Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

15 Απρ 2017


Ενώ ο Ταγίπ Ερντογάν σχεδιάζει να μετατρέψει σε τέμενος την Αγια-Σοφιά και οι προκλήσεις στη Θράκη διαρκώς κλιμακώνονται, η κυβέρνηση αποκαθιστά μουσουλμανικά τζαμιά υποκύπτοντας στις εξ Ανατολών πιέσεις

Από τον Νίκο Σταυρουλάκη

Αμεση αποκατάσταση του καμένου τζαμιού Βαγιαζίτ στο Διδυμότειχο διέταξε η κυβέρνηση. Αμεση ολοκλήρωση των εργασιών κατασκευής του τζαμιού στο Βοτανικό ανακοίνωσε πριν από 15 ημέρες το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών και παράδοσή του στους πιστούς το επόμενο διάστημα. Σύντομα εγκαινιάζεται το τέμενος Ταμπακχανέ στην Κομοτηνή, το οποίο ανακαινίστηκε από την τοπική Διαχειριστική Επιτροπή Μουσουλμανικής Περιουσίας.

Πολλές ακόμα «πρωτοβουλίες» αποκατάστασης μουσουλμανικών μνημείων σε ολόκληρη τη χώρα οδηγούν σε μια αργή αλλά σταθερή εξισλαμοποίηση, την ώρα που ο Ταγίπ Ερντογάν μετατρέπει μεθοδευμένα τον Iερό Nαό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη σε τέμενος.

Κίνδυνος

Η πρόσφατη αποκάλυψη κρυμμένου «εξειδικευμένου» οπλισμού σε τζαμί στην περιοχή της Ξάνθης (ακόμα διερευνάται τι δουλειά έχει σε χώρο μουσουλμανικής λατρείας όπλο με σιγαστήρα...) αποτελεί απλή ένδειξη για τους κινδύνους που μπορεί να κρύβει στα σπλάχνα του ένας φαινομενικά «αθώος» λατρευτικός χώρος, που όμως βρίσκεται στην ευαίσθητη ακριτική περιοχή της Θράκης, όταν μάλιστα οι πολιτικοί συσχετισμοί που επικρατούν εκεί επιτρέπουν στο τουρκικό προξενείο να διευρύνει συνεχώς -και ασταμάτητα- τον κύκλο επιρροής του.

Με την επίκληση μιας δήθεν γενικής ευαισθησίας στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και του σεβασμού μνημείων, ξένων προς το γενικό θρησκευτικό αίσθημα, οι ελληνικές κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται να υποκύπτουν σταδιακά στις έξωθεν πιέσεις εξ Ανατολών για θρησκευτική (και όχι απλώς μνημειακή) αποκατάσταση των μουσουλμανικών οίκων λατρείας. Η ανοιχτή πλέον κρίση στις σχέσεις χριστιανισμού - Ισλάμ έχει ανοίξει στην Αγκυρα ένα νέο «πεδίον δόξης», επιτρέποντας επικοινωνιακές παρεμβάσεις στη χώρα μας, που αποτελεί (όπως και στο παρελθόν) το προπύργιο του χριστιανισμού της Δύσης.

Μέσω επικοινωνιακών επιθέσεων, ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν έχει εγείρει επανειλημμένα τελευταία θέμα λειτουργίας τζαμιών στην Ελλάδα, με πιο πρόσφατη (τον Φεβρουάριο) την «απαίτηση» να λειτουργήσουν 70 τζαμιά στη χώρα μας.
Προσπάθεια της Τουρκίας είναι να ηγηθεί ενός κινήματος ισλαμοποίησης που «σαρώνει» από άκρου εις άκρον τη Δύση, άλλοτε με επιθετικές μεθόδους και ενίοτε με επίκληση της δημοκρατικότητας του δυτικού φέρεσθαι.

Ο οπλισμός

Ο συναγερμός που σήμανε στις τοπικές Αρχές της Θράκης, η ανακάλυψη οπλισμού σε τέμενος στο χωριό Ηλιόπετρα του Δήμου Τοπείρου, στον νομό Ξάνθης, που έφερε στο φως κρυμμένα πιστόλια, σιγαστήρες και αριθμό φυσιγγίων διαφόρων διαμετρημάτων δεν κράτησε πολύ…
Μετριοπαθείς μουσουλμανικές φωνές της Θράκης επισημαίνουν στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ότι ο θόρυβος που ξέσπασε από το γεγονός ήδη «πάγωσε» με συντονισμένες ενέργειες του τουρκικού προξενείου.

Ο υπεύθυνος ιμάμης για τη λειτουργία του τζαμιού συνελήφθη λόγω παροχής ελλιπών εξηγήσεων. Την ίδια ώρα, στη Θράκη «αλωνίζει» το αποσχιστικό τουρκο-υποκινούμενο κόμμα DEB, που ζητά ανοιχτά την αυτονομία της ακριτικής μας περιοχής και περιφέρει τη σημαία της «αυτόνομης Θράκης» σε διεθνή φόρα.
Για την υπόθεση του οπλισμού στο τζαμί της Ξάνθης, που συμπίπτει με μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, οι ίδιες μετριοπαθείς φωνές τονίζουν ότι στο τέλος η υπόθεση θα θαφτεί και κανείς δεν θα τιμωρηθεί.

Παραδίδεται και ο Βοτανικός

Σύμφωνα με τους σχεδιασμούς, το τζαμί στον Βοτανικό πρόκειται να παραδοθεί μέχρι το τέλος Απριλίου. Μέχρι και η γαλλική «Le Figaro» σε πρόσφατο δημοσίευμα κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο κόστος κατασκευής, το οποίο θα αγγίξει το 1.000.000 ευρώ, παραθέτοντας τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του. Και διακωμωδεί τη σπουδή της κατασκευής του: «Η Αθήνα δεν είχε κατασκευάσει τζαμί από τότε που τελείωσε η οθωμανική κατοχή, δηλαδή από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Το τζαμί βρίσκεται στον Ελαιώνα, κοντά στο κέντρο της πρωτεύουσας. Το κτίριο θα έχει εμβαδόν 500 τ.μ., αλλά δεν προβλέπεται να χτιστεί μιναρές. Θα χωράει μόλις 350 πιστούς». Την είδηση επιβεβαίωσε ο υφυπουργός Εξωτερικών Γ. Αμανατίδης, λέγοντας πως είναι θέμα χρόνου να δοθεί στους πιστούς.

Οι Τούρκοι ζητούν την επαναλειτουργία 19(!) χώρων λατρείας στη χώρα μας

Για τη χώρα μας, τα υπάρχοντα μουσουλμανικά μνημεία είναι απομεινάρια μιας μαύρης περιόδου στυγνής ξένης κυριαρχίας… Η κατασκευή τους δεν σχετίζεται με τη θέληση ή την απόφαση κάποιας ελληνικής εξουσίας και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να αποτελούν σύμβολα των 400 χρόνων τυραννίας, η αποτίναξη της οποίας εορτάζεται με εθνική εορτή. Στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων τα μνημεία αυτά είναι εγγεγραμμένα ως «σύμβολα δουλείας» που ενοχλούν το βλέμμα και παράγουν ανακλαστικά απέχθειας, αντίθετα με το αίσθημα της ελευθερίας του λαού.

Με το δημογραφικό πρόβλημα οξύ, τη ροή μεταναστών και προσφύγων εξ Ανατολών στο ζενίθ (κατά κανόνα μη χριστιανών), τη διαφορετικότητα οικογενειακής κουλτούρας χριστιανών και μουσουλμάνων και τη γειτονική Τουρκία να ζητάει έστω και ρητορικά την επαναλειτουργία των τζαμιών που ιδρύθηκαν την περίοδο της Τουρκοκρατίας, το Ισλάμ επιχειρεί στρατηγική διεύρυνση προς Δυσμάς, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται στο μέλλον…

Ο Ταγίπ Ερντογάν διατύπωσε απροκάλυπτα το αίτημα «Γιατί δεν ανοίγουν μουσουλμανικά τζαμιά στην Ευρώπη;», δίνοντας την απάντηση «Γιατί η Ευρώπη είναι χριστιανικό κλαμπ», προσβάλλοντας ευθέως το θρησκευτικό αίσθημα 500.000.000 Ευρωπαίων.
Στον χορό έχει μπει και ο τουρκικός Τύπος. Η Αγκυρα ζητά την επαναλειτουργία των τζαμιών που «ξέχασε» μετά την ήττα και την οθωμανική υποχώρηση.

Πρόκειται για 19 τζαμιά που είχαν κλείσει μετά την Επανάσταση του 1821 και αργότερα, στους Βαλκανικούς Πολέμους…
Η λίστα, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει τα εξής μνημεία: Γενί τζαμί (Yeni Cami) στη Θεσσαλονίκη, Φετιχιέ τζαμί (Fethiye Cami) στην Αθήνα, Μουσταφά Βοϊβόντα τζαμί (Mustafa Voyvoda Cami) στην Αθήνα, Ιμπραήμ Πασά τζαμί (İIbrahim Pasşa Cami) στην Καβάλα, Χαλίλ Μπέη τζαμί (Halil Bey Cami) στην Καβάλα, Αγά Πασά τζαμί (Ağga Pasşa Cami) στο Ναύπλιο, Ουλού τζαμί (Ulu Cami) στο Ναύπλιο, Τσελεμπί Σουλτάν Μεχμέτ τζαμί (Çelebi Sultan Mehmet Cami) στο Διδυμότειχο, Γενί τζαμί (Yeni Cami) στη Λάρισα, Οσμάν Σαχ Κουρσουνλού τζαμί (Osman Sah Kursşunlu Cami) στα Τρίκαλα, Τζαμί της Μονεμβασίας (Monemvasia Camisi), Σουλεϊμανιγιέ τζαμί (Süleymaniye Cami) στη Ρόδο, Μουράτ Ρέις τζαμί (Murad Reis Cami) στη Ρόδο, Αγά τζαμί (Ağga Cami) στη Ρόδο, Ντεφτεντάρ τζαμί (Deftedar Cami) στην Κω, Λόντζα τζαμί (Lonca Cami) στην Κω, Ασλάν Πασά τζαμί (Aslan Pasşa Cami) στα Γιάννενα, Φετχιγιέ τζαμί (Fethiye Cami) στα Γιάννενα και Κουρσουνλού τζαμί (Kurşsunlu Cami) στην Καστοριά.

Πηγή "Δημοκρατία"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Γράφει ο Σταύρος Λυγερός

Από την έκβαση του αυριανού δημοψηφίσματος θεσμικά δεν κρίνεται η παραμονή του Ερντογάν στην εξουσία. Στο πολιτικό επίπεδο, όμως, κρίνεται όχι μόνο το σχέδιό του να μετατραπεί σε πρόεδρο-σουλτάνο, αλλά ουσιαστικά και ο ηγεμονικός ρόλος του. Ο αρχηγός των νεοοθωμανών χτίζει εδώ και χρόνια την αναγκαία για τον σκοπό του αλλαγή του πολιτεύματος.
Λόγω της εισόδου στην Εθνοσυνέλευση του κουρδικού κόμματος HDP, όμως, δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να περάσει τη συνταγματική τροποποίηση, χωρίς τη διαδικασία του δημοψηφίσματος. Γι’ αυτό και τον τελευταίο καιρό έχει επιστρατεύσει τα πάντα, προκειμένου να επικρατήσει αύριο το ΝΑΙ και μάλιστα με πλειοψηφία τουλάχιστον 55%.

Έχοντας μόνιμη αντιπαράθεση με το κεμαλικό κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης CHP και έχοντας ταυτοχρόνως επιδοθεί σε κύμα διώξεων και φυλακίσεων εναντίον ηγετικών στελεχών του κουρδικού κόμματος, ήταν μονόδρομος για τον Ερντογάν η συμμαχία με το ακροδεξιό εθνικιστικό κόμμα των ΜΗP. Κι αυτό, παρότι ο ίδιος είχε στο παρελθόν χαρακτηρίσει «ρατσιστές» τους ηγέτες του.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το αντάλλαγμα που έχει υποσχεθεί για να εξασφαλίσει τη σύμπλευση είναι διπλό: Πρώτον, να ορίσει τον αρχηγό των Γκρίζων Λύκων Μπαχτσελί αντιπρόεδρο. Δεύτερον, να του δώσει για μοίρασμα κάποια χαρτοφυλάκια και υψηλές κρατικές θέσεις για να μοιράσει στα στελέχη του. Υπάρχει, όμως, και πολιτικό υπόβαθρο. Από ένα χρονικό σημείο και πέρα, ο Ερντογάν ξεδίπλωσε όχι μόνο την ισλαμική ατζέντα του, αλλά και τον άκρατο εθνικισμό του. Αυτό το ιδεολογικό κράμα, που επιβεβαιώθηκε με τις αιματηρές επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών του ΡΚΚ, αλλά και με την επεμβατική πολιτική των νεοοθωμανών στη Συρία και στο Ιράκ, επέτρεψε τη σύγκλιση με τους Γκρίζους Λύκους.

Η συμμαχία του Ερντογάν μαζί τους ναι μεν ενισχύει το ΝΑΙ, αλλά έχει και σημαντικές πολιτικές παρενέργειες. Απωθεί όχι μόνο τους κουρδικής καταγωγής ψηφοφόρους του ισλαμικού κυβερνώντος κόμματος ΑΚΡ, αλλά και μετριοπαθείς ψηφοφόρους του πολιτικού Ισλάμ. Αυτός είναι ο λόγος που τις τελευταίες ημέρες, οι νεοοθωμανοί έχουν ρίξει τους τόνους όσον αφορά το Κουρδικό.

Η πρόσθεση των ποσοστών που πήραν τα δύο κόμματα που υποστηρίζουν το ΝΑΙ υπερβαίνει το 60%, αλλά αυτό δεν λέει πολλά. Οι ψηφοφόροι του ισλαμικού ΑΚΡ σε μεγάλη πλειονότητα θα ψηφίσουν υπέρ της αλλαγής του πολιτεύματος, αλλά και εδώ υπάρχουν διαρροές. Αυτό ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό για τους ψηφοφόρους του ακροδεξιού MHP, δεδομένου ότι ανώτατα στελέχη του έχουν ταχθεί δημοσίως υπέρ του ΟΧΙ.

Σύμφωνα με παλαιότερη δημοσκόπηση της εταιρείας Metropoli (δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο Καράρ στις 23-2-2017), οι ψηφοφόροι του ισλαμικού ΑΚΡ θα ψηφίσουν ΝΑΙ σε ποσοστό 75%. Οι δε ψηφοφόροι του ακροδεξιού MHP θα ψηφίσουν ΝΑΙ μόνο σε ποσοστό 55%. Αντιθέτως, οι ψηφοφόροι του κεμαλικού CHP και του κουρδικού HDP θα ψηφίσουν ΟΧΙ σε ποσοστά αντιστοίχως 85% και 80%.

Όσο πλησιάζουμε στην ημέρα του δημοψηφίσματος, η συσπείρωση μεγαλώνει και στα αντιπολιτευόμενα κόμματα που ψηφίζουν ΟΧΙ και στο κυβερνητικό AKP. Αυξάνονται, όμως, οι διαρροές ψηφοφόρων του ακροδεξιού ΜΗΡ προς το ΟΧΙ. Η εικόνα παραμένει θολή. Το γεγονός ότι οι διαφορές που καταγράφονται μεταξύ του ΝΑΙ και του ΟΧΙ είναι συνήθως μικρές και ποικίλουν από δημοσκόπηση σε δημοσκόπηση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αρκετά πάνω από 10% των ψηφοφόρων δηλώνουν αναποφάσιστοι, δεν αφήνει περιθώρια για κατηγορηματική πρόβλεψη. Εκτός αυτού, το κλίμα φόβου και διώξεων που επικρατεί ωθεί πολλούς ψηφοφόρους του ΟΧΙ να μην εκφράζουν την εκλογική πρόθεσή τους, γεγονός που θολώνει ακόμα περισσότερο την έτσι κι αλλιώς θολή εικόνα που εμφανίζουν οι δημοσκοπήσεις.

Αξίζει να σημειωθεί ότι και σ’ αυτή την αναμέτρηση επιβεβαιώνεται ότι υπάρχουν “τρεις Τουρκίες”, οι οποίες έχουν εν μέρει και γεωγραφική απεικόνιση:
  • Η πρώτη είναι η “βαθιά” σουνιτική Τουρκία, κέντρο της οποία είναι οι επαρχίες στην Ανατολία. Διατηρεί έντονα την οθωμανική παράδοση και εκφράζεται πολιτικά από τον Ερντογάν. Είναι αριθμητικά μεγαλύτερη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να του δώσει πλειοψηφία.
  • Η δεύτερη είναι η κοσμική και δυτικά στραμμένη Τουρκία, κέντρο της οποίας είναι οι μεγάλες πόλεις και τα δυτικά παράλια. Συντίθεται από τους παραδοσιακούς κεμαλικούς και από τα δυτικότροπα φιλελεύθερα στρώματα. Αυτή η Τουρκία μισεί τον Ερντογάν και σε πολύ υψηλό ποσοστό θα ψηφίσει ΟΧΙ.
  • Η τρίτη Τουρκία δεν είναι στην πραγματικότητα Τουρκία. Είναι η μεγάλη κουρδική κοινότητα (περίπου το 30% των Τούρκων πολιτών έχει κουρδική καταγωγή), η οποία κατά πλειοψηφία εκφράζεται από το κουρδικό κόμμα HDP, το οποίο διατηρεί πολιτικούς δεσμούς με το PKK. Το κουρδικό στοιχείο είχε στη δεκαετία του 2000 υποστηρίξει τον Ερντογάν, προσδοκώντας να απαλλαγεί από την καταπίεση του βαθέως κεμαλικού κράτους. Τον ψήφιζε, λόγω και του θρησκευτικού υποβάθρου, σε ποσοστό πάνω από 50%. Οι προσδοκίες αυτές φάνηκε να δικαιώνονται όταν άρχισαν παρασκηνιακά οι συνομιλίες για μία πολιτική λύση του Κουρδικού. Η κατάρρευση αυτής της προοπτικής, η μαζική καταστολή και το κύμα των διώξεων έχουν προκαλέσει ένα βαθύ χάσμα, το οποίο θα εκφρασθεί και στο δημοψήφισμα. Εκτιμάται ότι οι δύο στους τρεις πολίτες κουρδικής καταγωγής θα ψηφίσουν ΟΧΙ, με τους υπόλοιπους να είναι υπέρ του ΝΑΙ ή αναποφάσιστοι.
Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι νεοοθωμανοί έχουν ρίξει στη μάχη υπέρ του ΝΑΙ όλο το κομματικό δυναμικό, εμμέσως πλην σαφώς το κράτος και βεβαίως ποταμό χρημάτων. Το αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου Ιουλίου αρχικά είχε φουσκώσει τα πανιά τους. Το κύμα των διώξεων εναντίον των αντιφρονούντων, όμως, έχει σκορπίσει δικαιολογημένο φόβο ότι εάν ο Ερντογάν συγκεντρώσει την εξουσία στα χέρια του θα εδραιωθεί ένα όχι μόνο συντηρητικό, αλλά και απολυταρχικό καθεστώς.

Μπορεί ο νεοοθωμανός ηγέτης να έχει ως σύνθημα τη «νέα Τουρκία», αλλά ο τόνος της προεκλογικής εκστρατείας του ενίσχυσε αυτό τον φόβο. Η λογική της ήταν βαθύτατα διχαστική: όποιος δεν είναι με το καθεστώς είναι εναντίον του και όποιος είναι εναντίον του είναι τρομοκράτης! Δεν πρόκειται μόνο για έμμεσο μήνυμα. Στις 17-3-2017 ο ίδιος ο Ερντογάν δήλωσε «Όποιος είναι μέλος αυτού του έθνους δεν έχει λόγο να είναι αντίθετος με τις συνταγματικές αλλαγές». Άρα, όποιος ψηφίζει ΟΧΙ είναι αντεθνικό στοιχείο!

Ο πρωθυπουργός Γιλντιρίμ, μάλιστα, κατηγόρησε την κεμαλική αξιωματική αντιπολίτευση ότι συντάσσεται με τους «τρομοκράτες του ΡΚΚ και είναι συνεργάτης του Φετουλάχ Γκιουλέν που ήθελε να ανατρέψει τη δημοκρατία στη χώρα» (Χουριέτ 15-3-2017). Ο πόλεμος εναντίον της κοινότητας του ιμάμη Γκιουλέν έχει προκαλέσει βαθιά ρήγματα στην κοινωνική βάση του πολιτικού Ισλάμ. Αυτό είναι, επίσης, αναπόφευκτο να αποτυπωθεί στο δημοψήφισμα.

Οργανικό στοιχείο της προεκλογικής εκστρατείας του νεοοθωμανικού καθεστώτος ήταν και το άνοιγμα ρητορικού μετώπου εναντίον της Ευρώπης με χαρακτηρισμούς περί ναζιστών κλπ. Την αφορμή είχε δώσει η άρνηση μερικών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να επιτρέψουν τη διεξαγωγή προεκλογικών συγκεντρώσεων με ομιλητές Τούρκους αξιωματούχους. Χαρακτηριστική είναι η σύγκρουση με τον Ολλανδό πρωθυπουργό Ρούτε.

Ο Ερντογάν ύψωσε στο έπακρο τους τόνους, ποντάροντας στα εθνικιστικά αντανακλαστικά και στο ουσιαστικά αντιδυτικό πνεύμα της “βαθιάς Τουρκίας”. Έφθασε, μάλιστα, στο σημείο να δηλώσει πως μπορεί να διεξαχθεί και δημοψήφισμα με ερώτημα αν η Τουρκία πρέπει ή όχι να συνεχίσει την ενταξιακή της πορεία στην ΕΕ (Χουριέτ 30-3-2017). Όπως ήταν αναμενόμενο, η τακτική του αυτή έχει προκαλέσει τραύματα στις ευρωτουρκικές σχέσεις, τα οποία πιθανότατα να αποδειχθεί πως δεν θα επουλωθούν, ή τουλάχιστον δεν θα είναι χωρίς σοβαρές επιπτώσεις.

Κρίνοντας τις σχεδιαζόμενες συνταγματικές αλλαγές στην Τουρκία η “Επιτροπή της Βενετίας” έχει αποφανθεί με καθαρό τρόπο ότι οδηγούν σε εγκαθίδρυση αυταρχικού καθεστώτος, το οποίο δεν εκπληρώνει τις προϋποθέσεις ούτε καν για να είναι η Τουρκία υποψήφια προς ένταξη χώρα. Το κλίμα, άλλωστε, στην Ευρώπη είναι πρωτοφανώς αρνητικό για τον Ερντογάν.

Η καλλιέργεια κλίματος πόλωσης, πάντως, δεν φαίνεται να έχει περάσει στην τουρκική κοινωνία στον βαθμό που θα ήθελε το καθεστώς. Σ’ αυτό έχει παίξει ρόλο και η είσοδος της τουρκικής οικονομίας σε φάση αστάθειας, η οποία επηρεάζει άμεσα τα εισοδήματα και κατ’ επέκτασιν σε κάποιο βαθμό και την εκλογική συμπεριφορά των πολιτών. Δεν κατανοούν, άλλωστε, πως η μετατροπή της προεδρευομένης δημοκρατίας σε προεδρική θα βοηθήσει στην επίλυση των προβλημάτων της Τουρκίας.

Απέναντι στη χειμαρρώδη και πληθωρική προεκλογική εκστρατεία του νεοοθωμανικού καθεστώτος, το στρατόπεδο του ΟΧΙ αντέταξε μία υποτονική εκστρατεία. Το κουρδικό HDP, από τη φύση του δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος. Το κεμαλικό CHP υποστήριξε πως το ΝΑΙ θα οδηγήσει σε άτυπη δικτατορία. Ο δε αρχηγός του Κιλιντσάρογλου δήλωσε ότι «έχουν στα χέρια τους το 90% των ΜΜΕ, αλλά δεν τους είναι αρκετό» (Μιλλιέτ 20-3-2017). Δεν έκανε πολλά, όμως, για να στηρίξει το ΟΧΙ.

Για να διασκεδάσει τις κατηγορίες που του απηύθυναν οι νεοοθωμανοί ότι συμπλέει με το κουρδικό κόμμα (και οι δύο υπέρ του ΟΧΙ), ο Κιλιντσάρογλου προσπάθησε να διασπάσει τη συμμαχία των νεοοθωμανών με τους Γκρίζους Λύκους, πλειοδοτώντας σε εθνικισμό: «Αν ο εθνικισμός σας είναι τόσο πολύτιμος, να πείτε όχι. Είμαι και εγώ πατριώτης και εθνικιστής» (Χουριέτ 17-3-2017). Σε γενικές γραμμές, οι κεμαλικοί έχουν υιοθετήσει αμυντική στάση και χαμηλούς τόνους.

Αν ο Ερντογάν κερδίσει το δημοψήφισμα με σημαντική διαφορά είναι προφανές πως θα ενισχύσει τον ηγεμονικό ρόλο του στο πολιτικό επίπεδο. Αν πάλι κερδίσει με οριακή διαφορά, ναι μεν θα εδραιώσει τη θέση του, αλλά θα αφήσει περιθώρια στους αντιπάλους του να κλιμακώσουν σταδιακά την αμφισβήτησή του. Αν επικρατήσει το ΟΧΙ, θα έχει σημάνει η αρχή του τέλους για τον Ερντογάν. Θεσμικά θα παραμείνει στη θέση του, αλλά η εξουσία που σήμερα ασκεί και στην κυβέρνηση και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του AKP θα αρχίσει να αμφισβητείται και να φθίνει.

Υπενθυμίζουμε ότι κορυφαία στελέχη της νεοοθωμανικής παράταξης έχουν πάρει αποστάσεις, καταγγέλλοντας περισσότερο ή λιγότερο εμμέσως τον αυταρχισμό του αρχηγού τους. Μεταξύ αυτών είναι ο άλλοτε πρωθυπουργός και πρόεδρος Δημοκρατίας Γκιούλ, ο συνιδρυτής του κόμματος, πρώην αντιπρόεδρος Αρίντς και βεβαίως ο πρώην πρωθυπουργός Νταβούτογλου.

Δεν είναι προς το παρόν σαφές πώς θα αντιδράσει ο ίδιος ο Ερντογάν σε περίπτωση που χάσει το δημοψήφισμα. Θα αποδεχθεί την ήττα του και θα συνεχίσει σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, ή θα καταφύγει σε τυχοδιωκτισμούς; Στην πραγματικότητα, αν επικρατήσει το ΟΧΙ θα πρόκειται για προσωπικό πολιτικό κόλαφο χωρίς προηγούμενο. Αυτός είναι ο λόγος που κύκλοι της τουρκικής αντιπολίτευσης δεν αποκλείουν ο πρόεδρος και επίδοξος σουλτάνος να φροντίσει να μηδενίσει τις πιθανότητες ήττας! Το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης του αφήνει τέτοια περιθώρια…

Ποιες είναι οι αλλαγές που προωθούνται

Οι αλλαγές που τίθενται προς έγκριση στο δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου αφορούν αναθεώρηση 18 άρθρων, τα οποία εγκρίθηκαν από  τη σχετική  επιτροπή της Εθνοσυνέλευσης. Σε περίπτωση που επικρατήσει το ΝΑΙ θα υπάρξει μεταβατική περίοδος δύο ετών για την ομαλή μετάβαση στο νέο πολιτειακό σύστημα. Οι επόμενες εκλογές θα πραγματοποιηθούν στις 3-11-2019. Οι βουλευτές και ο Πρόεδρος θα συνεχίσουν τα καθήκοντά τους μέχρι τότε.
Οι πιο ενδεικτικές αλλαγές είναι οι ακόλουθες:
  • Ο Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας είναι ο επικεφαλής του κράτους. Στον Πρόεδρο μεταφέρονται οι αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας. Θα μπορεί να επιστρέφει ψηφισμένους νόμους και εάν θεωρεί ότι αντιβαίνουν το Σύνταγμα να προσφεύγει στο Συνταγματικό Δικαστήριο.
  • Ο Πρόεδρος Δημοκρατίας δεν είναι υποχρεωμένος να διακόπτει τη σχέση του με το κόμμα του. Διορίζει τους αντιπροέδρους και τους υπουργούς. Καθορίζει την πολιτική εθνικής ασφάλειας.
  • Εάν ο Πρόεδρος κατηγορηθεί ότι διέπραξε αδίκημα, η Εθνοσυνέλευση μπορεί με απλή πλειοψηφία να ζητήσει την έναρξη έρευνας εναντίον του. Για να τον παραπέμψει απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων.
  • Ο Πρόεδρος μπορεί να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης που δεν θα ξεπερνά τους έξι μήνες.
  • Ο Πρόεδρος θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 40 ετών, να είναι Τούρκος πολίτης και να εκλέγεται απευθείας από τον λαό. Η θητεία του είναι πενταετής και θα έχει δικαίωμα επανεκλογής μόνο μία φορά (αν εκλέγεται ο Ερντογάν μπορεί να παραμείνει μέχρι το 2029).
  • Η Εθνοσυνέλευση ψηφίζει τους νόμους, εγκρίνει τον προϋπολογισμό, αποφασίζει για κήρυξη πολέμου, εγκρίνει διεθνείς συμφωνίες και αποφασίζει για γενική ή ειδική αμνηστία με πλειοψηφία 3/5.
  • Ο αριθμός των βουλευτών αυξάνεται από 550 στους 600. Το ηλικιακό όριο για να εκλεγείς βουλευτής μειώνεται από τα 25 στα 18 έτη.
  • Απαγορεύεται η εμπλοκή στην πολιτική στρατιωτικών.
  • Οι εκλογές θα γίνονται κάθε πέντε χρόνια.
Πηγή "Σταύρος Λυγερός"

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Του Δημήτρη Γ. Απόκη

Από τη στιγμή που το καθεστώς Άσαντ πραγματοποίησε την επίθεση με χημικά όπλα εναντίον αμάχων στη Συρία, και την ηχηρή απάντηση του Αμερικανού Προέδρου να προχωρήσει σε επιχείρηση εναντίον της βάσης από όπου ξεκίνησαν τα αεροσκάφη που έριξαν τα χημικά, ξεκίνησε ένας δημόσιος διάλογος ο οποίος σε συνδυασμό με το πως παρουσιάστηκαν αυτά που ειπώθηκαν κατά τη συνάντηση του Προέδρου Τράμπ, με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Γένς Στολτενμπέργκ, δείχνει ότι σε παγκόσμια κλίμακα υπάρχει μια άρνηση κατανόησης και αποδοχής της νέας κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών.

Δυστυχώς το παραδοσιακό σύστημα εξωτερικής πολιτικής στην Ουάσιγκτον, τα μέσα ενημέρωσης τα οποία συνεχίζουν να μην μπορούν να αποδεχτούν την αναπάντεχη νίκη Τράμπ, αλλά ακόμη και ο σκληρός πυρήνας των υποστηρικτών του, έχουν επιδοθεί σε έναν ανταγωνισμό να ερμηνεύσουν και να προσεταιριστούν τον Αμερικανό Πρόεδρο και την κυβέρνησή του.

Αυτός είναι ο κύριος λόγος που τις τελευταίες ημέρες, έχουνε δει σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά και στη χώρα μας, μια σειρά βασισμένα σε συνομωσίες, φαντάσματα, σκιές και σκελετούς. Την ίδια στιγμή, εάν θέλει να είναι κανείς σοβαρός αναλυτής δεν μπορεί να παραβλέψει ότι επικοινωνιακά ο Λευκός Οίκος του Ντόναλντ Τράμπ, δεν έχει κάνει την καλύτερη δουλειά έτσι ώστε να περάσει το μήνυμα ότι αποτελεί μια συγκροτημένη κυβέρνηση. Αν και θα ακουστεί λίγο αιρετικό, η προηγούμενη εβδομάδα με την επιχείρηση στη Συρία, το ταξίδι του Υπουργού Εξωτερικών Ρέξ Τίλλερσον στη Μόσχα, η συνάντηση με τον Κινέζο Πρόεδρο στη Φλόριντα, και η συνάντηση με το Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ στο Λευκό Οίκο, ίσως να είναι η πρώτη χρονική στιγμή που ο Προέδρος Τράμπ και η κυβέρνησή του, βρίσκουν το βηματισμό τους.

Εάν κανείς θέλει να αρθεί πάνω από το νέφος της ανοησίας και της ελαφρότητας που διακρίνει πληθώρα αναλύσεων τα τελευταία εικοσιτετράωρα γύρω από την πολιτική της νέας αμερικανικής κυβέρνησης ο μοναδικός δρόμος είναι η ψύχραιμη ανάλυση, η σωστή πληροφόρηση και η έρημη επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων.

Το ταξίδι Τίλλερσον στη Μόσχα και η πολιτική που έχει αποφασίσει να ακολουθήσει ο Αμερικανός Πρόεδρος και η ομάδα του, στη Συρία και έναντι της Ρωσίας, σε συνδυασμό με την στάση απέναντι στο ΝΑΤΟ, δεν δείχνει καμία αλλαγή στις θέσεις τους. Το Αντίθετο. Δείχνει ότι η θέσεις Τράμπ έχουν αρχίσει να παίρνουν τη μορφή μιας συγκροτημένης στρατηγικής, η οποία αρχίζει να υλοποιείται από μια πολύ έμπειρη και πολύ ταλαντούχα ομάδα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής που δεν αφορά μόνο την ασφάλεια, αλλά τη διεθνή οικονομία.

Η επιχείρηση εναντίον της αεροπορικής βάσης στη Συρία, ήταν άρτια σχεδιασμένη, εκτελέστηκε με χειρουργική ακρίβεια και η επόμενη ημέρα δείχνει ότι ο Αμερικανός Προέδρος δεν πρόκειται να πέσει στην παγίδα όλων αυτών που επιθυμούν να τον εντάξουν στα σχέδιά τους και τις επιδιώξεις τους.

Ο σκληρός πυρήνας των υποστηρικτών του βλέπει ξεπούλημα από τον Πρόεδρο της βασικής θέσης του για μη εμπλοκή σε στρατιωτικές επεμβάσεις τύπου Ιράκ. Η σαφής δήλωση του Ρέξ Τίλλερσον στη Μόσχα, ότι βασικός στόχος της κυβέρνησης Τράμπ, παρά την επιχείρηση εναντίον της αεροπορικής βάσης στη Συρία, συνεχίζει να είναι η εξάλειψη του ISIS.

Το παραδοσιακό κατεστημένο εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον ειδικά η ομάδα των Neoconservatives, πίστεψαν ότι ο Πρόεδρος είδε το φως και προσχώρησε στην λογική τους, δηλαδή της σύγκρουσης με τη Ρωσία του Πούτιν. Το ταξίδι Τίλλερσον στη Μόσχα και οι δηλώσεις του ίδιου του Προέδρου γύρω από το θέμα αυτό έβαλαν τέρμα και σε αυτή την πλάνη.

Η καταγέλαστη θεωρία συνομωσίας περί επιχείρησης αποπροσανατολισμού λόγω του δήθεν σκανδάλου της συνεργασίας με τη Ρωσία του Πούτιν, πριν τις εκλογές, δεν είναι καν άξιο λόγου, πλέον, για οποιοδήποτε σοβαρό αναλυτή.

Και ας έρθουμε στη Ρωσία, τον Βλαντιμίρ Πούτιν, και τους προπαγανδιστές του οι οποίοι κερδίζουν πανηγυρικά την πρώτη θέση στη λίστα των εχόντων υποπέσει σε τραγική πλάνη.

Η Ρωσία του Πούτιν και η απανταχού θαυμαστές της, είχαν φτιάξει στο μυαλό τους ένα Πρόεδρο Τράμπ και μια νέα αμερικανική κυβέρνηση η οποία όχι μόνο θα συνέχιζε στη λογική του εισπράκτορα της μιας σφαλιάρας μετά την άλλη, Μπαράκ Ομπάμα, αλλά θα ήταν το εύκαμπτο φιλαράκι το οποίο προκειμένου να διακινδυνέψει αναταραχή που θα έθετε σε κίνδυνο την ατζέντα θα έπαιζε ένα ρόλο συγκαταβατικό έναντι της Μόσχας και του Πούτιν.

Ο Πούτιν βρήκε το μάστορά του. Το ερώτημα λοιπόν αντιστρέφεται και γυρίζει προς το Κρεμλίνο. Θα συνεργαστεί με ένα ειλικρινή εταίρο στην Ουάσιγκτον ή θα το γυρίσει και θα αρχίσει πάλι τα παιχνίδια με τους πολιτικούς αντιπάλους του Τράμπ στην Αμερικανική πρωτεύουσα; Μένει να το δούμε. Το σίγουρο είναι ότι

Επίσης, μήπως έχει ενοχληθεί η Μόσχα, που ο Τίλλερσον μετά την συνάντηση που είχε με τον Ερντογάν, ο Τούρκος Πρόεδρος άρχισε να τρίζει τα δόντια στη Μόσχα? Μήπως χάλασε το πλάνο των Ρώσων με λαγό την Τουρκία να διαλύσουν το ΝΑΤΟ, γιαυτό και ο Νορβηγός ΓΓ του ΝΑΤΟ Στόλτενμπεργκ στις δηλώσεις του μετά την συνάντηση των δυο ανδρών, δεν έλεγε να σταματήσει τα κομπλιμέντα έναντι του νέου Αμερικανού Προέδρου. Μήπως τελικά ο Πρόεδρος Τράμπ έσωσε την παρτίδα για λογαριασμό του ΝΑΤΟ;

Το μήνυμα Τίλλερσον στη Μόσχα, δεν μπορούσε να είναι πιο σαφές. Εάν η Μόσχα και ο Πούτιν επιθυμούν να έχει ομαλές σχέσεις με την Ουάσιγκτον και την κυβέρνηση Τράμπ θα πρέπει να κατανοήσει ότι πρέπει να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ στη στρατηγική μιας ομαλής μετάβασης σε μια νέα Συρία χωρίς τον Άσαντ. Ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, για όσους καταλαβαίνουν, ξεκαθάρισε ότι μπορούν και πρέπει να συμμετέχουν στο τραπέζι για τη δημιουργία της νέας Συρίας, οι δυνάμεις γύρω από τον Άσαντ, αλλά η οικογένεια Άσαντ έχει τελειώσει. Δεν είναι τυχαίο που ο πολύς Βλαντιμίρ Πούτιν εκεί που έκανε το δύσκολο, τελικά όχι απλά συνάντησε τον Ρέξ Τίλλερσον, αλλά συνομίλησε μαζί του για δυο ολόκληρες ώρες. Τρέμει στην ιδέα να χάσει τα τρυπάνια της Exxon Mobile στη Σιβηρία και αλλού, για αυτούς που γνωρίζουν και καταλαβαίνουν.

Και για να επιστρέψουμε στην άλλη μεγάλη πλάνη ότι ο Ντόναλντ Τράμπ έκανε κωλοτούμπα και στο θέμα του ΝΑΤΟ, λέγοντας, σε αντίθεση με το παρελθόν, ότι δεν είναι απαρχαιωμένο.

Ναι είχε χαρακτηρίσει την Βορειοατλαντική Συμμαχία απαρχαιωμένη, όσο αφορά την αποστολή της και τα δεδομένα της εποχής. Δεν είναι; Όποιος υποστηρίζει κάτι τέτοιο μόνο το καλό του ΝΑΤΟ δεν επιθυμεί.

Και για να μην ξεχνιόμαστε ο Αμερικανός Πρόεδρος, είπε καλά λόγια για το ΝΑΤΟ, σημειώνοντας ταυτόχρονα έχει πλέον αποφασίσει να εμπλακεί ενεργά στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας (βασικό αίτημα του Τράμπ) και να πιέσει τα μέλη του να συμμορφωθούν με τις οικονομικές υποχρεώσεις που τους αναλογούν. Και δεν σταμάτησε εκεί. Φρόντισε κατά τη διάρκεια της κοινής συνέντευξης τύπου να υπενθυμίσει στο Γενικό Γραμματέα της Συμμαχίας, ότι δεν έχει καθόλου ξεχάσει τα χρέη από το παρελθόν, για τα οποία σίγουρα κάτι θυμάται η Καγκελάριος, Άγκελα Μέρκελ, από την πρόσφατη επίσκεψή της στο Λευκό Οίκο. Κωλοτούμπα λοιπόν; Δεν νομίζω.

Και όσοι έγραψαν και μίλησαν για πρόθυρα Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου, είναι σίγουρο ότι έχουν πλέον δαγκώσει τη γλώσσα τους. Μόνο τρόλ του Πούτιν και τους ψεκασμένους ανά τον κόσμο που πάσχουν από άκρατο αντιαμερικανισμό και βλέπουν παντού συνομωσίες εξυπηρετούν τέτοιες αναλύσεις.

Σε καμία περίπτωση μια αμερικανική κυβέρνηση με Υπουργό Άμυνας το Στρατηγό, Τζέημς Μάτις, Υπουργό Εξωτερικών, τον Ρέξ Τίλλερσον, Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας το Στρατηγό, H.R. Μάκ Μάστερ, και Υπουργό Εμπορίου, τον Γουίλμπορ Ρός, και ναι Πρόεδρο ένα επιτυχημένο, παρά τα όποια ελαττώματά του, επιχειρηματία τον Ντόναλντ Τράμπ να είναι τόσο ανόητη στις επιλογές της και τη στρατηγική της.

Μια είναι η πραγματικότητα. Πρόκειται για παγκόσμιας κλάσης επιχειρηματίες και στρατηγικά μυαλά, και στην περίπτωση του Στρατηγού Μακ Μάστερ, για ίσως το πιο λαμπρό στρατιωτικό μυαλό σε επίπεδο στρατηγικής στον κόσμο. Ξέρουν να παίζουν πολύ καλά το παιχνίδι. Και έχουν και ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Εκφράζουν την πραγματική τους βούληση. Δυστυχώς, απέναντί τους έχουν συνομιλητές πολιτικούς ενός συστήματος που αποδομείται. Αυτό είναι ταυτόχρονα το μεγάλο πρόβλημα και ο μεγάλος κίνδυνος και όχι η κατά φαντασία κωλοτούμπες του Προέδρου Τράμπ.

Ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος, παρέλαβε ένα κόσμο σε κακό χάλι και ένα διεθνές σύστημα υπό κατάρρευση. Το να το ανοικοδομήσει είναι μια τιτάνια επιχείρηση. Το εάν θα το καταφέρει είναι πολύ νωρίς για να το πούμε.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Διεθνολόγος Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University και Δημοσιογράφος
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η Ιταλία παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον τις όλες εξελίξεις στην Τουρκία και το κύριας σημασίας δημοψήφισμα που οργανώνεται για την έγκριση ή την απόρριψη των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων που επιθυμεί ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Τις ώρες αυτές, όμως, μια ακόμη υπόθεση, αμιγώς ιταλικού ενδιαφέροντος, συνδέεται άμεσα με την στάση και συμπεριφορά των τουρκικών αρχών.

Ο Ιταλός δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και παραγωγός ντοκιμαντέρ Γκαμπριέλε Ντελ Γκράντε βρίσκεται σε «κατ΄οίκον περιορισμό» στην νοτιοανατολική Τουρκία, στην περιφέρεια της Αντιοχείας. Σύμφωνα με την Άγκυρα, είχε φτάσει κοντά στα σύρο-τουρκικά σύνορα, χωρίς να διαθέτει τις επιπλέον άδειες που προβλέπονται από την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης η οποία έχει επιβληθεί. Ο Ντελ Γκράντε, τριάντα πέντε ετών, έχει μεταβεί στην Τουρκία για να γράψει βιβλίο με αναφορά στην γέννηση του ισλαμικού κράτους, και είχε ήδη πραγματοποιήσει ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις. Κάτι, όμως, από την δουλειά του μπορεί να «ενόχλησε» τις τουρκικές αρχές, οι οποίες αποφάσισαν να τον θέσουν υπό προσωρινή κράτηση την περασμένη Δευτέρα. Διπλωματικές πηγές ανέφεραν ότι επρόκειτο να απελαθεί ήδη την περασμένη Πέμπτη, αλλά, τελικώς, η πληροφορία δεν επιβεβαιώθηκε από τις εξελίξεις. Σε ανακοινωθέν που εξέδωσε σήμερα, το ιταλικό υπουργείο Εξωτερικών τονίζει ότι ο δημοσιογράφος και συγγραφέας είναι καλά στην υγεία του και καθιστά σαφές ότι η ιταλική διπλωματία παρακολουθεί από πολύ κοντά την όλη υπόθεση, με στόχο την άμεση επίλυσή της.

Πρόκειται, σίγουρα, για μια ακόμη απόδειξη της κατάστασης που επικρατεί στην Τουρκία. Η εφημερίδα La Repubblica τονίζει σήμερα ότι το δημοψήφισμα είναι και «η τελευταία ευκαιρία για να μπορέσουν να περιορισθούν οι υπερεξουσίες του Ερντογάν». Η εφημερίδα αναφέρει ότι ο πρόεδρος θέλησε να επιτεθεί και στους διεθνείς παρατηρητές, στέλνοντας το μήνυμα ότι «δεν είναι δική τους αρμοδιότητα να προβλέψουν τι θα συμβεί αν υπερισχύσει το "ναι" ή το "όχι"».

O απεσταλμένος της La Repubblica εκτιμά ότι μόνον στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η πολιτική αντιπαράθεση των υποστηρικτών των δυο αυριανών επιλογών ήταν ισορροπημένη, από την στιγμή που «οι γιγαντογραφίες με το πρόσωπο του Ερντογάν, για την εκστρατεία υπέρ του "ναι", έχουν αφισοκολληθεί και δεσπόζουν σε όλες τις πόλεις της χώρας».

Σύμφωνα, δε, με την εφημερίδα Corriere della Sera, «η Τουρκία του Ερντογάν, στο αυριανό δημοψήφισμα θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε μια δικτατορία ακόμη χειρότερη από την σημερινή και την απειλή μιας αστάθειας η οποία θα είναι ακόμη πιο ματωμένη από εκείνη των τελευταίων δυο ετών».

Σύμφωνα με τον αναλυτή Φράνκο Βεντουρίνι, «σε ότι αφορά τον Ερντογάν, η δύση έκανε λάθος εκτιμήσεις», και, ιδίως «έκανε λάθος η Ευρώπη, η οποία δεν κατάφερνε πια να περιορίσει τους μετανάστες και πρόσφυγες τους οποίους, απερίσκεπτα, είχε προσκαλέσει η Άγγελα Μέρκελ. Η Ευρώπη, λοιπόν, συμβιβάστηκε με το ότι έπρεπε να γεμίσει χρήματα και υποσχέσεις τον Ερντογάν, με αντάλλαγμα ένα "τουρκικό τείχος", που θα εμπόδιζε τους σύρους πρόσφυγες να μεταβούν, και να παραμείνουν, στην Ελλάδα».

Η εφημερίδα του Μιλάνου υπογραμμίζει ότι «ο μεσοπρόθεσμος στόχος μπορεί, σε μεγάλο βαθμό να έχει επιτευχθεί», αλλά θυμίζει ότι στο μεταξύ, μέσα σε οκτώ μήνες ο Ερντογάν διέταξε την σύλληψη 40.000 ανθρώπων, σημειώθηκε «κυβερνητική κατάληψη του τηλεοπτικού χρόνου» και απαγορεύθηκε, σε μια κωμικοτραγική αυταρχική πραγματικότητα, ακόμη και η προβολή κινηματογραφικού έργου που παρουσιάζει την ήττα του Αουγκούστο Πινοσέτ, στο δημοψήφισμα που οργανώθηκε στην Χιλή το 1988.

«Όπως και να λήξει η αναμέτρηση του δημοψηφίσματος, πρέπει να σταματήσουμε τον Ερντογάν», ολοκληρώνει την ανάλυσή του ο Φράνκο Βεντουρίνι. Και θεωρεί ότι η άμεση προτεραιότητα είναι η έγκριση μιας ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής, με πραγματισμό, επενδύσεις «και μεγάλη προσοχή στο νότιο μέτωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Την Κυριακή μια βαθιά διχασμένη Τουρκία θα αποφασίσει αν ο Ερντογάν θα μπορεί να κυβερνά χωρίς έλεγχο έως το 2029. Το «ψάρεμα ψήφων», οι σχέσεις με την ΕΕ και πώς θα καταφέρει να «σιωπήσουν» οι πιθανοί αντιφρονούντες από το AKP

Tου David Gardner
Financial Times


Για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η περισσότερη εξουσία είναι δελεαστική. Την Κυριακή, μια βαθιά διχασμένη Τουρκία ψηφίζει για το εάν θα τον κάνει έναν πρόεδρο που θα κυβερνά χωρίς έλεγχο από μια πραγματικά διαχωρισμένη εξουσία.

Ο κ. Ερντογάν, ο πιο ισχυρός ηγέτης της χώρας μετά τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ο οποίος δημιούργησε τη σύγχρονη Τουρκία από τα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τώρα κυβερνά με διατάγματα στο πλαίσιο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που επέβαλε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου Ιουλίου.

Στόχος του δημοψηφίσματος της Κυριακής είναι να γίνει de jure αυτό που τώρα είναι de facto, δίνοντας στον πρόεδρο αμνηστία ενώπιον των δικαστηρίων και αφαιρώντας την λογοδοσία του στον Κοινοβούλιο. Οι υποστηρικτές του λένε πώς μόνο μια ισχυρή εκτελεστική προεδρία μπορεί να βγάλει την Τουρκία από τα μυριάδες προβλήματά της, από την παραπαίουσα οικονομία μέχρι τις πολλαπλές τρομοκρατικές επιθέσεις, και να την βάλει στον δρόμο προς το μεγαλείο.

Αν κερδίσει -και έχει κερδίσει κάθε ψηφοφορία, είτε επρόκειτο για τη θέση του πρωθυπουργού ή για αυτήν του προέδρου, από το 2002- δεν θα τελειώσει ο πλουραλισμός στην Τουρκία. Οι Τούρκοι έχουν τόση μεγάλη διαφοροποίηση που ακόμα και μια μορφή τόσο αυταρχική όσο ο κ. Ερντογάν και το νέο-ισλαμιστικό του κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (AKP) δεν θα μπορέσουν να τους ομογενοποιήσουν. Μπορούν, όμως, να φροντίσουν ώστε να είναι πολύ δύσκολο να ανατραπούν –μια προοπτική που είναι θολή δεδομένης της αποδιοργάνωσης στην διαιρεμένη και κυνηγημένη αντιπολίτευση.

Ωστόσο, πριν από τρεις εβδομάδες, υπήρχε πανικός στις τάξεις του AKP, καθώς οι δημοσκοπήσεις έδειξαν πως το ήμισυ ή και περισσότερο των Τούρκων είναι απρόθυμο να στηρίξει την ηγεμονία ενός ανθρώπου. Οι εσωτερικές δημοσκοπήσεις του κυβερνώντος κόμματος δείχνουν πως αυτό άλλαξε μόλις βγήκε στο «πεδίο» ο κ. Ερντογάν, βάζοντας «φωτιά» στον προεκλογικό δρόμο. Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς κάποιον άλλον πολιτικό που να έχει τέτοια υπερφυσική έλξη σε ένα πλήθος που να δείχνει τόση λατρεία.

Ο κ. Ερντογάν, όμως, δεν έχει ακόμα ξεμπερδέψει. Πρέπει, για παράδειγμα, να «ψαρέψει» ψήφους από τους Τούρκους εθνικιστές και την Κουρδική μειονότητα, δυο ανταγωνιστικές ομάδες, που δεν τον εμπιστεύονται.

Η κυβέρνηση μπορεί να «παίξει βρώμικα». Ένα μοτίβο θα ήταν να συνδέσει αυτούς που λένε «όχι» με «τρομοκράτες»: με τους υποστηρικτές του Φετουλά Γκιουλέν, του αυτοεξόριστου στις ΗΠΑ ιμάμη και πρώην συμμάχου του AKP τον οποίον το κόμμα λέει πως είναι ο ενορχηστρωτής της περυσινής απόπειρας πραξικοπήματος, με το PKK, με το οποίο η Άγκυρα άρχισε ξανά τον 30ετή πόλεμο το 2015 όταν το AKP έχασε για σύντομο χρονικό διάστημα την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του, και τέλος –αλλά πιθανότατα χαμηλότερα στην επίσημη αξιολόγηση κινδύνου- με το Ισλαμικό Κράτος, παρά τη σειρά θανατηφόρων βομβιστικών επιθέσεων.

«Δεν λέμε πως οι άνθρωποι που θα ψηφίσουν Όχι είναι τρομοκράτες», διαμαρτύρεται ο Μουσταφά Σεντόπ, ο επικεφαλής της εκστρατείας του προέδρου, κρύβοντας με δυσκολία ένα χαμόγελο. «Λέμε πως οι τρομοκρατικές ομάδες επίσης λένε Όχι, όλες τους».

Αν ο κ. Ερντογάν κερδίσει, τότε θα μπορεί να παραμείνει στη θέση του μέχρι το 2029. Θα έχει τον έλεγχο του δικαστικού συστήματος, θα ξεφορτωθεί τον πρωθυπουργό και θα διορίζει όλους τους υπουργούς. Μπορεί επίσης να είναι και αρχηγός κόμματος και να διαλύσει τη Βουλή, η οποία χάνει το δικαίωμα να τον ελέγξει. «Αν οι Τούρκοι δεν βλέπουν τι έρχεται τότε φοβάμαι πως μας αξίζει», δήλωσε επιφανής φιλελεύθερος.

Το στοίχημα είναι πράγματι τεράστιο. Όλη η εξωτερική πολιτική εξαρτάται από τις φιλοδοξίες του κ. Ερντογάν. Τον περασμένο μήνα, σχεδόν έκαψε τις εύθραυστες γέφυρες που απέμειναν με την Ευρώπη, χαρακτηρίζοντας τους ηγέτες της Γερμανίας και της Ολλανδίας «Ναζί» διότι απαγόρευσαν στους υπουργούς του να κάνουν εκστρατεία για τις ψήφους των Τούρκων μεταναστών στις χώρες αυτές. Ο πρόεδρος προτείνει ένα ακόμα δημοψήφισμα: για να αποφασιστεί αν η Τουρκία θα πρέπει να εγκαταλείψει τον αγώνα για ένταξη στην ΕΕ.

Θα είναι δύσκολο να συνεχιστεί η φαντασία πως η Τουρκία του κ. Ερντογάν είναι ένα βιώσιμο μέλος για την ΕΕ. Είναι αλήθεια πως η Γερμανία και στη συνέχεια η Γαλλία «σήκωσαν τη γέφυρα» του Χριστιανικού Ευρω-κάστρου τους λίγο μετά την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων το 2005. Ωστόσο ο κ. Ερντογάν κάτι περισσότερο από ευτυχής να «ξεφορτωθεί» την ευρωπαϊκή πολιτική επιτήρηση και να φέρει τον δρόμο των μεταρρυθμίσεων στα δικά του μέτρα.

Η Τουρκία δεν είναι πλέον επιλέξιμη για ένταξη με τα κριτήρια της ΕΕ, μετά τις διώξεις που ξεκίνησαν μετά την απόπειρα πραξικοπήματος και είχαν στόχο ακαδημαϊκούς και δασκάλους, δικαστές και δημοσιογράφους, καθώς και στρατιώτες, δημόσιους υπάλληλους και βουλευτές, «μαζεύοντας» περισσότερους από 100.000 ανθρώπους και καταστρέφοντας όποια πιθανότητα επαναπροσέγγισης μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης. Το AKP είναι εξίσου έτοιμο να ισοπεδώσει τις εσωτερικές διαφωνίες.

Έχει άλλοθι. Αν η διείσδυση στο κράτους, ιδιαίτερα στον στρατό και στο δικαστικό σύστημα, από το κίνημα Γκιουλέν είναι της κλίμακας που ισχυρίζεται ότι είναι η κυβέρνηση, τότε αυτό θα ήταν δυνατό μόνο με την συνενοχή των ανωτάτων επιπέδων της κυβέρνησης και του κυβερνώντος κόμματος. Αυτό είναι ένα ισχυρό «μαστίγιο» με το οποίο μπορούν να απειληθούν οι πολυσυζητημένοι αλλά συνήθως ήσυχοι πιθανοί αντιφρονούντες, όπως ο πρώην πρόεδρος Αμπτουλά Γκιούλ, συνιδρυτής του AKP, ή ο Αχμέτ Νταβούτογλου, πρώην πρωθυπουργός τον οποίον απέλυσε ο πρόεδρος Ερντογάν πριν από έναν χρόνο.

Ερωτηθείς τι θα συμβεί αν αυτοί, ή άλλοι βετεράνοι του AKP που έχει «παροπλίσει» ο κ. Ερντογάν, ιδρύσουν ένα αντίπαλο κόμμα, στέλεχος της κυβερνητική εκστρατείας λέει χωρίς δισταγμό: «Αν κάνουν οποιαδήποτε κίνηση θα χαρακτηριστούν Γκιουλενιστές και θα φυλακιστούν».

Πηγή Euro2day


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Των Θεανώ-Δαμιάνα Αγαλόγλου και Αριάδνη Κυπριάδη

Στις 16 Απριλίου οι Τούρκοι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν για τη μετατροπή ή όχι του πολιτεύματός τους από προεδρευόμενη σε προεδρική δημοκρατία. Σε περίπτωση επικράτησης του «ναι» o Tούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν θα εδραιώσει την εξουσία του για τις επόμενες δύο τουλάχιστον πενταετίες. Αν οι ψηφοφόροι επιλέξουν το «όχι», θα πρόκειται για την πρώτη εκλογική του ήττα μετά από διαδοχικές εκλογικές νίκες που μετρά από το 2002. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, πάντως, η αστάθεια στην Τουρκία και η απρόβλεπτη και συχνά αυταρχική πολιτική του Ερντογάν, που έχουν ενταθεί ιδίως ύστερα από τις διαδηλώσεις στο πάρκο Γκεζί το 2013, δεν αναμένεται να περιοριστούν.

Ακολούθως, και καθώς η ανησυχία για πιθανή εξαγωγή της τουρκικής κρίσης στο Αιγαίο είναι υπαρκτή, η Ελλάδα καλείται να είναι προετοιμασμένη κατάλληλα. Το δόγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι αμυντικό και βασίζεται στην ικανότητα αποτροπής. Επίσης, η χώρα συνεχίζει να υποστηρίζει την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι το 1999 και μετά, ελπίζοντας σε πλήρη συμμόρφωσή της με τα προαπαιτούμενα για την ένταξή της κριτήρια και το διεθνές δίκαιο. Η συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να χειριστεί την κατάσταση η Ελλάδα αποκτάει ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα με δεδομένη την ενίσχυση του στρατιωτικού οπλισμού της Τουρκίας, όπως για παράδειγμα η πρόσφατη αγορά μαχητικών αεροσκαφών τύπου F-35, σε μία περίοδο που η χώρα μας δεν μπορεί να ακολουθήσει λόγω της οικονομικής κρίσης.

Αρχικά, πρέπει να δοθεί έμφαση τόσο στην εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Τουρκία όσο στο γεγονός ότι η χώρα παραμένει σημαντικός παίχτης και εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω της στρατηγικής της σημασίας. Παρά τη συνεχιζόμενη εδραίωση της εξουσίας του Ερντογάν, η Τουρκία παρουσιάζει σήμερα την εικόνα μιας χώρας διαιρεμένης μεταξύ όσων ασπάζονται τον συντηρητικό ισλαμισμό του Τούρκου Προέδρου και όσων τον απορρίπτουν. Ταυτόχρονα, η οικονομική ανάπτυξη, πάνω στην οποία έχει βασίσει την πολιτική του κυριαρχία, δέχεται πλέον ισχυρούς κραδασμούς. Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016, οι τουρκικές εξαγωγές μειώνονται, η τουρκική λίρα διολισθαίνει έναντι του αμερικανικού δολαρίου, οι αφίξεις ξένων τουριστών περιορίζονται και ορισμένες ιδιωτικές επιχειρήσεις υφίστανται εξονυχιστικούς κρατικούς ελέγχους.

Όσον αφορά τον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, το δόγμα Νταβούτογλου περί «μηδενικών προβλημάτων της Τουρκίας με τους γείτονές της» μάλλον πέτυχε ακριβώς το αντίθετο, καθώς η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με πολλαπλές κρίσεις. Παράδειγμα αποτελεί η επιδείνωση από το 2008 των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων παρά τη σχετική εξομάλυνση των τελευταίων μηνών. Επιπλέον, ο κίνδυνος ενίσχυσης των δυνάμεων των Κούρδων στο Ιράκ και πλέον στη Συρία αποτελεί τη μεγαλύτερη ίσως απειλή για τον Ερντογάν. Βέβαια, όσον αφορά τις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας, ο πρόσφατος βομβαρδισμός της Συρίας από την Ουάσινγκτον βρίσκει σύμφωνη την Άγκυρα, αλλά ακόμα είναι νωρίς να γίνει λόγος για βελτίωση των διμερών σχέσεων. Τέλος, ο δρόμος της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση φαντάζει πολύ μακρινός λόγω, μεταξύ άλλων, των αντιδημοκρατικών πρακτικών του Ερντογάν, καθώς και της αργής προόδου στο Κυπριακό.

Παρ' όλα αυτά, ο Ερντογάν συνεχίζει να επενδύει στη γεωπολιτική θέση της χώρας του, γνωρίζοντας την σημασία της για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν είναι λίγες οι φορές που η τουρκική κυβέρνηση, για παράδειγμα, έχει απειλήσει με ακύρωση της συμφωνίας για το προσφυγικό. Ο Ερντογάν, δηλαδή, χρησιμοποιεί τον έλεγχο των συνόρων από τις τουρκικές αρχές ως διπλωματικό χαρτί έτσι ώστε να πιέσει την Ευρώπη για θέματα όπως η άρση της βίζας για τους πολίτες της χώρας του. Δεδομένων των καθυστερήσεων που παρατηρούνται στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη όσον αφορά τη μετεγκατάσταση προσφύγων και του ρόλου της Τουρκίας στη φύλαξη των συνόρων, η σημασία της τήρησης της συμφωνίας καθίσταται επιτακτική. Σε διαφορετική περίπτωση αναμένεται να αυξηθεί ακόμα περισσότερο η ροή των προσφύγων προς τα ελληνικά νησιά.

Μία αποσταθεροποιημένη Τουρκία δεν θα συνέφερε τη χώρα μας, καθώς η Ελλάδα αποτελεί το εύκολο πεδίο προβολής της τουρκικής ισχύος. Δίνοντας έμφαση σε θέματα όπως η Κύπρος και το Αιγαίο, ο Ερντογάν καταφέρνει να συσπειρώσει την τουρκική πολιτική και στρατιωτική ελίτ και αυξάνει την επιρροή του στην κοινή γνώμη, ιδίως στον απόηχο της απόφασης του Αρείου Πάγου να μην εκδώσει τους οκτώ Τούρκους αξιωματικούς. Στο Αιγαίο οι προκλήσεις παραμένουν ελεγχόμενες παρά τα μικρής εντάσεως επεισόδια στις αρχές του χρόνου με αφορμή την επέτειο των Ιμίων. Ταυτόχρονα, τόσο ο ίδιος, όσο και στελέχη της κυβέρνησής του, έχουν προχωρήσει σε σειρά προκλητικών δηλώσεων. Μεταξύ αυτών είναι και οι δηλώσεις περί αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάνης. Στο Κυπριακό, τέλος, πολλά σημαντικά θέματα παραμένουν ανοιχτά και θα είναι δύσκολο να επιλυθούν κατά το νέο γύρο συνομιλιών των δύο πλευρών.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα χρειάζεται να παρακολουθεί προσεκτικά τις εξελίξεις στην Τουρκία με τις ένοπλες δυνάμεις της να βρίσκονται σε επαγρύπνηση. Ωστόσο, άμεση αναθεώρηση του δόγματος της αμυντικής εξωτερικής πολιτικής της χώρας κρίνεται παρακινδυνευμένη λόγω του οικονομικού κόστους και του στρατιωτικού κινδύνου. Αντιθέτως, η Ελλάδα, ως κόμβος σταθερότητας σε μία εύφλεκτη γειτονιά, χρειάζεται να ενισχύσει τη διπλωματία της στην ευρύτερη Νοτιοανατολική Ευρώπη, βλέποντας με μεγαλύτερη μεθοδικότητα τη σχέση της με όλα τα κράτη της περιοχής. Κατά αυτό τον τρόπο μπορεί να ενισχύσει το εθνικό της συμφέρον είτε με είτε χωρίς την συμμετοχή της Τουρκίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τριμερής συνεργασία που προωθούν η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ για την μεταφορά ενεργειακών πόρων από τη Νοτιανατολική Μεσόγειο στην Ευρώπη. Παράλληλα, χρειάζεται ενίσχυση της θέσης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω και της υλοποίησης των προαπαιτούμενων μεταρρυθμίσεων, καθώς τα ελληνοτουρκικά προβλήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα εντός ευρωπαϊκού πλαισίου.

* Οι κκ. Αγαλόγλου και Κυπριάδη είναι μέλη της Ομάδας Σκέψης «Ευρωπαϊκή & Διεθνής Πολιτική» του Ελληνικού Συλλόγου Αποφοίτων του London School of Economics and Political Science
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου