869/2010 η φράση: «να προσκομίσει : α) τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 και β) υπεύθυνη δήλωση» αντικαθίσταται από την φράση «να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση».
δ. στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του Ν.3869/2010 η φράση «σε έξι μήνες» αντικαθίσταται από την φράση «σε ένα έτος».
3. α. Το περιεχόμενο του άρθρου 5 του Ν.3869/2010 καθίσταται παράγραφος 1 και προστίθενται στο τέλος του άρθρου παράγραφοι 2 και 3 ως εξής:
«2. Αν εκχωρηθεί απαίτηση πιστωτή προς τρίτους, ο εκδοχέας που δεν έχει κύρια κατοικία ή έδρα στην ελληνική επικράτεια οφείλει να ορίσει αντίκλητο στην ελληνική επικράτεια κατά το άρθρο 142 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και να τον γνωστοποιήσει στον οφειλέτη. Μέχρι την γνωστοποίηση τεκμαίρεται ως αντίκλητος ο τελευταίος εκχωρητής της απαίτησης με κύρια κατοικία ή έδρα στην ελληνική επικράτεια. Η υποχρέωση αυτή καταλαμβάνει και τις εκχωρήσεις απαιτήσεων πιστωτών που έχουν πραγματοποιηθεί πριν την έναρξη ισχύος της παρούσης.»
4. α.Η αμοιβή των δικαστικών επιμελητών για τις επιδόσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εβδομήντα τοις εκατό της ελάχιστης προβλεπόμενης για επίδοση δικογράφου αμοιβής.»
β. Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.3869/2010, όπως τροποποιείται παραπάνω, τίθεται σε ισχύ έξι μήνες μετά την δημοσίευση του παρόντος νόμου.
5. α. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν.3869/2010 προστίθεται εδάφιο που έχει ως ακολούθως:
«Σε περίπτωση αίτησης αναστολής πλειστηριασμού εφαρμογής η παράγραφος 3 του άρθρου 938 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας».
β. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν. 3869/2010 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
«Αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να ζητηθεί σύμφωνα με τους όρους της παρούσας και μετά την έκδοση οριστικής απόφασης, εφόσον έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση από τον οφειλέτη.»
γ. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 6 του Ν.3869/2010 μετά την φράση «Το Δικαστήριο μπορεί» προστίθεται η φράση «ανεξαρτήτως εκτελεστικής διαδικασίας.»
6. Στο τέλος του άρθρου 7 του Ν.3869/2010 προστίθεται παράγραφος που έχει ως εξής:
«7. Ο άρθρο 208 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται και κατά τη συζήτηση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4.»
7. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν.3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:
«Σε περίπτωση που πιστωτής δεν έχει ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη και δεν έχει ασκηθεί από αυτόν κύρια παρέμβαση το δικαστήριο ρυθμίζει και τις απαιτήσεις αυτού κατά το άρθρο 744 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή διατάζει την κλήτευσή του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 748 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζοντας νέα δικάσιμο».
8. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010 η φράση «τεσσάρων ετών» αντικαθίσταται από την φράση «πέντε ετών» και μετά το εδάφιο αυτό προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:
«Το κατά το προηγούμενο εδάφιο χρονικό διάστημα αρχίζει με την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο. Σε περίπτωση που οι πραγματοποιηθείσες μετά την κατάθεση της αίτησης καταβολές στους πιστωτές υπολείπονται αυτών που ορίζονται με την απόφαση του δικαστηρίου, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να εξοφλήσει, εντόκως από την έκδοση της απόφασης, το υπολειπόμενο ποσό μέχρι το έκτο έτος από την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ή μέσα σε ένα έτος από την έκδοση της απόφασης με επιτόκιο αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες.»
9. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται και για εκκρεμούσες αιτήσεις, εφόσον η συζήτηση της αίτησης πραγματοποιείται μετά την πάροδο ενός έτους από την δημοσίευση του παρόντος νόμου και την έναρξη του χρονικού διαστήματος των πέντε ετών της παργράφου 2 του άρθρου του Ν.3869/2010 από τη δημοσίευση αυτή.
10. Στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 8 του Ν.3869/2010 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
«Το δικαστήριο δύναται να περιορίσει μετά από αίτημα του οφειλέτη, το χρονικό διάστημα της ρύθμισης μέχρι τα τρία έτη, αν κρίνει ότι η προσωπική και οικονοική κατάσταση του οφειλέτη δεν δικαιολογούν την προσδοκία για οποιαδήποτε μελλοντική καταβολή.»
11. Στο έβδομο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν.3869/2010 η φράση «τα είκοσι έτη.» αντικαθίσταται από την φράση «τα είκοσι έτη, εκτός αν η προσωπική κατάσταση του οφειλέτη και η ανάγκη εξυπηρέτησης της οφειλής δικαιολογούν μεγαλύτερη διάρκεια που πάντως δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 35 έτη.»
12. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου1 του άρθρου 10 του Ν.3869/2010 προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής:
«Το ίδιο αποτέλεσμα και με τους ίδιους όρους επέρχεται και στην περίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει δολίως να συμπεριλάβει πιστωτές στην κατάσταση της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4.»
13. Στο τέλος του άρθρου 14 του Ν.3869/2010 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
«Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 8 εφαρμόζεται και στην περίπτωση που η απόφαση σε δεύτερο βαθμό υποχρεώνει τον οφειλέτη σε πρόσθετες καταβολές για το διανυθέν από την κατάθεση της αίτησης χρονικό διάστημα.»

Άρθρο 5
Ακατάσχετο τραπεζικών καταθέσεων οφειλετών
α. Στο άρθρο 982 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθενται παράγραφος 4 με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«4. Απαιτήσεις του οφειλέτη από καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για ατομικό τραπεζικό λογαριασμό και δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Το όριο του ακατάσχετου υπολογίζεται με βάση το σύνολο των τραπεζικών καταθέσεων του οφειλέτη. Ο οφειλέτης, με υπεύθυνη δήλωση προς ένα εκ των πιστωτικών ιδρυμάτων, μπορεί να προσδιορίζει τον λογαριασμό για τον οποίο θα ισχύει το ακατάσχετο. Εφόσον ο οφειλέτης διατηρεί λογαριασμό για την καταβολή των ποσών της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 2 του παρόντος τεκμαίρεται ως επιλεχθείς ο λογαριασμός αυτός. Εξαίρεση από τον περιορισμό αυτόν εισάγεται στην περίπτωση γ’ της παραγράφου 2 του παρόντος.»
β. Η δήλωση του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 982 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας επιτρέπεται να καταχωρείται σε αρχείο οικονομικής συμπεριφοράς με αποκλειστικό σκοπό επεξεργασίας την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.

Άρθρο 6
Αναστολή πλειστηριασμών
1. Αναστέλλονται από την 1η Ιανουαρίου 2013 έως την 31η Δεκεμβρίου 2014 οι πλειστηριασμοί, οι οποίοι επισπεύδονται για την ικανοποίηση απαιτήσεων που δεν υπερβαίνουν το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, από πιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες παροχής πιστώσεων, καθώς και από τους εκδοχείς των απαιτήσεων αυτών.
2. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ν.3869/2010 (Α 130), όπως ισχύει, η φράση «μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012» αντικαθίσταται από τη φράση «μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014».

flashnews.gr