Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

14 Νοε 2016



Χωρίς περιστροφές, σε μια αδημοσίευτη στα Δυτικά ΜΜΕ συζήτηση, ο Ρώσος πρόεδρος αποκάλυψε σε ξένους δημοσιογράφους ότι η ρωσική τεχνολογία στα πυραυλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς είναι κάποια χρόνια μπροστά από εκείνη των Αμερικανών και τους προειδοποίησε για τις ολέθριες συνέπειες της πρακτικής της απόκρυψης των αληθινών δεδομένων από τους πολίτες των χωρών τους.

Πηγή πρωτότυπου ρεπορτάζ στα αγγλικά: Fort Russ  
Απόδοση:  Ας Μιλήσουμε Επιτέλους

Στα πλαίσια του πιο πρόσφατου Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ, που έλαβε χώρα στην Αγία Πετρούπολη το καλοκαίρι, ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε την ευκαιρία να συζητήσει με εκπροσώπους των διεθνών ΜΜΕ για κάποια θέματα, τα οποία ελάχιστα απασχόλησαν τα μέσα ενημέρωσης εκτός Ρωσίας. Στην συζήτηση αυτή, η οποία αγνοήθηκε συστηματικά από όλα σχεδόν τα Δυτικά μέσα, ο Ρώσος πρόεδρος ήταν ευθύς και αποκαλυπτικός, όσον αφορά το χάσμα που χωρίζει την χώρα του από τις χώρες του ΝΑΤΟ στον τομέα της πολεμικής τεχνολογίας. Προέτρεψε δε τους δημοσιογράφους να αλλάξουν στάση και να πουν στους πολίτες των χωρών τους την πραγματική αλήθεια για τους κινδύνους ενός επικείμενου πυρηνικού πολέμου, τους οποίους οι ηγέτες τους δείχνουν να αψηφούν, σε βαθμό που μπορεί να αποβεί εγκληματικός.

Ακολουθεί ένα πολύ σημαντικό απόσπασμα της ομιλίας του Πούτιν προς τους ξένους δημοσιογράφους, πριν από την έναρξη της συζήτησης:


“Ας μιλήσουμε στο σημείο αυτό για ένα θέμα που δείχνει να σας απασχολεί. Ας πούμε για τα πυραυλικά συστήματα, αν και αμφιβάλλω αν θα μεταφέρετε με ακρίβεια όλα όσα θα σας πω, στα μέσα ενημέρωσης στα οποία εργάζεστε.

Η «ιρανική απειλή», όπως αποδείχθηκε περίτρανα, δεν υφίσταται, αλλά παρ' όλα αυτά, αυτό δεν εμποδίζει τους Αμερικανούς από το να εξακολουθούν να επεκτείνουν το σύστημα αντιπυραυλικής άμυνάς τους. Το εγκατέστησαν αρχικά στην Ρουμανία και εν συνεχεία το επέκτειναν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

Είχαμε δίκιο, επομένως, όταν λέγαμε ότι εξαπατούν τον κόσμο, προβάλλοντας ψευδείς δικαιολογίες για μια δήθεν «ιρανική απειλή». Η μόνη πυρηνική απειλή που υπάρχει βρίσκεται αλλού, και δεν είναι άλλη από το δικό τους σύστημα, στην Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή το σύστημα αυτό έχει στηθεί, λειτουργεί, και είναι φορτωμένο με πυραύλους.

Όπως γνωρίζετε καλά εσείς οι δημοσιογράφοι, όλες οι κατηγορίες αυτών των πυραύλων παραδίδονται στα πλοία και τα υποβρύχια σε προστατευτικό “κέλυφος”: κάνιστρο για τα πλοία και κάψουλα για τα υποβρύχια. Η προστατευτική συσκευασία, που λειτουργεί και ως σωλήνας εκτόξευσης, περιέχει τον προωθητή στερεού καυσίμου και τον πύραυλο. Αυτά ισχύουν και στην περίπτωση των πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς Τόμαχωκ, οι οποίοι μπορούν να πλήξουν στόχους σε απόσταση 500 χιλιομέτρων.

Ωστόσο, όπως όλοι γνωρίζουμε, η τεχνολογία αυτών των πυραύλων συνεχώς εξελίσσεται. Είμαστε σε θέση να υπολογίζουμε ποιο ακριβώς έτος θα έχουν εξελίξει ένα μοντέλο τους οι Αμερικανοί, ώστε να έχουν δημιουργήσει ένα νέο είδος πυραύλου. Το νέο τους μοντέλο, λοιπόν, θα μπορεί να πλήξει στόχους μέχρι και σε 1.000 χιλιόμετρα απόσταση, και το επόμενο θα φθάνει ακόμα μακρύτερα. Από εκείνο ακριβώς το σημείο, οι ΗΠΑ θα αρχίσουν να απειλούν ευθέως τις δυνατότητες των πυραυλικών συστημάτων της Ρωσίας.

Για όλα αυτά έχουμε πλήρη γνώση και παρακολουθούμε την εξέλιξή τους, χρονιά με τη χρονιά. Και εκείνοι γνωρίζουν ότι είμαστε γνώστες. Μόνο σε εσάς τους δημοσιογράφους πουλάνε ψέματα, κι εσείς τα πιστεύετε και τα διαδίδετε στους πολίτες των χωρών σας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, οι πολίτες των χωρών σας να μην έχουν ιδέα τι συμβαίνει και να μην συναισθάνονται τον κίνδυνο με τον οποίο θα βρεθούν αντιμέτωποι στο άμεσο μέλλον.

Αυτό ακριβώς είναι που με ανησυχεί. Πώς είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνεστε, ότι ο κόσμος παρασύρεται προς μία κατεύθυνση, μια εντελώς νέα διάσταση, από την οποία δεν θα υπάρξει επιστροφή;

Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Προσποιούνται ότι δεν συμβαίνει τίποτε, και δεν ξέρω πια με ποιον τρόπο να σας κάνω να τα αντιληφθείτε όλα αυτά”…


Πηγή "Ας Μιλήσουμε Επιτέλους!"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Του Γιάννη Μαστρογεωργίου

Ο τίτλος της νέας μελέτης του ΔΙΚΤΥΟΥ για τη νέα στρατηγική της ΕΕ στην εξωτερική πολιτική, με βάση το κείμενο που παρουσίασε η Ύπατη Εκπρόσωπος κα. Μογκερίνι τον Ιούνιο Shared Vision, Common Action: A Stronger Europe ,[1] προκύπτει από μία πάγια αίσθηση αέναου οράματος και προσδοκίας που υπάρχει για τις ανεκμετάλλευτες δυνατότητες που έχει για ορισμένους η ΕΕ στον τομέα της παρέμβασης στη διεθνή διπλωματική σκηνή και στον τομέα της Άμυνας. Η ΕΕ θέλει να είναι ένας πρωταγωνιστής, αλλά οι βασικοί ρόλοι εδώ και χρόνια ανήκουν σε άλλους…

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει περιθώριο η ΕΕ να αναζητήσει έναν πιο ισχυρό ρόλο; Μπορεί το κείμενο για τη νέα στρατηγική της ΕΕ στην παγκόσμια σκηνή να αποτελέσει το αναγκαίο οραματικό και ρεαλιστικό εργαλείο; Τα δύο αυτά ερωτήματα αποτελούν τον άξονα της νέας ανάλυσης του ΔΙΚΤΥΟ για το ρόλο και τη θέση της ΕΕ στην παγκόσμια διπλωματική και στρατιωτική σκηνή.
Εισαγωγή

Όταν μιλάμε για ζητήματα που άπτονται διπλωματικής και στρατιωτικής παρουσίας παγκοσμίως τότε η ΕΕ δεν μπορεί εύκολα να συγκριθεί με τις ΗΠΑ ή το ΝΑΤΟ.

Στον χάρτη με έντονο χρώμα εμφανίζεται η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ σε διάφορα μέρη του πλανήτη.

Η ΕΕ, από τη δική της μεριά, τα τελευταία χρόνια έχει και εκείνη παρουσία και στρατιωτική - κυρίως ειρηνευτικών αποστολών - αλλά και σε ζητήματα διαφύλαξης της τάξης μέσω αποστολών πολιτικής προστασίας.


Μετά τη δημοσίευση της νέας στρατηγικής, οι περισσότερες συζητήσεις σχετικά με την ευρωπαϊκή στρατηγική φαίνεται να περιστρέφονται γύρω από τα ακόλουθα ερωτήματα: 
  • (α) Πώς να κατοχυρωθεί η ασφάλεια στην ΕΕ και στις όμορες με την Ευρώπη εύφλεκτες περιοχές και
  • (β) πώς να εξισορροπήσει την προσοχή και τους πόρους της η ΕΕ στην αντιμετώπιση των εστιών έντασης της Ανατολικής Ευρώπης, της Βόρειας Αφρικής και της Μ. Ανατολής.
Το πλαίσιο άσκησης και αποφάσεων επί της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ χαρακτηρίζεται από λίγες μεγάλες χώρες που βλέπουν την ΕΕ ως ένα ακόμα πολυπληθές φόρουμ, στο οποίο επιδιώκουν εθνικούς στόχους της δικής τους εξωτερικής πολιτικής, από μια σειρά από μικρά κράτη που έχουν την ευκαιρία να ακούγεται η φωνή τους στις διεθνείς εξελίξεις, αλλά αποφεύγουν τις δαπάνες και τους κινδύνους μίας σοβαρής εμπλοκής και από μερικούς που θα ήθελαν να κάνουν περισσότερα, αλλά δυστυχώς για διαφορετικούς λόγους ο καθένας διστάζει. Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα μέσα σε ένα δυσλειτουργικό θεσμικό πλαίσιο που ταλανίζεται από περιφερειακές συγκρούσεις και με φόντο μια σειρά από βαθιές κρίσεις, οι οποίες έχουν προκαλέσει ψαλίδισμα στις φιλοδοξίες της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ και της διεθνούς επιρροή της.

Για όλα αυτά δεν θα βρει κανείς πολλά στην ευρωπαϊκή στρατηγική που εισηγήθηκε η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ Φ. Μογκερίνι. Το χαρακτηριστικό του κειμένου της στρατηγικής δεν είναι τόσο η υπάρχουσα εξωτερική πολιτική της ΕΕ και τα προβλήματα της, όσο αυτό στο οποίο η εξωτερική πολιτική πρέπει να εξελιχθεί. Εντοπίζοντας τα κοινά συμφέροντα, τις αρχές, τις προτεραιότητες, η στρατηγική αποσκοπεί στην ενστάλαξη στα κράτη μέλη μίας «ενότητας για τον κοινό σκοπό», που θα τη μετέφραζε κανείς σε «ενότητα στην πράξη» ως απώτερο στόχο και ενδιαφέρουσα πρόκληση.
Είναι ενδεικτικό των προκλήσεων που ανοίγονται για την ΕΕ μετά και το Brexit, το γεγονός ότι πριν από λίγο καιρό Γαλλία και Γερμανία υπέγραψαν από κοινού ένα κείμενο με τον τίτλο: «Μια ισχυρή Ευρώπη σε έναν κόσμο αβεβαιότητας», στο οποίο προτείνουν κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές για την ασφάλεια και τη μετανάστευση και ενίσχυση της οικονομικής σύγκλισης. [2] Οι Υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών αναφέρουν πως είναι σημαντικό να αναγνωρισθεί ότι τα κράτη μέλη επιθυμούν σε διαφορετικούς βαθμούς την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. «Πρέπει να βρούμε καλύτερους τρόπους για να αντιμετωπίζουμε τα διάφορα επίπεδα της φιλοδοξίας ώστε να εξασφαλίσουμε ότι η Ευρώπη απαντά καλύτερα στις προσδοκίες όλων των ευρωπαίων πολιτών», προσθέτουν.
  • Η ΕΕ θα θέσει συμφωνημένες στρατηγικές προτεραιότητες για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική της ασφάλειας και θα προωθήσει στους τομείς αυτούς μια ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή πολιτική.
  • Τα κράτη μέλη της ΕΕ, που θέλουν να εγκαθιδρύσουν μια μόνιμη δομημένη συνεργασία στον τομέα της άμυνας, θα πρέπει να μπορούν να το πράξουν με ευέλικτο τρόπο.
  • Αν χρειαστεί, τα κράτη μέλη της ΕΕ θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο να δημιουργήσουν μόνιμες ναυτικές δυνάμεις ή να αποκτήσουν σε άλλους σημαντικούς τομείς δυνατότητες που να ανήκουν στην ΕΕ.
  1. Μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική για το άσυλο και τη μετανάστευση. Οι υπουργοί αναφέρουν:
  • Είμαστε αποφασισμένοι ότι η ΕΕ πρέπει να εγκαθιδρύσει τα πρώτα πολυεθνή σύνορα στον κόσμο και την πρώτη πολυεθνή ακτοφυλακή.
  • Η ΕΕ πρέπει να βρει μια κοινή απάντηση στον αυξανόμενο αριθμό των μεταναστών που επιδιώκουν να εισέλθουν στην ΕΕ για οικονομικούς λόγους.
  • Θα εργαστούμε για να μειώσουμε τους παράγοντες που ωθούν στην παράτυπη μετανάστευση.
  1. Ενθάρρυνση της ανάπτυξης και ολοκλήρωση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Οι υπουργοί αναφέρουν:
- Για να ξεκλειδώσει η ανάπτυξη και να αυξηθεί η παραγωγικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, είναι απαραίτητη μια νέα προσπάθεια για περισσότερες επενδύσεις, τόσο ιδιωτικές όσο και δημόσιες.

Η ΕΕ βλέπει με άλλα μάτια τον κόσμο και το ρόλο της

Παρά το δύσκολο πλαίσιο μέσα στο οποίο εκπονήθηκε το κείμενο της νέας στρατηγικής, το έργο είναι ουσιαστικό και ενδιαφέρον. Το σημείο εκκίνησης διαφορετικό από εκείνο του πρώην επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ Χαβιέ Σολάνα για την προηγούμενη Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας του 2003, η οποία άρχιζε με τις λέξεις «Η Ευρώπη δεν ήταν ποτέ τόσο ευημερούσα, με ασφάλεια και ελευθερία».[3] Ο «κόσμος» της Μογκερίνι, είναι πιο σύνθετος, σε αμφισβήτηση και πολύπλοκος. «Η ΕΕ δεν λειτουργεί πλέον σε συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά αντιμετωπίζει μια σειρά από σοβαρές εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις. Η πραγματική δύναμη της νέας στρατηγικής έγκειται στο εκτεταμένο πεδίο της. Η δράση της ΕΕ πρέπει να γίνει πιο συντονισμένη σε όλες τις εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές. Η ανάγκη να ξεπεραστούν θεσμικές αγκυλώσεις και να λειτουργούν όλα τα όργανα της ΕΕ μαζί με συντονισμένο τρόπο, διαπερνά όλο το κείμενο». 

Από την αρχή, όμως, η Ύπατη Εκπρόσωπος κατέστησε σαφές ότι η νέα στρατηγική θα παρεκκλίνει από την προηγούμενη του 2003. Η λεγόμενη «Στρατηγική Σολάνα» είχε καταστεί ξεπερασμένη, όχι μόνο λόγω των αλλαγών στο περιβάλλον ασφαλείας, αλλά και επειδή εστιάζεται κυρίως στις πτυχές της ασφάλειας και της άμυνας της εξωτερικής δράσης της ΕΕ. 
Δύο, όμως, άλλοι σημαντικοί παράγοντες κατέστησαν την ανανέωση της έκδοσης του 2003 της Ευρωπαϊκής Στρατηγική Ασφάλειας επιβεβλημένη. 

Αφενός, η παλιά διάκριση, μεταξύ εξωτερικής διαχείρισης κρίσεων από την ΕΕ και οι αυξημένες απαιτήσεις για εσωτερική ασφάλεια που ήταν παλιά δύο διαφορετικά θέματα, κατέστη παρωχημένη. Η αστάθεια και οι συγκρούσεις στη Μ. Ανατολή και την Αφρική έχουν σημαντική επίπτωση στην ασφάλεια μέσα στην Ευρώπη όχι πλέον μέσω κάποιων δευτερογενών επιπτώσεων όπως η παράνομη μετανάστευση, το διεθνές έγκλημα και η τρομοκρατία. Η σύνδεση των εξωτερικών και εσωτερικών πολιτικών ασφάλειας και των μέσων της, είναι μια αναγκαιότητα για την αντιμετώπιση αυτών των δευτερογενών επιπτώσεων και ίδια για την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων τους. Αυτή η σύνδεση είναι ήδη ορατή σε αντιτρομοκρατικές δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα εντός αλλά και εκτός της Ευρώπης. Η ίδια αρχή ισχύει και για την παράνομη μετανάστευση. Ωστόσο, η σύνδεση αυτή πρέπει να συνδυαστεί με την αντιμετώπιση των αιτιών της μετανάστευσης, η οποία σε μεγάλο βαθμό συνδέεται με τον τερματισμό των εμφύλιων συγκρούσεων και τις προσπάθειες σταθεροποίησης, απέναντι σε αιτίες που έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τη βία (Συρία και Λιβύη) ή οικονομικούς λόγους και επικείμενο υπερπληθυσμό (Αφρική).  Αφετέρου, οι προκλήσεις για την ασφάλεια μας έχουν γίνει πολυδιάστατες. Η απάντηση σε τέτοιες απειλές πρέπει να είναι αντίστοιχα πολυδιάστατη. Όλα τα διαθέσιμα εργαλεία πρέπει να συγκεντρωθούν σε μια κοινή προσέγγιση και έναν κοινό σκοπό. Δεδομένου ότι η ΕΕ, σε αντίθεση με το ΝΑΤΟ, έχει μια ευρεία σειρά των ευθυνών σε όλους τους τομείς της διακυβέρνησης, αυτό απαιτεί μια πολύ ευρύτερη στρατηγική. Ταυτόχρονα, έχει σημαντικές συνέπειες για τη σχέση ΕΕΝΑΤΟ, η οποία θα πρέπει να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον ασφαλείας. 

Στο κείμενο της Μογκερίνι, δίδεται μεγάλη έμφαση στην στρατιωτική ικανότητα της Ένωσης, αλλά η στρατηγική παραμένει ελλιπής σχετικά με το πώς θα χρησιμοποιηθούν αυτά τα στρατιωτικά μέσα. Ενώ το κείμενο του Σολάνα εγκαινίαζε  ένα φιλόδοξο πρόγραμμα «για μια στρατηγική νοοτροπία που να προωθεί την έγκαιρη, γρήγορη, και όταν είναι απαραίτητο, ισχυρή παρέμβαση» στη νέα στρατηγική η επικεφαλής αποφεύγει τη λέξη «παρέμβαση» συνολικά και μιλά μάλλον αόριστα για την παροχή ασφάλειας όταν επιτυγχάνονται συμφωνίες ειρήνης και για τη στήριξη στις κατά τόπου εκεχειρίες.

Το κείμενο της νέας στρατηγικής αποφεύγει οποιαδήποτε αντίφαση μεταξύ των συμφερόντων και των αξιών, αλλά στην πραγματικότητα η διελκυστίνδα μεταξύ των δύο είναι παρούσα στο κείμενο. Υποστηρίζοντας τον «ηθικό πραγματισμό» η Μογκερίνι στοχεύει σε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση. Το νέο σύνθημα που είναι η «ανθεκτικότητα», χρησιμοποιείται ξανά και ξανά στο κείμενο και φαίνεται να δείχνει μια προτεραιότητα  στη σταθερότητα.

Δεδομένου ότι το κείμενο είχε ως στόχο να βρει την έγκριση όλων των κρατών μελών, τα συμφέροντα και οι τρόποι επιδίωξης είναι προσεκτικά διατυπωμένα μαζί με τις πάγιες θέσεις της ΕΕ. Τα πιο χρήσιμα μέρη είναι, επομένως, τα κεφάλαια για θέματα που συνήθως δεν τίθενται στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όπως η διαχείριση των συγκρούσεων και της παγκόσμιας διακυβέρνησης, καθώς και τα κεφάλαια για την περαιτέρω πορεία.

Το έγγραφο, όμως, έχει και κάποιες βασικές ελλείψεις: ένα σαφώς δηλωμένο στόχο, ένα χρονοδιάγραμμα, και μια μεθοδική προσέγγιση υλοποίησης. Διαβάζουμε για μία ακόμα φορά σε ένα ακόμα κείμενο της ΕΕ, ότι η Ένωση έχει σκοπό να εργαστεί για την ειρήνη, την ασφάλεια, την ευημερία, τη δημοκρατία και βασίζεται στην τήρηση των κανόνων για την παγκόσμια τάξη.

Σε κάθε περίπτωση οι πέντε προτεραιότητες όπως αναφέρονται για την εξωτερική δράση της ΕΕ δεν συνιστούν κάποια έκπληξη: 
  • Η ΚΕΠΠΑ έχει αντικείμενο να ενισχυθεί η ασφάλεια της Ένωσης, ειδικότερα το κείμενο αναφέρεται σε μέτρα για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, τις υβριδικές απειλές[4], την κλιματική αλλαγή και την ενεργειακή ασφάλεια.
  • Δεύτερον, η ΚΕΠΠΑ θα πρέπει να επιδιώξει την ενδυνάμωση της ανθεκτικότητας των κρατών στις ανατολικές και νότιες γειτονικές χώρες της ΕΕ και να σταθεροποιηθούν οι εύθραυστες κρατικές δομές εκεί.
  • Τρίτον, μια «ολοκληρωμένη προσέγγιση απέναντι σε συγκρούσεις και κρίσεις» που συνίσταται στην έγκαιρη προετοιμασία, με βάση τις «ευρείες, σε βάθος περιφερειακές και διεθνείς συνεργασίες». 
  • Τέταρτον, η ΕΕ θα πρέπει να κάνει χρήση της εμπειρίας της από τις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες προώθηση των αποτελεσμάτων της διαδικασίας αυτής παγκοσμίως
  • Και πέμπτον, μέσω του πλαισίου της ΚΕΠΠΑ, η ΕΕ θα πρέπει να προωθήσει τη διαδικασία μεταρρύθμισης της παγκόσμιας διακυβέρνησης που θα βασίζεται στο Διεθνές Δίκαιο, προκειμένου να διασφαλιστεί ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης.

Το βασικό όμως πρόβλημα της νέας στρατηγικής είναι εξωγενές. Είναι οι δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες θα κληθεί να υλοποιηθεί και οι φυγόκεντρες δυνάμεις που έχουν αρχίσει να ενισχύονται μέσα στην Ένωση μετά και το δημοψήφισμα στη Μ. Βρετανία. Οι συνθήκες αυτές δεν προοιωνίζονται εύκρατο πολιτικό και κοινωνικό κλίμα για μία νέα προσπάθεια θεσμικής ολοκλήρωσης και ουσιαστικής πολιτικής παρέμβασης στην κατεύθυνση μίας κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής. Οι ηγέτες της ΕΕ χαιρέτησαν την παρουσίαση της στρατηγικής και κάλεσαν την Ύπατη Εκπρόσωπο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο των Υπουργών να προωθήσουν τις εργασίες διαλόγου και προώθησης του κειμένου. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Αν η στρατηγική είναι μια ακόμα περίπτωση μεμονωμένου σταθμού στην πορεία της ΕΕ και όχι κάτι  πολύ περισσότερο από αυτό, τότε θα αποτελέσει απλώς μία ακόμα άσκηση για την ευρεία κοινότητα των think tanks. Αλλά αν η νέα στρατηγική αποτελέσει το σημείο εκκίνησης μίας συστηματικής προσπάθειας στρατηγικής ανάλυσης για τη συνολική πορεία της ΕΕ, τότε θα μπορούσε να βοηθήσει να εμποτιστεί η εξωτερική πολιτική της ΕΕ με μια μεγαλύτερη αίσθηση του κοινού σκοπού, ανοίγοντας το δρόμο και σε άλλα ζητήματα που απασχολούν την Ένωση.

Ασάφειες στην ορολογία

Μια σειρά από ενδιαφέροντες νέους όρους εμφανίζονται στην Παγκόσμια Στρατηγική της ΕΕ που ενισχύουν, όμως, την ασάφεια και την εντύπωση της στρατηγικής απροσδιοριστίας τόσο στην ΚΕΠΠΑ (εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας) όσο και στην ΚΠΑΑ (πολιτική άμυνας). Γίνεται λόγος πχ για έναν «ηθικό πραγματισμό» που θα κατευθύνει την εφαρμογή της στρατηγικής, αλλά χωρίς να ορίζεται σε λεπτομέρεια τι ακριβώς σημαίνει και που οδηγεί ο όρος (στο τέλος της παρούσας ανάλυσης, το ΔΙΚΤΥΟ δίνει τη δική του ερμηνεία). Ένας άλλος όρος αναφέρει ότι η ΕΕ είναι επιφορτισμένη, με την επίτευξη «στρατηγικής αυτονομίας»… Αλλού, ενώ, υπογραμμίζεται ότι η «αμυντική συνεργασία» πρέπει να είναι ο κανόνας, απουσιάζει μία πειστική περιγραφή του πώς αυτή η μεγάλη φιλοδοξία μπορεί να επιτευχθεί υπό συνθήκες έλλειψης πόρων, στρατηγικής διχόνοιας μεταξύ των κρατών μελών και τη συνεχή υποχρέωση τήρησης ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων.

Η Μογκερίνι προτείνει, ως εργαλείο προώθησης της στρατηγικής μία όπως αναφέρεται «δικτυωμένη» προσέγγιση, η οποία καλύπτει όλους τους τομείς της πολιτικής και επιδιώκει να συνδέσει την εσωτερική και εξωτερική πολιτική ασφάλειας. Το ερώτημα, όμως, ποια διαδικασία θα επιτρέψει τέτοιες εκτεταμένες παρεμβάσεις στις πολιτικές εξουσίες των κρατών μελών παραμένει αναπάντητο. Η δεύτερη σύσταση που τίθεται στο πλαίσιο της στρατηγικής είναι ότι όλες οι δυνατότητες που εκπορεύονται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας στο ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής και της Άμυνας, θα πρέπει να εξαντληθούν. Αυτά περιλαμβάνουν την ενισχυμένη συνεργασία στον τομέα της ΚΕΠΠΑ και τη μόνιμα διαρθρωμένη συνεργασία στο πλαίσιο της ΕΠΑΑ (πολιτική άμυνας και ασφάλειας).[5] Το σημείο αυτό αποτελεί μία σημαντική υπενθύμιση των δυνατοτήτων που δίνουν οι Συνθήκες σε όσους θέλουν και μπορούν ακόμα και σε ζητήματα της απολύτου εθνικής ευχέρειας. Ένα σημείο που χρήζει προσοχής και για την παράλληλη συζήτηση που συζητείται στην ΕΕ για περαιτέρω εμβάθυνση.

Ο τομέας της Άμυνας

Παραδοσιακά ο τομέας αυτός αποτελεί το μαλακό υπογάστριο κάθε εθνικής πολιτικής μέσα στην ΕΕ και δύσκολα θα ξεφύγει από αυτό στο εγγύς μέλλον. Μία παράμετρος όμως της νέας στρατηγικής, αλλά και των πρωτοβουλιών της Επιτροπής, είναι η ενίσχυση της Άμυνας και των επενδύσεων στην αμυντική τεχνολογία.  Η αλήθεια είναι ότι η ΕΕ δεν έχει περιθώρια να μην εξορθολογήσει την αμυντική πολιτικής της. Η εξέλιξη του Ευρωπαϊκού Σχέδιο Δράσης Άμυνας της Επιτροπής[6] και η πιθανή δημιουργία ενός ευρωπαϊκού Ερευνητικού Αμυντικού Προγράμματος, που ζητούν αρκετοί, αποτελούν ζωτικής σημασίας πρωτοβουλίες.

Η νέα στρατηγική δικαίως αναφέρει την αμοιβαία συνδρομή και την αλληλεγγύη, τις επενδύσεις και την αποτελεσματική χρήση των δυνατοτήτων της ευρωπαϊκής αμυντικής τεχνολογίας και των αμυντικών βιομηχανιών της (EDTIB) ως βασικά χαρακτηριστικά μίας αξιόπιστης κοινής πολιτικής άμυνας, όπως αυτή άλλωστε καθοδηγείται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας (EDA).7 Ωστόσο, τόσο η ΕΕ και τα κράτη μέλη θα πρέπει με ρεαλισμό να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις σε αυτό το σημείο. Η Ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανική βάση εξακολουθεί να είναι κατακερματισμένη και οι ικανότητες της λίγες. Πρόσφατα στοιχεία από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας υπογραμμίζουν τη σοβαρότητα της κατάστασης. Το διάστημα 2006-2014, ο μέσος όρος των δαπανών για την έρευνα και την καινοτομία στον κλάδο της αμυντικής βιομηχανίας - που μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος και άλλων παράπλευρων τομέων και πολλών μεσαίων επιχειρήσεων στην ΕΕ – μειώθηκε απότομα κατά 18,5% (€ 2 δις). Το ποσό των επενδύσεων για την έρευνα και την τεχνολογία στην αμυντική βιομηχανία, το οποίο περιλαμβάνει την προμήθεια εξοπλισμού, συνεχίζει να μειώνεται. Είναι μια τάση που ξεκίνησε με ένα εντυπωσιακό ποσοστό 11,6% μείωσης το 2011 και ενισχύθηκε με μια άλλη σημαντική πτώση των δαπανών κατά 9,1% το 2014, ενώ οι δαπάνες λειτουργίας και συντήρησης της άμυνας στην ΕΕ αυξήθηκαν περαιτέρω.[7]

Η αμυντική πολιτική της Ευρώπης θα πρέπει να διαχειριστεί προσδοκίες και να θέσει ρεαλιστικές προτεραιότητες. Εν όψει των - ακόμη αβέβαιων - συνεπειών της αποχώρησης της Μ. Βρετανίας, η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία βρίσκεται μπροστά σε νέα πρόκληση. Η χρηματοδότηση της αμυντικής έρευνας θα μπορούσε δυνητικά να ωθήσει στην αύξηση της διακρατικής αμυντικής συνεργασίας και να αποτελέσει και αφορμή για περαιτέρω συνεργασία και σε άλλους τομείς.  Η ενίσχυση της αμυντικής έρευνας και της ανάπτυξης αμυντικών δυνατοτήτων θα πρέπει να πάνε χέρι χέρι καθώς υπάρχει μια προφανής ανάγκη για επενδύσεις στην αμυντική τεχνολογία, που θα βοηθήσει με τη σειρά της στην ανάπτυξη των δυνατοτήτων και των ευρύτερων στρατηγικών στόχων της ΕΕ. Η χρηματοδότηση νέων και καινοτόμων τεχνολογιών άμυνας δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός. Ανάπτυξη των αμυντικών δυνατοτήτων, χωρίς επίγνωση του τι είναι τεχνολογικά δυνατό δεν συνιστά αποτελεσματική τακτική. Οι αμυντικές δυνατότητες δεν μπορούν αναπτυχθούν χωρίς αμυντική έρευνα και την καινοτομία, και τα δύο όμως χρειάζονται μία στρατηγική κατεύθυνση.  Η δημιουργία συνεργιών μεταξύ αμυντικής έρευνας και της ανάπτυξης των δυνατοτήτων στην πράξη για την ΕΕ, είναι μία κρίσιμη παράμετρος, όπως έδειξε και η πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να διαθέσει ένα αρχικό ποσό 25 δις για την αμυντική έρευνα στο πλαίσιο προϋπολογισμού της ΕΕ. 

Η πρόταση για τη δημιουργία μιας σταθερής ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας είναι ένας στόχος που έχει ήδη τεθεί από την Επιτροπή Juncker, μέσω μέτρων για την προώθηση της έρευνας στην αμυντική βιομηχανία.

Η ΕΕ είναι ένας Θεσμός που έχει προχωρήσει πολύ σε πολλά, αλλά απέχει από μια αυτόνομη οντότητα στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας που περιλαμβάνει επίσης το ΝΑΤΟ, τον ΟΑΣΕ (οργανισμός για την ασφάλεια και τη συνεργασία στην Ευρώπη) και το Συμβούλιο της Ευρώπης, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο σημαντικούς οργανισμούς. Ένα προφανές και αβίαστο πρώτο συμπέρασμα είναι ότι οι μελλοντικές προσπάθειες στον τομέα της στρατηγικής της ΕΕ στην εξωτερική πολιτική και την Άμυνα, φαίνεται να περιορίζονται στην αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, ενώ η στρατιωτική δράση θα συνεχίσει να διεξάγεται στο πεδίο της διατλαντικής συνεργασίας και της στενής συνεργασίας με το ΝΑΤΟ…

Χωρίς μια ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της αμυντικής ένωσης, με τη λήψη αποφάσεων να λαμβάνεται με ειδική πλειοψηφία, ο στόχος της «στρατηγικής αυτονομίας» παραμένει κενός περιεχομένου.

Μια νέα σχέση μεταξύ ΕΕ και ΝΑΤΟ

Εν όψει της επίμονης στρατηγικής διχόνοιας μεταξύ κρατών μελών και ενώ πολλές χώρες διατηρούν την πεποίθηση ότι η μεγαλύτερη σύνδεση των ΗΠΑ με την ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας είναι επιτακτική, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που συνήλθε στις 28 Ιουνίου 2016 με την παρουσία του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Jens Stoltenberg, αποφάσισε να εμβαθύνει περαιτέρω τις σχέσεις μεταξύ του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [8]

Πριν από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στις 8/9 Ιουλίου, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα συναντήθηκε ειδικά με τον Πρόεδρο της Επιτροπής Jean-Claude Juncker και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της ΕΕ Ντόναλντ Τουσκ. Κατά συνέπεια, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι στη Σύνοδο Κορυφής της Βαρσοβίας αποφασίστηκε το ΝΑΤΟ να εμβαθύνει τη συνεργασία με την Ένωση.10 Το πρόγραμμα συνεργασίας βασίζεται σε όσα ορίζει η συμφωνία Berlin Plusτου 2003 που επιδιώκει να ενισχύσει τον ευρωπαϊκό πυλώνα του ΝΑΤΟ.[9] Και οι δύο πλευρές έχουν συμφωνήσει όσον αφορά την επιτάχυνση της συνεργασίας σε επιλεγμένους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της άμυνας κατά των υβριδικών απειλών και των επιθέσεων στον κυβερνοχώρο, τη στρατιωτική βοήθεια σε τρίτες χώρες, καθώς και την ασφάλεια στη θάλασσα. Επίσης, σκοπεύουν να συνεργαστούν πιο στενά σε θέματα συλλογής πληροφοριών, στον κυβερνοχώρο αμυντικό σχεδιασμό κλπ. Ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας στρατηγικής είναι επίσης αφιερωμένο στις διατλαντικές σχέσεις και στην αναζωπύρωση της σημασίας του ΝΑΤΟ για την

Ευρώπη. Κάνει λόγο για «εμβάθυνση των διατλαντικών δεσμών» και για σχεδιασμό της άμυνας των κρατών μελών «σε πλήρη συνοχή με τη διαδικασία αμυντικού σχεδιασμού του ΝΑΤΟ».

Είναι αυτονόητο ότι μία σημαντική παράμετρος για την ώθηση της στρατηγικής είναι η σύνδεση των αναγκαίων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων που πρέπει να γίνουν σε επίπεδο ΕΕ και της διατλαντικής συνεργασίας. Η ενίσχυση του εσωτερικού συντονισμού στην Ένωση κρίνεται ως αδήριτη ανάγκη για οποιαδήποτε μορφή ουσιαστικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η δυναμική που επιθυμεί να αναπτύξει η νέα στρατηγική δεν εξυπηρετεί απολύτως το σκοπό της επανατοποθέτησης των λειτουργιών και της σχέσης της ΚΕΠΠΑ με το ΝΑΤΟ. Στο μέλλον δεν θα είναι εύκολα εφικτό να εκλάβει κανείς τη συνολική εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας της Ευρώπης ως μια ευρωπαϊκή εναλλακτική πρόταση απέναντι  στη διατλαντική συνεργασία για την ασφάλεια.

Μία αρκετά λογικοφανής εκτίμηση μέσα από το κείμενο της στρατηγικής, είναι ότι αποτελεί έκφραση ενός νέου καταμερισμού εργασίας μεταξύ του ΝΑΤΟ και της ΚΕΠΠΑ, όπου η Ευρώπη έρχεται σε εκ νέου στενή σχέση με το ΝΑΤΟ και επικεντρώνει τις προσπάθειές της στην Άμυνα εντός, όμως, του πλαισίου της Συμμαχίας. Ως εκ τούτου, η Ευρώπη θέτοντας τις βάσεις για μια «κοινότητα ασφάλειας», αναλαμβάνει την ευθύνη για τα θέματα πολιτικής προστασίας και χαμηλής έντασης δράσεις, ενώ το ΝΑΤΟ κρατά την κυρίαρχη δομή για την στρατιωτική άμυνα της Ευρώπης.

Ο κρίκος που λείπει

Το σχέδιο δράσης για την άμυνα και οι προπαρασκευαστικές πρωτοβουλίες για την αμυντική έρευνα, μπορούν να προσθέσουν πραγματική αξία για την ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική και βιομηχανία, αν συνοδευθούν από σαφώς καθορισμένες στρατηγικές προτεραιότητες στον τομέα αυτό. Με βάση μερικές από τις ιδέες που τέθηκαν κατά τη διάρκεια της Ολλανδικής Προεδρίας της ΕΕ, σε συνέχεια των υπαρκτών πυλώνων της ασφάλειας και της άμυνας της νέας στρατηγικής, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν συνέργειες μεταξύ της ΚΠΑΑ και ενός ευρύτερου φάσματος άλλων τομέων της ΕΕ που σχετίζονται με τη διαχείριση των συνόρων, την ενεργειακή ασφάλεια, την ανάπτυξη, τη μεταρρύθμιση του τομέα της ασφάλειας και της άμυνας στον κυβερνοχώρο.

Εννοείται ότι τα κράτη μέλη θα λάβουν την τελική απόφαση και ευθύνη για το ποιες θα πρέπει να είναι οι προτεραιότητες της άμυνας της ΕΕ και σε ποιο βαθμό θα μπορούσαν να αναθεωρηθούν οι ««αποστολές τύπου Petersberg», ώστε να αντανακλούν τις τρέχουσες στρατηγικές προτεραιότητες της Ένωσης. [10]

Εργαλεία και όργανα 

Η πολιτική βούληση παραμένει ο βασικός παράγοντας για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας - η οποία εξακολουθεί να είναι μία αναγκαιότητα, καθώς κανένα κράτος δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τους άλλους πια. Ωστόσο, νέα εργαλεία και μέσα χρειάζονται επίσης για τη μετατροπή της πολιτικής βούλησης- που περιορίζεται σε δηλώσεις και συμπεράσματα του Συμβουλίου - σε πραγματική βελτίωση των δυνατοτήτων. Μέχρι στιγμής, η αρχή του εθελοντισμού, με βάση την οποία όποια κράτη θέλουν και μπορούν προχωρούν στα θέματα της άμυνας κυρίως,  έχει παράσχει μια οδό διαφυγής, αλλά με πενιχρά αποτελέσματα.

Η νέα στρατηγική πρέπει να καθορίσει ένα καινούργιο σύστημα, που θα βασίζεται στην παρακολούθηση, την αξιολόγηση των προσπαθειών των κρατών μελών για την επίλυση των ελλείψεων και την αύξηση των δυνατοτήτων εξέλιξης της κοινής άμυνας καθώς και για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας. Ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να αναπτυχθεί με την πάροδο του χρόνου μέσα από τη συλλογή δεδομένων και με τακτική αξιολόγηση δίνοντας σταδιακά μεγαλύτερο ρόλο στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας. Θα μπορούσε να ξεκινήσει από τους Υπουργούς Άμυνας να εφαρμόζεται ένα μοντέλο αντίστοιχο με αυτό του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου στην οικονομία, ενώ και νέες ιδέες για τη χρηματοδότηση της έρευνας στον αμυντικό τομέα μπορεί να υπάρξουν μέσα από το πρόγραμμα Horizon. Στο σημείο αυτό κρίσιμη αναμένεται να είναι για το μέλλον της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας η εκκίνηση για τα ερευνητικά προγράμματα συνεργασίας για την άμυνα, που είναι απαραίτητα, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας, για τη διατήρηση και την προώθηση των βασικών στρατιωτικών δυνατοτήτων στην Ευρώπη, καθώς και για την αντιμετώπιση των ελλειμμάτων τους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ξεκινήσει μια προπαρασκευαστική δράση (preparatory action) για την έρευνα στο κομμάτι της άμυνας, με σκοπό την ενσωμάτωσης μιας θεματικής ενότητας για την αμυντική έρευνα στο επόμενο πρόγραμμα-πλαίσιο, μετά το Horizon 2020, για τη στήριξη της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας και των ευρωπαϊκών αμυντικών βιομηχανιών.[11]

Η υπόθεση όμως, αυτή περιπλέκεται καθώς η προπαρασκευαστική δράση σημαίνει ότι ένα έργο λάμβάνει χρηματοδότηση για ένα έως και τρία χρόνια, διάστημα κατά το οποίο πρέπει να ρυθμιστεί η νομική βάση, αν είναι να γίνει πάγια πολιτική. Το σύστημα χρηματοδότησης, το οποίο θα καλύπτει τα έτη 2017-2020, με εκτιμώμενο κόστος 50 έως 100.000.000 €,  θα ανοίξει το δρόμο για ένα πλήρες ερευνητικό πρόγραμμα για την αμυντική βιομηχανία που θα μπορούσε να απαιτήσει έναν προϋπολογισμό ύψους τουλάχιστον € 3,5 δισ μεταξύ 2021 και 2027. 

Η πρόταση αυτή θεωρείται ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη και ήδη περισσότεροι από 60.000 πολίτες έχουν υπογράψει εναντίον της. 

Εάν ο προϋπολογισμός εγκριθεί, θα είναι η πρώτη φορά που η ΕΕ θα παρέχει χρηματοδότηση αποκλειστικά για ερευνητικούς σκοπούς στον τομέα της Άμυνας.

Brexit και οι συνέπειες του

Η απόφαση της Μ. Βρετανίας ακολουθήσει το δικό της δρόμο, μπορεί να ανοίξει την πόρτα σε μια πραγματική ενίσχυση της ΚΠΑΑ και σε βαθύτερη συνεργασία στο τομέα της άμυνας εντός της ΕΕ. Από την άλλη πλευρά, η αποχώρηση της χώρας μπορεί να αποτελέσει αφορμή για αδυναμία γεφύρωσης των αποκλινόντων συμφερόντων στα θέματα ασφαλείας ανάμεσα στις ανατολικές χώρες και τα κράτη μέλη του νότου. Ακόμα και αυτό, όμως, στο βαθμό που θα σημάνει τη βούληση ενός μικρότερου μπλοκ ομάδων να κινηθούν προς τα εμπρός μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία εμβάθυνσης της αμυντικής συνεργασίας είτε με τις ήδη υπάρχουσες δομές και δυνατότητες συνεργασίας είτε με νέες.

Για την ΕΕ, το μείζον ερώτημα είναι αν ένα σχέδιο όπως είναι η νέα στρατηγική της ΕΕ, μπορεί να μετατραπεί σε απτή δράση. Ο χρόνος είναι ένας κρίσιμος παράγοντας. Η εκπόνηση της νέας στρατηγικής απαίτησε χρόνο…και αν υπολογίσουμε το πολιτικά ενδιαφέρον και ίσως ταραγμένο 2017 στην ΕΕ, το ξετύλιγμα της στρατηγικής και η μετατροπή της σε δράση δεν φαίνεται να προκύπτει σύντομα. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίθεται να δημοσιεύσει το σχέδιο για την Αμυντική Δράση κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2016, θα υπάρξει λίγος χρόνος για την ανάπτυξη των δύο πυλώνων παράλληλα. Τα δύο κείμενα δεν πρέπει, όμως, να διαχωριστούν. Αυτό θα είναι ένα λάθος μήνυμα.

Από τα λόγια στις πράξεις

Η νέα στρατηγική της ΕΕ, παρέχει μια συνολική προσέγγιση για την εξωτερική πολιτική της ΕΕ, περιγράφει τις οργανωτικές αρχές, ορίζει προτεραιότητες με τρόπο γενικά συνεπή με τα συμφέροντα της ΕΕ, επισημαίνει τις ελλείψεις στις δυνατότητες και τις διαδικασίες και προσφέρει ένα πλαίσιο για περαιτέρω δράση.

Το χάσμα, όμως, προσδοκιών-πραγματικότητας είναι μια πρόκληση για κάθε διεθνή παράγοντα που επιθυμεί να προωθήσει τις φιλελεύθερες αξίες και ταυτόχρονα τα σκληρά συμφέροντα του σε ένα ανταγωνιστικό τοπίο. Ο διακριτικός χαρακτήρας της ΕΕ, ως συλλογικός διεθνής παράγοντας, που αποτελείται από διάφορα θεσμικά όργανα και κράτη μέλη, εντείνει αυτή την πρόκληση. Η νέα στρατηγική επιδιώκει να μειωθεί το χάσμα προσδοκιών-πραγματικότητας, μέσω του «ηθικού πραγματισμού», που  ενώ είναι ένας νέος και εν πολλοίς ασαφής όρος, είναι πρόδηλο ότι επιδιώκει να αποδυναμώσει την ισχύ των επιμέρους φιλοδοξιών αναζητώντας περισσότερες κατά περίσταση προσεγγίσεις ανάμεσα στα κράτη μέλη. 

Το κείμενο έχει ως στόχο να χαράξει το δρόμο ανάμεσα στη Σκύλλα του απομονωτισμού και τη Χάρυβδη του παρεμβατισμού της ΕΕ στην παγκόσμια σκηνή. Όμως, είναι πολύ εύκολο μέσα στις ασταθείς παγκόσμιες συνθήκες τα στρατηγικά να ξεπερνώνται από τα γεγονότα ή απλώς να ξεχνιούνται διακριτικά στο ράφι.

Στην περίπτωση της νέας στρατηγικής, ωστόσο, κάποιοι σαφείς κίνδυνοι ελλοχεύουν.  Μετά το Brexit το περιβάλλον στην ΕΕ είναι τοξικό για τον καθορισμό μεγάλων στρατηγικών οραμάτων.  

Το κείμενο της νέας στρατηγικής έρχεται σε μία στιγμή υπαρξιακής κρίσης της Ένωσης. Η σφυρηλάτηση της ενότητας μεταξύ κρατών, λαών και θεσμών της ΕΕ δεν ήταν ποτέ πιο επείγουσα. Η κρίση στην ΕΕ απαιτεί μία ισχυρή πολιτική απάντηση που θα προσφέρει ουσιαστική ανταπόκριση στις απαιτήσεις των πολιτών.  Είναι η στρατηγική της ΕΕ στην εξωτερική πολιτική μία τέτοια ευκαιρία; ενδεχομένως ναι. Και υπό προϋποθέσεις σίγουρα ναι. Από μόνη της όμως, η στρατηγική δεν συνιστά καθοριστική παρέμβαση στην άμβλυνση των εθνικών προτεραιοτήτων, μπορεί όμως να καλλιεργήσει σταδιακά και μεθοδικά την κουλτούρα της εμβάθυνσης της συνεργασίας στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας και ακολούθως την αίσθηση του κοινού σκοπού.
ΠΗΓΕΣ: 
[4] Υβριδική απειλή είναι η ύπαρξη δύο τουλάχιστον διαφορετικών μορφών (πιθανόν μη συμβατών μεταξύ τους) πολέμου. Πρώτο και κύριο γνώρισμα της, είναι η συνύπαρξη στοιχείων, μεθόδων και χαρακτηριστικών συμβατικού και μη συμβατικού πολέμου/σύγκρουσης.

* Ο κ. Γιάννης Μαστρογεωργίου είναι Διευθυντής του Δικτύου
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Του Βασίλη Κοψαχείλη

Η συνέντευξη στην «Καθημερινή της Κυριακής», του απερχόμενου Αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, είναι αποκαλυπτική των πραγματικών προθέσεων της επίσκεψής του στη χώρα μας.

Η επίσκεψη του Αμερικανού πρόεδρου αφορά ευθέως συζητήσεις για το σχέδιο αναθεώρησης της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης του 1923.

Οπως έχω γράψει και στο παρελθόν, η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάνης του 1923 εξέφραζε τα συμφέροντα των Αγγλο-Γάλλων της εποχής και όχι τα Αμερικανικά. Ομοίως, μετά την κρίση του Σουέζ (1956-57) και την ανάληψη της ηγεσίας της περιοχής από τους Αμερικανούς με το Δόγμα Αιζενχάουερ, δεν εκφράστηκε τότε μια νέα Αμερικανική τάξη πραγμάτων στην περιοχή, αλλά απλά οι ΗΠΑ κληρονόμησαν την Αγγλο-Γαλλική πρόταση που είχε σφραγιστεί με την Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάνης.

Με την «Αραβική Άνοιξη» του 2010-2012 οι ΗΠΑ επιχείρησαν ανεπιτυχώς να δημιουργήσουν μια νέα, δική τους αυτή τη φορά, τάξη πραγμάτων στην περιοχή, πριν αποχωρήσουν από εκεί ως φυσική παρουσία αλλά όχι ως συμφέροντα.

Σήμερα, με αφορμή το ενεργειακό ενδιαφέρον της Ανατολικής Μεσογείου και την αποδοχή ενός κάκιστου ξαναζεσταμένου Σχεδίου Ανάν ως βάση συζήτησης για την επίλυση του Κυπριακού, ο κ. Ομπάμα έρχεται στην Αθήνα να στείλει το μήνυμα ότι χωρίς την ικανοποίηση των συμφερόντων της Τουρκίας στην περιοχή, ειρήνη και σταθερότητα δεν θα υπάρξει, και προς τούτο κοιτάξτε τι έγινε στη Μεσοποταμία. Ελπίζει ότι μπροστά στον κίνδυνο της συνολικής αποσταθεροποίησης, η Ελλάδα θα υποχωρήσει στους πολυεπίπεδους Τουρκικούς εκβιασμούς, ομοίως θα πράξει και η Κύπρος, θα ασκηθεί πίεση από Ισραήλ και Αίγυπτο προς Ελλάδα και Κύπρο διότι διακυβεύονται δικά τους ζωτικά ενεργειακά συμφέροντα και τέλος θα μας πιέσουν και οι Ευρωπαίοι εταίροι μας για να μην χρειαστεί να ξεβολευτούν από τον βαθύ ύπνο στον οποίο, τουλάχιστο γεωπολιτικά, βρίσκονται.

Τα όσα έρχεται να μας πει, αφορούν τη συνέχεια των όσων έγιναν και πρόκειτε να γίνουν στη Μεσοποταμία. Με την δημιουργία Αυτόνομης Κουρδικής Περιοχής στο Ιράκ το 2005, οι ΗΠΑ πρώτες έβαλαν το πρώτο καρφί στο φέρετρο της Συνθήκης της Λωζάνης. Και στους σχεδιασμούς τους, η μετα-Λωζάνη Τουρκία έχει ρόλο ισχυρής περιφερειακής δύναμης, τόσο ισχυρής ώστε να εκλαμβάνεται από Ρωσία και Γερμανία ώς αντίπαλος και όχι ως γεωστρατηγικό τους υποχείριο. Ελπίζουν πως σταδιακά θα υπάρξει σύγκρουση συμφερόντων των τριών μεταξύ τους, κατάσταση που θα τους φθείρει ανεπανόρθωτα χωρίς οι ΗΠΑ να έχουν ξοδέψει ένα δολάριο ή να έχουν ρίξει μια σφαίρα!

Σε αντάλλαγμα θα πάρουμε υποσχέσεις! Την Κύπρο την φλερτάρουν εδώ και καιρό με το όνειρο ότι μετά τη λύση θα γίνει ένας παράδεισος πλούτου και ευημερίας. Σε εμάς το παραμύθι έχει τίτλο «κούρεμα χρέους»!

Τελικά η Αμερικανική πολιτική έχει συνέχεια! Ο απερχόμενος Αμερικανός Πρόεδρος έρχεται φιλικά να μας προειδοποιήσει. Μετά θα μεταβεί στο Βερολίνο να προειδοποιήσει την Άγκελα Μέρκελ, η οποία πολύ καθηστερημένα κατάλαβε τι ακριβώς συμβαίνει και πόσα τραγικά λάθη έκανε.

Μένει να δούμε τι θα ακολουθήσει στη συνέχεια…

* Ο κ. Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος, Γεωστρατηγικός Αναλυτής
Επικοινωνία με τον συντάκτη vkopsacheilis72@gmail.com
Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Σημαντικές εξελίξεις στο εσωτερικό πολιτικό προσκήνιο της Τουρκίας, οι οποίες επιφυλάσσουν αντίκτυπο για την τουρκική εξωτερική πολιτική, διαδραματίζονται τα τελευταία εικοσιτετράωρα στην πρωτεύουσα της γειτονικής χώρας.

Όπως μεταδίδει η Καθημερινή, ο πρόεδρος Recep Tayyip Erdogan, το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και η κυβέρνηση του Binali Yıldırım έρχονται σε συμφωνία με το Κίνημα των Γκρίζων Λύκων για μια σειρά σημαντικών ζητημάτων.

Πηγή από το εσωτερικό του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) ενημέρωνε το βράδυ της Κυριακής την Καθημερινή ότι η τελική συμφωνία Προεδρικού Μεγάρου-Γκρίζων Λύκων, αν και εφόσον έρθει κατά τις επόμενες εβδομάδες, θα αφορά εκτός από το εσωτερικό πολιτικό πεδίο και την τουρκική εξωτερική πολιτική.

«Στο παρελθόν, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας, οι κυβερνήσεις του ΑΚΡ έπραξαν ορισμένα σημαντικά λάθη», τονίζει στην Καθημερινή, πηγή που διατηρεί συνεργασία με την ηγεσία του ΜΗΡ.

Η ίδια πηγή προσθέτει τα εξής: «Στο Κουρδικό Ζήτημα, το ΑΚΡ έφτασε στο σημείο να διαπραγματεύεται με τους τρομοκράτες. Στο ζήτημα του Gulen, το ΑΚΡ γύρισε την πλάτη του στον ένδοξο τουρκικό στρατό και αναζήτησε την συνεργασία των τρομοκρατών που λαμβάνουν κατευθυντήριες γραμμές από την CIA και άλλες μυστικές υπηρεσίες του εξωτερικού. Δόξα τον Αλλάχ αυτά τα λάθη ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Ο Πρόεδρος της χώρας και το κυβερνών κόμμα έχει κατανοήσει την σοβαρότητα της όλης κατάστασης. Το σοκ της 15ης Ιουλίου βοήθησε την κυβέρνηση να κατανοήσει τις πραγματικότητες και να εστιάσει στην χάραξη μιας εθνικής πολιτικής γραμμής σε διάφορα μέτωπα».

Σύμφωνα με το δημοσίευμα της Καθημερινής, η νέα συνεργασία του εθνικιστικού κινήματος με το τουρκικό Προεδρικό έχει ως σημείο έναρξης την αλλαγή των πολιτικών και των επιλογών της κυβέρνησης μετά την νύχτα της 15ης Ιουλίου. Στο εσωτερικό πεδίο, η τουρκική κυβέρνηση στη νέα περίοδο αναζητά την υποστήριξη των εθνικιστών για να καταπολεμήσει την τρομοκρατία και να αναδιοργανώσει το τουρκικό κράτος. Η ίδια πηγή τονίζει το εξής: «Το νέο προεδρικό σύστημα της Τουρκίας θα έχει τουρκικό χαρακτήρα. Θα διατηρεί τον ενιαίο χαρακτήρα του τουρκικού κράτους. Θα θέτει τέλος στις αναζητήσεις για αυτονόμηση εκ μέρους των τρομοκρατών».

Ο αντίκτυπος στην εξωτερική πολιτική

Η νέα προσέγγιση Erdogan-Γκρίζων Λύκων συμπεριλαμβάνει και την εξωτερική πολιτική.

Πηγή που στο παρελθόν άνηκε στο κατεστημένο ασφάλειας της Τουρκίας τονίζει: «Στο Κυπριακό, στα ελληνοκυπριακά, στο ζήτημα της δήθεν Αρμενικής Γενοκτονίας και στις κρίσεις της Συρίας και του Ιράκ, αυτό που επισημαίνει ο Πρόεδρός μας κ. Erdogan είναι ξεκάθαρο. Ο Πρόεδρος υπόσχεται την αυστηρή τήρηση «εθνικής γραμμής», η οποία θα περιορίζει τις ελληνικές διεκδικήσεις σε Κύπρο, Ανατολική Μεσόγειο και Αιγαίο».

Σύμφωνα με την πηγή, η νέα επιλογή του κ. Erdogan δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως σημάδι αδιαλλαξίας. Αντιθέτως, μέσα από την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των «Τούρκων» σε Ιράκ, Συρία, Κύπρο και Δυτική Θράκη, η Τουρκία επαναφέρει στο προσκήνιο την γνωστή ρήση του Mustafa Kemal Ataturk, «ειρήνη στην πατρίδα ειρήνη στον κόσμο» και υπενθυμίζει στους γείτονες ότι η επίλυση των προβλημάτων είναι εφικτή αρκεί η άλλη πλευρά να λάβει επιτέλους υπόψη της τις ευαισθησίες της Τουρκίας.

Οι Κούρδοι επιβεβαιώνουν

Εν τω μεταξύ, τα όσα ισχυρίζονται οι Γκρίζοι Λύκοι και οι κύκλοι του ΜΗΡ επιβεβαιώνονται και από κουρδικές πηγές που παρακολουθούν από πολύ κοντά και με μεγάλο προβληματισμό τους νέους ελιγμούς της Άγκυρας στο Κουρδικό Ζήτημα.

Κουρδική πηγή που έχει λάβει μέρος στο παρελθόν στις διαπραγματεύσεις της κουρδικής πλευράς με την τουρκική κυβέρνηση, διευκρινίζει στην Καθημερινή ότι τα ανώτατα κλιμάκια του κουρδικού κινήματος διαθέτουν πληροφορίες που δείχνουν ότι σε κρίσιμα «εθνικά ζητήματα», το Προεδρικό Μέγαρο έχει δώσει σημαντικές υποσχέσεις στο ΜΗΡ.

Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Πώς κατάφερε η Ελλάδα να μην έχει ουσιαστικά λόμπι κύρους, το οποίο ποτέ δεν κατάφερε να επηρεάσει αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης

Λόμπι ονομάζονται στερεότυπα ομάδες πίεσης, και με εθνικές προεκτάσεις. Ενώ επισήμως δεν αναγνωρίζεται η δύναμή τους, στην πραγματικότητα όσες ομάδες λειτουργούν παρασκηνιακά επηρεάζοντας πρόσωπα και καταστάσεις έχουν αρκετά υπολογίσιμη δύναμη.

Ο Σβάρτσενμπεργκ ορίζει το λόμπι, ως μία οργάνωση που δημιουργήθηκε με σκοπό την υπεράσπιση συμφερόντων και που ασκεί πίεση στις δημόσιες Αρχές για να τις αποσπάσει αποφάσεις σύμφωνες με συγκεκριμένα συμφέροντα. Τα οποία συμφέροντα μπορεί να αντανακλούν μόνο στα μέλη του λόμπι, αλλά εδώ μας ενδιαφέρει η επιρροή που μπορούν να έχουν στην εξυπηρέτηση εθνικών συμφερόντων της χώρας καταγωγής των μελών του λόμπι.

Φυσικό είναι να θεωρήσουμε, ότι πολλές φορές το λόμπι καταλήγει να είναι ένας μηχανισμός αθέμιτου επηρεασμού των αποφάσεων των πολιτικών, καθώς και διαφθοράς τους σε ορισμένες περιπτώσεις, παραμένοντας όμως η πιο σημαντική ομάδα πίεσης στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων.

Προσφάτως δημοσιοποιήθηκαν δύο τέτοια περιστατικά, ελληνικού ενδιαφέροντος, όπου αποκαλύφθηκε ότι ο ακραίως φιλότουρκος στρατηγός Μάικλ Φλιν, δεξί χέρι του Τραμπ στα θέματα Εξωτερικής πολιτικής και Άμυνας, διατηρεί εταιρία συμβούλων η οποία προσελήφθη πρόσφατα από μια ολλανδική εταιρία τουρκικών συμφερόντων, με ιδιοκτήτη Τούρκο λομπίστα στις ΗΠΑ. Η δημοσιογραφική έρευνα το αποκάλυψε, και κατά πάσα πιθανότητα θα απομακρυνθεί από το περιβάλλον του Τραμπ.

Το δεύτερο περιστατικό έχει να κάνει με την διαπλεκόμενη συνεργάτιδα του Επιτρόπου Γιοχάνες Χαν, του οποίου η στάση και η διαμόρφωση του κειμένου της Έκθεσης προόδου της Αλβανίας, συνδέεται με την Κροάτισσα Πρέσβειρα της Ε.Ε. στα Τίρανα, Ρομάνα Βλαχούτην, η οποία λειτουργεί μεροληπτικά για την αλβανική πλευρά, σε αντίθεση με ό,τι επιτάσσει η ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Δημοσιεύματα, στηριζόμενα σε αποκαλύψεις από "βαθύ λαρύγγι" στις Βρυξέλλες, φέρουν τον σύζυγό της, Βλάντο Αζίνοβιτς, σερβικής καταγωγής, να εμπλέκεται σε δύο μεγάλα έργα στην Αλβανία. Την σιδηροδρομική σύνδεση Αλβανίας Μαυροβουνίου, και τα συστήματα ασφαλείας του αλβανικού Κράτους. Ο Έντι Ράμα, που δεν έχει στο λεξιλόγιό του με αρνητική σήμανση τους όρους "σκάνδαλο" και "δωροδοκία", φροντίζει να μένει ικανοποιημένη η οικογένεια της Βλαχούτην, η οποία με την σειρά της το ανταποδίδει, γράφοντας ευνοϊκές εκθέσεις για την Αλβανία και αποκρύπτοντας τα δυσάρεστα.

Σ’ αυτήν οφείλεται η διαρροή του non paper και η αποδοχή του, με την επισήμανση για το ανύπαρκτο τσάμικο, από τον Γερμανό Επίτροπο Χαν. Και βέβαια, παρόλο τον δημόσιο θόρυβο και την διαμαρτυρία της ελληνικής πλευράς, ο Επίτροπος έλαβε υπόψη του μόνον όσα καταγράφει η Βλαχούτην. Δεν θα εκπλαγώ καθόλου, αν διαπιστωθεί στο μέλλον ότι και ο Γιοχάνες έχει κάποιες κρυφές σκοτεινές πλευρές, αφού η στάση του μού δίνει το δικαίωμα να έχω υπόνοιες.

Στην Έκθεση για την πρόοδο της Αλβανίας, ουδεμία αναφορά γίνεται για την καταπάτηση των περιουσιών των Ελλήνων στην Χειμάρρα -και όχι μόνον-, παρόλο το διπλωματικό επεισόδιο που υπήρξε μεταξύ των δύο χωρών. Η Βλαχούτην δεν το πρόσεξε. Ήδη υπάρχουν έρευνες, και όχι μόνο δημοσιογραφικές, για τον ρόλο της Βλαχούτην και του συζύγου της στην Αλβανία, που δεν συγκίνησαν όμως τον Χαν, ο οποίος αποδέχθηκε την Έκθεσή της.

Το ερώτημα επομένως είναι, οι ελληνικές Υπηρεσίες με τι ασχολούνται, πλην να καταγράφουν όσους δεν είναι "προοδευτικοί", άρα μη αρεστοί στη Νέα Τάξη; Πώς κατάφερε η Ελλάδα να μη έχει ουσιαστικά λόμπι κύρους, το οποίο ποτέ δεν κατάφερε να επηρεάσει αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης, ιδιαιτέρως των Δημοκρατικών, όταν όλοι σχεδόν οι επιφανείς Ελληνοαμερικανοί ανήκουν σ’ αυτήν την παράταξη; (με τους ομογενείς όμως, να μη τους ακολουθούν αυτήν την φορά, και να ψηφίζουν τον Τραμπ, αφού τίποτε καλό με τους αριστερούς Δημοκρατικούς των ΗΠΑ, δεν είδε η Ελλάδα).

Και πώς γίνεται να αποκαλύπτουν δημοσιογράφοι τα σκάνδαλα που μας βλάπτουν και όχι οι ελληνικές Υπηρεσίες; Αλλά και πώς γίνεται να μη απαιτεί το ελληνικό ΥΠΕΞ, την απομάκρυνση της Κροάτισσας από την υπεύθυνη θέση που της έδωσαν;
Δεν μας φταίνε επομένως μόνον οι ξένοι. Οι ερασιτεχνισμοί οι δικοί μας φταίνε, αλλά ίσως και η εξάρτηση κάποιων από εξωθεσμικά κέντρα, των οποίων τα συμφέροντα υπηρετούν, αντί αυτών του ελληνικού λαού.

Πηγή Voria


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης
Δημοσιογράφος - Συγγραφέας - Τουρκολόγος


Υπήρξαν πολλοί που έσπευσαν μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ και τις φιλοτουρκικές δηλώσεις κάποιων συνεργατών του, ότι τώρα η Τουρκία θα εντείνει την νεοοθωμανική της προκλητικότητα και ότι οι εξελίξεις βοηθούν την Τουρκία καθώς είχε κάνει και την προσέγγιση με την Ρωσία.
Είναι όμως τα πράγματα έτσι;

Επί χρόνια η Τουρκία και πιο πολύ ο Ερντογάν είχε κινηθεί στο πεδίο των διαφορών και των αντιπαραθέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, παίζοντας ένα «ανατολίτικο» ρόλο-παζάρι πάντα με γνώμονα να κερδίσει όσα περισσότερα μπορεί.
Η εκλογή του Τραμπ φέρνει τουλάχιστον στο πεδίο της αντιπαράθεσης με την Ρωσία μια σημαντική αλλαγή, καθώς ο νέος Αμερικανός πρόεδρος θα επιδιώξει την συνύπαρξη με τους Ρώσους σε σημαντικά θέματα και κυρίως στον πόλεμο στην Συρία και στο Ιράκ, για να μην λησμονούμε και τις άκρως αντι-ισλαμικές του θέσεις που έχουν εκνευρίσει την Άγκυρα.

Όπως τόνισε ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, εκείνο που θα πρέπει να επιδιώξει τώρα η Αμερική είναι όχι να ανατραπεί ο Άσαντ όπως το επιδίωκε με μανία η προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση και ο Ερντογάν, αλλά να εξοντωθεί το ισλαμικό κράτος όπως εξ αρχής το πολεμά η Μόσχα .Δηλαδή μια σημαντική προσέγγιση με τον Πούτιν.

Η προσέγγιση αυτή αφήνει ένα κενό τουρκικής πολιτικής που δεν θα μπορεί να παίξει όπως το έκανε μεταξύ των δυο αντιπάλων, αφού οι δυο αντίπαλοι θα γίνουν συνεργάτες σε ένα σημαντικό θέμα, για την Άγκυρα υψίστης σημασίας, όπως οι εξελίξεις στην Συρία.

Το άγχος της Άγκυρας είναι όπως είναι γνωστό οι Κούρδοι της Συρίας και φυσικά το κουρδικό στην ίδια την Τουρκία. Επίσης είναι γνωστό πως οι Αμερικανοί θεωρούν τους Κούρδους σαν τον καλύτερο σύμμαχο τους στην περιοχή, ενώ και το Ισραήλ ακολουθεί φιλοκουρδική πολιτική. Αλλά και η Μόσχα έχει αναγνωρίσει την μεγάλη συμβολή των Κούρδων στον πόλεμο εναντίον του ISİS.

Το άγχος αυτό έχει κάνει τον Ερντογάν να προχωρεί σε αψυχολόγητες κινήσεις, όπως η σύλληψη της ηγεσίας του φιλοκουρδικού κόμματος στην Τουρκία και η συνέχιση της στήριξης των ισλαμικών ομάδων στην Συρία, αλλά δεν τολμά να επιτεθεί κατά των Κούρδων στο συριακό έδαφος γιατί κάτι τέτοιο θα το πλήρωνε ακριβά, παρά του ότι θα το ήθελε πολύ.

Η αλλαγή των συσχετισμών στην ευρύτερη περιοχή φέρνουν νέα δεδομένα που κινούνται σε αντίθετη προς την τουρκική κατεύθυνση, αλλά και αποτελούν κόλαφο για την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιμένει στην ανατροπή του Άσαντ και στην ψυχροπολεμική πολιτική κατά της Μόσχας. Ακόμα και η αλλαγή στην Βουλγαρία, αλλά και στην Μολδαβία, είναι ηχηρά χαστούκια και προς την Άγκυρα και προς το Βερολίνο.

Ακόμα και η διάθεση του Τραμπ να μειώσει τις αμερικανικές δαπάνες προς το ΝΑΤΟ μειώνοντας ουσιαστικά την δυναμικότητα και την ισχύ του, είναι ενάντια προς την Τουρκία που πάντα επιδίωκε να εκμεταλλεύεται μέσα στο ΝΑΤΟ την γεωστρατηγική της θέση, αλλά και προς την Γερμανία και την φιλοπόλεμη πολιτική της στην ανατολική Ευρώπη και την Ουκρανία.

Τέλος μια πιθανή κρίση εξ ανατολών στο Αιγαίο δεν θα την ήθελαν στην δεδομένη συγκυρία με την εξέλιξη του πολέμου στην Μέση Ανατολή και την συνεχιζόμενη απειλή της εισαγωγής των Τζιχαντιστών στην Δύση, ούτε οι Ρώσοι που θα αποκόβονταν από την ανατολική Μεσόγειο και πολύ περισσότερο οι Αμερικανοί, γιατί θα κατέρρεε η συμμαχική τους ασπίδα στην ευαίσθητη αυτή περιοχή.

Όλα αυτά θα πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπόψη για να μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε καλυτέρα τις μελλοντικές εξελίξεις και κυρίως να μπορέσουμε να έχουμε φωνή και λόγο.

Μόνο όμως, αν αποδεσμευτούμε από τους… «ευρωπουθενάδες», που μας έχουν «μπλοκάρει» με ασφυκτικό τρόπο.

Πηγή NikosXeiladakis



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Του Λάμπρου Τζούμη
Υποστρατήγου ε.α


Τις τελευταίες μέρες, μετά τη νίκη Τράμπ στις ΗΠΑ, προβληματισμός υπάρχει στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα σχετικά με το τι σηματοδοτεί αυτή και πόσο θα επηρεάσει τις γεωστρατηγικές ισορροπίες στο σημερινό ρευστό και ασταθές διεθνές περιβάλλον, αλλά και τη χώρα μας ειδικότερα.
Μετά από μια προεκλογική εκστρατεία, που σε μεγάλο βαθμό κυριάρχησε ο αποσπασματικός λόγος με ακραίες δηλώσεις, απομένει να διαπιστωθεί κατά πόσο ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ θα τηρήσει πολλές από τις προεκλογικές εξαγγελίες ή θα αναγκαστεί σε συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Στις ΗΠΑ υπάρχουν δύο αντιφατικές σχολές διαμόρφωσης εξωτερικής πολιτικής, αυτή του απομονωτισμού και η άλλη του παρεμβατισμού.
Κοινό γνώρισμα και των δύο, είναι η πίστη τους στο αλάθητο της επιλογής των ΗΠΑ για το σύστημα αξιών που έχουν υιοθετήσει σε θέματα ελευθερίας, δημοκρατίας, οικονομίας και δικαίου. Οι υποστηρικτές του παρεμβατισμού θέλουν να επιβάλλουν αυτές τις αξίες ενεργά, ενώ του απομονωτισμού θέλουν οι ΗΠΑ να περιορίσουν την εμπλοκή τους και να λειτουργούν ως υπόδειγμα για τα υπόλοιπα κράτη.
Το κόμμα των Ρεμπουμπλικάνων από το οποίο προέρχεται ο Τράμπ, υιοθετεί ως ένα σημείο το δόγμα του απομονωτισμού, με κάποια στοιχεία ενός ευέλικτου και επιλεκτικού παρεμβατισμού, βάσει του οποίου οι ΗΠΑ θα εμπλέκονται μόνο σε περιπτώσεις όπου θα θίγονται τα αυστηρώς καθορισμένα ζωτικά συμφέροντά τους.
Στο παρελθόν βέβαια, είχαμε περιπτώσεις προέδρων, προερχομένων από τους Ρεμπουμπλικάνους όπως ο Τζώρτζ Μπους που στην αρχή της θητείας του φαινόταν ότι θα παραμείνει τουλάχιστον στη συντηρητική πλευρά του επιλεκτικού παρεμβατισμού. Όμως μόνο αυτό δεν ακολούθησε, αφού υιοθέτησε μια άκρως παρεμβατική πολιτική με το πρόσχημα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας.

Η αίσθηση που υπάρχει μέχρι στιγμής σε ότι αφορά την πρόθεση του νέου προέδρου για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής, είναι ότι έχει περισσότερα στοιχεία απομονωτισμού και υιοθετεί την έννοια του έθνους – κράτους.
Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε στην πρώτη τηλεοπτική αναμέτρηση μεταξύ των δυο υποψηφίων στην κούρσα των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ (27 Σεπ. 16) : «Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να είναι ο παγκόσμιος χωροφύλακας». Η ρητορική του όμως έναντι του «ριζοσπαστικού Ισλάμ» και η υπόσχεση να εξαλείψει το Ισλαμικό Κράτος, δημιουργούν ανησυχίες ότι μπορεί να ακολουθήσει τα βήματα του Τζώρτζ Μπους.
Οι δηλώσεις του προεκλογικά για το ΝΑΤΟ, είχαν εγείρει σημαντικές ανησυχίες στους νατοϊκούς εταίρους. Σε ερώτηση που του έγινε σχετικά με την υπεράσπιση βαλτικών χωρών έναντι της Ρωσίας, δήλωσε ότι: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εξετάσουν το ενδεχόμενο να αποδεσμευθούν από την εγγύηση του ΝΑΤΟ, σχετικά με την υποχρέωση του κάθε μέλους της Συμμαχίας να σπεύσει να βοηθήσει όποιο μέλος δεχθεί επίθεση από άλλο κράτος…Οι ΗΠΑ θα προσφέρουν βοήθεια μόνον εφόσον το κράτος που δέχεται επίθεση έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του απέναντί μας».
Οι δηλώσεις αυτές δημιούργησαν αντιδράσεις στην Ευρώπη και τόσο ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στόλντεμπεργκ αρχικά (Ιουλ. 16) είχε τονίσει τη σημασία της σχέσης ΝΑΤΟ – ΗΠΑ, αλλά και χθες (11 Νοε. 16) η Γερμανίδα Υπουργός Άμυνας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ζήτησε από το νέο πρόεδρο των ΗΠΑ, να ξεκαθαρίσει τις απόψεις του για τη Ρωσία και να καταλάβει ότι πρέπει να συμπεριφερθεί απέναντι στο ΝΑΤΟ σαν αυτό να είναι μια συμμαχία κοινών αξιών και όχι μια επιχείρηση.

Η προοπτική ενός ρήγματος ή διατάραξης των σχέσεων Ευρώπης – ΗΠΑ αν ο Τράμπ δεν υπαναχωρήσει από τις αρχικές του θέσεις, σε συνδυασμό με δηλώσεις του, σύμφωνα με τις οποίες έχει εκφράσει τον απερίφραστο θαυμασμό του για τον Ρώσο ηγέτη σίγουρα γίνονται δεκτά με μεγάλη ευχαρίστηση στη Μόσχα.
Αν και είναι πολύ πρόωρο να διαβλέψει κανείς βελτίωση των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ – Ρωσίας, η πιθανότητα ενός τέτοιου ενδεχομένου δεν πρέπει να θεωρείται αρνητική για τα ελληνικά συμφέροντα. Η προοπτική βελτίωσης των σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας, θα εξυπηρετούσε την προώθηση ζητημάτων της χώρας μας με τη Ρωσία σε συνδυασμό με τις αναγκαίες προσπάθειες εξισορρόπησης από την πλευρά μας για άμβλυνση των αντιδράσεων τόσο από τους Ευρωπαίους εταίρους αλλά και την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Θέματα όπως εξοπλισμών, οικονομικών συνεργασιών, πολιτισμού και ενεργειακού ενδιαφέροντος με δεδομένο την μεγάλη επιθυμία της Ρωσικής πλευράς για την κατασκευή αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου (συνέχεια του Turkish Stream), θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημεία στρατηγικής συνεργασίας. Ωστόσο οι γνωστές αδυναμίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε συνδυασμό με τις εσωτερικές πολιτικές ιδιαιτερότητες λίγα περιθώρια αισιοδοξίας επιτρέπουν.

Σε ότι αφορά την περιοχή μας, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, δεν εκδήλωσε ποιες θα είναι οι προθέσεις του και αν θα συνεχίσει να ανέχεται την Τουρκία που συμπεριφέρεται καθημερινά ως μια αναθεωρητική περιφερειακή δύναμη απέναντι στη χώρα μας και στην Ανατολική Μεσόγειο γενικότερα. Δεν έκανε επίσης ιδιαίτερες αναφορές στο Κυπριακό, που αυτή την περίοδο βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ελβετία, αλλά και στην Ελλάδα και ειδικότερα στο μείζον θέμα της ελληνικής κρίσης.
Τον Ιουλ. 15, είχε κάνει μια μικρή αναφορά για το θέμα του χρέους και είχε δηλώσει : «Εγώ θα κρατούσα κάποιες αποστάσεις…δεν θα μπλεκόμουν και πολύ….έχουμε αρκετά προβλήματα…Η Γερμανία θα το επιλύσει ή ακόμα ο Βλαντιμίρ Πούτιν και η Ρωσία. Αυτοί μπορούν να χειριστούν την κατάσταση».
Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να ανησυχεί αν ο νέος πλανητάρχης θα συνεχίσει την πολιτική αντι-λιτότητας του προκατόχου του και θα ασκήσει πιέσεις στη Γερμανία για ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Κάποιοι μετά την εκλογή Τράμπ, βιάστηκαν να εξάγουν συμπεράσματα ότι αυτή θα σημάνει θετικές εξελίξεις για τα συμφέροντα του ελληνισμού ή και το αντίθετο.
Μετά την εκλογή του νέου προέδρου από το περιβάλλον του, έγιναν ορισμένες δηλώσεις συμπαράστασης στο πρόσωπο του Ερντογάν και την Τουρκία. Στενοί συνεργάτες του, όπως ο αντιπρόεδρος Μάικ Πενς και ο υποψήφιος για τη θέση του υπουργού Εξωτερικών, Νιουτ Γκίνγκριτς με δηλώσεις τους τόνισαν ότι επιθυμία των ΗΠΑ είναι η σύσφιξη των σχέσεων της Ουάσινγκτον και της Άγκυρας.
Ο στρατηγός Μάικλ Φλιν, στενός συνεργάτης του νέου προέδρου και αρμόδιος στα θέματα Εξωτερικής πολιτικής και Άμυνας, που προορίζεται για νέος Υπουργός Άμυνας κάλεσε τις ΗΠΑ, να δούνε τον κόσμο μέσα από την οπτική γωνία της Τουρκίας και μίλησε για προσαρμογή της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον με τρόπο που θα τοποθετεί την Τουρκία στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής. Σύμφωνα με δημοσιεύματα η εταιρεία που διατηρούσε ο εν λόγω στρατηγός, προσφέρει τις υπηρεσίες της για μία ολλανδική εταιρία, η οποία έχει στενούς δεσμούς με τον Ερντογάν.
Σε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ Ερντογάν και Τράμπ σύμφωνα με όσα διέρρευσαν, ο τελευταίος εξέφρασε το θαυμασμό του στο πρόσωπο του προέδρου της Τουρκίας και έδειξε διάθεση για συνεργασία και εύρεση λύσεων σε θέματα όπως το Ισλαμικό Κράτος, το Φετουλάχ Γκιουλέν, τους Κούρδους της Σύριας και τις εξελίξεις στη Μοσούλη.
Το τελευταίο διάστημα η Τουρκία δεν ήταν ιδιαίτερα αξιόπιστη επιλογή για τις ΗΠΑ, λόγω της αποκλίνουσας κατεύθυνσης σε μια σειρά ζητημάτων στρατηγικής σημασίας, αλλά πάντα αποτελούσε ένα πολύτιμο εταίρο για τις ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης, της γειτνίασής της με τη Ρωσία και του ελέγχου των στενών των Δαρδανελλίων.
Η χώρα μας είχε επενδύσει περισσότερο στην εκλογή Χίλαρι, πιστεύοντας ότι θα μπορούσε αυτή να στηρίξει το αφήγημα περί πόλου σταθερότητας στη Ν.Α. Μεσόγειο και υπάρχει μια σχετική ανησυχία μετά την εκλογή του Τράμπ, κυρίως λόγω έλλειψης ουσιαστικής γνώσης για το πρόσωπο και το επιτελείο του νέου προέδρου.

Η διαμόρφωση όμως της ακολουθούμενης πολιτικής των ΗΠΑ σε ολόκληρο τον κόσμο αλλά και στη Ν.Α. Μεσόγειο ειδικότερα, θεωρώ ότι θα επηρεαστεί από ένα σύνθετο και πολυπαραγοντικό πλέγμα, όπως: Τις άριστες ανέκαθεν σχέσεις των ΗΠΑ με το Ισραήλ.
Προεκλογικά ο Τράμπ προέβη σε μια δήλωση «σταθμό» για τους απανταχού Εβραίους και δήλωσε ότι μια αμερικανική κυβέρνηση υπό τον ίδιο θα αναγνώριζε την Ιερουσαλήμ ως την αδιαίρετη πρωτεύουσα του Κράτους του Ισραήλ. Σε εξαιρετικό επίπεδο επίσης φαίνεται ότι είναι οι σχέσεις του Τράμπ με τον Αιγύπτιο πρόεδρο Φατάχ Αλ Σίσι. Μετά την συνάντηση προεκλογικά μεταξύ τους είχε εκδοθεί ανακοίνωση, που ανέφερε ότι : «Οι ΗΠΑ δεν θα είναι απλά ένας σύμμαχος για την Αίγυπτο, αλλά ένας πιστός φίλος».
Αντίθετα οι σχέσεις Τουρκίας- Ισραήλ και Αιγύπτου για μια σειρά ετών παραμένουν προβληματικές. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη στη διαμόρφωση της πολιτικής των ΗΠΑ, ο σημαντικός ρόλος της τριμερούς εξουσίας που υπάρχει εκτός του Πρόεδρου, δηλ. της Γερουσίας, της Βουλής και του ανεξάρτητου ανωτάτου δικαστηρίου. Ακόμα και στην περίπτωση που κάποιο κόμμα ελέγχει και τις τρεις εξουσίες δε σημαίνει ότι οι γερουσιαστές θα υιοθετήσουν και θα στηρίξουν την προτεινόμενη πολιτική.
 Τέλος οι ΗΠΑ έχουν αποδείξει ότι η πολιτική τους δεν αλλάζει εύκολα «ρότα» και οι κινήσεις τους ειδικά σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής δεν γίνονται μόνο με βάση τις επιθυμίες προσώπων, αλλά με βάση τα συμφέροντα τους. Εξ΄ άλλου είναι γνωστό ότι στις σχέσεις μεταξύ των κρατών δεν υπάρχουν σταθεροί φίλοι ή εχθροί παρά μόνο συμφέροντα.

Πηγή Militaire


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Τα όσα συμβαίνουν στην ΕΥΠ, αλλά και στο μέγαρο Μαξίμου, καταδείχνουν μια ισχυρή τάση του διδύμου Τσίπρα – Παππά να αποκτήσει τον έλεγχο τόσο στα ΜΜΕ (η προσπάθεια απέτυχε παταγωδώς) όσο και στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ).

Γράφει ο Γεωργίου Μιχαήλ 

Η επιχείρηση απόκτησης ελέγχου άκρως απόρρητων πληροφοριών της ΕΥΠ από τον κ. Παππά, μέσω του νεοσύστατου υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής και Δικτύων, είναι ήδη σε εξέλιξη, ενώ παράλληλα γίνονται όλες οι «διεργασίες» για την –ει δυνατόν- διάλυση στην ουσία της ΕΥΠ και απόκτησης κρίσιμων τομέων πληροφοριών από τον κ. Παππά. Λαμβάνοντας όμως υπόψη το «ιστορικό» του κ. Παππά, ο οποίος κατέθεσε αντισυνταγματικό νόμο για να επιτύχει τον έλεγχο των ΜΜΕ, μόνο έντονο προβληματισμό μπορεί να δημιουργήσει η επιχείρηση απόσπασης κρίσιμων τομέων της ΕΥΠ και μεταφοράς τους –μέσω διεύρυνσης του κύκλου αρμοδιοτήτων στο υπουργείο του κ. Παππά, όπως κατήγγειλε και η Νέα Δημοκρατία, εξαναγκάζοντας τον κ. Παππά να εκδώσει non paper διάψευσης αναφέροντας (μη πειστικά) πως οι αρμοδιότητές του έχουν να κάνουν με τεχνική βοήθεια στην κατεύθυνση του εξορθολογισμού στο κρίσιμο για την εποχή τομέα των Τεχνολογιών, Πληροφορικής και Επικοινωνίας στη διακυβέρνηση της χώρας.

Επί της ουσίας, ο κ. Παππάς επιχειρεί να πάρει στα χέρια του ένα ιδιαίτερα σημαντικό και σύγχρονο τομέα των μυστικών υπηρεσιών, αρμοδιότητα που της ανατέθηκε σχετικά πρόσφατα με τον νόμο Π. Παυλόπουλου - Ι. Κοραντή το 2008. (ν. 3649/2008). Δεν θα γίνει πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ, αλλά άμεσος διαχειριστής απόρρητων πληροφοριών...

Ταυτόχρονα, όπως δημοσιεύεται – διαρρέεται στα ΜΜΕ, οι σχέσεις του κ. Παππά με τον διοικητή της ΕΥΠ Γιάννη Ρουμπάτη δεν είναι οι καλύτερες. Οι δύο άνδρες έχουν συγκρουστεί στο πρόσφατο παρελθόν με αφορμή τα λεγόμενα «Ενωμένα Βουστάσια» της προπαγάνδας, όπως παραδέχθηκε και ο χρηματοδοτούμενος από τον κ. Παππά Άρης Δαβαράκης.

Άλλες πληροφορίες αναφέρουν μια «ροπή» αποχώρησης από την ΕΥΠ από την πλευρά του κ. Ρουμπάτη. «Κακές γλώσσες» αναφέρουν πως δεν θέλει να «πέσει» μαζί με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ κάποιοι άλλοι αναφέρουν πως ο κ. Ρουμπάτης νιώθει εξαπατημένος στον απόλυτο βαθμό από υψηλόβαθμους συνεργάτες του, οι οποίοι τον οδήγησαν σε λάθος χειρισμούς και αποφάσεις σε θέματα της υπηρεσίας που σχετίζονται με «καλύψεις προσώπων» αλλά και κάποιων ιδιαίτερων περιστατικών που έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται στις αίθουσες των δικαστηρίων εκθέτοντας ανεπανόρθωτα την διοίκηση της ΕΥΠ.

Μία άλλη εκδοχή της τάσης παραίτησης του κ. Ρουμπάτη, αναφέρεται στις κάκιστες σχέσεις του με τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Νίκο Τόσκα ενώ έχει και αμφιβολίες για την εμπιστοσύνη του Πρωθυπουργού προς το πρόσωπό του.

Σε περίπτωση, λοιπόν, που υπάρξει αποχώρηση του κ. Ρουμπάτη, δεν θεωρείται διόλου απίθανο ο κ. Παππάς να καταφέρει να επιβάλλει απολύτως ελεγχόμενο από αυτόν πρόσωπο στη θέση του διοικητή της ΕΥΠ, με την πρόφαση μη περαιτέρω παράτασης του προβλήματος με τα θέματα εμπλοκής των αρμοδιοτήτων της ΕΥΠ με τις αρμοδιότητες (ή μέρος αυτών) του υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής και Δικτύων.

Τώρα, κατά πόσο ασφαλής θα μπορεί να αισθάνεται η δημοκρατία, τη στιγμή που ο κ. Παππάς έχει ήδη αποπειραθεί να νομιμοποιήσει αντισυνταγματικές τάσεις της κυβέρνησης (στον χώρο των ΜΜΕ), είναι ένα ερώτημα που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα πρέπει να απαντήσει υπεύθυνα (και όχι εντελλόμενη) η πρόσφατα υπερδραστήρια υπηρεσία Προστασίας του Πολιτεύματος. Πάντως, ειδικοί που παρακολουθούν τις συγκεκριμένες εξελίξεις, αναφέρονται σε σειρά επικείμενων δικών κατά του κ. Παππά (και όχι μόνο) που θα αφορούν σε μείζονα ζητήματα παραβίασης του Συντάγματος και απόπειρας πρόσβασης και απόκτησης και κομματικής εκμετάλλευσης κρίσιμων πληροφοριών…


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Αύριο το πρωί ο πρόεδρος των «φονιάδων των λαών» θα βρίσκεται στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι που έλιωσαν τα παπούτσια τους να πηγαίνουν Σύνταγμα-Πρεσβεία εδώ και δεκαετίες, ενάντια στην ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ και στην καπιταλιστική τους πολιτική, θα τον υποδεχτούν διπλωμένοι στα δύο σαν υπήκοοι, αλλάκαι σαν πιστοί οπαδοί. Για μια χούφτα δολάρια. Ξεφτίλα.

Η διθυραμβική υποδοχή και οι ουρανομήκεις μπούρδες από υπουργικά και κομματικά χείλη περί «ιστορικής επίσκεψης κορυφαίας σημασίας» δείχνουν μόνο δύο πράγματα: Είτε ότι η κυβέρνηση δεν έχει ιδέα για το ουσιαστικά ανύπαρκτο βάρος της επίσκεψης Ομπάμα στη χώρα είτε ότι επιχειρεί για πολλοστή φορά να κοροϊδέψει τον κόσμο και να παρουσιάσει τον τσίγκο για χρυσάφι.

Όπως σχολίασε ο Ρώσος πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών υποθέσεων της ΔούμαςΛεονίντΣλούτσκι, «ο απερχόμενος πρόεδρος θα ήθελε να δώσει μια νότα ενίσχυσης στην πανατλαντική επίδραση ανάμεσα και σε πολιτικές δυνάμεις μέσα στην Ελλάδα ,που δεν είχαν ιδιαίτερα φιλοαμερικανική κατεύθυνση». Αλλά, και ο ίδιος δεν δίνει περισσότερη από συμβολική σημασία στην τωρινή αποχαιρετιστήρια περιοδεία Ομπάμα.

Η επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου ξεγυμνώνει, όμως, και τις δύο πλευρές της κυβερνητικης και κομματικηςαπολίτικης και απλώς τυχοδιωκτικής διαχείρισης της εξουσίας.

Η μία πλευρά, είναι αυτή της δήθεν αριστεροσύνης, που έχει πρήξει το πανελλήνιο με τις επαναστατικές κορώνες διάφορων στελεχών περί του ταξικού πολέμου κατά των αστών και των πλουσίων και υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, που διεξάγει. Φαντάζομαι ότι ο πρωταγωνιστής της πρωθυπουργός θα φροντίσει να μυήσει τον Αμερικανό πρόεδρο στην κουλτούρα αυτής της επανάστασης, για να ξέρει υπέρ ποιού προγράμματος αφαίμαξης της μεσαίας τάξης υπερασπίζεται την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Αν και η τραγική αλήθεια για την κυβέρνηση και το λαό είναι ότι ο Αμερικανός πρόεδρος ενδιαφέρεται για ένα μόνο πράγμα, για το οποίο και βρίσκεται εδώ: Για να επισημάνει στην Ευρωπαϊκή νομενκλατούρα και στη Ρωσία τη γεωπολιτική σημασία που δίνει η Ουάσινκτον στην Ελλάδα. Είτε οι κάτοικοι της χώρας είναι υπόδουλοι, όπως επί χούντας, είτε φτωχοποιούμενοι όπως τώρα. Λίγη σημασία έχει για την αμερικανική διοίκηση. Σημασία έχει «να ανήκουν στη Δύση».

Ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο πρωθυπουργός θα έχουν την ατυχία να συγκριθούν με εκείνη την αξέχαστη γενναία στάση του Προέδρου Κωστή Στεφανόπουλου, που αφού αρνήθηκε στις επίσημες ξένες υπηρεσίες να προϋποβάλει την ομιλία του, έκανε σκόνη με το γάντι τον Κλίντον στο προεδρικό Μέγαρο, παραδίδοντας μαθήματας Δημοκρατίας, την ώρα που οι σύντροφοι του κ Τσίπρα και σημερινοί καρεκλοκένταυροι επαναστάτες και θαυμαστές του κ Ομπάμαξελαριγγιάζονταν στους δρόμους της Αθήνας κατά του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Σήμερα, καθισμένοι στην καρέκλα της εξουσίας, το μόνο που ξέρουν είναι να γλύφουν τον καθένα απ αυτούς που μέχρι χτες έβριζαν μόνο και μόνο για να διατηρηθούν με τη βοήθειά του στην εξουσία. Κι εδώ είναι η άλλη πλευρά της κυβέρνησης που ξεγυμνώνει η επίσκεψη Ομπάμα. Η πλευρά της πολιτικής ανάλυσης και διαχείρισης.

Απόδειξη, η άλλη ουρανομήκης μπαρούφα που υψώθηκε χτες από τα χείλη του κόμματος ότι «η παρουσία του Αμερικανού Προέδρου ΜπαράκΟμπάμα στη χώρα αποτελεί επιβεβαίωση του ρόλου της Ελλάδας στη διεθνή σκηνή, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τις προσπάθειές μας για ρύθμιση του δημόσιου χρέους, έξοδο της χώρας από την κρίση και την τροχοδρόμησή της σε μια αναπτυξιακή πορεία».

Δεν ξέρω αν οι αναγνώστες είναι παρατηρητικοί, αλλά ίδιο των μικρών και ασήμαντων ανθρώπων είναι η μεγαλομανία: να μεγαλοποιούν τα πράγματα, να τα ηρωοποιούν και να κάνουν την τρίχα τριχιά.

Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ θεώρησε τη νίκη του στις εκλογές γεγονός παγκόσμιας σημασίας, την παρουσία του στην ευρωπαϊκή κυβερνητική σφαίρα θεωρεί γεγονός που θα αλλάξει τον ρου της ευρωπαϊκής ιστορίας, την αμερικάνικη στήριξη θεωρεί γεγονός παγκόσμιας σημασίας.

Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πεζή. Ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν έχει πλέον σχεδόν καμιά ισχύ σε επίπεδο μελλοντικής πολιτικής της χώρας του. Δεν μπορεί να πιέσει ή να επιβάλει στην επόμενη προεδρία καμιά απόφαση που να αφορά στην οικονομική αντιμετώπιση της Ελλάδας. Αυτή θα καθοριστεί από την κυβέρνηση Τράμπ. Και η κυβέρνηση Τράμπ έχει προαναγγελθεί ότι θα είναι πολύ πιο αυστηρή στην αντιμετώπιση ξένων παραγόντων που περιμένουν με το χέρι απλωμένο για λεφτά. Είτε αυτοί λέγονται ΝΑΤΟ, είτε Ευρώπη, είτε Ελλάδα.

Έτσι, για να αναλύσουμε την κομματική ανακοίνωση, αλλά και την κυβερνητική θέση σωστά, η επίσκεψη Ομπάμα απλώς επιβεβαιώνει τη βούληση των ΗΠΑ «να είναι εδώ» ως επικρατούσα δύναμη. Τίποτε άλλο.

➧➧ Ούτε «ενισχύει καμιά προσπάθεια για ρύθμιση του δημόσιου χρέους», αφού ο Ομπάμα δεν μπορεί πλέον να πιέσει το ΔΝΤ ή τον Τράμπ σ αυτό,

➧➧ ούτε «ενισχύει την έξοδο της χώρας από την κρίση», μια και η χώρα χρειάζεται να δουλέψει σκληρά για να βγει αντί να ζητιανεύει,

➧➧ ούτε μπορεί να την «τροχοδρομήσει σε μια αναπτυξιακή πορεία», αφού η ανάπτυξη περνάει αποκλειστικά από την πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα είναι αύριο εδώ, ενώ η πολιτική του έχει οδηγήσει τις σχέσεις με τη Ρωσία σε ένταση, επτά (7) χώρες βομβαρδίζονται από την αμερικανική αεροπορία, η φωτιά που άναψαν οι Μπους σε όλη τη Μέση Ανατολή καίει άσβεστη, οι εξωπραγματικές εμπορικές συμφωνίες ΤΤΡ, ΑΤΤΡ και ESTA είναι εδώ, τα εισοδήματα των φτωχών και της μεσαίας τάξης στις ΗΠΑ καταρρέουν, ενώ οι αμερικανικές τράπεζες και τα κερδοσκοπικά fundsαλωνίζουν ανενόχλητα φυσικά, με τα νέα τους αεριτζίδικα κουρελόχαρτα, παρά τα δήθεν μέτρα, που θα έπαιρναν απέναντί τους οι κυβερνήσεις για να προστατέψουν τους αποταμιευτές. Να τον χαίρονται.

Ένα είναι βέβαιο. Ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι γραπωμένη από τον αμερικανικό παράγοντα, που τη στηρίζει εξ αρχής ως πρόθυμο κομματικό προτεκτοράτο απέναντι στην Ευρώπη. Μια δήθεν αριστερή αμερικανόδουλη Πέμπτη φάλαγγα στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Που υποδέχεται τον αρχηγό της. Μέχρι να υποκλιθεί στον επόμενο.

Γ. Παπαδόπουλος-Τετράδης
Πηγή Liberal



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου