Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

18 Δεκ 2015


Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Barack Obama κάλεσε σήμερα, κατά τη διάρκεια μιας τηλεφωνικής συνδιάλεξης, τον Τούρκο ομόλογό του Recep Tayyip Erdogan να λάβει μέτρα προκειμένου «να αποκλιμακωθεί η ένταση με το Ιράκ» και κυρίως να αποσύρει τα τουρκικά στρατεύματα από την ιρακινή επικράτεια.

Κατά τη διάρκεια αυτής της επικοινωνίας, ο Αμερικανός πρόεδρος επέμεινε στην ανάγκη η Τουρκία να «σεβαστεί την εθνική κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα του Ιράκ», σύμφωνα με ένα δελτίο τύπου που εξέδωσε ο Λευκός Οίκος.

Η ιρακινή κυβέρνηση ζήτησε την Τρίτη «την πλήρη απόσυρση» των τουρκικών δυνάμεων από τα εδάφη του Ιράκ.

Ο επικεφαλής του αμερικανικού Κράτους χαιρέτισε επιπλέον «τη συμβολή» της Τουρκίας στον στρατιωτικό συνασπισμό που μάχεται εναντίον της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος και του οποίου ηγούνται οι ΗΠΑ.

Οι δύο ηγέτες συζήτησαν επίσης σχετικά με «την εντατικοποίηση της συνεργασίας στο θέμα της Συρίας» επισημαίνοντας τις «κοινές προσπάθειες με στόχο την ενίσχυση της μετριοπαθούς συριακής αντιπολίτευσης και την αύξηση της πίεσης προς το Ισλαμικό Κράτος, όπως επίσης τη συνέχιση των προσπαθειών με στόχο την επίτευξη μέσω διαπραγματεύσεων μιας λύσης στην κρίση».

Τα κράτη μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών συμφώνησαν απόψε στη Νέα Υόρκη επί ενός αμερικανο- ρωσικού σχεδίου ψηφίσματος με στόχο την ειρήνη στη Συρία. Οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να ξεκινήσουν στις αρχές Ιανουαρίου, επισημαίνεται στο κείμενο.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


  • Mου λείπουν τα δύο παιδιά μου... αλλά παρηγοριέμαι με τη σκέψη ότι παλεύω για την προστασία του μέλλοντός τους"
  • “Δεν φοβάμαι το Ισλαμικό Κράτος. Θα είμαστε εδώ, και τώρα και στο μέλλον, σε όσες μάχες κι αν χρειαστεί, εναντίον αυτών των τρομοκρατών“

Γαλλικό πρακτορείο AFP  & Sputnik News
Απόδοση: "Ας Μιλήσουμε Επιτέλους!"

Τα μέλη του τάγματος με την ονομασία «Γυναικείες Δυνάμεις Προστασίας της Επικράτειας μεταξύ των Δύο Ποταμών» προέρχονται από διαφορετικά υπόβαθρα, αλλά έγιναν μία γροθιά μπροστά σε ένα κοινό όραμα: να προστατεύσουν το μέλλον της χώρας και των οικογενειών τους.

Μια αμιγώς γυναικεία ομάδα πολιτοφυλακής στη Συρία θα ολοκληρώσει σε λίγες μέρες την εκπαίδευσή της στο ειδικά διαμορφωμένο στρατόπεδο εκπαίδευσης στη βορειοανατολική πόλη Al-Qahtaniyeh. Οι αποφασιστικές γυναίκες ως επί το πλείστον προέρχονται από χριστιανικές οικογένειες και παίρνουν τα όπλα, για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους, αμφισβητώντας τις παραδοσιακές και ήδη φθίνουσες αντιλήψεις της Συρίας, μια από τις οποίες θέλει τις γυναίκες να είναι μόνο για το σπίτι.

Υπό τον έλεγχο του Ισλαμικού Κράτους, οι γυναίκες της Συρίας θα είχαν έναν εντελώς αναχρονιστικό ρόλο. Θα ήταν έγκλειστες και θα είχαν ως αποκλειστική ενασχόληση το σπίτι και τη φροντίδα των συζύγων και των παιδιών τους.

Η άνοδος του γυναικείου αυτού τάγματος αντιπροσωπεύει την πλήρη άρνηση στις αντιλήψεις της λίθινης εποχής που χαρακτηρίζουν το Ισλαμικό Κράτος. Οι γυναίκες πολιτοφύλακες παλεύουν για την μη καθιέρωση αυτών των αντιλήψεων, αποκλείοντας συγχρόνως την πιθανότητα να αναγκαστούν να ζήσουν μια ζωή που θα υπαγορεύεται από αυτές τις “αξίες”.

Χιλιάδες Σύριοι εγκατέλειψαν τις εστίες τους αφότου οι τζιχαντιστές κατέλαβαν τις γειτονιές, τα χωριά ή τις πόλεις τους. Στους Σύριους που ανήκουν σε διαφορετική θρησκεία δόθηκαν δύο επιλογές: ή να ασπαστούν το Ισλάμ ή να βρεθούν αντιμέτωποι με τον θάνατο.

Η 24χρονη Thabirtha Samir δήλωσε σε ανταποκριτή του γαλλικού πρακτορείου AFP:

“Δεν φοβάμαι το Ισλαμικό Κράτος. Θα είμαστε εδώ, και τώρα και στο μέλλον, σε όσες μάχες κι αν χρειαστεί εναντίον αυτών των τρομοκρατών“.

Η 36χρονη Babylonia εργαζόταν σε κομμωτήριο προτού αποφασίσει, με την ενθάρρυνση του συζύγου της, να καταταγεί σε γυναικείες ομάδες οπλιτών, όπου, μετά την έφεση που έδειξε κατά την εκπαίδευσή της, ήρθε η προαγωγή της σε εκπαιδεύτρια.

Στο ρεπορτάζ που ετοίμασε το γαλλικό πρακτορείο ακούγεται να λέει, μεταξύ άλλων:

Mου λείπουν τα δύο παιδιά μου... αλλά παρηγοριέμαι με τη σκέψη ότι παλεύω για την προστασία του μέλλοντός τους".

Ο σχηματισμός του τάγματος “Γυναικείες Δυνάμεις Προστασίας της Επικράτειας μεταξύ των Δύο Ποταμών“ ακολουθεί τα βήματα του άλλου σημαντικού γυναικείου στρατιωτικού σώματος της χώρας: των “Γυναικείων Μονάδων Προστασίας“ (YPJ), οι οποίες δημιουργήθηκαν μέσα από τις γνωστές για τη δράση τους "Μονάδες Προστασίας του Κουρδικού Λαού" (YPG), των  οποίων αποτελούν τμήμα.

Μάλιστα, η ομάδα“Γυναικείες Μονάδες Προστασίας“ (YPJ) ανακατέλαβε πρόσφατα την πόλη Χολ της Συρίας, έναν στρατηγικής θέσης οικισμό για το ΙΚ, αφού βρίσκεται ακριβώς επάνω στο καίριας σημασίας οδικό δίκτυο που συνδέει τη Συρία με το Ιράκ.

Ένας από τους διοικητές του τάγματος δήλωσε ειρωνικά στον ανταποκριτή του AFP:

“Οι τζιχαντιστές πιστεύουν ότι, αν κάποιος από το IK σκοτωθεί από κορίτσι, από γυναίκα κουρδικής ή μη καταγωγής, δεν πρόκειται να πάει στον παράδεισο”!




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Μεγάλοι οικονομικοί και γεωπολιτικοί κίνδυνοι για την Ελλάδα 

Γράφει ο Περικλής Νεάρχου
Πρέσβυς ε.τ.


Που πάει η Ευρώπη; Ένα σύμβολο των πολιτικών και της αποτυχίας της είναι σήμερα η Ελλάδα. Η επίρριψη ευθυνών στη χώρα μας και η προπαγάνδα ότι για όλα φταίνε οι εσωτερικές αδυναμίες της, η πολιτική της κακοδαιμονία και οι αποτυχημένοι πολιτικοί της, συγκάλυψαν για ένα διάστημα τις ευθύνες της Ευρώπης. Είναι, δυστυχώς, τόσο μνημειώδης η ολέθρια πολιτεία του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Έπειτα όμως από έξι χρόνια εφαρμογής ευρωπαϊκών προγραμμάτων «διασώσεως» και εκβιαστική επιβολή πολιτικών και «δομικών μεταρρυθμίσεων», τα πράγματα είναι σαφή.

Η Ευρώπη, έχοντας ταυτισθεί μέσω των Συνθηκών της, από τη δεκαετία του ’90 με την άκρατη παγκοσμιοποίηση και τον ακραίο οικονομικό φιλελευθερισμό, επιδιώκει την επιβολή των πολιτικών που εμπνέονται από τις αρχές αυτές σε όλες τις χώρες μέλη της. Η κρίση στην Ελλάδα αντιμετωπίσθηκε μέσα από αυτό το πρίσμα. Ως μία ευκαιρία, δηλαδή, για την επιβολή αυτής της νέας τάξεως σε μία χώρα που είχε ακόμη έναν σημαντικό δημόσιο τομέα και μεικτή οικονομία. Την τελευταία τη θεωρούσαν ως αυτονόητη και την υπεστήριζαν όλες σχεδόν οι εγχώριες πολιτικές δυνάμεις. Η ίδια η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν προσηλωμένη στην αρχή της μεικτής οικονομίας και στην ανάγκη ο δημόσιος τομέας και το κράτος να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην οικονομία, ιδιαίτερα δε στην αναπτυξιακή στρατηγική.

Επιπλέον, ο δημόσιος τομέας και γενικά η εθνική περιουσία αντιμετωπίσθηκαν από τους δανειστής ως η μόνη χειροπιαστή εγγύηση που ήταν δυνατό να εξασφαλισθεί για το δημόσιο χρέος. Κατεβλήθη γι αυτό, από την αρχή της κρίσεως και το πρώτο Μνημόνιο, κάθε προσπάθεια η περιουσία αυτή να υποθηκευθεί και να δεσμευθεί και η εκποίησή της να παρουσιασθεί ως μεγάλη «δομική μεταρρύθμιση» για την έξοδο από την κρίση.

Σήμερα βιώνουμε τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής. Ήρθαν οι «επενδυτές» και πήραν το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας, με τη μορφή των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, αντί πινακίου φακής. Στο χαρτοφυλάκιο των τραπεζών αυτών βρίσκονται στα δάνεια όλων των ελληνικών επιχειρήσεων και το ελληνικό επιχειρείν, η γη των αγροτών, τα ακίνητα των Ελλήνων πολιτών, τα δάνεια, ακόμη, ενός σημαντικού μέρους της ναυτιλίας. Η χώρα δεν έχει τον έλεγχο του νομίσματός της και του Χρηματιστηρίου της. Πλέον δεν έχει και κανέναν εθνικό έλεγχο πάνω στο χρηματοπιστωτικό της σύστημα.

Σε εφαρμογή το σχέδιο «Treuhand»

Πολύ χειρότερα ακόμη, η καταστροφή των μετόχων των τραπεζών της, ακόμη και μεγαλομετόχων, καταστρέφει την τραπεζική πίστη, που αποτελεί το θεμέλιο για τον χρηματοπιστωτικό τομέα και την εθνική οικονομία. Προηγήθηκε, μερικά χρόνια πριν, το «κούρεμα» των μικρομετόχων. Ήρθε τώρα η καταστροφή των μετόχων. Κυρίαρχα στις «ελληνικές» τράπεζες είναι τώρα ξένα κερδοσκοπικά fund.

Ακολούθησε από κοντά η έλευση άλλων «μεγάλων επενδυτών». Η γερμανική Fraport πήρε για σαράντα χρόνια πακέτο 14 αεροδρομίων. Μεταξύ αυτών, αεροδρόμια τεράστια στρατηγικής και τουριστικής σημασίας για τη χώρα: τα αεροδρόμια Θεσσαλονίκης, Καβάλας, Χανίων, Κέρκυρας, Μυκόνου, Ζακύνθου, Κω, Λέσβου, Χίου. Αντίτιμο εξαγοράς, 1,3 δισ. ευρώ!
Γιατί έπρεπε να ξεπουληθούν τα αεροδρόμια της χώρας; Γιατί ήταν επιταγή του «κουαρτέτου» και γιατί δήθεν οι ξένοι εκμισθωτές ανέλαβαν την υποχρέωση να τα εκσυγχρονίσουν και να τα βελτιώσουν. Όταν όμως τα παραπάνω αεροδρόμια δέχονται εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο, ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο να συνδεθεί ο εκσυγχρονισμός τους με μία μικρή επιβάρυνση, με τη μορφή ενός προσωρινού και ανταποδοτικού φόρου αεροδρομίου. Τα πρόσθετα κέρδη από τον εκσυγχρονισμό και την βελτίωση της λειτουργίας τους θα αντιστάθμιζαν την οποιαδήποτε προσωρινή επιβάρυνση, θα ενίσχυαν τα έσοδα του κράτους και θα διατηρούσαν τον εθνικό έλεγχο πάνω σε στρατηγικές δομές της χώρας, όπως είναι τα αεροδρόμια.

Από κοντά εξαγγέλλονται και προωθούνται κι άλλες στρατηγικές ιδιωτικοποιήσεις, όπως τα λιμάνια της χώρας, το σιδηροδρομικό δίκτυο, η ενέργεια, η υδατοπρομήθεια –κάθε δομή γενικά που έχει στρατηγικό χαρακτήρα και ταυτίζεται με την ιδέα του κράτους και της δημόσιας υπηρεσίας. Στον τομέα των «δομικών μεταρρυθμίσεων», το «κουαρτέτο» επιμένει στη γνωστή πολιτική της παραπέρα μειώσεως των μισθών και των συντάξεων, που υποβιβάζει την Ελλάδα στο επίπεδο των γειτονικών της κρατών και των πρώην χωρών του Υπαρκτού Σοσιαλισμού των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης.

Στο πνεύμα αυτό, κεντρικό ρόλο κατέχει το περίφημο Υπερταμείο, το οποίο θα αντικαταστήσει το ΤΑΙΠΕΔ. Εάν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας εξαγοράσθηκαν με 5 δισ. ευρώ, που δεν καλύπτουν ούτε την αξία των ακινήτων της Εθνικής Τράπεζας μόνο στην περιοχή των Αθηνών, αντιλαμβάνεται κανείς τι πρέπει να πουληθεί για να συμπληρωθούν τα απαιτούμενα 50 δισ. που πρέπει συνολικά να τεθούν υπό τον έλεγχο του Ταμείου. Προφανώς επιδιώκεται η υποθήκευση του συνόλου σχεδόν της εθνικής περιουσίας, περιλαμβανομένων των μελλοντικών πόρων από την εκμετάλλευση των πιθανολογούμενων ενεργειακών κοιτασμάτων.

Προβάλλεται ως δόλωμα για την εφαρμογή της πολιτικής αυτής η ενδεχόμενη απομείωση του δημοσίου χρέους μετά την εκπλήρωση όλων των προαπαιτουμένων. Μετά, δηλαδή, το πλήρες ξεπούλημα του εθνικού πλούτου της χώρας. Οι γερμανοί ηγέτες μιλούν απροκάλυπτα για εφαρμογή στην Ελλάδα του σχεδίου Treuhand, που εφάρμοσαν στην Ανατολική Γερμανία για το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Η Ελλάδα έσπευσε να ενταχθεί στην Ευρωζώνη προκειμένου να καταστεί μέρος του σκληρού ευρωπαϊκού πυρήνα. Σήμερα όμως μετατάσσεται απροκάλυπτα στην κατηγορία των περιφερειακών ευρωπαϊκών χωρών, που προορίζονται να αποτελέσουν ελεγχόμενη ζώνη φθηνού κόστους παραγωγής. Η ζώνη αυτή θα είναι συμπληρωματική και υποβοηθητική της διεθνούς ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού πυρήνα και ειδικότερα της Γερμανίας.

Σε ελεγχόμενη χρεοκοπία, χωρίς αναπτυξιακή στρατηγική

Στο οικονομικό επίπεδο, η χώρα έξι χρόνια μετά την εισαγωγή του πρώτου Μνημονίου, παραμένει καθηλωμένη στην κλίνη του Προκρούστη, χωρίς συγκεκριμένη προοπτική εξόδου από την κρίση και αναπτυξιακή στρατηγική. Η υποτιθέμενη «στρατηγική» εξαντλείται στην αναμονή των ξένων κυρίως επενδυτών, που αναζητούν ευκαιρίες όπως οι ελληνικές τράπεζες και τα ελληνικά αεροδρόμια, και στην επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και των «δομικών μεταρρυθμίσεων», που κυριολεκτικά ξεθεμελιώνουν κάθε δομή εθνικής οικονομίας. Υποβιβάζουν επίσης τις αμοιβές, τις συντάξεις και το επίπεδο ζωής και κοινωνικής προστασίας σε επίπεδο που δεν μπορούσε ούτε στους χειρότερους εφιάλτες του να φαντασθεί ο μέσος Έλληνας. Ο οποίος, αντιθέτως, είχε μεγάλες ελπίδες και προσδοκίες από την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Σήμερα, ωστόσο, διαπιστώνει ότι η χρεοκοπία της χώρας είναι εδώ. Συντελείται όμως με συντεταγμένο και ελεγχόμενο τρόπο, ώστε να μην προκαλέσει προβλήματα στην υπόλοιπη Ε.Ε. και το ευρώ. Αυτός ήταν εξαρχής ο στόχος της γερμανικής ηγεσίας, που επικέντρωσε την προσοχή της στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.

Η Ελλάδα σε άλλες περιόδους κρίσεως είχε υπό τον έλεγχό της τους απαραίτητους μοχλούς μίας ανορθωτικής πολιτικής. Τη νομισματική, δηλαδή, πολιτική, τις δημόσιες επενδύσεις, την προστασία της αγοράς της με δασμολογικά μέτρα και έλεγχο των συνόρων της. Σήμερα υπόκειται στο καθεστώς των ανοικτών αγορών, που δεν αφορούν, άλλωστε, μόνο στις ευρωπαϊκές, αλλά και στις αγορές όλου σχεδόν του κόσμου. Επιπλέον, δεν έχει το δικό της νόμισμα. Δεν μπορεί να ασκήσει ούτε περιορισμένη προστατευτική πολιτική, για να ανακόψει τις εισαγωγές και να στηρίξει την εθνική της παραγωγή, ούτε πολιτική δημοσίων επενδύσεων, για να υποκινήσει την ανάπτυξη και να ενισχύσει την απασχόληση.

Οι εθνικές αναπτυξιακές πολιτικές δεν έχουν υποκατασταθεί από αντίστοιχες ευρωπαϊκές λόγω του γεγονότος ότι η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης έμεινε μετέωρη. Έχουμε μόνο ενοποίηση των αγορών. Η ενοποίηση όμως των αγορών δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαταστήσει την πολιτική Ένωση. Ο λόγος είναι προφανής. Η «ισότητα» της αγοράς δίνει το πλεονέκτημα στον ισχυρότερο και αποτελεί τη χειρότερη μορφή ανισότητας, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης. Το ίδιο επανέλαβε, με άλλα λόγια, πολύ αργότερα και ο Ρουσσώ, στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο», λέγοντας ότι «η αγορά υποδουλώνει, ο νόμος ελευθερώνει». Ο νόμος είναι η πολιτική, που έρχεται να θέσει όρους και να αντισταθμίσει τους συσχετισμούς της ελεύθερης αγοράς, οι οποίοι ευνοούν την ηγεμονία του ισχυροτέρου.

Ο εφιάλτης της λαθρομεταναστεύσεως και η Ε.Ε.

Το οικονομικό αδιέξοδο και ο ξένος οικονομικός έλεγχος που μας επιβάλλεται, με ψευδείς παραστάσεις, ισχυρισμούς και ιδεολογήματα για έξοδο από την κρίση, νέου τύπου δήθεν αναπτυξιακό μοντέλο και απομείωση του χρέους, συνδυάζονται με εθνικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους για τη χώρα. Η ίδια η οικονομική αποδυνάμωσή της, που επηρεάζει την αμυντική και την εξωτερική πολιτική, αυξάνει από μόνη της τους κινδύνους, ειδικότερα στα εθνικά θέματα και τη γεωπολιτική θέση της χώρας.

Στα γνωστά όμως εθνικά θέματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα έχει προστεθεί από χρόνια ένα νέο, οι διαστάσεις και οι κίνδυνοι του οποίου συγκαλύπτονταν και υποτιμούνταν για πολύ καιρό. Πρόκειται για το θέμα της λαθρομεταναστεύσεως, που έχει επισκιασθεί προσφάτως από το θέμα των προσφύγων της σπαρασσόμενης Συρίας. Το θέμα αυτό άρχισε να προσλαμβάνει μεγάλες διαστάσεις από τη δεκαετία του ’90, από την οποία χρονολογείται και η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως και παραλλήλως η παγκοσμιοποίηση. Η τελευταία συνέπεσε –και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο- με τη μεγάλη στροφή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως προς τον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, γιατί ακριβώς αυτός συμβαδίζει με την παγκοσμιοποίηση. Είναι ομοούσιος.

Η κυβέρνηση Σημίτη στην Ελλάδα έσπευσε να αναλάβει ρόλο «πρωτοπορίας» στην Ευρώπη, απηχώντας την ξένη εξάρτηση και την ιδεολογική υποτέλεια σε ξένα κέντρα. Στο πνεύμα αυτό, άρχισε να διακηρύσσει ότι «η Ελλάδα πρέπει να γίνει πολυπολιτισμική» και ανέλαβε πρωτοβουλία να καταστήσει τα θέματα μεταναστεύσεως που ήταν μέχρι τότε εθνικής αρμοδιότητας και ευρωπαϊκής αρμοδιότητας. Το 2003 ε την ευκαιρία της Ελληνικής Προεδρίας, προώθησε τις δύο πρώτες ευρωπαϊκές οδηγίες μεταναστευτικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, για τους «επί μακρόν διαμένοντες μετανάστες» και για την «οικογενειακή επανένωση».

Με την πρώτη Οδηγία καθοριζόταν ως ευρωπαϊκή πολιτική η απόδοση όλων των δικαιωμάτων των Ευρωπαίων πολιτών στους αλλοδαπούς μετανάστες μετά τη συμπλήρωση πέντε χρόνων συνεχούς παραμονής. Με την ίδια Οδηγία αφηνόταν στην κυβέρνηση της κάθε χώρας – μέλους η διακριτική ευχέρεια να αποδώσει στους επί μακρόν διαμένοντες και δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως.
Με τη δεύτερη Οδηγία καθοριζόταν ότι όλοι όσοι κατακτούσαν το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος μετανάστη μπορούσαν να ζητήσουν την οικογενειακή επανένωση. Την ελεύθερη, δηλαδή, είσοδο και παραμονή στη χώρα των μελών της οικογένειάς τους.

Τα μέτρα αυτά είναι λογικά και ανθρώπινα στην περίπτωση μίας νόμιμης μεταναστεύσεως. Η κάθε χώρα συνυπολογίζει τότε τα μέτρα αυτά στη μεταναστευτική της πολιτική. Η κατάσταση όμως είναι πολύ διαφορετική όταν πρόκειται για λαθρομετανάστευση. Αντί τα μέτρα αυτά να ανακόπτουν το κύμα λαθρομεταναστεύσεως, στέλνουν αντίθετα μηνύματα και το τρέφουν και το πολλαπλασιάζουν.

Όλες, δυστυχώς, οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν συνέχισαν την ίδια ή παραπλήσια πολιτική. Το πρόβλημα γιγαντώθηκε και αποτελεί σήμερα γεωπολιτικό όπλο στα χέρια της Άγκυρας. Οι συνέπειές του δεν αφορούν, άλλωστε, μόνο στους κινδύνους που προέρχονται από τη λαθρομετανάστευση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με επικεφαλής τη Γερμανία, αντιμετωπίζοντας σήμερα με δέος ένα πρόβλημα που δεν έχει αρχή και τέλος και προκαλεί τεράστιες αντιδράσεις, προσφέρει κυριολεκτικά γη και ύδωρ στην Τουρκία γα να συνεργασθεί στην αναχαίτιση του κύματος των προσφύγων και λαθρομεταναστών επί των ακτών της. Η Άγκυρα δεν χάνει όμως την ευκαιρία να ζητήσει ανταλλάγματα. Ανταλλάγματα, που αφορούν μεταξύ άλλων, στην ενταξιακή της πορεία, στις βλέψεις της στο Αιγαίο και στις επιδιώξεις της στην Κύπρο.

Κίνδυνος για τα εθνικά μας δικαιώματα στο Αιγαίο

Οι ελληνικές κυβερνήσεις που ανέτρεψαν στο παρελθόν την ελληνική πολιτική σχετικά με την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προέβαλαν ως επιχείρημα ότι η Ελλάδα θα αξιοποιούσε το άνοιγμα και το κλείσιμο κάθε κεφαλαίου, για να επιτύχει, με ευρωπαϊκή υποστήριξη, αλλαγές στην τουρκική πολιτική, που θα συνέβαλλαν στην επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Η Ελλάδα έσπευσε επίσης να ενταχθεί στον κοινό χώρο Σένγκεν, με την ελπίδα ότι τα ελληνικά σύνορα θα αναγνωρίζονταν πλέον ως ευρωπαϊκά και ότι θα αυτό θα ενίσχυε την ελληνική θέση.

Με αφορμή όμως το κύμα των προσφύγων και λαθρομεταναστών, παρακολουθούμε σήμερα την προσπάθεια της Άγκυρας να χρησιμοποιήσει το θέμα αυτό ως τορπίλη κατά των ελληνικών θέσεων, για να ανοίξει τον δρόμο στη συνδιαχείριση του Αιγαίου και στην αφαίρεση από την Ελλάδα, μέσω Ευρώπης, του εθνικού της ρόλου και της εθνικής κυριαρχίας της στον στρατηγικό έλεγχο του αιγαίου.

Το θέμα έχει ύψιστη σημασία γιατί έχει άμεση σχέση με την ένταση στις ρωσοτουρκικές σχέσεις. Ασκούνται παρασκηνιακές πιέσεις από τις ΗΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση να προωθήσει την προσέγγιση και τις σχέσεις με την Άγκυρα και να ενισχύσει την παρουσία και τον έλεγχό της στο Αιγαίο με αφορμή το θέμα των λαθρομεταναστών. Η ενίσχυση των σχέσεων με την Τουρκία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο γεωπολιτικού ανταγωνισμού των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία. Στο ίδιο πλαίσιο, προωθούνται οι σχέσεις της ΕΕ με την Ουκρανία. Τουρκία και Ουκρανία αντιμετωπίζονται, μέσα από το πρίσμα αυτό, ως δύο πολύ σημαντικά κεφάλαια του γεωπολιτικού δυναμικού που αντιπαρατίθεται στη Ρωσία.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα στην Κύπρο, η Ευρωπαϊκή Ένωση, με επιστολή του ίδιου του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, έσπευσε να υποσχεθεί στην Άγκυρα το άνοιγμα, στις αρχές του 2016, των πέντε κεφαλαίων που έχει παγώσει η Κύπρος ως αντίδραση στην άρνηση της Άγκυρας να εφαρμόσει τις κυπρογενείς υποχρεώσεις που ανέλαβε κατά το άνοιγμα των ενταξιακών της διαπραγματεύσεων. Σε δηλώσεις του, ο κ. Γιούνκερ άφησε να νοηθεί ότι επίκειται η «λύση» του Κυπριακού κατά τους προσεχείς μήνες και πως για τον λόγο αυτό δεν θα υπάρξει πρόβλημα με το βέτο της Κύπρου. Ποιος μετέφερε τις «πληροφορίες» αυτές στον Ευρωπαίο επίσημο; Ο ειδικός αντιπρόσωπός του γ.γ. του ΟΗΕ, Έσπεν Μπαρθ Άιντε, ο οποίος συμπεριφέρεται κυριολεκτικά ως «ατζέντης» της Άγκυρας.

Μεγάλες ευθύνες για τη δημιουργία του επίπλαστου αυτού κλίματος αισιοδοξίας έχει, βεβαίως, και ο ίδιος ο Κύπρος πρόεδρος, Νίκος Αναστασιάδης. Ο τελευταίος έφτασε στο σημείο να αναφερθεί στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ σε «κοινό όραμα» με τον τουρκοκύπριο ηγέτη, Μουσταφά Ακιντζί. Το δυστύχημα γι αυτόν και τον κυπριακό λαό είναι ότι ο Ακιντζί δεν έχει κάποιο διαφορετικό όραμα από εκείνο του τούρκου πρωθυπουργού Νταβούτογλου και του τούρκου προέδρου Ερντογάν.

Μεγάλες ευθύνες έχει επίσης ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών, Ιωάννης Κασουλίδης, ο οποίος, με αφορμή τις διακοινοτικές διαπραγματεύσεις, άφησε τον Έσπεν Μπαρθ Άιντε κυριολεκτικά να αλωνίζει στα διεθνή fora και να «ενημερώνει» ότι είναι επί θύραις η «λύση» του Κυπριακού. Υπό τους όρους αυτούς, εάν δεν λυθεί, η ευθύνη θα επιρριφθεί στην ελληνική πλευρά, προς την οποία ασκούνται ήδη ευρωπαϊκές πιέσει να μην παρεμβάλει εμπόδια στην προσέγγιση με την Τουρκία και στην αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος των προσφύγων και λαθρομεταναστών με τη συνεργασία τη γείτονος.

Η πλειοδοσία και ο υπερακοντισμός των ελληνικών κυβερνήσεων στο θέμα της λαθρομεταναστεύσεως πληρώνονται ήδη ακριβά στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής, των ζωτικών στρατηγικών συμφερόντων της χώρας και των εθνικών της θεμάτων. Αυτή όμως είναι η μία ακόμη όψη του θέματος. Η άλλη είναι ο κίνδυνος εθνικής αποδομήσεως και αλλοτριώσεως της χώρας, με τη διάσπαση της εθνικής και κοινωνικής της συνοχής, με την εγκατάσταση μαζικών μουσουλμανικών πληθυσμών.

Η ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης ήταν φυσικό να προκαλέσει ενθουσιασμό στον ελληνικό λαό και να γεννήσει μεγάλες ελπίδες και προσδοκίες. Από τραγικά λάθη, πολιτική ανεπάρκεια και ιδεολογική υποτέλεια των κυβερνήσεών της, αλλά και από την μετάλλαξη που υπέστη η Ευρώπη με την ταύτισή της με την παγκοσμιοποίηση και –στο γεωπολιτικό πεδίο- με τον Ατλαντισμό, η Ελλάδα κινδυνεύει να πληρώσει βαρύ τίμημα για την σημερινή πορεία της Ένωσης. Χρειάζεται επειγόντως να συνειδητοποιήσει αυτή την κατάσταση και να πάρει μέτρα, στο πλαίσιο μίας εθνικής στρατηγικής, που να έχει ως άξονα τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα και το ελληνικό εθνικό μέλλον.

Πηγή περιοδικό «Επίκαιρα», τεύχος 319


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου





Οι γερμανικές υπηρεσίες πληροφοριών εξωτερικού (BND) συνεργάζονται εκ νέου με τις συριακές ομόλογές τους, σκέπτονται μάλιστα να εγκατασταθούν μόνιμα στη Δαμασκό, ανέφερε σήμερα η γερμανική εφημερίδα Bild.

Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών ( BND) είχε επί μακρόν στενή συνεργασία με τις συριακές υπηρεσίες πληροφοριών, προτού οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που αποδίδονται στο καθεστώς του προέδρου Bashar al - Assad, καταστήσουν τη συνεργασία αυτή αδύνατη.

Σύμφωνα με την Bild, που επικαλείται «πληροφορημένες πηγές», πράκτορες της BND επισκέπτονται «εδώ και καιρό» τη Δαμασκό για να συναντήσουν σύρους ομολόγους τους.

Ο σκοπός αυτών των «τακτικών» επισκέψεων είναι «να ανταλλάξουν πληροφορίες για την ισλαμική τρομοκρατία» και να εγκαθιδρύσουν «έναν δίαυλο συζήτησης» με τις συριακές αρχές, κυρίως για την υποθετική περίπτωση όπου ένα γερμανικό αεροπλάνο συντριβόταν στη Συρία.

Η Γερμανία, που έχει ενταχθεί στον δυτικό συνασπισμό εναντίον του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία και στο Ιράκ, έθεσε στη διάθεση των εταίρων της 1.200 στρατιώτες και έξι αναγνωριστικά αεροσκάφη Tornado, τα οποία θα πετούν πάνω από έδαφος που ελέγχεται από το ΙΚ στη Συρία και στο Ιράκ.

Η BND θα ήθελε μάλιστα να ανοίξει και πάλι «μόλις καταστεί δυνατό», ένα παράρτημα στη Δαμασκό ώστε «συνεργάτες να σταθμεύουν εκεί μόνιμα» συνεχίζει η Bild.

«Οι προετοιμασίες» για το άνοιγμα αυτού του παραρτήματος, τις οποίες γνωρίζει η κυβέρνηση, «είναι σε εξέλιξη», αναφέρει η εφημερίδα, σύμφωνα με την οποία γερμανοί πράκτορες θα μπορούσαν να εγκατασταθούν στη γερμανική πρεσβεία η οποία έχει κλείσει από το 2012.

Σύμφωνα με την Bild, η γερμανική κυβέρνηση θα λάβει την απόφασή της «στις αρχές του επόμενου έτους».

Η BND, με την οποία επικοινώνησε το Γαλλικό Πρακτορείο, αρνήθηκε κάθε σχόλιο λέγοντας σε μία ανακοίνωση πως δεν θα μιλούσε «για τις επιχειρησιακές πτυχές της δουλειάς της» παρά μόνο ενώπιον της κυβέρνησης ή της κοινοβουλευτικής επιτροπής ελέγχου που είναι επιφορτισμένη με το να ρίχνει φως στις πρακτικές κατασκοπίας των υπηρεσιών πληροφοριών.

«Δεν μπορώ δυστυχώς να λάβω θέση για τις επιχειρησιακές λεπτομέρειες που συνδέονται με την εργασία των γερμανικών υπηρεσιών πληροφοριών», δήλωσε εκπρόσωπος της κυβέρνησης, η Christiane Writz.

Πρόσφατα η καγκελάριος Angela Merkel είχε αποκλείσει σε μία συνέντευξη κάθε συνεργασία με τον Bashar al-Assad για την καταπολέμηση των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους, λέγοντας πως η «πλειονότητα» των Σύρων που αναζητούν καταφύγιο στην Ευρώπη έχουν διαφύγει από το καθεστώς.

Πηγή ΑΠΕ - ΜΠΕ


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



By Riada Ašimović Akyol

Last week, professor Ali Carkoglu from Koc University and professor Ersin Kalayciglu from Sabanci University released the results of their study titled “Citizenship in Turkey and in the World: 2014 ISSP Research Report." The study was conducted with support of the Scientific and Technological Research Council of Turkey, as part of the International Social Survey Program (ISSP) implemented in 43 countries.

The results are based on answers from face-to-face interviews with 1,509 respondents in 58 Turkish provinces, conducted between Feb. 13 and April 6.

As the concept of citizenship is at the core of democracy, this study — which sought to find answers on questions related to the respondents’ own understanding of citizenship — contributes important information on the state of democracy in Turkey. The survey's questions were based on topics related to the relationship between the state and the individual on subjects such as paying taxes, obeying the law, voting in elections, participating in civic organizations, tolerating differences and interpersonal trust.

One of the most striking results of this study is the remarkably high percentage of respondents (76%) who saw voting as a very important part of being a good citizen. Among all ISSP participant countries, Turkey rates the highest in this regard. Similarly, alongside the United States (73%) and Japan (72%), Turkey shows the highest rates of respondents (73%) who claim that full payment of taxes is another essential element of good citizenship.

Moreover, respondents cited respecting the law, showing tolerance of differences, and aiding others who are less well-off as other important elements of being a good citizen, according to their own understanding of the idea. Overall, it turns out that the survey participants from Turkey understand “good citizenship” in a pretty idealistic way. This could be a sign of what is known as "social desirability bias" in social science, because contradictory responses to other questions showed intolerance instead. For example, a large number of respondents said it was not acceptable to allow public meetings of groups perceived as different or threatening.

In addition, while citizens in democracies have rights, they also have responsibilities that require their participation in politics and civic life. In these terms, as this study shows, the situation in Turkey differs significantly from established democracies that are participants of the ISSP, such as the United States, the United Kingdom, Switzerland and countries in Scandinavia.

For example, the results place Turkey as among the countries with the least participation in political life. Only 12% cited membership in a political party; only 10% said they had participated in a political demonstration at least once and 72% of respondents said they would not participate in one; only 14% said they have signed a petition.

Furthermore, 89% of respondents said they were not a member of any trade union, whereas for the purpose of comparison, the same number in developed democracies such as Finland, Denmark and Sweden is below 40%. Surprisingly, 93% of respondents said that they were not part of any religious organization, which is 51% in ISSP countries. Similarly, 88% of Turkish respondents are also not a member of any sports or hobby club or cultural association, and 91% were never a member of a voluntary organization. All these results show passive citizenship, or rather almost nonexistent civilian participation in civic society. No wonder everyone shuns organized activities regardless of their nature; the very word “orgut,” which stands for organization, carries a historically sinister meaning in Turkish, generally implying illegal, criminal activity.

Besides such staggeringly low figures of political participation, there is also very little interaction among individuals. Considering that in a typical workday, the majority of respondents said they have contact with zero to four people, and the next biggest group of respondents said they only have contact with five to nine people, the difficulty of forming common ties, social networks or alliances with other citizens becomes even more obvious.

Consequently, the majority of people that Turks interact with on a daily basis are only their relatives, friends or acquaintances. Unsurprisingly, for years, various studies place Turkey among the countries with the lowest interpersonal trust in the world. In this study also, only 1.5% of respondents — so almost no one — said that in general people could always be trusted, and only 13% stated that people could be trusted in general. Three out of four, or 75%, of respondents stated that if someone was unfamiliar to them this did not work in their favor, and only 7% believed that people were always trying to be honest.

Hence, if citizens in Turkey have no trust in one another, and rarely mix with strangers, if at all, it becomes more understandable how, for a large majority of people in Turkey, voting remains the main or only political activity.

When it comes to politicians and their activities, 51% of survey respondents believe that politicians favor their personal interests over the public benefit. On a similar note, 18% of respondents stated that almost every public servant is involved in some sort of corruption, and 33% stated that many people were involved in corruption. About 22% stated that a small group of people was corrupt, while 3% said that no one is corrupt in the field of public service. Citizens of other countries gave similar responses to this question, but considering the huge government corruption scandals that were made public in December 2013, it is striking that almost half of Turkish citizens either were not affected by this or did not believe in the corruption allegations. One of the possible reasons for such an outcome could be the power of the media. Citizens should be informed about public issues and be able to express their opinions, but the majority of people in Turkey (78% of those surveyed) gets their news from television. In this regard, Carkoglu said, “The media’s highly partisan coverage does not bode well for the ultimate fate of the country’s democracy.”

Ultimately, when it comes to the question of overall effectiveness of democracy in Turkey, around 40% of respondents believe democracy works well, while another 40% think the exact opposite, reflecting Turkey's political polarization. This finding is in contrast to ISSP participant countries that are established democracies. While Sabanci University says that there has been "significant improvement (9%) in this perception compared to a decade ago," much still needs to be done to keep the numbers about the positive perception about democracy going up.

In general, this survey confirmed voting as a major political activity in Turkey, where otherwise everyone seems to only mind their own business, seek individual benefits and interact with familiar or similar individuals. In such a distrustful society, democracy can’t stay healthy. More paranoia and polarization and excessive politicization of society will not help. As long as there is a crushing fear of state as an authority that punishes rather than serves, more nurtured civic values and encouraged political participation in Turkey will remain mere wishful thinking.




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Τέσσερις τουρκικές τράπεζες στη Ρωσία δέχτηκαν την Πέμπτη την αιφνιδιαστική «επίσκεψη» των πρακτόρων της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας (FSB) της χώρας, στο πλαίσιο μιας έρευνας για ξέπλυμα χρήματος, αναφέρει δημοσίευμα της Hurriyet.

Επικαλούμενο ανώνυμες πηγές, το σχετικό άρθρο αναφέρει ότι οι τράπεζες Ziraat Bank, Garanti Bank, Is Bank και Yapi Kredi Bank υποβλήθηκαν σε έλεγχο από τις ρωσικές αρχές, χωρίς ωστόσο οι επιθεωρητές να βρίσκουν κάτι παράνομο.

«Ο στόχος ήταν να παρενοχλήσουν τις τουρκικές τράπεζες και τους τούρκους επιχειρηματίες», ανέφερε στην εφημερίδα μια τραπεζική πηγή. «Διατυπώνοντας ισχυρισμούς περί ξεπλύματος μαύρου χρήματος, οι ρωσικές αρχές δημιουργούν προβλήματα σε αυτές τις τράπεζες», πρόσθεσε.

Ως γνωστόν, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών είναι ιδιαίτερα τεταμένες μετά την κατάρριψη τον περασμένο μήνα ενός ρωσικού αεροσκάφους από τουρκικό μαχητικό στα σύνορα μεταξύ Συρίας-Τουρκίας αλλά και μετά από τους ισχυρισμούς του Κρεμλίνου ότι η Μόσχα εμπλέκεται σε εμπόριο πετρελαίου με το Ισλαμικό Κράτος.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, εκτός από τις τουρκικές τράπεζες, στο μικροσκόπιο της FSB βρέθηκαν και άλλες 20 ρωσικές τράπεζες που σχετίζονται με έναν συγκεκριμένο Τούρκο επιχειρηματία, τον οποίο η FSB υποψιάζεται επίσης για ξέπλυμα χρήματος.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 




Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ

Χειροκροτούσαν όρθιοι επί αρκετά λεπτά οι χίλιοι σύνεδροι του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (CDU) την καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ, όταν αυτή αποθέωσε τον υπουργό Οικονομικών της κυβέρνησής της Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, για τον χειρισμό του Αλέξη Τσίπρα:
«Τελικά καθοριστικός ήταν ο υπουργός μας των Οικονομικών, ο οποίος πίεζε συνεχώς προκειμένου να αποφασιστεί ένα πρόγραμμα μόνο με βάση το κριτήριο που για μας ήταν και παραμένει σημαντικό: καμία χειρονομία χωρίς ανταπόδοση!» διακήρυξε η γερμανίδα καγκελάριος και πνίγηκε στο χειροκρότημα.
«Καμία χειρονομία» υποτιθέμενης βοήθειας προς την Ελλάδα «χωρίς ανταπόδοση» υποταγής των Ελλήνων στις εντολές του Δ’ Ράιχ. Η Μέρκελ, δηλαδή, αναφανδόν στο πλευρό του Σόιμπλε για τους αλλεπάλληλους εκβιασμούς που άσκησε στον Έλληνα πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, μέχρι να τον «σπάσει».

Άναυδοι έμειναν οι υπουργοί και τα ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία ανέπτυσσαν την κατά φαντασία, μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα θεωρία, την οποία μάλιστα, είχαν αρχίσει να πιστεύουν και οι ίδιοι, ότι, δηλαδή , η Μέρκελ δήθεν διαφωνούσε με τον Σόιμπλε στη στάση που τηρούσε ο δεύτερος μέχρι να υποτάξει τον Τσίπρα.

«Άνευ προηγουμένου πέρα δώθε»

«Μέχρι το τέλος Ιουνίου –αρχές Ιουλίου είχαμε διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση», είχε πει η Μέρκελ. «Πρώτα για την ολοκλήρωση του δεύτερου προγράμματος και μετά, ως βαθιά μέσα στο καλοκαίρι, έπειτα από ένα άνευ προηγουμένου πέρα δώθε την αριστερής ελληνικής κυβέρνησης με δημοψήφισμα και νέες εκλογές, για ένα νέο, τρίτο πρόγραμμα. Αυτή τη φορά υπό τον ESM», τόνισε με ιδιαίτερη έμφαση.

«Ήταν μία κρίσιμη διαδικασία για εμάς, αλλά και για το σύνολο της Ευρωζώνης», διακήρυξε η καγκελάριος της Γερμανίας πριν βγάλει το γερμανικό ηθικό δίδαγμα: «Ευθύνη και αλληλεγγύη πάνε χέρι χέρι κι αυτό πρέπει να παραμείνει έτσι». Με άλλα λόγια, μόνο στο βαθμό που η χώρα μας υποτάσσεται στις διαταγές του Βερολίνου και κάνει ό,τι λένε οι Γερμανοί, επιδεικνύοντας «ευθύνη», θα αποφασίζει η γερμανική κυβέρνηση τι είδους «αλληλεγγύη» θα επιδεικνύει προς την Ελλάδα.

Πολιτική άγνοια

Πρέπει να είναι κανείς εντελώς άσχετος με τη γερμανική πολιτική πραγματικότητα, να την αγνοεί παντελώς, για να φτάνει στο σημείο να εκπονεί θεωρίες περί δήθεν «απομόνωσης» του Δυτικογερμανού Σόιμπλε από την ανατολικογερμανίδα Μέρκελ.

Υπάρχει ένας απαράβατος κανόνας στο πολιτικό σύστημα της Γερμανίας: αυτοί που χαράσσουν κα επιβάλλουν τη γερμανική πολιτική είναι πάντα οι δυτικογερμανοί! Εννοείται ότι η πολιτική αυτή είναι προσαρμοσμένη στα συμφέροντα της δυτικογερμανικής ολιγαρχίας. Άλλωστε, οι Δυτικογερμανοί, όταν έγινε η ενοποίηση της Γερμανίας το 1990, φρόντισαν και εξάλειψαν εκ βάθρων τη βιομηχανία της Ανατολικής Γερμανίας!

Μπορεί η Άγκελα Μέρκελ να είναι καγκελάριος γιατί επελέγει από τον δυτικογερμανό Χέλμουτ Κολ να τον διαδεχθεί στην ηγεσία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος και κάποτε στην καγκελαρία ακριβώς για να συμβολίσει την επανένωση της Γερμανίας στο ανώτατο αξίωμα. Η Μέρκελ όμως έχει πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι αλίμονό της αν τολμούσε να διαφωνήσει ποτέ με στρατηγικές επιλογές του Σόιμπλε, δηλαδή του δυτικογερμανικού κεφαλαίου. Απλούστατα, θα έπαυε να είναι καγκελάριος! Είναι τόσο τραγικά απλό το τίμημα που θα έπρεπε να καταβάλει, και θα ήταν, φυσικά, πολιτικά ηλίθια, αν αποτολμούσε να συγκρουστεί με τον Σόιμπλε και τους δυτικογερμανούς.

Γερμανοί – φρουροί της ΕΕ

Στο μεταξύ σοκ προκάλεσε η πρόταση της Κομισιόν για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού σώματος συνοριοφυλακής και ακτοφυλακής, τα οποίο θα αποφασίζει μόνο του που θα δρα και το οποίο θα μπορεί να δρα με τον τρόπο που αυτό νομίζει στα σύνορα της οποιασδήποτε χώρας της Ε.Ε., ακόμη κι αν η χώρα αυτή δεν θέλει να το δει να δρα στο έδαφός της!

Στην περίπτωση αυτή, η Κομισιόν υποστηρίζει ότι η συνεργασία του εν λόγω κράτους – μέλους της Ε.Ε. είναι… υποχρεωτική! Άρνησή του, μάλιστα, να συνεργαστεί ε την ευρωπαϊκή ακτοφυλακή, που θα παρεμβαίνει ακόμη και ένοπλα στα σύνορα του συγκεκριμένου κράτους – μέλους, θα συνιστά… παραβίαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας! Η χώρα θα τιμωρείται με κυρώσεις!

Η ακτοφυλακή και συνοριοφυλακή της Ε.Ε. θα δρα ακόμη και αν η χώρα διαφωνεί ριζικά κα αρνείται να συναινέσει να ληφθούν τέτοια μέτρα στα σύνορά της. Την απόφαση θα την παίρνει το Σώμα μόνο του. Κάθε επιχείρηση θα αποφασίζεται με «ενισχυμένη πλειοψηφία» από τη διοικούσα επιτροπή του Σώματος αυτού, στην οποία τα κράτη – μέλη της Ε.Ε. θα εκπροσωπούνται από εντεταλμένους εμπειρογνώμονες. Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές δεν ήταν ακόμη γνωστό αν η επιτροπή αυτή θα αποτελείται από 28 μέλη ή λιγότερα ή περισσότερα.

Ευνόητο, φυσικά, είναι ότι οι μεγάλες χώρες με τους υποτακτικούς συμμάχους τους θα είναι αυτές που θα αποφασίζουν για τις στρατιωτικές επεμβάσεις της συνοριοφυλακής. Προφανώς και η Γερμανία δεν θα προκαλέσει τη Γαλλία, αποφασίζοντας επεμβάσεις στις οποίες διαφωνούν οι Γάλλοι. Καθόλου βέβαιο όμως δεν είναι ότι μία από τις πρώτες αποφάσεις της νέας ευρω-ακτοφυλακής δεν θα είναι η διεξαγωγή κοινών περιπολιών της με τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις στο Αιγαίο. Τι θα γίνει τότε;

Καθόλου, μα καθόλου βέβαιοι δεν είμαστε ότι η κυβέρνηση Τσίπρα θα προτάξει τα στήθη της και θα αρνηθεί κατηγορηματικά να υποταχθεί σε αυτή τη μοιραία για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα γερμανική απόφαση. Το Βερολίνο δεν έχει, προφανώς, κανέναν δισταγμό να κάνει την Ελλάδα «πεσκέσι» στην Τουρκία, οπότε η προοπτική αυτή προκαλεί απολύτως δικαιολογημένες ανησυχίες στη χώρα μας.

«Συλλογική ευθύνη» η φύλαξη των συνόρων

Οι ανησυχίες αυτές επιτάθηκαν στον μέγιστο βαθμό από τις δηλώσεις του Έλληνα Επιτρόπου της Κομισιόν για θέματα Μετανάστευσης, του δεξιού Δημήτρη Αβραμόπουλου. «Τολμηρό βήμα προς τα εμπρός στην πορεία της ΕΕ προς την πολιτική ολοκλήρωση» χαρακτήρισε ο Δ. Αβραμόπουλος την πρόταση της Κομισιόν. Μάλιστα, ο νεοδημοκράτης επίτροπος προσπάθησε να τρομοκρατήσει τον ελληνικό πληθυσμό, επαναφέροντας την απειλή αποβολής της Ελλάδας από τη Σένγκεν. Στόχος της πρότασης της Κομισιόν, είπε, είναι «να αποτρέψει να τεθεί σε κίνδυνο η ελεύθερη κυκλοφορία στη Ζώνη Σένγκεν», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Πολύ πιο αποκαλυπτικός όμως για τη νοοτροπία που επικρατεί σήμερα στην Κομισιόν ήταν ο αντιπρόεδρός της, Βέλγος Φρανς Τίμερμανς. Όπως εξήγησε, μιλώντας στην Ευρωβουλή, αφού δεν υπάρχουν εσωτερικά σύνορα μεταξύ των κρατών – μελών της Ζώνης Σένγκεν, τα εξωτερικά σύνορα είναι ευρωπαϊκά και άρα η φύλαξή τους συνιστά «κοινή ευθύνη» όλων των κρατών – μελών της ΕΕ που συμμετέχουν στη Ζώνη Σένγκεν!

Λαλίστατος ο Τίμερμανς. Σε συνέντευξή του στην ολλανδική εφημερίδα De Volkskrant αναφέρθηκε, μάλιστα, ευθέως στα ελληνοτουρκικά σύνορα. «Τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποτελούν σύνορα της Ευρώπης», διακήρυξε. Επομένως, ισχυρίστηκε ότι «είναι κάτι περισσότερο από λογικό πως η φύλαξή τους αποτελεί συλλογική ευθύνη».

Η λειτουργία της ευρωπαϊκής ακτοφυλακής, είπε επίσης, αφενός θα οδηγήσει στην «εφαρμογή της συμφωνίας με την Τουρκία μα κρατήσει μακριά τους πρόσφυγες» και αφετέρου θα καλύψει το κενό της έλλειψης επαρκούς αριθμού Ελλήνων λιμενοφυλάκων», πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα «οι δουλέμποροι να αλωνίζουν σχεδόν στη θάλασσα».

Άτεγκτος, ήταν ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν ως προς το ποιος έχει το πάνω χέρι, ποιος αποφασίζει δηλαδή, για τη δράση της ευρω-συνοριοφυλακής και ακτοφυλακής. «Το πάνω χέρι τα έχει ο φορέας. Αυτή είναι η συμφωνία», δήλωσε χωρίς περιστροφές.

Όπως όλα δείχνουν, για την Ελλάδα η ίδρυση αυτής της δύναμης θα προκαλέσει προβλήματα και μάλιστα, πολλά. Τίποτα δεν θα λύσει. Το εντελώς αντίθετο…

Πηγή περιοδικό «Επίκαιρα», τεύχος 319


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Γράφει ο Κώστας Μαντατοφόρος

Πού είναι το ''παράλληλο πρόγραμμα'' οέο;  
Ξέρετε, εκείνη η προεκλογική απατεωνιά που ο Τσιπράκογλου είχε κάνει σημαία, πως ''ναί μεν μπορεί να φηφίσουμε το μνημόνιο και τα προαπαιτούμενα, αλλά επειδή εμείς είμαστε ξύπνιοι κι οι φράγκοι κουτόφραγκοι, θα περάσουμε κι ένα ''παράλληλο'' πρόγραμμα που στην πράξη θα εξουδετερώνει(!) τα μέτρα που θα ψηφίσουμε για τα μάτια των δανειστών!''

Είναι επίσης το ίδιο ''προγραμμα'' με το οποίο ο έπαρχος-πρωθυπουργός εκβίαζε ψυχολογικά τους βουλευτές του κάθε φορά που κάποιος απ' αυτούς είχε και καμία δυσκολία στην ψήφιση των προαπαιτούμενων.

Τούτο λοιπόν το σωτήριο προγραμματάκι κατατέθηκε στη Βουλή με τη μορφή του κατεπείγοντος και με τον τίτλο ''Μέτρα για την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις'' (πςςςς!) και περιλάμβανε μέτρα για την ''ανακούφιση'' των πολιτών.

Η συζήτησή του αναμενόταν να ολοκληρωθεί χθες, Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου. Βάσει του κυβερνητικού προγραμματισμού, θα πήγαινε στην ολομέλεια του Κοινοβουλίου για συζήτηση σήμερα Παρασκευή και τη Δευτέρα, και στη συνέχεια θα το έθεταν σε ψηφοφορία.

Η έντονη αντίδραση όμως των τοκογλύφων, που σύμφωνα με πληροφορίες απείλησαν ακόμη και με πάγωμα της εκταμίευσης της υποδόσης του 1 δισ. ευρώ, έκανε την  κυβέρνηση να αποσύρει το νομοσχέδιο, τάχα για να κοστολογηθεί και να το παραπέμψει στις ελληνικές καλένδες.
(Καλά και σείς ρε κόκκινοι λεβέντες, από πριν τις εκλογές μας το κουνάγατε στην μούρη, χάθηκε ο κόσμος να το είχατε κοστολογήσει; Λέμε τώρα. Γιατί βέβαια αυτή ήταν η δικαιολογία. Η πραγματικότητα είναι πως είσαστε χειρότεροι τζουτζέδες των τοκογλύφων κι από τους προηγούμενους.)

Όχι πως το ''παράλληλο πρόγραμμα'' ήταν κάτι σημαντικό.
Σταγόνα στον ωκεανό θα ήταν, και το κόστος του είχε αξιολογηθεί από συνεργάτες του έπαρχου, συγγνώμη, του πρωθυπουργού, σε μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, αλλά να! Αποτελούσε το άλλοθι για τους βουλευτές να ψηφίζουν τα κακουργήματα που ψηφίζουν, και έλπιζαν κιόλας ότι θα μπορούσε να ανορθώσει και λίγο το κοινωνικό προφίλ της ''δεύτερης φοράς προς τα 'κει'', που έχει εξαφανιστεί και αναζητείται μέσω του AMBER Alert.

Πού είναι λοιπόν το ''παραλληλάκι'', οέο; 
Πού είναι τα παντελόνια του έπαρχου;
Πού είναι η εθνική μας ανεξαρτησία;  
Πού είναι ο λαός να τους στήσει στον τοίχο;... 

Υ.Γ.  Είχαν και το θράσος οι κυβερναλήτες να ρίξουν το βάρος στην αντιπολίτευση, ότι τάχα επειδή αποσύρθηκε απ' την προκαταρκτική συζήτηση δεν μπόρεσε το νομοσχέδιο να προχωρήσει!
Για να σας δούμε σήμερα, ω απατεώνες, με τα δύο ακόμη ''προαπαιτούμενα'', που τηλεφωνικά σας έδωσαν εντολή οι τοκογλύφοι να τα περάσετε μέχρι την Παρασκευή το μεσημέρι, τί θα κάνετε.
Και πάλι η αντιπολίτευση δεν θα συμφωνεί. Δεν θα τα περάσετε αυτά (τα προαπαιτούμενα) μεταξύ σας; Η αντιπολίτευση τώρα δεν θά 'ναι εμπόδιο;
Ου να χαθείτε, αλητοαλήτες!...

Πηγή "Ουδέν Σχόλιον"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Του Γεωργίου Κ. Φίλη Ph.D. 

Η πρόσφατη τριμερής διάσκεψη μεταξύ Ελλάδας – Κύπρου - Αιγύπτου αποτέλεσε για ακόμα μία φορά την αφορμή για την αναζωπύρωση στη χώρα μας της περίφημης «ΑΟΖολογίας», όπως αυτή έχει (μετ)εξελιχθεί τα τελευταία πέντε περίπου έτη και η οποία έχει αποτελέσει το απόλυτο εργαλείο πολιτικής «σπέκουλας» στα χέρια των εκάστοτε κυβερνήσεων και αντιπολιτεύσεων.

Ο «αστικός μύθος» που έχει δημιουργηθεί στη χώρα μας αναφορικά με το θέμα έχει να κάνει με την απόλυτη σύνδεση της έννοιας της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) με την έρευνα και την εξόρυξη υδρογονανθράκων. Επιπροσθέτως, στην ΑΟΖ έχουν αποδοθεί «μυστικιστικές» ιδιότητες περί της άμεσης συμβολής της στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, στο ξεπέρασμα της κρίσης ακόμα στην αποκατάσταση της ρευστότητας των ασφαλιστικών ταμείων.

Με άλλα λόγια, στην Ελλάδα η ΑΟΖ δεν συνδέεται με τίποτα άλλο πέραν του οξύτατου οικονομικού θέματος που αντιμετωπίζουμε, ενώ δίδεται η εντύπωση πως η χώρα μας μετά την ανακήρυξη της ΑΟΖ θα μετατραπεί με κάποιον θαυμαστό τρόπο σε ένα ενεργειακό «Ελ Ντοράντο» το οποίο θα της δώσει την ευκαιρία να ξεφύγει από τις διαχρονικές της παθογένειες και την οικονομική της καχεξία.
Η παρούσα σύντομη ανάλυση προσπαθεί να δώσει μία άλλη οπτική αναφορικά με τη σημασία της ΑΟΖ, η οποία, κατά την άποψη του γράφοντος, είναι πολύ πιο σημαντική από την κατά τα άλλα κοινωνικά θελκτική και πολιτικά χειριστική σύνδεση του θέματος αυτού με την οικονομία και την ανάπτυξη.

Έτσι, το πρώτο θέμα προς διευκρίνιση έχει να κάνει με την πραγματική φύση της σύνδεσης της ΑΟΖ με την έρευνα και την εξόρυξη των υδρογονανθράκων. Το δεύτερο σημείο προς έρευνα συνδέεται με την έννοια της οικονομικής ανάπτυξης και της συμβολής της ΑΟΖ στην ανασυγκρότηση της οικονομικής και κοινωνικής βάσης και ιστού της χώρας. Τα τρίτο θέμα προς συζήτηση έχει να κάνει με την παράμετρο της ΑΟΖ, την οποία οι διάφοροι επαΐοντες δεν έχουν αντιληφθεί ή υποβαθμίζουν σκοπίμως.

Άλλο ΑΟΖ, άλλο υδρογονάνθρακες

Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής. Οι περισσότεροι έως σήμερα «αναλυτές» (με ή χωρίς εισαγωγικά) συνδέουν άμεσα με νομικούς σχεδόν όρους την ανακήρυξη ΑΟΖ με τη δυνατότητα ενός κράτους να προχωρήσει σε έρευνα για την εξόρυξη υδρογονανθράκων. Η προσέγγιση αυτή δεν είναι ακριβής για τον πολύ απλό λόγο πως έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων λαμβάνει χώρα στις θαλάσσιες περιοχές του πλανήτη πολύ πριν τη δημιουργία και εμπέδωση της έννοιας της ΑΟΖ. Πολύ απλά, οι υποθαλάσσιες ενεργειακές πηγές συνδέονται με την έννοια της υφαλοκρηπίδας και όχι με την ΑΟΖ. Με άλλα λόγια, η χώρα μας έχει το δικαίωμα να προχωρήσει σε έρευνες για υδρογονάνθρακες χωρίς να ανακηρύξει ΑΟΖ.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι φυσικά το γιατί η σύνδεση της ΑΟΖ με την έρευνα υδρογονανθράκων έχει γίνει ένα και το αυτό. Η απάντηση είναι πως με την ανακήρυξη της ΑΟΖ δημιουργείται ένα διεθνές νομικό πλαίσιο πολιτικής και επενδυτικής σταθερότητας το οποίο κάνει ξεκάθαρο στον δυνητικό επενδυτή– δηλαδή την εταιρεία η οποία θα προχωρήσει σε μία επένδυση εκατοντάδων εκατομμυρίων σε μία συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή– πως δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει προβλήματα από κάποια γειτονική χώρα η οποία θα προβάλει αντιρρήσεις για τη νομιμότητα της επένδυσης επί τη βάση διεκδικήσεως των συγκεκριμένων θαλάσσιων περιοχών. Με άλλα λόγια, η ΑΟΖ δεν αποτελεί την ικανή –η οποία για την περίπτωση είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας– αλλά την αναγκαία συνθήκη με την οποία μπορεί ένα κράτος να προχωρήσει χωρίς κάποια εξωτερική παρέμβαση στο πρόγραμμα εκμετάλλευσης των δυνητικών ενεργειακών του πηγών.

Η ΑΟΖ δεν λύνει αυτόματα τα οικονομικά μας προβλήματα

Προχωρώντας στο δεύτερο ζήτημα το οποίο έχει να κάνει με τη σύνδεση της ΑΟΖ με την οικονομική ανάπτυξη της χώρας θα πρέπει να διευκρινιστεί πως η ύπαρξη ΑΟΖ αποτελεί μία αναγκαία συνθήκη, οι ικανές όμως συνθήκες έχουν να κάνουν με άλλα θέματα. Για παράδειγμα, με το νομοθετικό επενδυτικό πλαίσιο το οποίο θα λειτουργήσει ως όχημα προσέλκυσης επενδύσεων. Το είδος της συμφωνίας η οποία πρόκειται να επιτευχθεί μεταξύ του κράτους και της/των εταιρειας/ών. Τον τρόπο διαχείρισης των κερδών από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα (π.χ. εάν και πώς θα επαν-επενδυθούν τα χρήματα ώστε να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές ισχύος της οικονομίας, εάν και πώς θα επιδιωχθεί η μεταφορά τεχνογνωσίας στο εσωτερικό της χώρας σε έναν τόσο κομβικής σημασίας τομέα, εάν και πώς θα σχεδιαστεί η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας –άμεσες και έμμεσες, εάν και πώς θα κατανεμηθούν τα κονδύλια –σε αναδιανεμητικούς σκοπούς ή σε αναπτυξιακούς τομείς).

Με άλλα λόγια, η ύπαρξη της ΑΟΖ δεν μας λύνει αυτομάτως τα τεράστια προβλήματα αναφορικά με τη λειτουργία του κράτους και των σχέσεών του με τον ιδιωτικό τομέα αλλά και τους πολίτες. Διεθνώς έχουμε αρκετά παραδείγματα χωρών για τις οποίες ο ορυκτός πλούτος έχει λειτουργήσει ως «κατάρα» δημιουργώντας τους τόσο εξωτερικά προβλήματα όσο και εσωτερικά ζητήματα έλλειψης δημοκρατίας αλλά και ακραίας φτώχειας (π.χ. Νιγηρία, Βενεζουέλα), ενώ υπάρχουν παραδείγματα χωρών των οποίων η μοίρα άλλαξε προς το καλύτερο (π.χ. Νορβηγία). Η Νορβηγία δηλαδή δεν «σώθηκε» από την ΑΟΖ, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο η χώρα διαχειρίστηκε αυτό το Θείο δώρο που ανακαλύφθηκε στη Βόρεια Θάλασσα και φυσικά προϋπήρξε της ΑΟΖ.

Λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω σύντομες επισημάνσεις, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος κατά πόσον τελικά η ΑΟΖ είναι ένα ήσσονος σημασίας ζήτημα το οποίο διογκώθηκε στο συλλογικό υποσυνείδητο του έθνους και αποτέλεσε αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης.

Η ΑΟΖ ύψιστης σημασίας γεωπολιτικό εργαλείο

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό συνδέεται με την τρίτη υπό εξέταση παράμετρο της συζήτησης. Πράγματι, η ανακήρυξη της ΑΟΖ δεν είναι ένα μικρής σημασίας ζήτημα και άπτεται των ζωτικών συμφερόντων του έθνος μας, ο λόγος όμως για τον οποίο συνηγορούμε προς τη συγκεκριμένη άποψη είναι άλλος από εκείνον που προβάλλεται συνήθως στην κοινή γνώμη της χώρας μας.

Ο λόγος της σημασίας της ΑΟΖ δεν έχει να κάνει τόσο με την έννοια της ενεργειακής εκμετάλλευσης, όσο με μία άλλη παράμετρο η οποία προϋπάρχει κάθε άλλης στρατηγικής αναφορικά με τον υποθαλάσσιο πλούτο του πλανήτη μας. Η ΑΟΖ είναι ένα υψίστης σημασίας γεωπολιτικό εργαλείο στα χέρια κάθε κρατικού δρώντος, επειδή δίνει τη δυνατότητα σε κάθε παράκτια χώρα να ελέγξει –γενικά και ειδικά– έναν τεράστιο θαλάσσιο χώρο.

Όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό, η αρχετυπική επιδίωξη του ανθρώπινου είδους, αλλά και κάθε άλλου ζώντος οργανισμού στον πλανήτη, είναι ο έλεγχος του χώρου στον οποίο διαβιεί. Από τη στιγμή που ο πρώτος πρόγονός μας σκέφτηκε να οριοθετήσει την περιοχή του και να δηλώσει προς τους γείτονές του πως «αυτή η περιοχή είναι δικιά μου» έως τη δημιουργία της έννοιας της ΑΟΖ έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια, η ουσία όμως των πραγμάτων παραμένει η ίδια: Με την κύρωση από την πλευρά του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών μέσω της UNCLOS (United Nations Convention on the Law of the Sea – Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θαλάσσης) στα παράκτια έθνη του δικαιώματος εξασκήσεως κυριαρχικών δικαιωμάτων στην ΑΟΖ τους –εάν και εφόσον την ανακηρύξουν– συνεπάγεται πως στη θαλάσσια περιοχή ελέγχου κάθε κράτους δύναται να υπάρξουν συγκεκριμένοι κανόνες λειτουργίας –συμβατοί με την ανωτέρω συνθήκη– οι οποίοι θα τίθενται από το παράκτιο κράτος και θα πρέπει να ακολουθούνται από τους υπολοίπους.

Προσοχή, στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός της έννοιας των «κυριαρχικών δικαιωμάτων» (sovereign rights) όπως αυτά ορίζονται στην UNCLOS και της έννοιας της «εθνικής κυριαρχίας» (national sovereignty). Στην περιοχή της ΑΟΖ το παράκτιο κράτος δεν εξασκεί εθνική κυριαρχία όπως αυτή εμπεδώνεται στα εθνικά χωρικά ύδατα, αλλά ο διεθνής νομοθέτης προβλέπει πως το παράκτιο κράτος μπορεί να θέσει κάποιους κανόνες συμπεριφοράς ακόμα και σε στρατιωτικές αεροναυτικές μονάδες ξένων κρατών.

Με άλλα λόγια, ακόμα και εάν αυτήν τη στιγμή υπάρχει μία ολόκληρη συζήτηση και βιβλιογραφία αναφορικά με την ερμηνεία των σχετικών άρθρων του UNCLOS, δηλαδή στο κατά πόσο χώρες που ανακηρύσσουν ΑΟΖ μπορούν να επιβάλλουν κανόνες σε σκάφη ξένων ναυτικών δυνάμεων που κινούνται σε διεθνή ύδατα, η ουσία είναι πως ακόμα και εάν το θέμα αυτό είναι αμφισβητήσιμο, έχει πλέον τεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Επιπροσθέτως, υπάρχουν χώρες (π.χ. στην νοτιοανατολική Ασία) οι οποίες έχουν ανακηρύξει ΑΟΖ και έχουν επιβάλει δεσμευτικούς κανόνες για τη συμπεριφορά ναυτικών δυνάμεων άλλων χωρών στην περιοχή ευθύνη τους, και ως γνωστόν το εθιμικό δίκαιο που δημιουργείται στον συγκεκριμένο τομέα είναι ένα γεγονός τεράστιας σημασίας.

Τι σημαίνει η συγκεκριμένη παρατήρηση για την Ελλάδα και την Κύπρο; Η απάντηση ίσως να έχει καταστεί προφανής: H ανακήρυξη ΑΟΖ από την πλευρά της Ελλάδας θα δυσκολέψει και ίσως –υπό ορισμένες συνθήκες– θα εξουδετερώσει την αναθεωρητική και επεκτατική πολιτική της νεοθωμανικής Τουρκίας, η οποία στηρίζεται κατά βάση στην ανάπτυξη αεροναυτικών δυνατοτήτων με στόχο την κατίσχυση στον υδάτινο άξονα Μαύρη Θάλασσα – Στενά – Αιγαίο - Ανατολική Μεσόγειος.

Η Αθήνα με την ανακήρυξη ΑΟΖ και σε συνδυασμό με τη σφυρηλάτηση του άξονα Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ - Αίγυπτος θα μπορούσε να θέσει συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς των ναυτικών δυνάμεων της Τουρκίας, κάτι το οποίο θα έκοβε στην κυριολεξία τα φτερά των αναθεωρητών της Άγκυρας, και θα τους έφερνε μπροστά σε ένα τεράστιο νομικό, εθιμικό αλλά και πρακτικό εμπόδιο το οποίο θα έπρεπε να υπερπηδήσουν και δίλημμα στο οποίο θα έπρεπε να απαντήσουν, ειδικά μία εποχή πολύ δύσκολη για τους ίδιους.

Συμπεράσματα

(ι) Η ανακήρυξη ΑΟΖ από την πλευρά της Ελλάδας δεν αποτελεί την ικανή συνθήκη για την ανάπτυξη της ενεργειακής της στρατηγικής. Αυτή μπορεί να επιτευχθεί με την κατάσταση ως έχει τουλάχιστον στο Ιόνιο και το Λιβυκό πέλαγος.
(ιι) Η ανακήρυξη ΑΟΖ από την πλευρά της Ελλάδας δεν αποτελεί την ικανή συνθήκη για την ανάπτυξη της οικονομίας της και της ενδυνάμωσης του κοινωνικού ιστού. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με τις κατάλληλες πολιτικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες στον τομέα της προσέλκυσης Ξένων Άμεσων Επενδύσεων και στη βέλτιστη και ισορροπημένη αξιοποίηση των δυνητικών κερδών από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.

(ιιι) Η ανακήρυξη ΑΟΖ από την πλευρά της Ελλάδας αποτελεί όμως την ικανή συνθήκη για τον έλεγχο του χώρου ιστορικής ευθύνης του Ελληνισμού, κατά συνέπεια κάτι τέτοιο σημαίνει την άρνηση του συγκεκριμένου χώρου σε μία αναθεωρητική και άκρως επιθετική περιφερειακή δύναμη. Η αναγκαία συνθήκη πριν - μετά - και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας οριοθέτησης της Ελληνικής ΑΟΖ είναι η επίδειξη αποφασιστικότητας αλλά και η ισχυροποίηση του άξονα με την Αίγυπτο και το Ισραήλ.

Με άλλα λόγια, ακόμα και εάν δεν υπήρχε μία σταγόνα πετρέλαιο ή ένα κυβικό μέτρο φυσικό αέριο στην Ανατολική Μεσόγειο, ο Ελληνισμός έχει ιερή υποχρέωση προς τον εαυτό του, τα συμφέροντά του, τις μέλλουσες γενεές των Ελλήνων, αλλά και προς χάριν της διεθνούς ειρήνης και έννομης τάξης να ανακηρύξει, να εμπεδώσει και να εκμεταλλευτεί την ΑΟΖ του.

* Ο κ. Γεώργιος Φίλης είναι διδάκτωρ Γεωπολιτικής (Durham University, UK), Επισκέπτης καθηγητής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στο τμήμα Διεθνών Επιχειρήσεων του DEREE – The American College of Greece και μέλος του Institute of Diplomacy & Global Affairs (DEREE) καθώς και του Ινστιτούτου Αναλύσεων Ασφάλειας & Άμυνας (georgios.filis@hotmail.com)
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Η χθεσινή κυβερνητική περιπέτεια ξεκαθάρισε και στους τελευταίους κυβερνητικούς παράγοντες το πώς οι «Θεσμοί» αντιλαμβάνονται τον προβλεπόμενο από το μνημόνιο όρο για έλεγχο κάθε κυβερνητικής απόφασης πριν από την νομοθέτησή της.

Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να δρομολογήσει στην Βουλή το περιβόητο «παράλληλο πρόγραμμα» σαν αντίβαρο στο πακέτο των 13 προαπαιτουμένων, θεωρήθηκε μονομερής ενέργεια και η κυβέρνηση υποχρεώθηκε άρον - άρον να το αποσύρει. Διαφορετικά το EWG δεν θα μπορούσε να ασχοληθεί με τον έλεγχο του πακέτου των 13 προαπαιτούμενων και ο ESM δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στην εκταμίευση της δόσης του ενός δισ. ευρώ.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η εξήγηση που δόθηκε από την πλευρά του EWG, όσον αφορά την απαίτηση αυτή, ήταν ότι το εν λόγω νομοσχέδιο δεν έχει ελεγχθεί από τους «Θεσμούς» ως προς την συμβατότητά του με τους όρους του μνημονίου. Και η κυβέρνηση δεν έφερε καμία αντίρρηση. Αμέσως -λέγεται χωρίς να επιβεβαιώνεται- κλήθηκε από τον κ. Δραγασάκη ο κ. Τσίπρας στις Βρυξέλλες και δόθηκε η εντολή της άμεσης υπαναχώρησης, προκειμένου να δρομολογηθεί η απεμπλοκή της δόσης του ενός δισ. ευρώ.

Αυτός είναι ο καθρέπτης της σχέσης κυβέρνησης και «θεσμών» ως προς το ποιος και πως κυβερνά την χώρα. Φυσικά μέσα από το κοινοβούλιο.

Το κωμικοτραγικό της περίπτωσης αυτής είναι ότι οι «Θεσμοί» δεν αρνούνται συζήτηση επί του παράλληλου προγράμματος, για το οποίο ο κ. Δραγασάκης βλέπει να έχει νομοθετηθεί το 80% σύμφωνα με τις τελευταίες δηλώσεις του, μέχρι το καλοκαίρι. Αλλά ζητούν, οι «θεσμοί», να έχει ελεγχθεί το κατά πόσο επιβαρύνει ή όχι την εφαρμογή της μνημονιακής συμφωνίας του Αυγούστου. Και δεν έχουν, από ό,τι αποδείχθηκε, άδικο, γιατί διατάξεις του περιβόητου «παράλληλου προγράμματος» αφενός δημιουργούν πρόσθετες δημόσιες δαπάνες που δεν έχουν αξιολογηθεί και ισοσκελισθεί από αντίστοιχες άλλες περικοπές δαπανών και, αφετέρου παραβιάζουν τις δεσμεύσεις που αφορούν στο νομοσχέδιο για τις προσλήψεις στο δημόσιο.

Η κυβέρνηση σαν να μην έγινε τίποτα ανακοίνωσε ότι το σχετικό νομοσχέδιο αναβάλλεται για τις 7 Ιανουαρίου, οπότε και θα επανεξετασθεί. Αυτό που έχει συμφωνηθεί μετά την σημερινή τραγελαφική περιπέτεια είναι ότι το νομοσχέδιο αυτό, όπως και κάθε άλλο που συγκροτεί το «παράλληλο πρόγραμμα» πρώτα θα περνάει από το εξεταστήριο των θεσμών και στην συνέχεια, αν παραμένει συμβατό, θα μπορεί να παίρνει τον δρόμο για την Βουλή.

Το συμπέρασμα της χθεσινής γελοιότητας είναι ένα, ότι οι «θεσμοί» για άλλη μια φορά διέψευσαν με εκκωφαντικό τρόπο όσους μέσα και έξω από την κυβέρνηση επιχειρούν τον τελευταίο καιρό να ισχυρισθούν ότι οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο έχουν χαλαρώσει απέναντι στην Αθήνα και την κυβέρνηση Τσίπρα.

Μαριάνθη Θεοδοσίου
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου