Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

28 Αυγ 2016

Οι προκλήσεις (του ηγετικού πυρήνα) για την επόμενη μέρα! Η σύνοδος της Μπρατισλάβας (τον Σεπτέμβριο) που θα κρίνει πολλά, το Brexit και η πιθανή κατάρρευση της συμφωνίας με την Τουρκία που πιέζουν το σκληρό Βερολίνο

Από την Καρολίνα Μάξιμου

Τώρα που οι θερινές διακοπές βαίνουν προς το τέλος τους και οι πολιτικές διεργασίες στα ανώτατα κλιμάκια της Ευρώπης ξαναμπαίνουν σε τροχιά, το κρίσιμο ερώτημα που αιωρείται είναι εάν ο ηγετικός πυρήνας της Ε.Ε. είναι σε θέση να υπερβεί τις εσωτερικές αντιθέσεις του και να λάβει δραστικές αποφάσεις για την αντιμετώπιση των πολλαπλών κρίσεων.

Η συνάντηση του Ρέντσι με τη Μέρκελ και τον Ολάντ τις προηγούμενες ημέρες σε ιταλικό αεροπλανοφόρο πραγματοποιήθηκε για να στείλει το μήνυμα ότι το Brexit δεν είναι η αρχή του τέλους του ενοποιητικού εγχειρήματος. Αυτό το νόημα είχε και η επίσκεψη των τριών ηγετών στον τάφο του Αλτιέρο Σπινέλι, ενός εκ των οραματιστών της Ενωμένης Ευρώπης στους χαλεπούς καιρούς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η κρίση, ωστόσο, δεν αντιμετωπίζεται με συμβολικές κινήσεις και με ρητορικές διαβεβαιώσεις. Η Σύνοδος της Μπρατισλάβας τον Σεπτέμβριο θα δείξει εάν η Ε.Ε. θα συνεχίσει να σέρνεται υπό το κράτος των αντιφάσεών της ή, αντιθέτως, αν θα τεθούν οι βάσεις για μία νέα πορεία.
Η σύνοδος των Ευρωσοσιαλιστών στο Παρίσι αυτές τις ημέρες, στην οποία συμμετείχε και ο Τσίπρας ως παρατηρητής, έδειξε ότι από τη δική τους πλευρά εντείνεται η προσπάθεια για να χαλαρώσει η λιτότητα. Είναι ενδεικτικό ότι προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η προ καιρού απόφαση της Κομισιόν να μην επιβάλει πρόστιμα στην Πορτογαλία και την Ισπανία για τα υπερβολικά ελλείμματά τους που παραβιάζουν το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Το Brexit, σε συνδυασμό με την πολύ πιθανή κατάρρευση της ευρωτουρκικής συμφωνίας για το προσφυγικό - μεταναστευτικό πρόβλημα, δεν αφήνει πολλά περιθώρια στο Βερολίνο να τηρήσει ανελαστική στάση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο σκληρός Σόιμπλε άσκησε την επιρροή του προς τα άλλα «γεράκια» του νεοφιλελευθερισμού για να αποδεχτούν την απόφαση για την Πορτογαλία και την Ισπανία.

Από την άλλη πλευρά, όμως, όλα αυτά δεν προεξοφλούν ότι το Βερολίνο είναι διατεθειμένο να κάνει ουσιαστικά πίσω όσον αφορά την οικονομική πολιτική. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από την εμπειρία του παρελθόντος, αλλά και από τα σημάδια για τις διαθέσεις του. Μπορεί το δίδυμο Μέρκελ - Σόιμπλε να υιοθετεί μία πιο ελαστική στάση όσον αφορά επιμέρους ζητήματα, αλλά δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι προτίθεται να αλλάξει τη στρατηγική του στο πλαίσιο της ευρωζώνης. Το πρόβλημα, όμως, της Ευρώπης δεν λύνεται με ελιγμούς. Ειδικά τώρα που η Ιταλία, η τρίτη οικονομία της ευρωζώνης, διολισθαίνει προς μία κρίση που θα είναι πολύ δύσκολα διαχειρίσιμη, απειλώντας να τινάξει στον αέρα όλο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Η ΕΕ, άλλωστε, έχει μεταλλαχθεί. Η κρίση του 2008 έβγαλε στην επιφάνεια αντιθέσεις που τα προηγούμενα χρόνια επικαλύπτονταν από το κλίμα ευημερίας. Αφενός η εφαρμογή πολιτικών λιτότητας, αφετέρου η επιβολή απροκάλυπτης γερμανικής ηγεμονίας, έχει ανοίξει ο ασκός του Αιόλου. Το Brexit ήρθε σαν μία γροθιά στο πρόσωπο όσων αλαζονικά αρνούνται να δουν τις συνέπειες των επιλογών τους.

Τα μικρομεσαία στρώματα βλέπουν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο τα εργασιακά δικαιώματα και το βιοτικό επίπεδό τους να συρρικνώνονται στον βωμό της παγκοσμιοποίησης. Η πολυετής οικονομική στασιμότητα διέψευσε το αρχικό αφήγημα ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι παράγοντας ευημερίας για όλους τους συμμετέχοντες. Αποδείχθηκε ότι ο μεγάλος κερδισμένος από την επιβολή του ευρώ είναι η Γερμανία και ο μεγάλος χαμένος η ευρωπαϊκή περιφέρεια. Αποδείχθηκε πως η ευρωζώνη είναι τοξική. Γι' αυτό και χώρες-μέλη που ετοιμάζονταν να εισέλθουν, όπως π.χ. η Πολωνία, δεν διαβαίνουν το κατώφλι.

Οι σοσιαλιστές

Η κρίση ενεργοποίησε παλαιά ρήγματα, δημιούργησε νέα και συνολικά βάθυνε το χάσμα ανάμεσα στις άρχουσες ελίτ και στα λαϊκά στρώματα. Οσο το ενοποιητικό εγχείρημα γίνεται περισσότερο αντιπαθητικό στους πιεζόμενους μικρομεσαίους τόσο αυτοί παλινδρομούν στο οικείο πλαίσιο του εθνικού κράτους. Παραλλήλως, εθνικές αντιθέσεις και προκαταλήψεις που υποτίθεται ότι ανήκαν οριστικά στο παρελθόν έχουν επανέλθει στο προσκήνιο.

Τα μηνύματα ήταν πολλά και ηχηρά τα τελευταία χρόνια.
Δεν προέκυψε από το πουθενά η εμφάνιση και η εντυπωσιακή άνοδος ενός νέου ευρωσκεπτικιστικού ρεύματος σε σχεδόν όλες τις χώρες-μέλη, ακόμα και σε αυτές που μέχρι πριν από μερικά χρόνια εμφάνιζαν τεράστια ποσοστά ευρωπαϊσμού. Το παραδοσιακό ηγεμονικό δίπολο Κεντροδεξιά - Κεντροαριστερά χάνει συνεχώς έδαφος.

Στην Ελλάδα τα Μνημόνια ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Χρυσή Αυγή. Στην Ιταλία το κίνημα του Γκρίλο έχει εδραιωθεί και διεκδικεί την πρώτη θέση, επειδή έχει σημαία του την έξοδο από το ευρώ. Στη Γαλλία πρώτο κόμμα είναι το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν. Στην Ισπανία οι Ποδέμος εδραιώθηκαν ως μεγάλη πολιτική παράταξη. Στην Αυστρία ο ακροδεξιός υποψήφιος έχασε την Προεδρία της Δημοκρατίας για λίγες ψήφους και πιθανόν να την κερδίσει στην επαναληπτική εκλογή το φθινόπωρο. Στην Πολωνία και την Ουγγαρία έχουν εκλεγεί κυβερνήσεις που αμφισβητούν την πρωτοκαθεδρία του αφεντικών της Ευρώπης. Ακόμα και στην ίδια την ωφελημένη Γερμανία υπάρχει αντιευρώ κόμμα που έχει υπερβεί δημοσκοπικά το 15%.

Στο ιονισμένο πολιτικό κλίμα που έχει διαμορφώσει η χρόνια οικονομική κρίση ήρθαν να προστεθούν, αφενός, η διόγκωση του προσφυγικού -,μεταναστευτικού κύματος, αφετέρου, οι επιθέσεις της ισλαμικής τρομοκρατίας. Η ανασφάλεια τροφοδοτεί τα ευρωσκεπτικιστικά και ξενοφοβικά κινήματα, γεγονός που υπονομεύει περαιτέρω το ενοποιητικό εγχείρημα. Η Λεπέν εκμεταλλεύτηκε το Brexit για να ξαναζητήσει την πραγματοποίηση δημοψηφίσματος για παραμονή ή έξοδο της Γαλλίας από την Ε.Ε. Κατά πόδας και ο ηγέτης της ολλανδικής ακροδεξιάς Βίλντερς. Δεν αποκλείεται καθόλου να εκδηλωθούν αντίστοιχες τάσεις και σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Εως το βρετανικό δημοψήφισμα, το ευρωπαϊκό κατεστημένο με έκδηλη αλαζονεία και πολιτική τύφλωση δεν έκανε τίποτα για να αναχαιτίσει το ευρωσκεπτικιστικό ρεύμα. Η μόνη αντίδρασή του ήταν να αναγορεύσει τον «εθνολαϊκισμό» στο απόλυτο κακό. Με αυτή την προπαγανδιστική ρομφαία επιχείρησε να καταστείλει ιδεολογικά την πολιτική εκδήλωση των κοινωνικών αντιδράσεων. Τέτοιου τύπου ψυχολογικές επιχειρήσεις, όμως, μόνο πρόσκαιρα αποτελέσματα μπορεί να φέρουν. Κι αυτό στην καλύτερη περίπτωση.

Διαφωνίες σε βασικά θέματα

Μπορεί η Μέρκελ, ο Ολάντ και ο Ρέντσι να διαβεβαιώνουν σε όλους τους τόνους ότι η Ενωμένη Ευρώπη παραμένει δυνατή, αλλά είναι πολλοί πλέον αυτοί που θεωρούν ότι έχει υποστεί ανήκεστο βλάβη. Οσο κι αν δεν το ομολογούν, το Brexit θα επιταχύνει τις φυγόκεντρες τάσεις και ως εκ τούτου την αποδιάρθρωση της Ε.Ε. Το ενδεχόμενο μίας εντυπωσιακής κίνησης με σκοπό τη φυγή προς τα εμπρός δεν είναι πολύ πιθανό. Ο λόγος είναι ότι στα ζωτικά οι ισχυροί της Ευρώπης διαφωνούν. Επιπροσθέτως, και η Μέρκελ και ο Ολάντ έχουν εκλογές το 2017 και δεν επιθυμούν να ανοίξουν μέτωπα.

Πηγή "Δημοκρατία"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς

Ε​​φτά χρόνια τώρα, το πολίτευμα στη χώρα μας είναι παντομίμα δημοκρατίας: Γίνονται εκλογές, αλλά ο Eλληνας ψηφοφόρος δεν έχει καμιά πολιτική επιλογή. Tου επιβάλλεται να περιοριστεί σε διαχειριστικές προτιμήσεις.

H πολιτική που ασκείται είναι δεδομένη, την καθορίζουν τα ψηφισμένα από τη Bουλή «μνημόνια». Tο περυσινό δημοψήφισμα (καλοκαίρι 2015), εξαιρετικά «θολό» πολιτικά, έδειξε ωστόσο ότι η πολιτική που ασκείται είναι δεδομένη, δεν μπορεί να την αλλάξει ούτε μια πλειοψηφία 62% των ψηφοφόρων. H χώρα έχει χρεοκοπήσει, δεν γίνεται να διαθέτει την πολυτέλεια πολιτικών επιλογών. Πρέπει να αρκεστεί στην παντομίμα. Σε προτιμήσεις διαχείρισης.

Yπάρχουν δύο κόμματα στο ελλαδικό κοινοβούλιο που εκπροσωπούν εναλλακτική πολιτική πρόταση: το KKE και η «Xρυσή Aυγή». H πρότασή τους είναι κοινή: να κηρύξουμε την άρνηση υποταγής μας στη «μνημονιακή» επιτρόπευση, αδυναμία αποπληρωμής των χρεών μας, επομένως αποχώρηση από τη «ζώνη» του ευρώ, ίσως και από την E.E.

Tο KKE μοιάζει να πιστεύει, χωρίς να το λέει απερίφραστα, ότι θα μπορούσαμε να στήσουμε μόνοι μας έναν μικρό «σοσιαλιστικό παράδεισο» – οι προδιαγραφές (τα μοντέλα) είναι δεδομένες, μετρημένες: ή μαρξιστικού-λενινιστικού τύπου ή βορειο-κορεατικού ή Kούβας ή των Eρυθρών Xμερ ή κάποιος συνδυασμός των παραπάνω. H «Xρυσή Aυγή» μάλλον δεν έχει προσδιορίσει σε τι ακριβώς αποβλέπει, λογικά υποθέτει κανείς κάποιο πολίτευμα που θα απομιμείται τις ισλαμικές «δημοκρατίες».

Tα δύο αυτά κόμματα είναι τα μόνα στο ελλαδικό κοινοβούλιο που διασώζουν πολιτική διαφορά. Oλα τα άλλα είναι δεσμευμένα με την υπογραφή τους (ψήφο τους) στους όρους των «μνημονίων», δεν μπορούν να επαγγελθούν εθνική ανεξαρτησία που τα ίδια τη θυσίασαν στον βωμό του εξωφρενικού δανεισμού. Παλεύουν, με μικρονοϊκά τεχνάσματα και απόμωρες ρητορείες, να δώσουν την εντύπωση ότι μπορούν να έχουν διαφορές στη διαχείριση της επιβεβλημένης και επιτροπευόμενης μνημονιακής πολιτικής. Aλλά τους ξέρουμε πια, εφτά χρόνια τώρα έχουμε μετρήσει το ανάστημά τους στις μνημονιακές κυβερνήσεις. Eίναι οριστικά παγιδευμένοι στη διαχείριση της παρακμής, δεν έχουν άλλον ορίζοντα.

Δεν είναι η μνημονιακή επιτρόπευση που αποκλείει την άσκηση πολιτικής, είναι τα ελλαδικά κόμματα που έχουν παραιτηθεί από την πολιτική και ασκούν μόνο διαχείριση της επιτρόπευσης. Kάποιες από τις απαιτήσεις των δανειστών θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν με την πολιτική τόλμη μεταρρυθμιστικών τομών, όχι με αποσπασματικά διαχειριστικά μέτρα. Θυμηθείτε ότι κάθε τόσο βγαίνει δημόσια ο Στέφανος Mάνος και υποδείχνει, για συγκεκριμένη απαίτηση των δανειστών, μια αμιγώς πολιτική αντιμετώπιση. Mοιάζει ο μόνος πολιτικός στην Eλλάδα που «γεννάει» πολιτική. Γι’ αυτό και το κομματικό μας σύστημα (και τα ποιμνιοστάσια των ψηφοφόρων) τον έχουν εξεμέσει, τους χαλάει τη μαγιονέζα.

Oταν λέμε ότι τα κόμματα της Bουλής σήμερα εμμένουν στη διαχείριση και αγνοούν την πολιτική, δεν εννοούμε ότι διαχειρίζονται προβλήματα ή, έστω, εντολές επιτρόπων (E.E. - δανειστών), όχι. Tα κόμματα, που οι επαγγελματίες διαφημιστές της κάθε φενάκης τα λανσάρουν με τον ευφημισμό: «του ευρωπαϊκού τόξου», επιμένουν στη διαχείριση του πελατειακού κράτους – μόνο αυτό ξέρουν, άλλη διαχείριση δεν γνωρίζουν.

Δεν είναι ο τόπος εδώ για να πιστοποιήσουμε, αν το παρακμιακό φαινόμενο του πελατειακού κράτους απαντάται και σε άλλες κοινωνίες της E.E. ή όχι. Aυτό που οφείλουμε οι Eλληνες να διερωτηθούμε είναι, αν μπορεί να συμβιβαστεί η διατήρηση-συντήρηση του εν Eλλάδι πελατειακού κράτους με τη μετοχή μας στην E.E. Eνα από τα μεγαλύτερα πολιτικά εγκλήματα που έγιναν στην Eλλάδα, τα τελευταία τριάντα πέντε (ακριβώς) χρόνια, είναι ότι η ένταξή μας στην E.E. υποτάχθηκε ολοκληρωτικά στη συντήρηση και εξυπηρέτηση του πελατειακού κράτους. (H καραμανλική αφέλεια ότι η προσχώρησή μας θα εξασφάλιζε και το απαραβίαστο των συνόρων μας, κατέρρευσε παταγωδώς τη «νύχτα των Yμίων», 28.1.1996).

Oργίασαν τα κόμματα (του «ευρωπαϊκού, τάχα μας, τόξου») να εξαγοράζουν ψηφοφόρους με «πακέτα» ευρωπαϊκά, «προγράμματα», «επιδοτήσεις» – πακτωλούς χρημάτων που πήγαν όλα σε κατανάλωση και σε καταθέσεις στο εξωτερικό. Στη συνείδηση των Eλλήνων το γεγονός της μετοχής μας στην E.E. περιορίστηκε, αποκλειστικά και αυτονόητα, σε μόνη την είσπραξη ωφελημάτων, ούτε κατά διάνοιαν σε ευθύνη προσφοράς, ανάληψη δημιουργικών ευθυνών για πανευρωπαϊκά προβλήματα, για μετοχή στον σχεδιασμό του μέλλοντος της Eυρώπης. Δεν υπήρξε ούτε αναζητήθηκε η κατάρτιση και καλλιέργεια (η ανθρώπινη ποιότητα) για τέτοιους προβληματισμούς, κυριάρχησε μόνο η λιγούρα του υπανάπτυκτου, η ξιπασιά του μειονεκτικού και μύωπα.

Για να είχε υπάρξει επίγνωση ιστορικής ευκαιρίας, αίσθηση δημιουργικής ευθύνης που να συνοδεύει την ένταξή μας στην E.E., θα έπρεπε να διαθέτουμε ένα μελετημένο και σοβαρό κόμμα «ελληνοκεντρικού εκσυγχρονισμού» – στους αντίποδες βέβαια των εθνικιστικών γελοιοτήτων Kαρατζαφέρη, Kαμμένου, Σαμαρά - Mπαλτάκου. Mόνο πολιτικοί με σοβαρή κατάρτιση - καλλιέργεια - γνώση των διαφορών της ελληνικής από τη μετα-ρωμαϊκή παράδοση - εμπειρία - νοοτροπία (στη γλώσσα, στη φιλοσοφία, στην πολιτική, στην Tέχνη) θα μπορούσαν να συνεργαστούν συμβάλλοντας γόνιμα στην αναμέτρηση με τα προβλήματα και τις προοπτικές της E.E. Ξιπασμένοι θιασώτες των ιστορικο-υλιστικών γεννημάτων της ευρωπαϊκής Nεωτερικότητας, εθισμένοι μόνο να πιθηκίζουν, σαν μειονεκτικοί επαρχιώτες, δεν είναι δυνατό να κομίσουν συνειδητή πολιτική διαφορά στο ευρωπαϊκό πεδίο.

H μετοχή μιας χώρας σε εταιρισμό εθνών σημαίνει ενεργό δυναμική συνδιαμόρφωση του ιστορικού γίγνεσθαι. Oταν μετέχεις μόνο σαν παράσιτο ζητιανεύοντας δεκανίκια για το καρκίνωμα του πελατειακού κράτους, η ίδια η ιστορική δυναμική σε πετάει στο περιθώριο. Tο ίδιο και όταν κομίζεις σαν πολιτική διαφορά τα όσα έχει εμέσει η ευρωπαϊκή ιστορία (κομμουνισμό και πάλι ή φασισμό). Eμείς επιμένουμε, τριάντα πέντε χρόνια, να μετέχουμε στην E.E. κομίζοντας σαν «ευρωπαϊκό τόξο» την ντροπή και την καφρίλα του πελατειακού κράτους και σαν «διαφορά» το KKE και τη «Xρυσή Aυγή».

Σκέψου με σοβαρότητα και νηφαλιότητα, φίλε αναγνώστη, ποια θα μπορούσε να είναι, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η προσφορά ενός κόμματος «ελληνοκεντρικού εκσυγχρονισμού». Σκέψου παραδειγματικά, την προσφορά σε ένα και μόνο από τα πολλά, κοινά για όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες πρόβλημα. Λ.χ. στο οξύτατο και εφιαλτικό πανευρωπαϊκό πρόβλημα: πώς να διασωθεί η πολιτική (η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, η κοινωνία των σχέσεων) από τις ολοκληρωτικές αξιώσεις της οικονομίας – είναι σκοταδισμός και απανθρωπία να μονοπωλεί η οικονομία το πολιτικό πεδίο παραχωρώντας στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια δευτερεύοντες ρόλους διαχειριστικούς.

Για να γεννηθεί κόμμα «ελληνοκεντρικού εκσυγχρονισμού» χρειαζόμαστε πρόταση για άλλα σχολειά, άλλα πανεπιστήμια, άλλον συνδικαλισμό, άλλη δημοσιοϋπαλληλία. Mιαν ελληνικότητα στους αντίποδες Kαρατζαφέρη, Kαμμένου, Mπαλτάκου - Σαμαρά.

Πηγή "Καθημερινή"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Θα είναι η Ουγγαρία η επόμενη χώρα που θα βγει από την δυσλειτουργική Ευρωπαϊκή Ένωση; Το θέμα δεν είναι καθόλου τόσο ακραίο όσο μοιάζει.

Γράφει ο F. William Engdahl για το New Eastern Outlook   
Απόδοση: Ας Μιλήσουμε Επιτέλους!

Στις 2 Οκτωβρίου, οι Ούγγροι πολίτες θα συμμετάσχουν σε εθνικό δημοψήφισμα, για να δηλώσουν εάν συμφωνούν ή όχι με την αναγκαστική εγκατάσταση μεταναστών στην Ουγγαρία από την ΕΕ. Πρόκειται για ένα σημαντικό ζήτημα, που αγγίζει άμεσα τον περήφανο και ανεξάρτητο αυτόν λαό, ο οποίος, μετά από 150 χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας και πολέμους με την Αυστρία των Αψβούργων, οδηγήθηκε  στον αυστρο-ουγγρικό συμβιβασμό του 1867 και την ειρηνική συνύπαρξη υπό την διπλή μοναρχία της Αυστροουγγαρίας.

Το 1945 οι Ούγγροι εντάχθηκαν στην σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης, αρχικά υπό τον αυταρχικό Ματίας Ράκοσι, μέχρι που η Ουγγαρία έγινε η πρώτη κομμουνιστική χώρα του Συμφώνου της Βαρσοβίας που αυτοακηρύχθηκε συνταγματική δημοκρατία, τον Οκτώβριο του 1989, και άνοιξε τα σύνορά της με την Αυστρία, ενεργοποιώντας έτσι το ντόμινο που οδήγησε στην πτώση του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας, στη συνέχεια ολόκληρου του Συμφώνου της Βαρσοβίας και τελικά της Σοβιετικής Ένωσης.

Είναι γνωστό ότι οι Ούγγροι, ανέκαθεν χωνευτήρι εθνοτικών ομάδων, ήταν ο πρώτος λαός στον κόσμο, του οποίου το κοινοβούλιο θέσπισε νόμους εθνοτικών και μειονοτικών δικαιωμάτων το 1849. Δεν πρόκειται για λαό παθητικό, ιδιαίτερα όταν διαισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά με τον τρόπο που τον μεταχειρίζονται. Αυτό ακριβώς ισχύει και σήμερα, όσον αφορά στην οδηγία των Βρυξελλών που η Ουγγαρία και άλλα κράτη μέλη της ΕΕ καλούνται να αποδεχθούν, μια οδηγία η οποία προβλέπει την είσοδο ενός καθορισμένου από τις Βρυξέλλες αριθμού προσφύγων και την ανάληψη όλων των εξόδων τους, είτε το θέλουν οι χώρες, είτε όχι. Οι χώρες που αρνούνται να αναλάβουν τις “υποχρεώσεις” τους θα αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές κυρώσεις.

Το 2015 περίπου 400.000 μετανάστες έφθασαν στην Ουγγαρία, πριν από την κατασκευή ενός συρμάτινου φράκτη ύψους 4 μέτρων στα σύνορα με τη Σερβία. Οι μισοί από αυτούς (200.000 περίπου) προσπάθησαν να διεκδικήσουν άσυλο στην Ουγγαρία, αλλά μετά από κρατικές διαδικασίες, μόνο σε 264 πρόσφυγες χορηγήθηκε πολιτικό άσυλο. Από την ανέγερση του φράκτη και μετά, η εισροή μέσω της λεγόμενης βαλκανικής οδού έχει σχεδόν σταματήσει. Η αυστριακή κυβέρνηση αποφάσισε επίσης να συνεργαστεί με την κυβέρνηση Ορμπάν, αρχίζοντας περιπολίες των κοινών συνόρων τους.

Με το μέρος της Ουγγαρίας, στην αντίσταση κατά της οδηγίας των Βρυξελλών για την υποχρεωτική ποσόστωση που αφορά στην υποδοχή  προσφύγων, τάχθηκαν η Τσεχία, η Σλοβακία και η Πολωνία, με αποτέλεσμα να συσταθεί η λεγόμενη ομάδα των “Τεσσάρων του Βίσεγκραντ” . Μέχρι στιγμής, μόνο η Ουγγαρία έχει αποφασίσει να διεξαγάγει εθνικό δημοψήφισμα για το θέμα. Οι δημοσκοπήσεις ήδη δείχνουν ότι πάνω από 66% των πολιτών είναι αντίθετοι με τις υποχρεωτικές ποσοστώσεις, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Ορμπάν, ο οποίος τους προέτρεψε να ψηφίσουν “όχι”.

Ο ευθαρσής πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Ορμπάν, ο μόνος πρωθυπουργός από το 1989 που ολοκλήρωσε μια πλήρη θητεία και επανεξελέγη, είναι πολύ δημοφιλής μεταξύ των Ούγγρων για την θαρραλέα στάση του εναντίον των εσφαλμένων πολιτικών που υπαγορεύονται από τις Βρυξέλλες. Πολλοί Ούγγροι τον βλέπουν ως έναν σύγχρονο Δαβίδ, ο οποίος  στέκει αντιμέτωπος με έναν κατά πολύ πιο σωματώδη Γολιάθ: την απρόσωπη και μη εκλεγμένη Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Στο δημοψήφισμα της 2ας Οκτωβρίου οι Ούγγροι θα απαντήσουν στο εξής ερώτημα: “Θέλετε η Ευρωπαϊκή Ένωση να καθορίζει την υποχρεωτική εγκατάσταση μη Ούγγρων πολιτών στην Ουγγαρία, ακόμη και χωρίς την συγκατάθεση του Κοινοβουλίου”;

Ορμπάν: “Άμεσος κίνδυνος τρομοκρατίας ...”

Σχετικά με το επίμαχο θέμα των προσφύγων, ο Ορμπάν δεν μασάει τα λόγια του: “Η Ουγγαρία δεν χρειάζεται ούτε έναν μετανάστη για να λειτουργεί η οικονομία της, ή για να διατηρηθεί ο πληθυσμός της στα ίδια επίπεδα, ή για να έχει η χώρα μέλλον”, δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του. Αντίθετα, “κάθε μετανάστης αποτελεί εν δυνάμει κίνδυνο για την δημόσια ασφάλεια και την έξαρση της τρομοκρατίας. Γι’ αυτό ακριβώς δεν υπάρχει ανάγκη για μια κοινή ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική. (...) Όποιος χρειάζεται μετανάστες μπορεί να τους έχει, αλλά μην αναγκάζετε εμάς να τους δεχθούμε. Δεν τους χρειαζόμαστε”. Όσον αφορά την Ουγγαρία, δήλωσε σε μια συνέντευξή του στο RT: “Η μετανάστευση δεν αποτελεί λύση, αλλά πρόβλημα. (...) Εμείς δεν το χρειαζόμαστε και δεν πρόκειται να το δεχθούμε”. Η ουγγρική κυβέρνηση επιμένει ότι το δικαίωμα αποφάσεων στα θέματα των προσφύγων θα πρέπει να ανήκει αποκλειστικά στις εθνικές κυβερνήσεις.

Στα πλαίσια των δράσεων της ομάδας των “Τεσσάρων του Βίσεγκραντ”, τον περασμένο Δεκέμβριο, η Ουγγαρία κατέθεσε αγωγή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με σκοπό να ματαιώσει την προσπάθεια της ΕΕ να αναδιανείμει τις εισερχόμενες αφίξεις προσφύγων σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απόφαση δεν αποκλείεται να βγει μετά από χρόνια. Το δημοψήφισμα έχει ως στόχο να υπάρξει μια ευρεία λαϊκή εντολή κατά της προσπάθειας για αναγκαστική ποσόστωση εκ μέρους των Βρυξελλών.

Πρώτο βήμα για έξοδο από ΕΕ;

Είναι σαφές σε όλους, από τις Βρυξέλλες έως το Βερολίνο και τη Βουδαπέστη, ότι οι Ούγγροι θα ψηφίσουν κατά συντριπτική πλειοψηφία “όχι” στις αναγκαστικές ποσοστώσεις για την διανομή προσφύγων. Το πραγματικό ερώτημα εδώ είναι εάν ή όχι οι Ούγγροι θα κάνουν και δεύτερο δημοψήφισμα, όπως έκαναν πρόσφατα οι Βρετανοί, για την έξοδο ή όχι από την ΕΕ, οπότε θα καταστεί σαφές ότι οι Βρυξέλλες θα αγνοήσουν την ουγγρική ετυμηγορία με την συνήθη εκκωφαντική σιωπή τους. Η ιδέα της εξόδου της Ουγγαρίας από την ΕΕ δεν είναι καθόλου αδιανόητη σε αυτή τη φάση, μετά την πιστοποιημένη διάθεση των Βρετανών να γίνουν οι πρώτοι που θα “αποδράσουν”, θεσπίζοντας ένα νόμιμο προηγούμενο.

Η κυβέρνηση Ορμπάν μέχρι στιγμής έχει κινηθεί με προσοχή, έτσι ώστε να δοκιμάσει τα όρια των κανονισμών της ΕΕ. Κάθε άλλο παρά “αυταρχικός της δεξιάς”, όπως οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών και τα “πολιτικά ορθά” συστημικά μέσα τον παρουσιάζουν, ο εκπαιδευμένος στην Οξφόρδη Ορμπάν είναι ένας ιδιαίτερα δραστήριος και προφανώς μη διεφθαρμένος (πραγματική καινοτομία στην σημερινή πολιτική) γνήσιος δημοκράτης, που πάντα στρέφεται προς τους ψηφοφόρους του πριν την λήψη σημαντικών πολιτικών αποφάσεων, για να είναι σίγουρος ότι τους έχει στο πλευρό του, μια πρακτική που έχει από καιρό εξορκίσει η μη εκλεγμένη ολιγαρχία των Βρυξελλών.

Οι απόψεις του Βίκτορ Ορμπάν σχετικά με την τρέχουσα “προσφυγική κρίση”, όπως σκόπιμα αποκαλούν τα μέσα ενημέρωσης την μαζική μετανάστευση προς την ΕΕ, αποτυπώθηκαν αναλυτικά στο ετήσιο διάγγελμά του προς το ουγγρικό έθνος στις 28 Φεβρουαρίου, στο μέσο της τρίτης θητείας του ως πρωθυπουργού.

Αναφερόμενος στην πρόσφατη εμπειρία της εξόδου της χώρας του από τις καταστροφικές δεκαετίες της κομμουνιστικής διακυβέρνησης, σήμερα, “ως κράτος μέλος της ΕΕ από το 2004, ανησυχούμε για το πώς θα προστατεύσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης”. Η δήλωση αυτή μοιάζει απόλυτα λογική, εάν σκεφτεί κανείς ότι ο στόχος της ΕΕ ως θεσμού είναι ακριβώς ο αντίθετος: να καταστρέψει τελικά όλα τα εθνικά συμφέροντα υπέρ μιας αυταρχικής μονοκρατορίας μη εκλεγμένων με έδρα τις Βρυξέλλες.

Αληθινά επιτεύγματα

Αφού τόσα πολλά αγνοούνται  ή διαστρεβλώνονται από τα ξένα συστημικά ΜΜΕ για την πραγματικότητα στην Ουγγαρία και τα αληθινά επιτεύγματα του Ορμπάν, θα πρέπει κατ’ αρχάς να αναφερθούμε σε κάποια πράγματα που ο Ούγγρος ηγέτης έχει κατορθώσει στην πρώτη τετραετία του (1998-2002), όταν το κόμμα του, το “Φίντες”, κέρδισε τις εκλογές σε συνεργασία με το Ουγγρικό Δημοκρατικό Φόρουμ (MDF) και κόμμα των Ανεξάρτητων Μικροϊδιοκτητών, Αγροτών και Δημοσίων Λειτουργών (FKGP), αλλά και με την πρώτη εκλεγμένη με απόλυτη πλειοψηφία κυβέρνησή του από το 2010. Μετά από 8 χρόνια στην αντιπολίτευση, το κόμμα του Ορμπάν κέρδισε μια συντριπτική λαϊκή εντολή της τάξεως του 53% και τα 2/3 των εδρών του Κοινοβουλίου για το 2010 και επανεξελέγη από το 2014 μέχρι σήμερα.

Όπως επεσήμανε στο διάγγελμά του προς τον ουγγρικό λαό τον περασμένο Φεβρουάριο, “μέσα σε τρία χρόνια εξισορροπησαμε τον προϋπολογισμό, σταθεροποιήσαμε την οικονομία, αποφύγαμε τη χρεοκοπία, μειώσαμε τον πληθωρισμό και μειώσαμε την ανεργία από 11,5% σε 6,2%. Διώξαμε το ΔΝΤ, αφού αποπληρώσαμε το δάνειό μας νωρίτερα απ’ όσο προέβλεπε το χρονοδιάγραμμα, και φέτος θα καταβάλουμε την τελευταία δόση του χρέους μας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνολικά, το 2014 ολοκληρώσαμε αυτή την περίοδο σταθεροποίησης με οικονομική ανάπτυξη 3,7% και άνοιξαμε ένα νέο κεφάλαιο στην πρόοδο της χώρας”.

Επιπλέον, κατά τη θητεία του Oρμπάν, η κυβέρνηση κατάφερε μέσα σε πέντε χρόνια να μειώσει τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων από 35% σε 15% και σε πέντε χρόνια να βάλει 1.300 δισεκατομμύρια φιορίνια στις τσέπες των οικογενειών: Έχουμε μειώσει τους λογαριασμούς κοινής ωφελείας των νοικοκυριών κατά 25% και στην τελευταία πενταετία χρόνια ο κατώτατος μισθός στην Ουγγαρία αυξήθηκε κατά 50%. Κατορθώσαμε να ενισχύσουμε συγχρόνως το κράτος και την αγορά, τον δημόσιο και τον επιχειρηματικό τομέα, τον εργοδότη και τον εργαζόμενο, τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και τις τοπικές θυγατρικές των διεθνών ομίλων. (...) Σε σύγκριση με το 2010, έχουμε αυξήσει τον προϋπολογισμό για την υγεία κατά 40 %. Έχουμε μειώσει κατά το ήμισυ τις λίστες αναμονής και διαθέσαμε πάνω από πεντακόσια δισεκατομμύρια φιορίνια στην ανάπτυξη των νοσοκομείων μας”.

Αυτό είναι το υπόβαθρο της σημερινής οικονομίας της Ουγγαρίας υπό την ηγεσία του Ορμπάν και η προϋπόθεση για να κατανοήσει κανείς γιατί ο πληθυσμός στηρίζει την έκκλησή του για αρνητική ψήφο στις υποχρεωτικές ποσοστώσεις προσφύγων. Σήμερα δικαιώνεται για τις δηλώσεις του σχετικά με την “προσφυγική κρίση”.

“Η απειλή αυτή δεν είναι άλλη από την μαζική μετανάστευση...”

Ο Ορμπάν τόνισε επίσης: “Θα ήθελα τώρα να εξηγήσω γιατί έχω αναφερθεί σε όλα αυτά. Εν ολίγοις, είναι γιατί όλα αυτά είναι πλέον σε κίνδυνο. Η οικονομική σταθερότητα, για την οποία έχουμε εργαστεί τόσο σκληρά, είναι σε κίνδυνο. (...) Η εθνοκεντρική εξωτερική πολιτική μας – η οποία έχει οικοδομηθεί με τόση προσοχή στη λεπτομέρεια – είναι σε κίνδυνο. Η αποκατάσταση της δημόσιας τάξης και της δημόσιας ασφάλειας από τρομοκρατικές απειλές είναι σε κίνδυνο. Αλλά και ο εθνικός πολιτισμός μας (...) είναι επίσης σε κίνδυνο”.

Στο σημείο αυτό διευκρίνισε: “Η απειλή αυτή ονομάζεται μαζική μετανάστευση. (...) Το έτος 2015 είδε το τέλος μιας εποχής, κατά την οποία, πιστεύοντας ότι το φαινόμενο αυτό ήταν υπό τον έλεγχο της Ευρώπης, λάβαμε ως δεδομένο την προστασία και την ασφάλεια της ηπείρου μας. Πριν από ένα χρόνο, με το ίδιο σκεπτικό, προειδοποιούσαμε ότι μια νέα εποχή μαζικής μετανάστευσης είχε αρχίσει. Μας χλεύασαν ανελέητα και δεχθήκαμε προσβολές από φίλους, συμμάχους και αντιπάλους. (...) Η πρώτη αλήθεια είναι ότι αυτοί που έρχονται εδώ δεν έχουν καμία απολύτως πρόθεση να υιοθετήσουν τον τρόπο ζωής μας, επειδή θεωρούν τον δικό τους πιο πολύτιμο. (...) Και ποιος ο λόγος να την εγκαταλείψουν; Η δεύτερη αλήθεια είναι ότι δεν πρόκειται να ενισχύσουν την αγορά εργασίας με το δυναμικό που χρειάζονται τα εργοστάσια της Δυτικής Ευρώπης. Οι στατιστικές δείχνουν ότι, επί γενιές ολόκληρες, το ποσοστό ανεργίας είναι μεγαλύτερο – μερικές φορές πολύ μεγαλύτερο – μεταξύ εκείνων των πολιτών που γεννήθηκαν εκτός Ευρώπης. Η τρίτη αλήθεια είναι ότι τα ευρωπαϊκά κράτη δεν στάθηκαν μέχρι στιγμής ικανά να ενσωματώσουν τις μάζες που έφτασαν από την Ασία και την Αφρική σταδιακά, επί σειρά δεκαετιών. Πώς θα μπορούσαν να επιτύχουν το στόχο αυτό τώρα, τόσο γρήγορα και με τόσο μεγάλο αριθμό αφιχθέντων;”

Σε όλες αυτές τις δηλώσεις θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει επιχειρήματα. Αλλά εδώ είναι το κομβικό σημείο, πάνω στο οποίο ο Ορμπάν βασίζει την στρατηγική της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος και ο κυρίως λόγος που στη συνέχεια θα αναγκαστεί, μετά τις 2 Οκτωβρίου, να ξεκινήσει την προετοιμασία ενός “Huexit” (εξόδου της Ουγγαρίας) από την ΕΕ:

“...Δεν θα πρέπει να κατηγορούμε τους ίδιους τους μετανάστες. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι και αυτοί θύματα: θύματα της κατάρρευσης των κυβερνήσεων των χωρών τους, θύματα κακών διεθνών αποφάσεων, θύματα των διακινητών ανθρώπων. Κάνουν αυτό που θεωρούν συμφέρον για τους ίδιους. Το πρόβλημα είναι ότι εμείς οι Ευρωπαίοι δεν κάνουμε αυτό που μας συμφέρει. Δεν υπάρχει καλύτερος χαρακτηρισμός για την πρακτική των Βρυξελλών από την λέξη "παράλογη". Μοιάζουν με τον καπετάνιο ενός πλοίου που πάει κατ’ ευθείαν για σύγκρουση και αντί να κάνει κάτι για να την αποφύγει, προβληματίζεται για να αποφασίσει ποιες σωσίβιες λέμβοι πρέπει να είναι των μη καπνιζόντων. Και μετά την σύγκρουση, αντί να επισκευάσει τα μέρη του πλοίου όπου παρατηρείται διαρροή, οργανώνει συζητήσεις για το πόσο νερό θα κατακλύσει ποιες καμπίνες ...”

Και συνεχίζει ο Ορμπάν:

Το πρόβλημα της ανικανότητας των Βρυξελλών να οργανώσουν την άμυνα της Ευρώπης είναι αρκετά μεγάλο, αλλά ακόμη χειρότερες είναι οι συνέπειες του ότι δεν έχει την πρόθεση να το πράξει. Στη Βουδαπέστη, τη Βαρσοβία, την Πράγα και την Μπρατισλάβα, μας είναι δύσκολο να καταλάβουμε πώς έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου υπάρχει ακόμη η δυνατότητα να έρχονται εδώ όσοι θέλουν, από άλλες ηπείρους και άλλους πολιτισμούς, χωρίς ουσιαστικούς ελέγχους. Είναι δύσκολο να κατανοήσουμε την αποδυνάμωση των φυσικών και θεμελιωδών ανακλαστικών του πολιτισμού μας για την υπεράσπιση των εαυτών μας, των οικογενειών μας, των σπιτιών μας και της γης μας. (...) Αυτή είναι η Ευρώπη. Η Ευρώπη είναι η Ελλάδα και όχι η Περσία. Είναι η Ρώμη και όχι η Καρχηδόνα. Είναι ο Χριστιανισμός και όχι ένα χαλιφάτο. Όταν το λέμε αυτό, δεν ισχυριζόμαστε ότι είμαστε καλύτεροι, αλλά ότι είμαστε διαφορετικοί. Το να επισημαίνει κανείς την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν ισοδυναμεί με ισχυρισμό ότι αυτός ο πολιτισμός είναι καλύτερος ή χειρότερος. Σημαίνει απλά: “Eίμαστε αυτό που είμαστε και εσείς είστε κάτι άλλο”.

Αυτή η κίνηση εκ μέρους του πρωθυπουργού και των πολιτών της Ουγγαρίας δεν είναι επιφανειακό πολιτικό τέχνασμα για να επιτύχουν μια καλύτερη διαπραγμάτευση με τις Βρυξέλλες, όπως στόχευε ο Ντέιβιντ Κάμερον με το φιάσκο του για το Brexit. Πρόκειται για ένα θεμελιώδες σχέδιο που σκοπό έχει να τραβήξει μια γραμμή από τη μία άκρη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην άλλη, διαχωρίζοντας τις χώρες που πιστεύουν σε μια διαλυμένη εθνική κυριαρχία και ένα υπερεθνικό κράτος με έδρα τις Βρυξέλλες (τις “Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης”) από τις χώρες που έχουν αποφασίσει, στον απόηχο της “προσφυγικής κρίσης των προσφύγων” και των συνεπειών της, να απαιτήσουν ουσιώδη εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα.

Οι Βρυξέλλες, και σαφώς το Βερολίνο της Μέρκελ, θα αντιταχθούν στην Ουγγαρία με νύχια και με δόντια, προκειμένου να υπερασπιστούν το υπερεθνικό “όραμά” τους. Αυτό θα το επιτύχουν με την υποστήριξη του Τζορτζ Σόρος και του think tank του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Εξωτερικών Σχέσεων. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Βίκτορ Ορμπάν έχει επανειλημμένα αντιταχθεί ανοιχτά στον ουγγρικής καταγωγής δισεκατομμυριούχο κερδοσκόπο Σόρος και τις ΜΚΟ του, για την προσπάθειά τους να αποσταθεροποιήσουν την Ουγγαρία. Με χρήματα του Σόρος χρηματοδοτήθηκε επίσης το εγχείρημα που έγινε γνωστό ως “Σχέδιο Μέρκελ”, το οποίο είναι ακριβώς αντίθετο του σχεδίου του Ορμπάν για την προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας μέσα στην δίνη της εισβολής των μεταναστών.

Σε αυτή την φάση, το ατυχές πείραμα, γνωστό ως Ευρωπαϊκή Ένωση, διαλύεται και τα κομμάτια του σκορπίζονται προς κάθε κατεύθυνση. Με τον ρυθμό που κυλούν οι εξελίξεις, η Ουγγαρία είναι πολύ πιθανό να αναγκαστεί να επανεξετάσει την ταυτότητά της εντός της ΕΕ μετά τις 2 Οκτωβρίου, αν όχι νωρίτερα. Το γεγονός αυτό αναπόφευκτα θα τροφοδοτήσει τις δυνάμεις της διάλυσης στην ΕΕ, αλλά αυτό ίσως τελικά να μην είναι για κακό.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Μπορεί τα τουρκικά στρατεύματα να πέρασαν τα σύνορα της Συρίας, ωστόσο ο ρόλος της Άγκυρας στον πόλεμο παραμένει περιορισμένος. Η διπλωματική προσέγγιση Ρωσίας και Ιράν, οι σχέσεις με τις ΗΠΑ μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα και οι «παγίδες».

Η πολυαναμενόμενη επέμβαση της Τουρκίας στη Συρία ξεκίνησε, ακριβώς 500 χρόνια μετά τη Μάχη της Μαρτζ Νταμπίκ κοντά στο Χαλέπι, η οποία σήμανε την κατάκτηση του μεγαλύτερου μέρους της Μέσης Ανατολής από τους Οθωμανούς.

Με τις Κουρδικές Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG) να ξεχύνονται σε όλη την επαρχία του Χαλεπιού, ήταν θέμα χρόνου η Άγκυρα να αυξήσει την εμπλοκή της στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας (αν και διάφορα ζητήματα καθυστέρησαν την είσοδό της στη χώρα).

Ωστόσο, αν και τα στρατεύματά της πέρασαν τα σύνορα προς τη Συρία, ο ρόλος της Τουρκίας στον πόλεμο παραμένει περιορισμένος λόγω των κινδύνων που είναι έμφυτοι σε έναν πόλεμο, αλλά και λόγω των ίδιων της των αδυναμιών. Αντί να τολμήσει μια επίθεση στη Συρία, η Τουρκία προχώρησε σε μια προσεκτικά σταθμισμένη είσοδο.

Όπως συμβαίνει σε οποιαδήποτε στρατιωτική εκστρατεία, η επιχείρηση της Τουρκίας στη Συρία έχει ρίσκο. Κατ’ αρχάς, η είσοδος στη Συρία θα κλιμακώσει τις στρατιωτικές συγκρούσεις της Τουρκίας με το Ισλαμικό Κράτος και το YPG.

Δεύτερον, στέλνοντας στρατιώτες πέρα από τα σύνορά της, η Τουρκία εισέρχεται σε έδαφος του οποίου η κυβέρνηση είναι εχθρός και της οποίας οι ξένοι υποστηρικτές στοχεύουν κατά ανταρτών μαχητών που στηρίζει η Άγκυρα.

Η Τουρκία έχει επίσης να αντιμετωπίσει εσωτερικά προβλήματα, περιλαμβανομένης της ανταρσίας των Κούρδων και της πρόσφατης αποτυχημένης απόπειρας πραξικοπήματος και της επακόλουθης «εκκαθάρισης», που έχουν οδηγήσει σε ελαχιστοποίηση της ποιοτικής ισχύος του στρατού της.

Την ίδια ώρα, η χώρα έχει αρκετά σημαντικά πλεονεκτήματα που θα την εξυπηρετήσουν στη Συρία. Η Άγκυρα ήδη επωφελείται των μακροχρόνιων δεσμών της με τις ομάδες ανταρτών της Συρίας που συντάσσονται με τα συμφέροντά της. Πρόκειται κυρίως για μονάδες του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, που απαρτίζουν το μεγαλύτερο μέρος της νέας στρατιωτικής επιχείρησης, που φέρει τον τίτλο «Επιχείρηση Ασπίδα του Ευφράτη».

Η Τουρκία μπορεί να βασιστεί στις επαρκείς δυνάμεις του πυροβολικού και των βομβαρδιστικών για να πλήξει στόχους του Ισλαμικού Κράτους -και του YPG- χωρίς να χρειαστεί να χρησιμοποιήσει πολλές από τις δικές της δυνάμεις στο πεδίο των μαχών.

Ρόλο έπαιξε και η διπλωματία, καθώς άνοιξε τον δρόμο για την επίθεση. Προετοιμάζοντας τη διευρυμένη εμπλοκή της χώρας τους, οι Τούρκοι ήρθαν σε διπλωματικές επαφές με τους πρώην αντιπάλους τους.

Οι διαπραγματεύσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία και το Ιράν δεν έλυσαν τις υποβόσκουσες διαφορές τους στη Συρία, ωστόσο διευκόλυναν τη μεγαλύτερη εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο, ενώ παράλληλα μείωσαν τον κίνδυνο σύγκρουσης είτε με τις χώρες αυτές ή με τις συριακές δυνάμεις που υποστηρίζουν.

Η αυξημένη συμμετοχή της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας στην Επιχείρηση Ασπίδα του Ευφράτη, για παράδειγμα, δείχνει πως οι προσπάθειες συμφιλίωσης της Άγκυρας με τη Μόσχα αποκλιμάκωσαν την απειλή της Ρωσίας να καταρρίψει οποιοδήποτε τουρκικό μαχητικό πετάξει πάνω από τον εναέριο χώρο της Συρίας.

Το σημαντικότερο για τους στόχους της Τουρκίας στη Συρία, όμως, είναι οι σχέσεις της χώρας με την Ουάσινγκτον. Παρά τις πρόσφατες εντάσεις στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας, που κλιμακώθηκαν μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, οι Τούρκοι κατανοούν πως η συμμαχία τους με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ παρέχει ένα πολύτιμο δίχτυ ασφαλείας.

Δεδομένων των θεμελιωδών διαφορών τους, η Τουρκία δεν μπορεί να θεωρήσει δεδομένο ότι η διπλωματία θα είναι αρκετή για να αποτρέψει μια αντιπαράθεση με τη Ρωσία στη Συρία. Και, δεδομένου ότι πολλά μπορούν να πάνε στραβά στη στρατιωτική της εκστρατεία στη Συρία, η συνεργασία της με τον αμερικανικό στρατό αποτελεί μια πραγματική «γραμμή ζωής» για την Τουρκία.

Ακόμα και οι στενές σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (στις οποίες κυρίαρχο στοιχείο είναι το YPG), που αποτελούν πηγή ενόχλησης για τους Τούρκους, έχουν τα πλεονεκτήματά τους για την Άγκυρα. Έχοντας ενισχύσει τη στήριξή της προς τις επιθέσεις ανταρτών κατά θέσεων του Ισλαμικού Κράτους, η Τουρκία μπορεί να εκμεταλλευτεί αυτή την προσπάθειά της κατά του ISIS για να πιέσει την Ουάσινγκτον να σταματήσει την περαιτέρω προέλαση του YPG στο Χαλέπι.

Αυτή η προσέγγιση ήδη φαίνεται να είναι αποτελεσματική, καθώς πρόσφατα οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις ανακοίνωσαν πως θα σταματήσουν τις περαιτέρω επιχειρήσεις προς την Τζαραμπλούς.

Επιπλέον, κατά την επίσκεψή του στην Τουρκία την Τετάρτη, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν προειδοποίησε το YPG πως οι ΗΠΑ θα σταματήσουν να το στηρίζουν αν δεν αποσυρθεί ανατολικά του Ευφράτη.

Στην περίπτωση αυτή, οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις δεν θα μπορούσαν το ίδιο εύκολα να ανταγωνιστούν τους αντάρτες που στηρίζονται από την Τουρκία στη μάχη για τον έλεγχο της αλ Μπαμπ. Καθώς η Τουρκία αυξάνει την εμπλοκή της στον πόλεμο της Συρίας, θα πρέπει να προσέχει να αποφύγει τις «παγίδες» που θα μπορούσαν να εκθέσουν τις αδυναμίες της.

Υπό τις τρέχουσες συνθήκες, η Τουρκία δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά και μόνο στις στρατιωτικές δυνάμεις για να διαχειριστεί την περίπλοκη αλλά αναπόφευκτη επέμβασή της. Αν και το γεγονός ότι είναι μέλος του ΝΑΤΟ καθώς και οι συμμαχίες που έχει με πολλούς αντάρτες στην περιοχή θα ωφελήσουν την Τουρκία στην εκστρατεία της στη Συρία, ωστόσο η Άγκυρα δεν μπορεί να εφησυχάσει.

Οι κίνδυνοι να μπει βαθύτερα στο τέλμα στη Συρία είναι μεγαλύτεροι από ποτέ.

Sratfor
Πηγή Euro2day



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Μια μικρή τρύπα μπορεί να βουλιάξει ολόκληρο καράβι λέει μια αγγλική παροιμία. Στην περίπτωσή μας όμως κολλήσαμε στα αβαθή.

Οι ρητορικές ή αριθμητικές αλχημείες, οι πιθανολογήσεις δεν επανεκδίδουν success stories. Τίποτε, πλέον, δεν είναι αναπόφευκτο αλλά και όλα πιθανά για το καράβι: Ιδιωτικοποιήσεις, περιουσιολόγιο -που μπορεί να αποτελέσει το νέο ευφάνταστο φόρο για την απομείωση του χρέους. Αν π.χ. οι δανειστές μετά από "ενδελεχή μελέτη" απαιτήσουν μια εισφορά από 10 έως 30% μπορεί να πάρουν και έως το 30% του χρέους άμεσα δηλ. σε ορίζοντα συγκεκριμένων ετών, 5ετία, πέραν των άλλων μέτρων. Ίσως εδώ να βρίσκεται η ρίζα περί αντικατάστασης του ΕΝΦΙΑ με ποιό "δίκαιο φόρο".

Τώρα οι ιδιωτικοποιήσεις, ένα από τα κύρια μαξιλάρια και των πολιτικών εξελίξεων (εκλογών), "διευκολύνονται με αριστερή εισαγωγή" προκειμένου να μην έχει αντιδράσεις η επόμενη κυβέρνηση.

Τα ζητήματα της πολιτικής κρίσης που συνοδεύει την οικονομική είναι "διαχειρίσιμα" επί του τυπικού πλαισίου όσο η "κοινή γνώμη" σαγηνεύεται και δεν ανακτά, πλειοψηφικά, πολιτικά ιδεώδη. Η πολιτική δύναμη, που πολλοί επιζητούν, έχει υποχωρήσει.

Αποτέλεσμα: αρκετοί πολιτικοί καταφέρνουν να ανεβαίνουν στην "εξουσία" όχι όμως να κυβερνούν. Πολλά συνδικάτα, ποικιλώνυμοι φορείς, καταγγέλουν χωρίς δύναμη να στοιχειοθετούν κριτική με βάθος (έξω από στενά τείχη) και προοπτική αγώνων για όλους τους μισθωτούς, ανέργους ή συνταξιούχους. Αυτοδιοίκηση σε απόσταση από την κοινωνική μορφή πρωτοβουλιών για τα ευρύτερα και μη οριζόμενα στο γράμμα του νόμου περί των αρμοδιοτήτων.

Οι ειδικοί και πάλι -βέβαια με τον όρο να είναι "δικοί μας" -γραφειοκράτες, λομπίστες κα τεχνικοί της εκάστοτε εξουσίας, δηλ. μικροπολιτικοί/ή, φροντίζουν την επιρροή αντικαθιστώντας την πολιτική, την γνώση, την συλλογικότητα, το πρόγραμμα και την ικανότητα διακυβέρνησης με μηχανισμούς και ωραιοποιήσεις.

Να δούμε επί των εσόδων, αν υπολείπονται πάνω από 1 δισ., τι "ανθολόγιο" θα εφεύρουν στο τέλος του χρόνου.

Η αντιπολιτική διαπαιδαγώγηση και αποχή των πολιτών με επιχείρημα την κακή πολιτική και τους κακούς πολιτικούς,για την αποχή είναι ηλίου φαεινότερο και ιστορικά αποδεδειγμένο που οδηγεί. Αν η λογική δεν έρθει στα όριά της οι επικρατούσες διαιρέσεις ανάμεσα στο επιθυμητό, δυνατό και εφικτό θα συνεχίζουν να σερβίρουν απεριτίφ χωρίς όμως ανάλογο μενού. Ένας κύκλος συμφερόντων που συντεχνιακά συναθροίζονται, εναλλάσσονται εν μέρει ανάλογα με την εποχή, μόνιμα θα καλλιεργεί ενοχικά σύνδρομα στην κοινωνία για "αποδοχή" συνεχόμενων δεινών και τιμωριών.

Τελευταίο: οι κυβερνήσεις εκλέγονται. Σοβαρά; Με ποιά όμως ατζέντα; Από την "άκρατη ιδεοκυριαρχία" του 20ου αιώνα όσο ο 21ος είναι έρημος τόσο η Ανατολή και ο ουσιώδης προσανατολισμός ζωής θα αναζητείται.

Η δύσκολη κατάσταση των ανθρώπων δεν λύνεται με Συνόδους: σοσιαλδημοκρατικές, νότου ή άλλες "κορυφαίες" όταν η επιρροή στην ΕΕ είναι ανεπαίσθητη για τους πολίτες και καταλήγουν να εκλαμβάνονται ως ψηφοθηρικής αλληλεγγύης. Αν από την ψευδο-αντίληψη, την ψευδό-συνείδηση, το marketing του φαίνεσθαι, τον ατομισμό, τις αρχές ως αγοραία εξωτερική τιμή για κάθε είδους "πιάτσα", δεν πάμε πιο συνολικά στην συνείδηση ως αξία, το δυνατό ατομικό και συλλογικό εσωτερικό κώδικα, το κοινωνικό είναι, η "κοινή όραση" θα περιορίζεται στην σκιά της σκιάς των όσων "γίνονται -και νομίζουμε ότι ξέρουμε ή θα μάθουμε- για εμάς χωρίς εμάς"!

Σπύρος Παπασπύρος
Πηγή εφημ. "Το Παρόν"



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου