Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

30 Απρ 2016

Του Πάρι Καρβουνόπουλου

Το 2009 ο τότε Α/ΓΕΕΘΑ Στρατηγός Δημήτρης Γράψας αποφάσισε να αντιμετωπίσει τις τουρκικές προκλήσεις επανδρώνοντας νησιά και νησίδες του Αιγαίου με καταδρομείς. Ο ίδιος ο Στρατηγός ποτέ δεν έχει τοποθετηθεί δημοσίως για το θέμα,αλλά είναι κοινό μυστικό ότι οι Αμερικανοί απαίτησαν την αποστρατεία του και η κυβέρνηση Καραμανλή τους έκανε το χατήρι! Ήταν ένα ακόμη δείγμα ότι στο Αιγαίο οι “παίκτες” είναι πολλοί κι εμάς μας “παίζουν” όπως τους κάνει κέφι…

Η απόφαση του Στρατηγού Γράψα ήταν και σωστή και αυτονόητη θα λέγαμε. Παρόλα αυτά προκάλεσε αντιδράσεις που επιβεβαιώνουν όσους λένε ότι οι λεγόμενες “μεγάλες δυνάμεις”, θέλουν να “μπάσουν” την Άγκυρα βαθειά στο Αιγαίο .

Θα πρέπει κάποια στγμή να καταλάβουμε ορισμένα πράγματα που επίσης θα έπρεπε να είναι αυτονόητα:

• Το καθεστώς του Αιγαίου είναι επακριβώς καθορισμένο από συνθήκες ήττας που υπέγραψε η Ελλάδα. Δεν δεκδικεί τίποτα αλλά οφείλει να ΑΠΑΙΤΗΣΕΙ τον σεβασμό τους.

• Το Αιγαίο δεν είναι καθόλου κλειστή θάλασσα όπως ψευδώς ισχυρίζεται η Τουρκία και γνωρίζουν πάρα πολύ καλά οι “Φράγκοι” φίλοι της. Δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα “ζωτικού χώρου” η ισλαμική Τουρκία κι αυτό το παραμύθι θα έπρεπε η Αθήνα κάθε μέρα να το αποδομεί. Η Ελλάδα έχει κάνει ήδη τη τεράστια υποχώρηση να μην επεκτείνει όπως έχει δικαίωμα τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια. Δεν έχει και δεν πρέπει να “προσφέρει” τίποτα άλλο. Αν θέλει να συνεχίσει την κοροϊδία των “διερευνητικών συνομιλιών” με το κράτος τρομοκράτης που λέγεται Τουρκία για λόγους διπλωματίας είναι άλλο θέμα. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο μπορούμε να “κάνουμε πίσω”.

• Θα πρέπει να καταλάβουμε και να το …πιστέψουμε ότι έχουμε όλα τα δίκια με το μέρος μας. Όχι επειδή είμαστε καλά παιδιά,αλλά επειδή τηρούμε απολύτως τα όσα προβλέπει η διεθνής νομιμότητα και οι συνθήκες. Όποιος τολμήσει να επικαλεστεί -όπως η Τουρκία- την “αποστρατικοποίηση νησιών” ας μας απαντήσει για το τι έγινε το 1974 στην Κύπρο και για το πόσα αποβατικά σκάφη έχει η Τουρκία στα Μικρασιατικά παράλια. Επειδή κανείς δεν έχει απαντήσεις σ΄ αυτά καλό είναι να σιωπήσουν όσοι μιλούν περί αποστρατικοποίησης.

• Μην περιμένουμε ΤΙΠΟΤΑ από τους ξένους. Και κυρίως βοήθεια . Θα μας την δώσουν μόνο αν τα συμφέροντά τους πλήττονται. Κι επειδή είναι νομίζουμε προς το συμφέρον όλων να είναι το Αιγαίο ήρεμο κι όχι φουρτουνιασμένο καλό θα είναι η Αθήνα να αναλάβει πρωτοβουλίες για να αποσταλεί αυτό το μήνυμα όπου πρέπει με τρόπο σαφή και αδιαπραγμάτευτο.

Όσο για τους τουρκικούς τραμπουκισμούς; Η χθεσινή …περιπέτεια του σκάφους της τουρκικής ακτοφυλακής που αποχώρησε από τα χωρικά μας ύδατα…καροτσάκι από τη κανονιοφόρο ΚΡΑΤΑΙΟΣ είναι νομίζουμε διδακτική.

Πηγή Militaire


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Αρκετά σκοτεινά ελατήρια και επιδιώξεις φαίνεται πως κρύβει η κόντρα που μαίνεται ανάμεσα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις Βρυξέλλες για τον μηχανισμό εφαρμογής έκτακτων, προληπτικών μέτρων, ο οποίος αποτελεί το σημαντικότερο «αγκάθι» στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές. Από τη μια πλευρά βρίσκονται το ΔΝΤ με το Βερολίνο και τους «δορυφόρους» του, και από την άλλη η Κομισιόν, με την οποία συμφωνούν Ελλάδα, Γαλλία, Ιταλία, Πορτογαλία και Λουξεμβούργο.

Γράφει η Μαρία Αδαμίδου

Το Ταμείο επιμένει ότι η Ελλάδα πρέπει να θεσπίσει έναν αυτόματο μηχανισμό διόρθωσης των αποκλίσεων στους δημοσιονομικούς στόχους και να προσδιορίσει εκ των προτέρων τα μέτρα που θα λάβει, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης εκ των υστέρων.

Η ελληνική πλευρά δεν διαφωνεί στην ενσωμάτωση ενός διορθωτικού μηχανισμού στη συμφωνία για την αξιολόγηση, ωστόσο αδυνατεί να νομοθετήσει εκ των προτέρων την ποσοτικοποίηση και την εξειδίκευση, δηλαδή το ύψος των μέτρων και την αναλυτική τους καταγραφή, επικαλούμενη το ελληνικό Σύνταγμα.

Επαρκούν τα μέτρα

Οι Βρυξέλλες εκτιμούν ότι τα μέτρα που έχει λάβει ως σήμερα η ελληνική κυβέρνηση επαρκούν για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων του ελληνικού προγράμματος ως το 2018, ενώ ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ φέρεται να έγινε κυριολεκτικά έξαλλος με τις απαιτήσεις του ΔΝΤ, χαρακτηρίζοντάς τες «παράλογες και μη δημοκρατικές», υπογραμμίζοντας ότι η απαίτηση για νομοθέτηση προληπτικών μέτρων «δεν θα γινόταν αποδεκτή σε καμία δημοκρατία στον κόσμο».

Ο πρόεδρος της Κομισιόν έχει έναν ακόμη σημαντικότερο λόγο να είναι εξοργισμένος με το Ταμείο: το ΔΝΤ αμφισβητεί και την αξιοπιστία της Eurostat, που είναι το αρμόδιο όργανο για να διαπιστώσει τυχόν αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους. Για το ΔΝΤ, η Eurostat δεν επαρκεί και χρειάζεται η δημιουργία ενός νέου ελεγκτικού μηχανισμού, στον οποίο θα συμμετέχει και το ίδιο.

Η σαφής αμφισβήτηση ενός ευρωπαϊκού οργάνου, που συνεπάγεται αμφισβήτηση και του κύρους της Κομισιόν είναι «casus belli» για τον Γιούνκερ, ο οποίος βλέπει τη σύσταση ενός νέου οργάνου από κοινού με το ΔΝΤ ως τον Δούρειο Ιππο για τη διείσδυση του Ταμείου στο ευρωπαϊκό πλαίσιο ελέγχου και άρα στα της ευρωπαϊκής οικογένειας. Ακόμη και ο Γερούν Ντάισελμπλουμ δείχνει να αντιλαμβάνεται τις επιδιώξεις του Ταμείου, και γι’ αυτό έσπευσε να διευκρινίσει ότι το ζήτημα είναι «νομικά πολύπλοκο».

Το Βερολίνο έχει τους δικούς του λόγους για να συνταχθεί με το ΔΝΤ. Η Γερμανία εφαρμόζει η ίδια ένα «φρένο χρέους» το οποίο απαγορεύει να ξεπερνά ο ετήσιος δανεισμός το 0,35% του ΑΕΠ της χώρας. Εφόσον, όμως, παραστεί ανάγκη μεγαλύτερου δανεισμού, μπορεί να γίνει μεταφορά του ποσοστού στην επόμενη χρονιά, χωρίς κυρώσεις.

Επιπλέον, βάσει του «κόφτη» στη συσσώρευση δημοσιονομικού ελλείμματος, ο μηχανισμός ενεργοποιείται και λαμβάνονται μέτρα, δηλαδή κόβονται χρήματα από όλους τους κωδικούς του προϋπολογισμού. Η κρίσιμη λεπτομέρεια είναι ότι οι περικοπές γίνονται βάσει της υπέρβασης του ελλείμματος, χωρίς να είναι προκαθορισμένο το ποσό.

Ωστόσο, εδώ και χρόνια ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε επιμένει πως πρέπει να καθιερωθούν αυτόματοι ρυθμιστικοί μηχανισμοί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η περίπτωση της Ελλάδας αποτελεί πρώτης τάξεως ευκαιρία για… πρόβα τζενεράλε του συστήματος αυτού, και στη συνέχεια να ακολουθήσουν άλλοι «συνήθεις ύποπτοι», όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία και τελικά ολόκληρη η Ευρωζώνη.

Πηγή "Έθνος"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Επικίνδυνα ψεύδη ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις «δεν έχουν ανταλλακτικά», «δεν έχουν καύσιμα» και όλα τα συναφή, δεν μπορούν κατά συνέ¬πεια να πολεμήσουν…. Στο προηγούμενο άρθρο στα «Επίκαιρα» είχαμε εξετάσει την εντεινόμενη τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο υπό το φως των γεωπολιτικών δεδομένων που διαμορφώνονται στην περιοχή, στο πλαίσιο ενός αναδυόμενου πολυπολικού διεθνούς συστήματος, μέσα στο οποίο η Τουρκία επιδιώκει να έχει πρωτεύοντα ρόλο.

Γράφει ο δρ. Κωνσταντίνος Γρίβας

Υποστηρίξαμε ότι είναι σχεδόν αναπόφευκτο η Άγκυρα να επιχειρήσει να κυριαρχήσει περίπου ολοκληρωτικά στο Αιγαίο, αφήνοντας στην Ελλάδα κάποιου είδους «συμβολική» κυριαρχία. Είχαμε επίσης εξετάσει την πολιτική διαδοχικών «μικρών βημάτων» που ακολουθεί η Τουρκία στο Αιγαίο, αναβαθμίζοντας σταδιακά τις προκλήσεις της και σταματώντας μόλις η Ελλάδα αντιδράσει, για να ξεκινήσει από ένα νέο και πιο προωθημένο σημείο αφετηρίας. Απ’ ό,τι φαίνεται, η μέχρι τώρα αποτρεπτική στρατηγική της Ελλάδας δεν μπορεί να αντιδράσει επαρκώς σε αυτή τη μεθοδολογία «σαλαμοποίησης».

Ένα πρόβλημα της ισχύουσας ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής είναι ότι λειτουργεί αντανακλαστικά στις τουρκικές προκλήσεις, αφήνοντας την πρωτοβουλία στην αντίπαλη πλευρά, η οποία αποκτά έτσι τη δυνατότητα να επιτυγχάνει κάθε φορά μικρά κέρδη, τα οποία όμως αθροιζόμενα είναι πολύ μεγάλα, χωρίς, μάλιστα, να κινδυνεύει να εμπλακεί σε πολεμικό επεισόδιο, αφού εκείνη αποφασίζει σε ποιο βαθμό θα κλιμακώσει.

Απαιτείται, λοιπόν, μια νέα φιλοσοφία αποτροπής η οποία θα πρέπει να είναι πιο ενεργητική έναντι της γείτονος. Κατά την άποψη του γράφοντος, η Ελλάδα θα πρέπει να αυξήσει αποφασιστικά τον βαθμό απροβλεπτότητας των ενεργειών της έναντι της Τουρκίας έτσι ώστε η τελευταία να χάσει τη βεβαιότητα ότι οι προκλήσεις της είναι απολύτως ασφαλείς όσο η ίδια δεν αποφασίζει να οδηγήσει τα πράγματα σε επίπεδο πολεμικής αντιπαράθεσης και θεωρεί δεδομένο ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να το πράξει.

Βέβαια, παρόμοιες αντιλήψεις είναι περίπου σίγουρο ότι θα αντιμετωπιστούν με θυμηδία και περιφρόνηση απ’ όσους θεωρούν (και είναι πολλοί) ότι η Ελλάδα δεν έχει καμιά τύχη σε περίπτωση πολεμικής αναμέτρησης με την Τουρκία και ακόμη κι αν κάτι μπορούσε να κάνει στο παρελθόν σήμερα είναι απλά αδύνατον λόγω των οικονομικών προβλημάτων της χώρας, που αντανακλώνται και στις Ένοπλες Δυνάμεις. Τείνει να επιβληθεί ως αναντίρρητη πραγματικότητα από διάφορους κύκλους ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις «δεν έχουν ανταλλακτικά», «δεν έχουν καύσιμα» και όλα τα συναφή, δεν μπορούν κατά συνέπεια να πολεμήσουν.

Όπως όλα τα επικίνδυνα ψέματα, η άποψη αυτή εμπεριέχει ψήγματα αλήθειας. Πράγματι, οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις σήμερα αντιμετωπίζουν πολύ περισσότερα προβλήματα σε σύγκριση με το κοντινό παρελθόν. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν χάσει το αξιόμαχό τους. Απεναντίας… Επιπροσθέτως, ούτε και το τουρκικό στράτευμα βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση. Αντιμετωπίζει κι αυτό πολλά προβλήματα, αν και διαφορετικού είδους από το ελληνικό.

Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι θα πρέπει να γνωρίζουμε πως εξαιρετικά σπάνιες ήταν οι περιπτώσεις στην ιστορία που κάποιος στρατός ξεκίνησε μια πολεμική αντιπαράθεση επαρκώς προετοιμασμένος και εξοπλισμένος. Ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ξεφύγει από αυτό τον κανόνα.

Τέλος, ας έχουμε υπόψη ότι, αν και ορισμένες ελλείψεις μπορεί να υπάρχουν σε κάποια υλικά στο ελληνικό στράτευμα, σε κάποια άλλα υπάρχει περίσσεια σε τέτοιο βαθμό που να επιτρέπουν ακόμη και πολεμικές επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας παρατεταμένης χρονικής διάρκειας.

Φυσικά, παρόμοιο ενδεχόμενο δεν είναι επιθυμητό. Κανενός είδους πολεμική αντιπαράθεση με την Τουρκία, ή με οποιονδήποτε άλλο, δεν είναι επιθυμητή. Όμως κάθε αξιόπιστη αποτρεπτική στρατηγική εδράζεται σε μια πειστική απειλή πολεμικής δράσης έναντι του εκάστοτε αντιπάλου, που να εξασφαλίζει ότι σε περίπτωση επιθετικής ενέργειας από πλευράς του αφενός μεν δεν θα του επιτρέψει να επιτύχει τους σκοπούς του («αποτροπή διά της άρνησης» / «deterrence by denial»), αφετέρου δε, ακόμη κι αν τους επιτύχει, θα καταβάλει δυσανάλογα μεγάλο τίμημα γι’ αυτό («αποτροπή διά της τιμωρίας» / «deterrence by punishment»).

Βασικό δε στοιχείο κάθε αξιόπιστης απο¬τρεπτικής πρότασης είναι ότι θα πρέπει να είμαστε σε θέση όχι μόνο να επιφέρουμε μεγάλα πλήγματα στον αντίπαλο, αλλά να υποστούμε κι εμείς βαριές απώλειες.

Για παράδειγμα, η αποτρεπτική στρατηγική των ΗΠΑ στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου περιλάμβανε την αποδοχή της ολοκληρωτικής καταστροφής της χώρας -και ολόκληρου του πλανήτη, εδώ που τα λέμε- από μαζικές ανταλλαγές πυρηνικών πληγμάτων σε περίπτωση που η Σοβιετική Ένωση πρόσβαλλε όχι αμερικανικό έδαφος, αλλά τη Δυτική Ευρώπη.

Άρα οι αιτιάσεις ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να εμπλακεί αυτή τη στιγμή σε κάποια αντιπαράθεση με την Τουρκία λόγω των οικονομικών της προβλημάτων είναι πολύ απλά εκτός πραγματικότητας. Υπενθυμίζεται επίσης, ότι εδώ και μερικά χρόνια το επίσημο ελληνικό δόγμα Άμυνας έχει μετονομαστεί σε αποτρεπτικό. Αν, λοιπόν, οι ηγετικές ελίτ της χώρας θεωρούν ότι δεν είναι σε θέση να καλύψουν τις στοιχειώδεις απαιτήσεις της αποτροπής, τότε καλό θα ήταν να αλλάξουν και το αμυντικό δόγμα, να το χαρακτηρίσουν με κάποιο άλλο τρόπο που θα κρίνουν ότι είναι «ρεαλιστικός» και να πάψουμε να ασχολούμαστε με αυτό.

Όσο όμως επιμένουν στην αποτροπή θα πρέπει να έχουν υπόψη ότι στα θεμελιώδη στοιχεία αυτής ανήκει και η αποδοχή ακραίων συνεπειών ακόμη και για φαινομενικά «μικρά» διακυβεύματα έτσι ώστε να αποφευχθούν ακριβώς οι κίνδυνοι «σαλαμοποίησης».

Βεβαίως, θα πρέπει να ξανατονίσουμε ότι σκοπός της αποτροπής δεν είναι ο πόλεμος, αλλά η αποφυγή του. Αντιθέτως, μεθοδολογίες πολλαπλών υποχωρήσεων είναι περίπου επόμενο ότι θα οδηγήσουν σε πολεμική αντιπαράθεση.

Πιο τρωτή από την Ελλάδα

Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, βασικό στοιχείο της αποτροπής είναι οι συνέπειες που είσαι σε θέση να επιφέρεις στον αντίπαλό σου. Αυτό δεν εξαρτάται μόνο από τις δικές σου ικανότητες, αλλά και από τις τρωτότητες του αντιπάλου. Στο ελληνοτουρκικό σύστημα, λοιπόν, σε πλήρη αντίθεση με την εν Ελλάδι κυριαρχούσα άποψη, η Τουρκία είναι αυτή που είναι πιο τρωτή. Κι αυτό γιατί αντιμετωπίζει πολύ περισσότερα προβλήματα από την Ελλάδα τόσο στο εξωτερικό της όσο και στο εσωτερικό.

Ας αναλογιστούμε μόνο ότι, σε περίπτωση ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, η δομή του ΝΑΤΟ και, κατά συνέπεια, η αποτρεπτική του λειτουργία, τουλάχιστον για το διάστημα που η σύγκρουση διαρκεί, ουσιαστικά παύει να υφίσταται.

Ως εκ τούτου, η «παγωμένη» ρωσοτουρκική αντιπαράθεση τοποθετείται σε ένα νέο πλαίσιο. Αν, μάλιστα, η σύγκρουση αυτή διαιωνιστεί, τότε οι συνέπειες για τη συνοχή της νατοϊκής συμμαχίας μπορεί να είναι μόνιμες. Και τότε η Τουρκία θα βρεθεί ενώπιον των συνεπειών που έχει δημιουργήσει η πολιτική της, η οποία έχει οδηγήσει σε πλήθος ανοιχτών μετώπων σε όλα της τα σύνορα.

Κυρίως όμως είναι το ζήτημα των Κούρδων που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εσωτερική πολεμική αντιπαράθεση μεγάλης κλίμακας σε περίπτωση που η Τουρκία εμπλέκονταν σε πόλεμο με κάποια άλλη χώρα, ενώ και οι υπόλοιπες αντιφάσεις στην εσωτερική της δομή θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

Με άλλα λόγια, η Τουρκία θα κινδύνευε να βρεθεί ενώπιον καταστάσεων που θα απειλούσαν ακόμη και την ίδια της την ύπαρξη αν εμπλεκόταν σε πολεμική αναμέτρηση με την Ελλάδα, κάτι που δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί για τη χώρα μας. Άρα η Τουρκία έχει περισσότερα πράγματα να φοβάται από την Ελλάδα σε περίπτωση ανεξέλεγκτης πολεμικής αναμέτρησης μεταξύ των δύο χωρών. Κατά συνέπεια, μια ρεαλιστική αποτρεπτική πρόταση από πλευράς της χώρας μας, που θα έχει στόχο ακριβώς να αποφύγει την πολεμική αναμέτρηση, θα πρέπει να περιλαμβάνει και αυτή την πιθανότητα.

Επιπροσθέτως, μια αποτρεπτική πρόταση δεν είναι ανάγκη να στρέφεται μόνο εναντίον του αντιπάλου. Μπορεί να έχει αποδέκτες και άλλους ισχυρούς δρώντες του διεθνούς συστήματος. Για παράδειγμα, το καθεστώς του Απαρτχάιντ στη Νότιο Αφρική είχε κατασκευάσει και διατηρούσε ένα μικρό πυρηνικό οπλοστάσιο, αποτελούμενο από έξι ατομικές βόμβες, όχι τόσο για να το χρησιμοποιήσει κατά κάποιου εξωτερικού εχθρού, αλλά, σε περίπτωση που δεχόταν μείζονα απειλή, να απειλούσε με τη σειρά του με πυρηνική κλιμάκωση που θα είχε αποσταθεροποιητικές συνέπειες σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα και να εκβίαζε με τον τρόπο αυτό την παρέμβαση των ΗΠΑ.

Στη δική μας περίπτωση, το γεγονός ότι και οι δύο χώρες ανήκουν στο ΝΑΤΟ σημαίνει ότι μια αναμέτρηση μεταξύ τους θα είχε επιπτώσεις στη συνοχή της Συμμαχίας και επομένως σε όλο το πλέγμα των παγκόσμιων ισορροπιών. Βέβαια, αν η σύρραξη αυτή είχε πολύ μικρή διάρκεια οι συνέπειες μάλλον θα ήταν διαχειρίσιμες. Αυτή ακριβώς τη βεβαιότητα θα πρέπει η ελληνική αποτρεπτική στρατηγική να υπονομεύσει.

Κατά την άποψη του γράφοντος, οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρόλο που οι σχέσεις τους με την Τουρκία ολοένα επιδεινώνονται, σε περίπτωση ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης θα παρέμβουν πυροσβεστικά, επιδιώκοντας να λήξουν όσο το δυνατόν πιο σύντομα το επεισόδιο, λειτουργώντας όμως ετεροβαρώς υπέρ της Τουρκίας στα ανταλλάγματα που θα της προσφέρουν ακριβώς επειδή τη φοβούνται, ενώ θεωρούν την Ελλάδα δεδομένη. Αυτό επιτρέπει στην Άγκυρα να σχεδιάζει σενάρια «λελογισμένων» πολεμικών αναμετρήσεων μικρής έντασης και διάρκειας που θα της προσφέρουν γεωπολιτικά κέρδη με ελάχιστο έως ανύπαρκτο ρίσκο.

Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Ελλάδα καταφέρει να περάσει το μήνυμα ότι υπάρχει η πιθανότητα να επιλέξει ακόμη και την εμπλοκή σε παρατεταμένη πολεμική αντιπαράθεση αν έτσι κρίνει σκόπιμο, τότε η συνοχή του ΝΑΤΟ θα απειληθεί σοβαρά και οι ΗΠΑ πιθανόν να αναγκαστούν να αλλάξουν τις επιλογές τους και να κινηθούν προς την αποφασιστική στήριξη της Ελλάδας ή ακόμη και σε πλήρη περιθωριοποίηση της Τουρκίας πριν ξεσπάσει κάποια κρίση. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα συμβεί αλλά, σε κάθε περίπτωση, η ενίσχυση της απροβλεπτότητας των ελληνικών αντιδράσεων στην τουρκική εντεινόμενη επιθετικότητα μόνο κέρδη μπορεί να έχει για τη χώρα μας τόσο έναντι της Τουρκίας αυτής καθαυτής όσο και έναντι των ΗΠΑ και των άλλων χωρών της Δύσης.

* Ο Δρ. Κωνσταντίνος Γρίβας διδάσκει το μάθημα της Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Αθηνών.
Πηγή περιοδικό "Επίκαιρα", τεύχος 338




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Αν η διπλωματία μας έπραττε το 1/10 από αυτά που πράττει η τουρκική, θα είχαμε λύσει πολλά προβλήματα. Τα άλλα 9/10 δεν απαιτούνται, λόγω του ότι είναι τόσο σαφείς οι διεθνείς συμφωνίες που υπογράψαμε, ώστε θα αδυνατούσε και ο πλέον τουρκόφιλος να μη αναγνωρίσει το δίκαιό μας.

Να ’ναι καλά ο Σάββας Καλεντερίδης, που μας υπενθύμισε δυο σημαντικά άρθρα της Συνθήκης της Λοζάνης, τα οποία και παραθέτουμε προς γνώση των φίλων αναγνωστών:

Άρθρον 12: Η ληφθείσα απόφασις τη 13η Φεβρουαρίου 1914 υπό της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου εις εκτέλεσιν των άρθρων 5 της Συνθήκης του Λονδίνου της 17/30 Μαΐου 1913, και 15 της Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Νοεμβρίου 1913, η κοινοποιηθείσα εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν τη 13 Φεβρουαρίου 1914 και αφορώσα εις την κυριαρχίαν της Ελλάδος επί των νήσων της Ανατολικής Μεσογείου, εκτός της Ίμβρου, Τενέδου και των Λαγουσών νήσων (Μαυρυών), ιδία των νήσων Λήμνου, Σαμοθράκης, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας, επικυρούνται, υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων της παρούσης Συνθήκης των συναφών προς τας υπό την κυριαρχίαν της Ιταλίας διατελούσας νήσους, περί ων διαλαμβάνει το άρθρον 15. Εκτός αντιθέτου διατάξεως της παρούσης Συνθήκης, αι νήσοι, αι κείμεναι εις μικροτέραν απόστασιν των τριών μιλλίων της ασιατικής ακτής, παραμένουσιν υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν.

Άρθρον 16: Η Τουρκία δηλοί ότι παραιτείται παντός τίτλου και δικαιώματος πάσης φύσεως επί των εδαφών ή εν σχέσει προς τα εδάφη άτινα κείνται πέραν των προβλεπομένων υπό της παρούσης Συνθήκης ορίων, ως και επί των νήσων, εκτός εκείνων ων η κυριαρχία έχει αναγνωρισθή αυτή διά της παρούσης Συνθήκης [σ.σ.: σε απόσταση τριών ναυτικών μιλίων από τις ακτές της], της τύχης των εδαφών και των νήσων τούτων κανονισθείσης ή κανονισθησομένης μεταξύ των ενδιαφερομένων.

Τα ανωτέρω είναι άρθρα της Συνθήκης της Λοζάνης, τα οποία καθορίζουν το καθεστώς στο Αιγαίο και το τι ανήκει σε ποιον. Όσον αφορά το τι ανήκει στην Τουρκία, αυτό αναφέρεται ρητά: Όσα νησιά βρίσκονται σε απόσταση τριών ναυτικών μιλίων από τις ακτές της.

Να προστεθεί επίσης και το τμήμα του άρθρου 13 της ίδιας συνθήκης, στο οποίο αναφέρεται ότι «…η Οθωμανική Κυβέρνησις θα απαγορεύση εις την στρατιωτικήν αεροπλοΐαν αυτής να υπερίπταται των ρηθεισών νήσων».

Αυτό λοιπόν το ισχυρό οπλοστάσιο, είναι να απορεί κανείς πώς δεν έχει αξιοποιηθεί, με συνεχή αιτήματα σύγκλισης του Συμβουλίου Ασφαλείας, όπου είναι βέβαιο ότι οπωσδήποτε Κίνα και Ρωσία, αλλ’ ίσως και η Γαλλία, εκ των μονίμων μελών του Σ.Α., θα μας παρείχαν υποστήριξη. Δεν αισιοδοξώ φυσικά, πως οποιαδήποτε απόφαση του Σ.Α. του ΟΗΕ θα γινόταν σεβαστή από τους Τούρκους, αλλά θα αποτελούσε εργαλείο διαφώτισης της διεθνούς κοινής γνώμης, η οποία έχει πεισθεί -λόγω δικής μας αβελτηρίας- ότι όντως υπάρχουν αμφισβητήσιμες περιοχές στο Αιγαίο.

Η Τουρκία άρχισε τις αμφισβητήσεις, πρώτα με κείμενα Τούρκων διεθνολόγων κατά τη δεκαετία του 1960, και πήρε τη μορφή αμφισβήτησης της υφαλοκρηπίδας και παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου μετά το 1973, που άρχισε η εκμετάλλευση του κοιτάσματος του Πρίνου.

Μετά από κάθε ελληνοτουρκική κρίση, η οποία κλιμακωνόταν με τη συνδρομή «υπάκουων» πολιτικών από την ελληνική πλευρά και γερακιών από την τουρκική, η Ελλάδα, που φοβόταν τον πόλεμο [ακόμη και στα Ίμια, όπου η Τσιλέρ τρομοκράτησε τους Τούρκους στρατηγούς, που τους αιφνιδίασε με την απόφασή της, προκειμένου να τους εκθέσει], καθόταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όπου υποχωρούσε από τις εθνικές της θέσεις δίνοντας την ευκαιρία στην Τουρκία να προωθεί τις δικές της.

Το τελευταίο διάστημα η Τουρκία προχωρεί σε προκλήσεις που καμία χώρα στον κόσμο δεν θα είχε ανεχτεί, εκτός φυσικά από την Ελλάδα. Κι αυτό γιατί η ανικανότητα, η διαφθορά και ο έλεγχος -με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- σημαντικού μέρους του πολιτικού κόσμου των κομμάτων εξουσίας από περίεργα «κέντρα», έχουν οδηγήσει τον ελληνικό λαό σε μια τέτοια ηττοπαθή κατάσταση, που είναι έτοιμος να δεχτεί ακόμα και την απώλεια μερικών νησιών του Αιγαίου, αρκεί να μη διαταραχτεί η… ηρεμία μας. Άλλωστε, οι αριστεριστές που αποτελούν τον πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ ήσαν αυτοί που κραύγαζαν, ότι «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του».
Το είχε πει βεβαίως και ο κ. Γιώργος Παπανδρέου, ότι δεν αξίζει «να τα χαλάσουμε με την Τουρκία για λίγα μέτρα γης».

Μακεδών
Πηγή Voria



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου