Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

8 Οκτ 2012


Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ

Ζωηρότατη έξαψη προκάλεσε στους Ελληνες η είδηση ότι η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ θα επισκεφθεί μεθαύριο τη χώρα μας. Η αιφνιδιαστική ανακοίνωση της επίσκεψης το μεσημέρι της Παρασκευής, ελάχιστα 24ωρα πριν πραγματοποιηθεί, όπως και το γεγονός ότι αρχικά Αθήνα και Βερολίνο δεν ήταν σε θέση να δώσουν πληροφορίες ούτε καν για το περιεχόμενο των συνομιλιών Μέρκελ-Σαμαρά, προκάλεσαν την εντύπωση μιας εντελώς εσπευσμένης κίνησης συμβολισμού.

Στην πολιτική βεβαίως πολλές φορές κάποιες συμβολικές κινήσεις έχουν βαρύνουσα σημασία, άρα και πολιτική ουσία. Η παρουσία της καγκελαρίου της Γερμανίας σε ελληνικό έδαφος στις σημερινές συνθήκες συγκαταλέγεται ασφαλώς στις πράξεις συμβολισμού με εξαιρετικό βάρος.
Η επίσκεψη Κλίντον στην Αθήνα, με τη θύελλα αντιδράσεων, παθών και συγκρούσεων που είχε ξεσηκώσει, είναι το μοναδικό προηγούμενο στην πολιτική ιστορία της χώρας μας που ενδεχομένως να αποβεί συγκρίσιμο με την αναγγελθείσα άφιξη της Γερμανίδας καγκελαρίου.
Η επιθετικότητα Σαμαρά εναντίον όσων διαφωνούν με την πολιτική της κυβέρνησής του και οι «νταηλίδικες» δηλώσεις του νωρίς το απόγευμα της Παρασκευής γι' αυτούς που «ρίχνουν λάδι στη φωτιά» και θέλουν να κάνουν την Ελλάδα «ξέφραγο αμπέλι» δημιουργούν συγκρουσιακό κλίμα στο εσωτερικό της χώρας. Δεν συνιστά σώφρονα επιλογή εκ μέρους του πρωθυπουργού η άτυπη μετατροπή εκ μέρους του της επίσκεψης Μέρκελ σε ευκαιρία επίδειξης ισχύος του κρατικού μηχανισμού εναντίον όσων απορρίπτουν την πολιτική του Μνημονίου.
Η κοινωνική συνοχή στη χώρα μας έχει τιναχτεί στον αέρα εξαιτίας της πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση Σαμαρά, όπως και οι πριν από αυτήν κυβερνήσεις Παπαδήμου και Γ. Παπανδρέου. Η άρνηση των κυβερνώντων να ικανοποιήσουν οποιοδήποτε αίτημα εκατοντάδων χιλιάδων διαδηλωτών και η διαρκής λεηλασία μισθών και συντάξεων που οδηγεί στην καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου εκατομμυρίων Ελλήνων έχουν σταδιακά συσσωρεύσει ένα τρομακτικό δυναμικό μη εκδηλούμενης μέχρι στιγμής βίας.
Εχει διαρραγεί πλέον ο κοινωνικός ιστός στην Ελλάδα. Εχει εγκαταλειφθεί η πολιτική των κοινωνικών συμμαχιών, η πολιτική της ενσωμάτωσης ευρέων κοινωνικών στρωμάτων στο σύστημα. Επικρατεί πλέον η τακτική της καθυπόταξης, της επιβολής, του εξανδραποδισμού εκ μέρους των κυβερνήσεων που ακολουθούν μνημονιακή πολιτική. Αυτή η πολιτική υπονομεύει ευθέως το δημοκρατικό κοινοβουλευτικό σύστημα. Του αφαιρεί κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο. Η «μνημονιοκρατία» είναι θανάσιμος εχθρός της δημοκρατίας, όσο και αν δεν θέλουν να το παραδεχθούν οι πολιτικοί. Αυτό ενδέχεται να το πληρώσουμε πολύ ακριβά.
Βρίζει ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ η κυβέρνηση Σαμαρά για τις όλο και εντονότερες αντιδράσεις των εργαζομένων, με αφορμή τη διαμαρτυρία στο υπουργείο Αμυνας των εργατών των ναυπηγείων του Σκαραμαγκά. Υποκρίνεται έτσι ότι δεν διάβασε την ανακοίνωση της ΔΑΚΕ, των εργαζομένων δηλαδή που πρόσκεινται στο κόμμα της ΝΔ, ή του προέδρου της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλου, στελέχους του ΠΑΣΟΚ. «Δεν είναι μόνο ότι διέλυσαν τη ζωή μας. Διέλυσαν κάθε δημοκρατικό δικαίωμα» δήλωσε ο τελευταίος.
«Μπουρλότο» η ΔΑΚΕ: «Το κράτος, δυνάστης των πολιτών και προστάτης των εργοδοτών για μια ακόμη φορά, αντί να δώσει λύση στο θέμα των ναυπηγείων Σκαραμαγκά, ξυλοκόπησε και συνέλαβε τους εργαζόμενους που διαμαρτύρονται γιατί είναι απλήρωτοι εδώ και έξι μήνες. Ο αγώνας τους επιβάλλεται να γίνει αγώνας όλων μας...
Σε αυτήν τη λαίλαπα, όλοι για έναν και ένας για όλους!» αναφέρει η ανακοίνωσή της. Είναι η ΔΑΚΕ και ο Παναγόπουλος «εξτρεμιστές»; Μόνο ένας ηλίθιος θα το ισχυριζόταν ή ένας αδίστακτος πολιτικός απατεώνας.

Το ευρώ σώζει τη Γερμανία

"Ο χρηματιστηριακός τεχνικός αναλυτής Πάνος Παναγιώτου, σε συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα Sueddeutsche, μιλά για την κρίση που πλήττει την Ελλάδα και το ρόλο της ευρωπαϊκής και κυρίως της γερμανικής πολιτικής σε αυτή. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «η Γερμανία υποδέχτηκε στο ευρώ όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες, παραβλέποντας την πραγματική τους ικανότητα να προσχωρήσουν σε αυτό και στη συνέχεια χρησιμοποίησε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ως αντλία που τις φούσκωνε με φθηνό ρευστό ώστε με την πλεονάζουσα ρευστότητα τους να μπορούν να αγοράζουν τα ακριβά γερμανικά προϊόντα".

Ακολουθεί η συνέντευξη του κ. Παναγιώτου:

Επιστροφή στη δραχμή... Έφτασε η ώρα;

Από το Νοέμβριο του 2009 η Ελλάδα βαδίζει με το ένα πόδι στο δρόμο του ευρώ και με το άλλο στο δρόμο της δραχμής. Σε ποιον απ' τους δύο δρόμους θα καταλήξει εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την πολιτική βούληση των ηγετών της ΕΕ να τη στηρίξουν, η οποία με τη σειρά της επηρεάζεται απ' το πολιτικό και το οικονομικό κόστος αυτής της στήριξης και τελικά απ' τη γενικότερη κατάσταση και την πορεία της ελληνικής και της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Όταν ξέσπασε η ελληνική κρίση όλοι ήθελαν να αποφύγουν πάση θυσία την πτώχευση και την έξοδο της Ελλάδας απ' την Eυρωζώνη καθώς η ετοιμότητα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν μηδενική και η αντίδραση των αγορών σε έναν άγνωστο και ανυπολόγιστο κίνδυνο θα μπορούσε να απειλήσει με διάλυση το ευρώ και να προκαλέσει μία άνευ προηγουμένου ευρωπαϊκή και διεθνή κρίση.

Η διαπίστωση πως περισσότερο απ' το 90% των ελληνικών ομολόγων διέπονταν απ' το ελληνικό Δίκαιο, κάτι που επέτρεπε στην Ελλάδα να προκαλέσει επιμήκυνση ή και κούρεμα του χρέους της μεταφέροντας τις απώλειες της κυρίως στον ιδιωτικό τομέα (βρετανικό, αμερικανικό και ευρωπαϊκό) δεν εκλήφθηκε απ' την ΕΕ ως ευκαιρία αλλά αντιμετωπίστηκε ως απειλή. Η απόφαση η Ελλάδα να μην προχωρήσει έγκαιρα σε αναδιάρθρωση αλλά να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα 'γέφυρα' μέσω του οποίου μεταφέρθηκαν οι δυνητικές ζημίες του ιδιωτικού τομέα στα ευρωπαϊκά κράτη ενέτεινε την κρίση, ενισχύοντας τον ομφάλιο λώρο των ευρωπαϊκών κρατών με τις τράπεζες τους και ανοίγοντας το δρόμο για επανάληψη αυτής της διαδικασίας σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη.

Για περισσότερο από δυο χρόνια η ΕΕ κρατά σε μηχανική στήριξη την Ελλάδα κερδίζοντας χρόνο για να προετοιμαστεί για την πιθανότητα εξόδου της απ' το ευρώ και για να προχωρήσει στο σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης και διάσωσης των ευρωπαϊκών τραπεζών και σήμερα πλέον τα πράγματα είναι διαφορετικά απ' ότι το 2009 ως προς το βαθμό ετοιμότητας για ένα τέτοιο ενδεχόμενο αν και πολλοί σημαντικοί κίνδυνοι εξακολουθούν να παραμονεύουν πίσω απ' ένα GREXIT. Παρόλα αυτά η Ελλάδα έχει αφοπλιστεί απ' όλα τα νομικά της πλεονεκτήματα και δε μπορεί πια να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση μόνη της χωρίς να υποστεί μία καταστροφική πτώχευση, ενώ η ελληνική οικονομία έχει υποστεί τόσο μεγάλο πλήγμα εξαιτίας του προγράμματος εξαντλητικής λιτότητας, (η ελληνική ύφεση είναι σε διάρκεια ήδη η τρίτη μεγαλύτερη στον κόσμο από το 1800 και μετά ενώ το ΑΕΠ της χώρας έχει ήδη μειωθεί περισσότερο από 20%) που οι αντοχές των πολιτών έχουν μειωθεί αποφασιστικά.

Υπό την παραπάνω οπτική, λοιπόν, αν η Γερμανία και η ΕΕ αισθάνονται έτοιμες για μία ελληνική 'θυσία' ώστε για παράδειγμα να δικαιολογήσουν τη 'σωτηρία' της Ισπανίας και της Ιταλίας τότε η ώρα για μία έξοδο της Ελλάδας απ' την ευρωζώνη είναι πιθανό να έχει πλησιάσει επικίνδυνα. Σε κάθε περίπτωση το μπαλάκι βρίσκεται στο γήπεδο της Γερμανίας και της ΕΕ και όχι της Ελλάδας η οποία είναι εξαντλημένη και σε κατάσταση αποσύνθεσης.

Οι Έλληνες πολίτες έχουν φτάσει στα όριά τους. Βρίσκεται η Ελλάδα αντιμέτωπη με μια κοινωνική αναταραχή;

Η κοινωνική αναταραχή υπάρχει ήδη στην Ελλάδα όπως και σε πολλές χώρες του κόσμου εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης. Θυμηθείτε τις διαδηλώσεις απ' τις ΗΠΑ μέχρι τις αραβικές και αφρικανικές χώρες και φυσικά τους αγανακτισμένους και δη νεόπτωχους και άνεργους πολίτες στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Το γεγονός πως στην Ελλάδα η εκδήλωση της κοινωνικής αναταραχής γίνεται μέχρι στιγμής με ήπιο τρόπο παρά το πρωτοφανές μέγεθος της ελληνικής κρίσης είναι αποτέλεσμα της βαθιάς δημοκρατικής παιδείας και της εμπειρίας των Ελλήνων πολιτών στην αντιμετώπιση εξαιρετικά δύσκολων και επίπονων καταστάσεων. Πέρα απ' αυτό ο φιλοευρωπαϊσμός των Ελλήνων τους κάνει να επιδεικνύουν μία μοναδική πίστη στο όραμα και την ιδέα της Ευρώπης.

Παρά το γεγονός πως τα μέτρα που έφερε η Τρόικα προκάλεσαν τόσο πόνο αντίθετα με τις υποσχέσεις για το αντίθετο, στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι Έλληνες εξακολουθούν να επιθυμούν την παραμονή τους στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό παράδειγμα αφοσίωσης στην ιδέα μίας ενωμένης Ευρώπης.

Αξίζει να θυμηθούμε πως κατά τη διάρκεια της νομισματικής κρίσης των αρχών της δεκαετίας του '90, τόσο η Βρετανία όσο και η Ιταλία αποχώρησαν από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών και προτίμησαν το δρόμο της μεγάλης υποτίμησης των εθνικών τους νομισμάτων αντί του δημοσιονομικού πόνου. Μάλιστα, έκτοτε η Βρετανία εξελίχτηκε σε έναν απ' τους μεγαλύτερους πολέμιους του ευρωπαϊκού οράματος.

Αν ωστόσο η κατάσταση στην Ελλάδα επιδεινωθεί κι' άλλο ή αν η κρίση παραταθεί, τότε θα αρχίσουμε να μιλάμε για οικονομική γενοκτονία των Ελλήνων και σε μία τέτοια περίπτωση η κοινωνική αναταραχή μπορεί να λάβει ακραίες και καταστροφικές μορφές έκφρασης, κάτι το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να αποφευχθεί.

Είναι καθόλου πιθανό μια ευρωπαϊκή χώρα που δεν μπορεί να υποτιμήσει το νόμισμά της να ξαναγίνει υγιής;

Είναι αλήθεια ότι οι πολιτικοί και οικονομικοί ιθύνοντες στην ΕΕ και το ΔΝΤ συχνά λησμονούν πως η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα διεθνώς που πέτυχε τόσο μεγάλη μείωση του δημοσιονομικού της ελλείμματος χωρίς παράλληλη υποτίμηση του νομίσματος της και πως αυτή η διαδικασία είναι εξαιρετικά επίπονη.

Μία καλή απάντηση στο ερώτημα αν η δημοσιονομική εξυγίανση χωρίς υποτίμηση είναι δύσκολη ή τελικά, αδύνατη, φαίνεται να δίνεται από πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ με θέμα την 'αναπτυξιακή λιτότητα' όπου υποστηρίζεται η μελέτη μιας σειράς προγραμμάτων δημοσιονομικής εξυγίανσης σε αναπτυγμένα κράτη φανέρωσε ότι η μέχρι τώρα στρατηγική του ΔΝΤ ήταν λανθασμένη καθώς η προσπάθεια υλοποίησης σκληρής λιτότητας σε μία αδύναμη οικονομικά χώρα (περίπτωση Ελλάδας) μπορεί να προκαλέσει πολυετείς και μη αναστρέψιμες βλάβες με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μακροχρόνια ανεργία. Στα συμπεράσματα της συγκεκριμένης έκθεσης αναφέρεται πως η δέσμευση για δημοσιονομική εξυγίανση πρέπει να γίνεται σε πρώτο χρόνο αλλά η εφαρμογή των μέτρων λιτότητας να έρχεται αφού η οικονομία επιστρέψει δυναμικά στην ανάπτυξη και όχι νωρίτερα. Μία τέτοια 'αναπτυξιακή λιτότητα' μοιάζει να αποτελεί μία ρεαλιστική λύση για τις χώρες της ΕΕ με ανάγκες δημοσιονομικής εξυγίανσης και μπορεί να πετύχει χωρίς υποτίμηση και εντός ευρώ αρκεί να υπάρξει πολιτική βούληση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ειδικά για την Ελλάδα και πιθανώς για την Πορτογαλία, ωστόσο, το πιθανότερο είναι πως θα χρειαστούν και επιπρόσθετα βοηθητικά μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιτυχία ενός τέτοιου προγράμματος.

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα προκλήθηκε κυρίως από την ίδια τη χώρα ή είναι αποτέλεσμα ευρωπαϊκών πολιτικών;

Η κρίση στην Ελλάδα ξέσπασε επίσημα» στα τέλη του 2009 όταν ο τότε πρωθυπουργός της κ. Γ. Παπανδρέου πανικοβλήθηκε και πανικόβαλε τους πάντες σχετικά με την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, υποστηρίζοντας πως η χώρα κινδύνευε με πτώχευση κάτι το οποίο δεν πιστοποιούνταν από κανένα στοιχείο στη δεδομένη στιγμή αλλά και όταν διέσυρε την Ελλάδα διεθνώς ρίχνοντας όλο το βάρος των όποιων προβλημάτων αυτή αντιμετώπιζε αποκλειστικά και μόνο στην ίδια, κάτι το οποίο απέχει πάρα πολύ απ' την πραγματικότητα.

Χωρίς να αρνείται κανείς τις τεράστιες ευθύνες των ελληνικών κυβερνήσεων και των ελληνικών τραπεζών για τα προβλήματα της Ελλάδας, στα τέλη του 2009 η ελληνική οικονομία είχε ήδη πληγωθεί καίρια και ταλαιπωρηθεί εξαντλητικά από μία σειρά εξωτερικών αρνητικών παραγόντων όπως:
  • την αμερικανική και στη συνέχεια τη διεθνή τραπεζική κρίση (έκθεση του πανεπιστημίου Χάρβαρντ δείχνει πως των τραπεζικών κρίσεων ακολουθούν κρίσεις κρατικού χρέους καθώς τα κράτη επωμίζονται τις ζημίες των τραπεζών – έκθεση της ΕΕ το Φεβρουάριο του 2009 έκανε λόγο για ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης των ευρωπαϊκών τραπεζών δυνητικού ύψους πολλών τρις ευρώ)
  • το παγκόσμιο χρηματιστηριακό κραχ
  • την κατάρρευση της αμερικανικής αγοράς κατοικίας η οποία έλαβε διεθνείς διαστάσεις μολύνοντας και την Ελλάδα όπου ο κλάδος κατοικίας αποτελούσε ένα απ' τους σημαντικότερους οικονομίας της χώρας
  • την απογείωση των τιμών πετρελαίου στο ιστορικό ρεκόρ των 147 δολαρίων (οι τιμές πετρελαίου πριν τον πόλεμο στο Ιράκ κυμαίνονταν στα 25 δολάρια ανά βαρέλι) – η Ελλάδα εισάγει το 98% του πετρελαίου που καταναλώνει και μέσα σε λίγα χρόνια βρέθηκε να πληρώνει 600% υψηλότερες τιμές πετρελαίου
  • το ιστορικό ρεκόρ στις τιμές τροφίμων και εμπορευμάτων το οποίο καταγράφηκε στα μέσα του 2008 ως απόρροια της εκτόξευσης των τιμών πετρελαίου (η Ελλάδα εισάγει το μεγαλύτερο ποσοστό των τροφίμων και των εμπορευμάτων που καταναλώνει)
  • την χρηματοπιστωτική κρίση που ξέσπασε πριν την ελληνική κρίση με αφετηρία την Ιρλανδία και στη συνέχεια με την παραλίγο πτώχευση του Ντουμπάι
  • το νομισματικό πόλεμο δολαρίου – ευρώ ο οποίος το 2009 είχε φτάσει σε κορύφωση (βλέπε δηλώσεις Σαρκοζί για την ανάγκη αλλαγής του διεθνούς νομισματικού συστήματος και αντικατάστασης του δολαρίου από ένα καλάθι νομισμάτων με ειδικό βάρος σ' αυτό για το ευρώ και τη δέσμευση του να το πετύχει στη σύνοδο των G20 το 2011 – βλέπε επίσης σχετικές εκθέσεις ΔΝΤ, ΟΗΕ, με έμφαση στην ανάγκη αλλαγής του ρόλου του δολαρίου στο διεθνές νομισματικό σύστημα)
  • την επιτοκιακή πολιτική της ΕΚΤ, η οποία διατήρησε τα επιτόκια του ευρώ σε ιστορικό χαμηλό επίπεδο στα χρόνια της μεγάλης ανάπτυξης προκειμένου να στηρίξει την υπό οικονομική πίεση Γερμανία, για να τα αυξήσει σε ιστορικό υψηλό την ώρα της ύφεσης προκαλώντας αρχικά φούσκες και στη συνέχεια ασφυξία στα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου
  • την απόφαση, στον απόηχο της πτώχευσης της Lehman Brothers, της ΕΕ με επικεφαλής τη Γερμανία, να στηριχτούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες με κρατικά χρήματα ξεχωριστά από κάθε χώρα της Ευρωζώνης και όχι να αφεθούν οι τράπεζες να αναλάβουν τις ευθύνες τους ή τουλάχιστον να διασωθούν με ένα κοινό ευρωπαϊκό πλάνο που θα επέτρεπε παράλληλα και την προστασία των κρατών και τελικά του ευρώ
  • την παγκόσμια ύφεση, η οποία ήταν η μεγαλύτερη των τελευταίων δεκαετιών και που γι' αυτήν, προφανώς, δεν ευθύνεται η Ελλάδα
Αξίζει να θυμηθούμε τις δηλώσεις της Γερμανίδας καγκελαρίου Μέρκελ για τους υπαίτιους της κρίσης το Σεπτέμβριο του 2008 όταν υποστήριξε πως «φορολογούμενοι πολύ μακριά από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία θα πρέπει τώρα να κουβαλήσουν το βάρος της κρίσης, η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν οι ΗΠΑ είχαν ενεργήσει με μεγαλύτερη σύνεση κάτι για το οποίο ευθύνεται και η Βρετανία.... Οι ΗΠΑ οδήγησαν το βιομηχανικό κόσμο στην χρηματοπιστωτική κρίση με την πεισματική τους άρνηση να επιβάλλουν οποιονδήποτε έλεγχο στην πιστωτική επέκταση και παράλληλα επιτρέποντας τη διεξαγωγή εμπορίου πίστωσης απ' τις τράπεζες» (The Guardian, 22 Σεπτεμβρίου 2008).

Έτσι αν και η ελληνική κρίση ξεκίνησε «επισήμως» στα τέλη του 2009, η βλάβη στην ελληνική οικονομία είχε αρχίσει πολλά χρόνια νωρίτερα, με συνδυαστικές ευθύνες τόσο των ελληνικών κυβερνήσεων και των ελληνικών τραπεζών όσο όμως και των ΗΠΑ, των διεθνών τραπεζών, της ΕΕ, της ΕΚΤ και της Γερμανίας.

Είναι ενδιαφέρον, ωστόσο, πως μέχρι τη στιγμή του «Πανικού Παπανδρέου» η Ελλάδα συνέχιζε να προσελκύει επενδυτικά κεφάλαια, το χρηματιστήριο της κατέγραφε τη μεγαλύτερη άνοδο στον κόσμο σε ετήσια βάση (μέχρι το Νοέμβριο του 2009), οι τράπεζες της απολάμβαναν καταθέσεις στο ύψος ρεκόρ των 247 δις ευρώ, η πιστοληπτική βαθμολογία της βρισκόταν στο Α (δεύτερη υψηλότερη στην ιστορία της), η καταναλωτική εμπιστοσύνη είχε μπει σε φάση ανάρρωσης, οι αγορές κεφαλαίων ήταν ανοιχτές για δανεισμό τόσο για το κράτος όσο και για τις τράπεζες με λογικά επιτόκια και δεν ετίθετο θέμα εξυπηρέτησης του χρέους, οι τιμές των CDS της παρέμεναν σε πολύ χαμηλά επίπεδα και η ανεργία είχε διατηρηθεί αισθητά κάτω απ' το 9,5%.

Από εκεί και πέρα η ελληνική κρίση μετατράπηκε σε ένα παιχνίδι εξυπηρέτησης ποικίλων συμφερόντων, με αυτά της Ελλάδας να περνούν σε τελευταία μοίρα.

Για παραμένει η Γερμανία οικονομικά ισχυρή/υγιής ενώ οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου βρίσκονται σε οικονομικό αναβρασμό;

Πέρα από τη διεθνώς πρωταγωνιστική θέση της Γερμανίας στον τομέα της βιομηχανίας ο οποίος και αποτελεί τον πυλώνα της οικονομία της, η απάντηση στο ερώτημα που θέτετε βρίσκεται σε ένα σημαντικό βαθμό και στο γεγονός πως το ευρώ λειτούργησε ως ένα πακέτο διάσωσης της Γερμανίας εις βάρος του ευρωπαϊκού Νότου.

Το 2000 η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με το σπάσιμο της φούσκας τεχνολογίας και τηλεπικοινωνιών που προκάλεσε μία γενικότερη χρηματοοικονομική κρίση η οποία αντέστρεψε τη ροή των επενδυτικών κεφαλαίων και έσπρωξε τη χώρα στην ύφεση σε μία περίοδο που το κόστος από την απορρόφηση της ανατολικής Γερμανίας εξακολουθούσε να δημιουργεί αυξημένες ανάγκες. Τα επιτόκια των γερμανικών δεκαετών ομολόγων σκαρφάλωσαν γοργά από το 3,6% στο 5,6% ενώ το ευρώ βρέθηκε σε ελεύθερη πτώση χάνοντας περισσότερο από το 20% της αξίας του έναντι του δολαρίου και προκαλώντας ερωτηματικά για την ίδια τη βιωσιμότητα του.

Με τις ΗΠΑ να βουλιάζουν, επίσης, σε ύφεση, την Κίνα να βρίσκεται στα πρώιμα στάδια εισαγωγής προϊόντων απ' τη Δύση και τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ακόμη εκτός ευρωζώνης, το μεγάλο ερώτημα ήταν που θα έβρισκε στήριξη η γερμανική οικονομία.

Προκειμένου να αντιμετωπίσει την κρίση της, η Γερμανία υποδέχτηκε στο ευρώ όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες παραβλέποντας την πραγματική τους ικανότητα να προσχωρήσουν σε αυτό και στη συνέχεια χρησιμοποίησε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ως αντλία που τις φούσκωνε με φθηνό ρευστό ώστε με την πλεονάζουσα ρευστότητα τους να μπορούν να αγοράζουν τα ακριβά γερμανικά προϊόντα.

Μέσα στα πλαίσια αυτής της πολιτικής η ΕΚΤ μείωσε τα επιτόκια του ευρώ από το 5% στο 2%, διατηρώντας τα σε αυτά τα επίπεδα κόντρα στις μακροοικονομικές ανάγκες της ευρωζώνης για περισσότερο από δυόμιση χρόνια, μεταξύ του 2003 και 2006. Στα τέλη του 2005, όταν τα αμερικανικά και τα βρετανικά επιτόκια ξεπερνούσαν το 4% και τα αυστραλιανά το 5% τα ευρωπαϊκά εξακολουθούσαν να κυμαίνονται στο ιστορικό χαμηλό τους, 2%.
Το φθηνό χρήμα δημιούργησε φούσκες περιουσιακών στοιχείων στα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου που είχαν μόλις υιοθετήσει το ευρώ, προκαλώντας αυξήσεις ρεκόρ στον κλάδο κατοικίας, στην καταναλωτική πίστωση, στις χρηματιστηριακές αγορές και αλλού.

Το 2005 ο διευθυντής οικονομικών της επενδυτικής εταιρίας Nomura σε συζήτηση του με ανώτατο αξιωματούχο της ΕΚΤ παρατήρησε πως ήταν άδικο να εξωθούνται οι χώρες της ΕΕ εν αγνοία τους στη διάσωση της - υπεύθυνης για την κρίση της - Γερμανίας, με το να φουσκώνονται εσκεμμένα οι οικονομίες τους μέσω μίας παρατεταμένης πολιτικής νομισματικής χαλάρωσης απ' την ΕΚΤ ώστε να αγοράζουν γερμανικά προϊόντα. Ο αξιωματούχος της ΕΚΤ του έδωσε, τότε, την εξής απάντηση: «αυτή είναι η έννοια ενός ενιαίου νομίσματος: επειδή η Γερμανία δε μπορεί κατ' εξαίρεση να υιοθετήσει ένα πακέτο τόνωσης η μόνη άλλη επιλογή είναι να σηκώσει όλη την Ένωση μέσω της νομισματικής πολιτικής».

Μιλώντας με αριθμούς, στα δέκα χρόνια προ της εισαγωγής της Ελλάδας στο ευρώ η Γερμανία οι γερμανικές εξαγωγές στην Ελλάδα ανήλθαν στα 35 δις δολάρια και στα δέκα πρώτα χρόνια μετά την υιοθέτηση του ευρώ αυξήθηκαν στα 70 δις δολάρια, καταγράφοντας άνοδο της τάξης του 100%. Στα έτη 1997-1998 (προ ευρώ) οι ελληνικές εισαγωγές γερμανικών προϊόντων είχαν ανέλθει στα 7,7 δις δολάρια. Δέκα χρόνια αργότερα, στα έτη 2007-2008 η Ελλάδα εισήγε γερμανικά προϊόντα ύψους, περίπου, 21,5 δις δολαρίων σε μία αύξηση κοντά στο 300%.

Οι αυξημένες εισαγωγές γερμανικών προϊόντων απ' την πολιτική φουσκώματος του Νότου ίσως να μη δημιουργούσε τόσο μεγάλο πρόβλημα αν η Γερμανία ανταπέδιδε τη χάρη αυξάνοντας τις εισαγωγές της απ' τους εταίρους της. Όμως έκανε το αντίθετο. Ενώ απολάμβανε τα οφέλη της πολιτικής επέκτασης της πίστωσης στην ΕΕ εκείνη προστατεύθηκε ακολουθώντας αντιπληθωριστική πολιτική, ενισχύοντας αντί να αμβλύνει τις αποκλίσεις με τα υπόλοιπα κράτη, βορά και Νότου.

Ενδεικτικά, οι εισαγωγές ελληνικών προϊόντων απ' τη Γερμανία το 1992 ήταν 2,2 δις δολάρια και το 2002, έτος υιοθέτησης του ευρώ ανήλθαν στο 1,7 δις δολάρια καταγράφοντας μείωση αντί για αύξηση. Από το 1997 μέχρι το 2001 το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας ήταν ελλειμματικό και αυτό της Ιταλίας, της Ιρλανδίας και της Γαλλίας πλεονασματικό. Από την πρώτη χρονιά υιοθέτησης του ευρώ η διαφορά αυτή άρχισε να μειώνεται και από το 2005 και μετά οι τρεις αυτές χώρες καταγράφουν ελλείμματα και η Γερμανία πλεονάσματα.

Μέσα σε λίγα χρόνια απ΄ την υιοθέτηση του ευρώ το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας ξεπέρασε αυτό της Ιαπωνίας και της Κίνας φέρνοντας τη στην πρώτη θέση στον κόσμο σε εξαγωγές χάρη στον ευρωπαϊκό Νότο και τα υπόλοιπα κράτη της ευρωζώνης, αφού σε αυτά στηρίχτηκε το μεγαλύτερο ποσοστό της ανάπτυξης των εξαγωγών της.

Η άποψη ότι οι μεταρρυθμίσεις στις οποίες προέβη η Γερμανία την έκαναν πιο ανταγωνιστική είναι ένας μύθος που δεν υποστηρίζεται απ' τα στοιχεία καθώς το εμπορικό ισοζύγιο με τις ΗΠΑ και την Κίνα από το 2000 μέχρι το 2009 παρέμεινε σταθερό και μόνο αυτό με τα κράτη της Ευρωζώνης άλλαξε υπέρ της Γερμανίας η οποία έφαγε το 'μεσημεριανό' και το 'δείπνο' της Γαλλίας και των PIIGS με τη βοήθεια και τις ευλογίες της ΕΚΤ.

Ακολούθησε η αμερικανική κρίση η οποία εξελίχτηκε σε ένα παγκόσμιο τσουνάμι. Οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου γονάτισαν απ' την αφόρητη πίεση που δέχτηκαν και η Γερμανία αρνήθηκε να αναλάβει τις ευθύνες της και να βοηθήσει γρήγορα και αποτελεσματικά την ευρωζώνη με την υπόλοιπη εξέλιξη να αποτελεί μία γνωστή ιστορία της οποίας μένει να δούμε το τέλος.

Έχει η Γερμανία ειδική ευθύνη;

Οπωσδήποτε...

Γιατί;

Αν η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση ήταν ένα πλανητικό σύστημα τότε η Γερμανία θα έπαιζε σε αυτό, υποχρεωτικά, το ρόλο του ήλιου που πρέπει άλλοτε να καίει λιγότερο και άλλοτε περισσότερο προκειμένου να μην κάψει αλλά και να μην παγώσει τους υπόλοιπους πλανήτες.

Όμως επιτρέποντας και ωθώντας την ΕΚΤ να ακολουθήσει την επιτοκιακή πολιτική που είδαμε παραπάνω, η Γερμανία υπερθέρμανε το Νότο στα πρώτα χρόνια του ευρώ και τον πάγωσε στην συνέχεια.

Η Γερμανία ως κυρίαρχος δύναμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στην εξυπηρέτηση των δικών της και του κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος. Αποδείχτηκε αδύνατο να το πράξει και προτάσσοντας το δικό της συμφέρον έναντι των υπολοίπων προκάλεσε τεράστια προβλήματα δεδομένου του ειδικού της βάρους στην Ευρώπη και κυρίως στην Ευρωζώνη.

Τώρα πια, την ώρα της κρίσης, η ΕΕ περιμένει απ' τη Γερμανία να δει την πραγματικότητα κατάματα και να σταματήσει να συμπεριφέρεται υπεροπτικά ζώντας στην ψεύτικη υπόθεση ότι η οικονομία της είναι καλύτερη επειδή η ίδια προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις τις οποίες πρέπει οπωσδήποτε να κάνουν και οι υπόλοιποι πριν να έχουν το δικαίωμα για στήριξη.

Τα πράγματα δεν είναι, ακριβώς, έτσι. Ακόμη και σήμερα η Γερμανία απολαμβάνει ένα σούπερ πακέτο τόνωσης εξαιτίας του εκμηδενισμού του κόστους κρατικού δανεισμού της και της ροής κεφαλαίων στις τράπεζες και τα ομόλογα της απ' το φλεγόμενο Νότο. Ας είμαστε ειλικρινείς: το ευρώ βοήθησε στο μέγιστο βαθμό τη Γερμανία χάρη στον τρόπο που το μεταχειρίστηκε. Τώρα είναι η στιγμή να ανταποδώσει τη χάρη και να βοηθήσει στη μείωση των αποκλίσεων και στην αποκλιμάκωση της κρίσης. Μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως είναι δικαίωμα της Γερμανίας να αρνηθεί να το πράξει. Σε τελική ανάλυση τα υπόλοιπα κράτη της ΕΕ θα μπορούσαν να είναι εξ αρχής προσεκτικότερα. Τότε, όμως, η Γερμανία θα πρέπει να είναι έτοιμη να δει αυτή της την απόφαση να αφήσει το Νότο ή ένα τμήμα του να καεί, να γραφτεί με τα πλέον μελανά γράμματα στις σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας, δίπλα σε παλαιότερες εξαιρετικά λανθασμένες αποφάσεις της.

Υπάρχει διαφορά μεταξύ της κρίσης στην Ελλάδα και της κρίσης σε Ισπανία και Ιταλία;

Υπάρχουν δύο ειδών παράμετροι που χαρακτηρίζουν μία κρίση: οι εσωτερικές, δηλαδή που έχουν να κάνουν με τον τρόπο που λειτουργεί το ίδιο το κράτος και οι εξωτερικές, δηλαδή αυτές που αφορούν στο ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο το κράτος υφίσταται και απ' τις οποίες επηρεάζεται.

Η κρίση στις οικονομίες των κρατών που αναφέρετε προκλήθηκε εξαιτίας των ίδιων εξωτερικών παραμέτρων και παρόμοιων αλλά όχι ίδιων εσωτερικών. Έτσι είναι δεδομένο πως η παγκόσμια ύφεση, η αμερικανική τραπεζική κρίση, οι υψηλές τιμές πετρελαίου, η υπέρμετρη ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου από το 2002 μέχρι το 2009, η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ και η ευρωπαϊκή πολιτική της Γερμανίας, επηρέασαν αρνητικά τόσο την Ελλάδα όσο και την Ισπανία και την Ιταλία.

Επίσης, αν και όχι ακόμη επισήμως αναγνωρισμένο, η ελληνική κρίση είναι σε μεγάλο βαθμό και τραπεζική, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες της ΕΕ.

Από εκεί και πέρα σε κάθε χώρα ίσχυσαν και ισχύουν ιδιαίτερες συνθήκες οι οποίες κάνουν τις ομοιότητες μεταξύ των κρίσεων που τις πλήττουν μεγαλύτερες ή μικρότερες. Για παράδειγμα στην Ελλάδα η αύξηση του δημόσιου χρέους και η σπατάλη κρατικού χρήματος που έλαβε χώρα κυρίως στη δεκαετία του '80 επί κυβερνήσεων του πατέρα του μέχρι προσφάτως πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, Α. Παπανδρέου, ίσως να μην έχει έχει συμβεί ποτέ σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Δεν είναι συμπτωματικό πως μεταξύ 1980-1996 (διάστημα στο οποίο υπήρξαν τρεις κυβερνήσεις του Α. Παπανδρέου), το χρέος της Ελλάδας αυξήθηκε απ' το 28% σε πάνω απ' το 100% του ΑΕΠ, όπου και παρέμεινε, περίπου, μέχρι το 2009.

Έχετε πει/προειδοποιήσει ότι μια υπερβολικά ισχυρή Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – κάτι που αποτελεί στόχο της Γερμανίας – μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για τη δημοκρατία στην Ευρώπη. Σας παρακαλώ, μας το εξηγείτε...

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) πάσχει από αδιαφάνεια και μυστικοπάθεια. Με έδρα της στη Φρανκφούρτη, μετά από αυστηρή απαίτηση της Γερμανίας, δημιουργημένη στα πρότυπα της Bundesbank και υπό γερμανική επιρροή, η ΕΚΤ καθορίζει τη μοίρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ότι είναι κοινώς κατανοητό και παραδεκτό.

Ο έλεγχος της νομισματικής πολιτικής, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία για την οικονομική επιβίωση ενός κράτους, παραχωρείται από τα κράτη μέλη της ΕΕ στην ΕΚΤ με την είσοδο τους στην ευρωζώνη. Αυτό γίνεται με την πίστη και την ελπίδα των κρατών της ΕΕ και τη δέσμευση της ΕΚΤ ότι η άσκηση της νομισματικής πολιτικής θα ασκείται με γνώμονα το κοινό συμφέρον της ευρωζώνης. Τί συμβαίνει, όμως, όταν το συμφέρον του ευρωπαϊκού Βορά ή συγκεκριμένα της Γερμανίας είναι διαφορετικό απ' αυτό του ευρωπαϊκού Νότου;

Κατά τη διάρκεια της έξαρσης της διεθνούς κρίσης στα τέλη του 2008, οι ΗΠΑ είχαν μειώσει τα επιτόκια τους κοντά στο 0%. Την ίδια στιγμή η ΕΚΤ τα διατηρούσε πάνω απ' το 4% και μάλιστα προέβη σε αύξηση τους μεγεθύνοντας την κρίση ρευστότητας στην ευρωζώνη. Το κόστος του χρήματος στην ΕΕ έγινε πολλαπλάσιο αυτού στις ΗΠΑ και στον υπόλοιπο αναπτυγμένο κόσμο με αποτέλεσμα να γίνει πανάκριβη και εξαιρετικά δύσκολη η χρηματοδότηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Η πολιτική της ΕΚΤ στα τέλη του 2008 προκάλεσε την άνοδο του ευρώ στο 1,60 έναντι του δολαρίου κάνοντας το ενιαίο νόμισμα το ακριβότερο στον κόσμο, σκοτώνοντας με αυτόν τον τρόπο τις ευρωπαϊκές οικονομίες οι οποίες πέρα απ' τα υψηλότερα επιτόκια στη Δύση είχαν να αντιμετωπίσουν και το πανάκριβο ευρώ.

Αργότερα, κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής κρίσης η ΕΚΤ προχώρησε σε μία νέα ανεξήγητη και για πολλούς καταστροφική κίνηση, αυξάνοντας τα επιτόκια του ευρώ την ώρα που ολόκληρος ολόκληρος ο κόσμος προσδοκούσε μία μείωση.

Ποια μέλη, λοιπόν, του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και με ποια λογική πρότειναν τις παραπάνω πολιτικές; Ποια μέλη της είχαν αντίθετες απόψεις, ενστάσεις, διαφορετικές προτάσεις και ποιες ήταν αυτές; Το πιθανότερο είναι πως δε θα μάθουμε ποτέ καθώς τα αρχεία των προτάσεων και των συζητήσεων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ είναι μυστικά.


Το θέμα της μυστικότητας με την οποία δρα η ΕΚΤ ήταν εξ αρχής μείζον αλλά έχει μετατραπεί σε καθοριστικής σημασίας στα χρόνια της ευρωπαϊκής κρίσης. Η ΕΚΤ αύξησε τον ισολογισμό της κατά 1,8 τρις ευρώ τα τελευταία τέσσερα έτη αλλά δεν έχει ενημερώσει την ΕΕ σχετικά με τα προϊόντα που αγόρασε, σε ποιες τιμές και με ποιους όρους τα απέκτησε και το κυριότερο από ποιον τα αγόρασε. Κανείς δε γνωρίζει πώς αξιολογεί τις τιμές των προϊόντων που αγοράζει η ΕΚΤ, πώς επιβάλλει τα κουρέματα και αν αυτά είναι ίδια σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Κανείς δεν ξέρει γιατί η ΕΚΤ αγόρασε το συγκεκριμένο ύψος κρατικών ομολόγων διάφορων κρατών και όχι λιγότερο ή περισσότερο, γιατί αποφάσισε να παράσχει στις ευρωπαϊκές τράπεζες δάνεια ύψους ενός τρις ευρώ στα τέλη του 2011 και όχι νωρίτερα, στην αρχή της κρίσης. Η ΕΚΤ δεν δικαιολογείται, δεν απολογείται και δεν κρίνεται. Μόνο αποφασίζει μυστικά και εκτελεί.

Όμως, πώς είναι δυνατό να υπάρξει δημοκρατία μέσα απ' τη μυστικότητα; Πώς μπορεί να παραχωρείται ολοένα και περισσότερη εθνική κυριαρχία και δύναμη σε ένα τραπεζικό ίδρυμα το οποίο αποφασίζει για τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων χωρίς να δίνει αναφορά σε κανέναν παρά μόνο, ίσως, στην Bundesbank και τη Γερμανία;

Μετά την τελευταία ευρωπαϊκή σύνοδο η ΕΚΤ αναμένεται να λάβει ακόμη μεγαλύτερες εξουσίες. Ο ρόλος του επόπτη του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος είναι μία απ' αυτές. Όμως ποιος θα εποπτεύσει τον επόπτη; Ποιος θα ελέγξει τις αποφάσεις του, έστω και ετεροχρονισμένα;

Για ποιο λόγο, όμως, η υπό σχεδιασμό ευρωπαϊκή τραπεζική ενοποίηση θα πρέπει να περνά μέσα απ' την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα; Γιατί όχι από ένα τραπεζικό Eurogroup με διαφανείς διαδικασίες του οποίου οι αποφάσεις θα λαμβάνονται δημοκρατικά και τα αρχεία θα δημοσιεύονται προς κρίση και κριτική;

Μία μη δημοκρατική και με υπερεξουσίες ΕΚΤ οδηγεί σε απόκλιση στη δημοκρατία και τελικά προκαλεί μία κρίση δημοκρατίας εντός της ευρωζώνης. Αυτό συνέβη χωρίς να γίνει αντιληπτό στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας όταν το συμφέρον της Γερμανίας τοποθετήθηκε απ' την ΕΚΤ πάνω απ' αυτό του ευρωπαϊκού Νότου κατά τη διάρκεια της άσκησης της νομισματικής πολιτικής. Σήμερα, πλέον, η απόκλιση στη δημοκρατία γίνεται πολύ πιο άκομψα, ωμά και φανερά απ' ότι στα προηγούμενα χρόνια με τη Γερμανία να μη διστάζει να δείχνει ξεκάθαρα την ΕΚΤ ως το ίδρυμα στο οποίο θα πρέπει να υποταχθεί η ευρωζώνη.

Η Γερμανία, όμως, πρέπει να προσέξει πολύ τί εύχεται αλλά και τί επιδιώκει. Δημιουργώντας μία μη δημοκρατική Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και παρέχοντας της υπερεξουσίες χωρίς καμία υποχρέωση να λογοδοτεί για το πώς τις ασκεί, βάλλει την αξιοπιστία της και αυξάνει την ανησυχία των αγορών για τον τρόπο λειτουργίας της αλλά και για οτιδήποτε την αφορά. Το άγνωστο δε μπορεί να μετρηθεί, να υπολογιστεί και να αντισταθμιστεί και οι αγορές, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, μπορούν να χάσουν την πίστη τους πολύ εύκολα. Μία τέτοια απώλεια εμπιστοσύνης στην ΕΚΤ θα αποτυπωθεί άμεσα σε ολόκληρη την ευρωζώνη απ΄ το Νότο ως το Βορά και θα επηρεάσει καταλυτικά την εμπιστοσύνη στο ενιαίο νόμισμα. Οι χρηματοοικονομικές, οικονομικές και νομισματικές συνέπειες θα μπορούσαν να είναι τεράστιες.

Το κυριότερο όλων, όμως, ο δρόμος στον οποίο έχει μπει η ΕΚΤ προκαλεί τεράστιες αποκλίσεις εντός της ΕΕ υπονομεύοντας το μέλλον των κρατών μελών της και της ίδιας της Ένωσης και δημιουργώντας μία εκκολαπτόμενη κρίση δημοκρατίας. Η ΕΚΤ δεν πρέπει να γίνει το οικονομικό Βατικανό της ευρωζώνης, ένα κράτος εν κράτει, απ' το οποίο θα εξαρτάται όλο και περισσότερο το μέλλον της Ένωσης. Θα είναι ιστορικό λάθος αν ο δρόμος που προτείνει η Γερμανία για την έξοδο απ' την κρίση περνά όχι μόνο μέσα απ' τη δημοσιονομική λιτότητα αλλά και απ' τη λιτότητα στη δημοκρατία.

Μπορεί ακόμη η Ελλάδα να αποτρέψει τη χρεοκοπία; Αν ναι, υπό ποιες συνθήκες;

Προκειμένου να αποφευχθεί η πτώχευση και γενικότερα να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά η κρίση τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, πρέπει να προηγηθεί η αναγνώριση και η αποκατάσταση της αλήθειας για τους λόγους που αυτή ξέσπασε και συνεχίζει να βαθαίνει. Ένας σοφός μαθηματικός έλεγε πως η βασικότερη προϋπόθεση για να λύσει κανείς ένα πρόβλημα είναι να το κατανοήσει και μέχρι αυτό να συμβεί το πρόβλημα θα παραμένει άλυτο.

Μελετώντας την ιστορία της ευρωζώνης μέσα από μέχρι προσφάτως απόρρητα κρατικά έγγραφα αρκετών κρατών (ΗΠΑ, Γερμανίας, Ρωσίας, Βρετανίας κλπ) διαπιστώνουμε πως το οικοδόμημα του ευρώ ήταν εξ αρχής ένα μείγμα εξυπηρέτησης οικονομικοπολιτικών συμφερόντων, με αυτά της Γερμανίας και της Γαλλίας να βρίσκονται σε κυρίαρχη θέση (ένα βιβλίο μου για την κρυφή ιστορία της ΕΕ βασισμένο και σε αυτά τα έγγραφα είναι ήδη υπό έκδοση). Πριν μιλήσουμε για τις ευθύνες μικρών κρατών για τα όσα βιώνει η ΕΕ πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε αυτές των μεγαλύτερων.

Μελετώντας απ' την άλλη πλευρά τα τεκταινόμενα κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του νέου αιώνα διαπιστώνουμε πως της ευρωπαϊκής κρίσης προηγήθηκαν άλλες «ξενόφερτες κρίσεις» για τις οποίες οι ευθύνες των ΗΠΑ και της Βρετανίας ήταν πρωταρχικές, όπως σωστά επεσήμανε στο παρελθόν η Καγκελάριος Μέρκελ. Η Ευρώπη πληρώνει το τίμημα αυτής της κρίσης πολύ ακριβά και θα έπρεπε να ενωθεί περισσότερο και να αποκτήσει μεγαλύτερη αλληλεγγύη για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της και όχι να διαιρεθεί και να μπει σε μία φάση ενός οικονομικού και πολιτικού «εμφύλιου πολέμου» με τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί και τελικά να διαλυθεί εξαιτίας της. Αν οι Γερμανοί πραγματικά πιστεύουν πως η Ελλάδα (ή η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία κλπ) είναι το πρόβλημα κάνουν ένα τραγικό λάθος. Ας το θυμούνται αυτό όταν γεμίζουν το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου τους και θερμαίνουν το σπίτι τους με κόστος πέντε φορές μεγαλύτερο απ' ότι θα συνέβαινε αν οι ΗΠΑ δεν ήθελαν να 'απελευθερώσουν' το Ιράκ.

Η κρίση έχει παγκόσμιες και πανευρωπαϊκές διαστάσεις και η όποια λύση θα πρέπει να αναζητηθεί μέσα από μία συλλογική και ειλικρινή ευρωπαϊκή προσπάθεια με χαρακτήρα αλληλεγγύης και όχι τιμωρητικό δηλαδή μέσα σε ένα πνεύμα διαφορετικό απ' αυτό που έχει επιδείξει μέχρι στιγμής η κυβέρνηση Μέρκελ Όσον αφορά ειδικότερα στην Ελλάδα, πρέπει να συμβούν τα ακόλουθα:

1) Να αναγνωριστεί επισήμως πως η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία πύρινη λαίλαπα της οποίας πολλές απ' τις μεγαλύτερες εστίες προήλθαν απ' το εξωτερικό της περιβάλλον. Αν η Καγκελάριος Μέρκελ θεωρεί, όπως έχει υποστηρίξει, ότι η παραποίηση των ελληνικών στατιστικών στοιχείων προκάλεσε πράγματι συστατικό στοιχείο της κρίσης, τότε πρέπει να συνδράμει ώστε να τιμωρηθούν, συγκεκριμένα, οι υπεύθυνοι γι' αυτό και όχι να τιμωρεί και να διασύρει έναν ολόκληρο λαό ο οποίος δεν είχε καμία απολύτως σχέση με αυτό το σκάνδαλο.

2) Να αναγνωριστούν επισήμως οι πρωτοφανείς θυσίες, οι επιτυχίες αλλά και οι βλάβες που έχει υποστεί η Ελλάδα τα τελευταία δυόμισι χρόνια στην προσπάθεια υλοποίησης των μέτρων που της επιβλήθηκαν. Το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε σε βαθμό ρεκόρ, οι μισθοί και οι συντάξεις υπέστησαν τις μεγαλύτερες μειώσεις που έγιναν ποτέ σε αναπτυγμένη χώρα, οι φόροι αυξήθηκαν σε επίπεδα ρεκόρ αλλά και τα εργασιακά δικαιώματα δεκαετιών καταργήθηκαν βάναυσα εν μία νυκτί, το επίπεδο ζωής και η αγοραστική δύναμη των πολιτών συρρικνώθηκε περισσότερο από 50%, ο αριθμός των φτωχών και των ανέργων εκτινάχθηκε στα ύψη, οι ευπαθείς και κατώτερες κοινωνικές ομάδες συνετρίβησαν κλπ. Όσο διαδίδεται και αναπαράγεται το, ιστορικών διαστάσεων, πλέον, ψέμα πως στην Ελλάδα δεν έχει συμβεί τίποτε απ' την αρχή της κρίσης και ότι οι «πλούσιοι» Έλληνες πρέπει να συνεχίζουν να τιμωρούνται και τελικά να εξοντώνονται, τόσο η στήριξη στην Ελλάδα θα γίνεται δυσκολότερη και η κρίση θα παρατείνεται.

3) Να αναγνωριστεί επισήμως πως η ελληνική κρίση είναι σε μεγάλο βαθμό τραπεζική και γι' αυτό το λόγο η υπερβολική βοήθεια που παρέχεται στις τράπεζες πρέπει είτε να σταματήσει και αυτές να αφεθούν να αναλάβουν τις ευθύνες τους χωρίς να βαραίνουν άλλο το κράτος είτε η βοήθεια να παρασχεθεί με ευρωπαϊκά κεφάλαια ανεξάρτητα απ' τον κρατικό δανεισμό και χωρίς εγγυήσεις του ελληνικού δημοσίου.

Μέχρι στιγμής οι ελληνικές τράπεζες έχουν λάβει περί τα 190 δις ευρώ σε κρατικές εγγυήσεις και δάνεια και ακόμη και αν αφαιρέσουμε τις απώλειες τους απ' τη συμμετοχή τους στο PSI, η κρατική ενίσχυση προς αυτές αγγίζει το 90% του ελληνικού ΑΕΠ. Είναι σαν η Γερμανία να παρείχε πακέτο στήριξης στις τράπεζες της ύψους μεγαλύτερου των 2 τρις ευρώ. Πιστεύετε πως σε μία τέτοια περίπτωση η γερμανική οικονομία δε θα αντιμετώπιζε ύφεση; Το ύψος συνολικής κρατικής ενίσχυσης στις ελληνικές τράπεζες ως ποσοστό του ΑΕΠ ίσως είναι το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ διεθνώς και η ελληνική κρίση εξακολουθεί να μην αναγνωρίζεται ως τραπεζική. Αυτό πρέπει να αλλάξει άμεσα. Είναι άδικο να κατηγορούνται και να τιμωρούνται οι πολίτες όσο σώζονται οι τράπεζες με τα δικά τους χρήματα και τις δικές τους θυσίες.

3) Μελέτες από δεκάδες πανεπιστήμια, οικονομολόγους (πολλοί απ' τους οποίους είναι Γερμανοί), οικονομικά ιδρύματα και πρόσφατα ακόμη και από το ΔΝΤ δείχνουν πως η συνταγή της εξαντλητικής λιτότητας, χωρίς, μάλιστα τη δυνατότητα υποτίμησης, που ακολουθείται στην Ελλάδα είναι καταστροφική. Η ίδια η παταγώδης αποτυχία όλων των προβλέψεων της ΕΕ και του ΔΝΤ σχετικά με το ελληνικό πρόγραμμα και τις συνέπειες του είναι η μεγαλύτερη απόδειξη γι' αυτό. Η στατιστική, τα οικονομικά, οι αριθμοί και η λογική έδειχναν απ' την πρώτη στιγμή που εκπονήθηκε το πρόγραμμα πως αυτό θα αποτύγχανε όχι εξαιτίας της αδυναμίας της Ελλάδας να το εφαρμόσει αλλά γιατί ήταν ανυπόφορα σκληρό και στραμμένο προς τη λάθος κατεύθυνση.

Παρόλα αυτά, η γερμανική πολιτική ηγεσία αρνείται να παραδεχτεί την πραγματικότητα με την Καγκελάριο Μέρκελ να κάνει ό,τι χειρότερο στην ιστορική αυτή στιγμή, δηλαδή να δρα με βάση τις δημοσκοπήσεις για τη δημοτικότητα της και όχι με βάση τις ανάγκες της Ευρωζώνης και των μελών της. Χωρίς αναγνώριση, έστω και άτυπα, της λανθασμένης πολιτικής που ακολουθείται στην Ελλάδα η κρίση δε θα αρθεί.

4) Ένα παράδειγμα που έχω διαβάσει και νομίζω ταιριάζει στην περίπτωση της Ελλάδας είναι πως η χώρα πάσχει ταυτόχρονα από πνευμονία και διαβήτη και η θεραπεία για τις δύο αυτές ασθένειες είναι εντελώς διαφορετική. Η πνευμονία απαιτεί ξεκούραση, βιταμίνες και σωστή σίτιση. Ο διαβήτης απαιτεί δίαιτα και άσκηση. Αν συνεχιστεί η προσπάθεια θεραπείας του διαβήτη πριν θεραπευθεί η πνευμονία, η Ελλάδα θα πεθάνει απ' τη δεύτερη πριν προλάβει να θεραπευθεί απ' την πρώτη.

Η πολιτική της «αναπτυξιακής λιτότητας» είναι αυτή που πρέπει να αντικαταστήσει την πολιτική της «εξαντλητικής λιτότητας» και μάλιστα αυτό πρέπει να γίνει άμεσα αν είναι να αποφευχθεί η κατάρρευση και η καταστροφική πτώχευση της χώρας.

Ζ) Η Ελλάδα βρίσκεται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Γι' αυτό και πρέπει να τεθούν 'ανθρωπιστικά φρένα' και 'κόκκινες γραμμές' όπου η υλοποίηση των όποιων μέτρων έχουν αποφασιστεί θα παγώνει τουλάχιστον για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Οι περικοπές των δαπανών για την υγεία που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα είναι οι μεγαλύτερες ως ποσοστό του ΑΕΠ διεθνώς. Ο κόσμος χάνει την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και στα φάρμακα και ασθένειες που είχαν εξαφανιστεί για εκατονταετίες κάνουν την εμφάνιση τους. Σε λίγο η κατάσταση θα μοιάζει με θρίλερ επιστημονικής φαντασίας. Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα; Να τεθεί η χώρα σε πανευρωπαϊκή καραντίνα ώστε να μη μολυνθούν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι; Είναι δυνατόν οι Γερμανοί ιθύνοντες να αισθάνονται ικανοποιημένοι όταν ένας λαός βουλιάζει σε ανθρωπιστική κρίση;

5) Η Ελλάδα είχε εξ αρχής το νομικό δικαίωμα και τη δυνατότητα να προχωρήσει σε επιμήκυνση του χρέους της κατά 20-30 χρόνια και να έχει όλο το χρονικό περιθώριο για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της. Δεν το έπραξε εξαιτίας της απόφασης της τότε ελληνικής κυβέρνησης να εμπιστευτεί περισσότερο το ΔΝΤ και την ΕΕ απ' ότι την κοινή λογική και να υποχωρήσει υπό την πίεση της γερμανικής κυβέρνησης σε ένα παιχνίδι μεταφοράς των τραπεζικών απωλειών στα κράτη.

Εφόσον η Ελλάδα θυσίασε αυτό το μοναδικό νομικό πλεονέκτημα ικανοποιώντας το αίτημα της γερμανικής κυβέρνησης, το μόνο λογικό είναι να λάβει ως αντάλλαγμα αρκετό χρόνο ώστε να μπορέσει να υλοποιήσει ένα πρόγραμμα λιτότητας χωρίς να πεθάνει κατά τη διάρκεια της προσπάθειας.

Δεν είναι δυνατό το οποιοδήποτε πρόγραμμα 'δημοσιονομικής εξυγίανσης' να μη μπορεί να προσαρμοστεί χρονικά έτσι ώστε στο μεσοδιάστημα να μην υπάρξει η απόλυτη οικονομική και ανθρωπιστική καταστροφή και να μην προκληθεί ένα οικονομικό και κοινωνικό ολοκαύτωμα.

Κλείνοντας, είναι απαραίτητο, επιτέλους, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες να πουν όλη την αλήθεια στους Ευρωπαίους πολίτες για τα όσα βιώνουν και όσα αναμένεται να αντιμετωπίσουν στο κοντινό μέλλον. Είναι απαραίτητο να γίνει μία πανευρωπαϊκή επανεκκίνηση πάνω σε ειλικρινείς βάσεις. Θα είναι τραγικό λάθος αν επιτρέψουμε το μακάβριο «όνειρο» κάποιων για διάλυση της Ευρωζώνης να γίνει πραγματικότητα.


Εκρηκτικό είναι το κλίμα που διαμορφώνεται στην Ελλάδα τις παραμονές της επίσκεψης της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Mέρκελ στην Αθήνα, καθώς τόσο τα συνδικάτα όσο και τα πολιτικά κόμματα καλούν τον κόσμο να βγει στους δρόμους, διαπιστώνει, στο σημερινό φύλλο της, η βελγική εφημερίδα «Ντε Μόργκεν» (De Morgen), σε δημοσίευμα με τίτλο «Η επίσκεψη της Mέρκελ στην Ελλάδα μπορεί να είναι εκρηκτική». 


Όπως σημειώνεται, ο Έλληνας πρωθυπουργός, Α. Σαμαράς φρόντισε να ληφθούν δρακόντεια μέτρα ασφαλείας ώστε να αποσοβηθεί ο κίνδυνος να μετατραπούν οι δρόμοι της Αθήνας σε πεδίο μάχης, με αφορμή την επίσκεψη της Γερμανίδας καγκελαρίου. Επισημαίνεται ότι οι Έλληνες θεωρούν τη Γερμανίδα καγκελάριο ως την κατεξοχήν υπαίτιο για τα δεινά που τους ταλανίζουν και τη συρρίκνωση του βιοτικού τους επιπέδου, λόγω της πολιτικής δρακόντειας λιτότητας που έχει επιβάλει στην ελληνική κυβέρνηση.Σύμφωνα με την εφημερίδα, τη στιγμή αυτή, το πολιτικό μέλλον του Έλληνα πρωθυπουργού «κρέμεται από μια κλωστή», καθώς οι εκπρόσωποι της τρόικας εξετάζουν ενδελεχώς το πακέτο μέτρων λιτότητας που έχει αποφασίσει η κυβέρνησή του, προκειμένου να δώσουν το «πράσινο φως» για την εκταμίευση της επόμενης δόσης του δανείου.

Μέχρι στιγμής, συνεχίζει η εφημερίδα, η διαφορά μεταξύ των τεχνοκρατών της τρόικας και του υπουργείου Οικονομικών, όσον αφορά τη νέα δέσμη μέτρων για το 2013, ανέρχεται στο 1,5 δισ. ευρώ.Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται, επειδή οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα δεν εξελίσσονται ομαλά, ο Σαμαράς θα προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει το «χαρτί» της Γερμανίδας καγκελαρίου: εάν, δηλαδή, η τελευταία επαινέσει τις προσπάθειές του και εκφράσει τη βεβαιότητά της για μια αίσια έκβαση των διαπραγματεύσεων με την τρόικα, θα έχει αποστείλει ένα ηχηρό μήνυμα τόσο προς τις αγορές όσο και προς τις χώρες της ευρωζώνης ότι έχει δοθεί το πράσινο φως για την εκταμίευση της επόμενης δόσης, προσθέτει η εφημερίδα.Εάν, από την άλλη μεριά, η Γερμανίδα καγκελάριος δεν εκφραστεί κολακευτικά για την ελληνική κυβέρνηση, συμπληρώνει η εφημερίδα, τότε είναι προφανές ότι ο πρωθυπουργός Σαμαράς θα αναγκαστεί «να σηκώσει τα χέρια του ψηλά». Και τούτο διότι ο ίδιος έχει καταστήσει σαφές ότι, εάν η χώρα του δεν λάβει την επόμενη δόση του δανείου μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου, θα οδηγηθεί σε στάση πληρωμών.

Η εφημερίδα υπενθυμίζει ότι η Γερμανίδα καγκελάριος δεν τρέφει φιλικά αισθήματα απέναντι στον Αντώνη Σαμαρά, επειδή δεν έχει ξεχάσει πόσο εκείνος- από τη θέση του αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης- είχε τορπιλίσει την πολιτική λιτότητας του προκατόχου του, Γ. Παπανδρέου. Το γεγονός ότι, δύο φορές, η ΕΕ και το ΔΝΤ χρειάστηκε να παράσχουν προς την Ελλάδα οικονομική βοήθεια συνολικού ύψους 240 δισ. ευρώ, οφείλεται, εν μέρει, στην καιροσκοπική στάση του Α. Σαμαρά, εκτιμά η εφημερίδα. Με τον τρόπο αυτό, εξασφάλισε τη νίκη στις εκλογές, συμπληρώνει.Ωστόσο, συνεχίζει η εφημερίδα, δεν ωφελεί σε τίποτα την Γερμανίδα καγκελάριο να «ξύνει», αυτή τη στιγμή, «παλιές πληγές». Εάν γυρίσει την πλάτη της στον Α. Σαμαρά, η Ελλάδα θα οδηγηθεί εκτός ευρωζώνης, γεγονός που θα έχει σοβαρές επιπτώσεις και για την ίδια.

Ως εκ τούτου, παρατηρεί η «Ντε Μόργκεν», η Γερμανίδα καγκελάριος δεν έχει αυτήν τη στιγμή άλλη επιλογή από το να συνεχίσει να προσφέρει βοήθεια στην Ελλάδα, προκειμένου να εξασφαλίσει την επανεκλογή της του χρόνου, εμφανιζόμενη ως «η πολιτικός που έσωσε την Ευρώπη». Γνωρίζει επίσης- προσθέτει η εφημερίδα- ότι η παράταση της αβεβαιότητας γύρω από την Ελλάδα δεν ωφελεί την ευρωζώνη. Η ηρεμία, άλλωστε, στις εκλογές είναι προαπαιτούμενο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα που ακούει στο όνομα «Ισπανία», καταλήγει η εφημερίδα.

Πηγή

Το 1920, μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η ευρύτερη περιοχή της Μεγάλης Συρίας τέθηκε υπό γαλλική Εντολή κατόπιν απόφασης της Κοινωνίας των Εθνών. Οι Γάλλοι διαίρεσαν την περιοχή σε έξι κρατίδια: της Δαμασκού, του Χαλεπίου, της Αλεξανδρέττας, των Αλαουιτών, των Δρούζων και του Λιβάνου. Το 1939 το κράτος της Αλεξανδρέττας προσαρτήθηκε από την Τουρκία. Το 1943, στα πλαίσια των σαρωτικών αλλαγών που επέφερε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, τα πέντε εναπομείναντα κράτη, πλην του Λιβάνου, συνενώθηκαν και συγκρότησαν τη Συρία, ενώ ο Λίβανος, με την υποστήριξη του Σαρλ Ντε Γκολ, ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος. Η Συρία εξαρχής αρνήθηκε να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Λιβάνου, θεωρώντας ότι αποτελούσε ένα παρατύπως αποσχισθέν τμήμα του εθνικού κορμού της Μεγάλης Συρίας. Αυτό υπήρξε η γενεσιουργός αιτία μιας μακράς περιόδου έντασης μεταξύ των δύο χωρών, άλλοτε ψυχρής και άλλοτε θερμής, που κορυφώθηκε με τη στρατιωτική επέμβαση της Συρίας στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου.

Ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου ξέσπασε το 1975 και κράτησε 25 χρόνια, έως το 1990. Οι ρίζες της παρατεταμένης και καταστροφικής αυτής εσωτερικής σύγκρουσης ανάγονται στο πολυσύνθετο θρησκευτικό μωσαϊκό του Λιβάνου, στο οποίο οι χριστιανοί αποτελούν το 41%, οι σουνίτες το 27%, οι αλαουίτες σιίτες το 27% και οι δρούζοι το 5%. Το πολιτικό σύστημα του Λιβάνου, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει την αντιπροσωπευτική εκπροσώπηση όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων και να καταπολεμήσει τις σεκταριστικές συγκρούσεις, βασίστηκε εξαρχής στην αρχή του κονφεσιοναλισμού. Έτσι, σύμφωνα με το λιβανικό Σύνταγμα, ο πρόεδρος της χώρας πρέπει να είναι χριστιανός μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός μουσουλμάνος σουνίτης, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου αλαουίτης σιίτης και ο αντιπρόεδρος χριστιανός ορθόδοξος. Με τη συμφωνία του Ταΐφ του 1989, οι 128 έδρες του λιβανικού Κοινοβουλίου μοιράστηκαν ισότιμα μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, και μετά την αποχώρηση των ισραηλινών (2000) και των συριακών δυνάμεων (2006) η χώρα επανέκτησε σταδιακά την πολιτική της σταθερότητα. Ωστόσο είναι αμφίβολο εάν οι δυναμικές θρησκευτικές και σεκταριστικές διαφορές του Λιβάνου θα μπορούσαν να αφομοιωθούν και να εκτονωθούν ομαλά εντός ενός εύρυθμου πολιτικού συστήματος εάν η χώρα δεν διήρχετο την οδυνηρή δοκιμασία ενός παρατεταμένου εμφυλίου, στον οποίο ενεπλάκησαν και ξένες δυνάμεις. Ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου, που ξεκίνησε ως μια σύγκρουση μεταξύ της χριστιανικής Δεξιάς και της μουσουλμανικής Αριστεράς, σύντομα υπερέβη τα πολιτικά και σεκταριστικά του χαρακτηριστικά και μετατράπηκε σε έναν γενικευμένο πόλεμο στον οποίο ενεπλάκη η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, η φιλοϊρανική Χεζμπολά, το Ισραήλ και η Συρία.

Η Συρία εισέβαλε στον Λίβανο το 1976, με το πρόσχημα ότι θα ενεργούσε ως ειρηνευτική δύναμη για την επιβολή της κατάπαυσης του πυρός. Σύντομα όμως έγινε φανερό ότι η συριακή ειρηνευτική δύναμη ήταν στην πραγματικότητα μια δύναμη κατοχής, που επιδίωκε να μετατρέψει τον Λίβανο σε υποτελές κράτος. Η κατοχή μέρους του Λιβάνου από τη Συρία συνεχίστηκε και μετά τη λήξη του λιβανικού εμφυλίου και διήρκεσε συνολικά τριάντα χρόνια. Στο διάστημα αυτό ο Λίβανος διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένως για τις παρεμβάσεις της Συρίας στο πολιτικό του σύστημα, και κατηγόρησε ευθέως τον Άσαντ ότι βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία του σουνίτη Λιβανέζου πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι το 2005. Κατόπιν αυτού, υπό το βάρος των λιβανικών και των διεθνών πιέσεων, μεταξύ του 2005 και του 2006 η Συρία απέσυρε οριστικά τα στρατεύματά της από τον Λίβανο, και το 2008 τον αναγνώρισε ως ανεξάρτητο κράτος. Σήμερα, ως αποτέλεσμα της αποδυνάμωσης του καθεστώτος του Άσαντ λόγω της συριακής εξέγερσης, η φορά του επεμβατισμού μεταξύ Συρίας και Λιβάνου φαίνεται πως έχει αντιστραφεί. Ο υιός του δολοφονηθέντος Ραφίκ Χαρίρι, Σαάντ, ο οποίος επίσης διετέλεσε πρωθυπουργός του Λιβάνου την περίοδο 2009-2011, έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ των Σύριων αντικαθεστωτικών και δεν διαψεύδει ότι τους εφοδιάζει με όπλα. Από την άλλη πλευρά η λιβανική Χεζμπολά υποστηρίζει ενεργά το καθεστώς του Άσαντ, ενισχύοντάς το με μαχητές.

Το θρησκευτικό μωσαϊκό της Συρίας προσομοιάζει με εκείνο του Λιβάνου, καθότι αποτελείται κατά 65% από Σουνίτες, κατά 13% από αλαουίτες σιίτες, κατά 10% από χριστιανούς, κατά 9% από Κούρδους και κατά 3% από δρούζους. Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον αλαουίτη Χάφεζ αλ Άσαντ το 1970, η μειονοτική σιιτική σέκτα κατέστη κυρίαρχη στη Συρία – ένα φαινόμενο όχι ασύνηθες στον αραβικό κόσμο, καθότι κατά ανάλογο τρόπο είχε κυριαρχήσει στο Ιράκ η μειονοτική σουνιτική σέκτα του Σαντάμ Χουσεΐν. Έκτοτε τα ανώτερα κλιμάκια των ενόπλων δυνάμεων, των υπηρεσιών ασφαλείας και της δημόσιας διοίκησης της Συρίας στελεχώνονται σχεδόν αποκλειστικά από αλαουίτες. Η κυριαρχία της σιιτικής σέκτας στην κρατική δομή και τον στρατό της Συρίας όχι μόνο προσφέρει μεγαλύτερη συνοχή στο καθεστώς του Άσαντ, αλλά επιπλέον προσδίδει στην εξέγερση χαρακτηριστικά εμφύλιας σεκταριστικής σύγκρουσης, καθότι οι αντικαθεστωτικοί είναι σχεδόν αποκλειστικά σουνίτες. Ως εκ τούτου οι σιίτες, ακόμη και εκείνοι που δεν διάκεινται φιλικά προς το καθεστώς του Άσαντ, συσπειρώνονται όλο και περισσότερο γύρω του, διότι φοβούνται ότι σε περίπτωση επικράτησης των σουνιτών θα υποστούν βίαια αντίποινα και θα απολέσουν τα δικαιώματα και τα προνόμιά τους.

Η εξέγερση που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2011 στη Συρία έχει αρχίσει να προσλαμβάνει την εικόνα ενός μακροχρόνιου εμφυλίου πολέμου παρόμοιου με εκείνον του Λιβάνου, καθότι τα σεκταριστικά της χαρακτηριστικά οξύνονται, το τέλος δεν φαίνεται να είναι κοντά, και δεν αποκλείεται η στρατιωτική εμπλοκή ξένων δυνάμεων. Μετά από ενάμιση χρόνο αιματηρών μαχών καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται να είναι αρκετά ισχυρή ώστε να επικρατήσει της άλλης, και αυτή η σχετική ισορροπία δυνάμεων δημιουργεί τις προϋποθέσεις για έναν μακροχρόνιο σεκταριστικό εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των σιιτών και των σουνιτών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός, που πρόσφατα μετέφερε το αρχηγείο του από την Τουρκία στη βόρεια Συρία, αριθμεί περίπου 30.000 άνδρες. Από την άλλη πλευρά, οι Συριακές Ένοπλες Δυνάμεις, παρά τις απώλειες και τις συνεχείς λιποταξίες, εξακολουθούν να διατηρούν τουλάχιστον το ήμισυ της ονομαστικής τους δύναμης που ανέρχεται σε 220.000 άνδρες. Εξ αυτών οι δύο πιο αξιόμαχες και πιστές στο καθεστώς μονάδες είναι η 3η και 4η Τεθωρακισμένη Μεραρχία, που αποτελούνται σχεδόν αποκλειστικά από αλαουίτες. Ωστόσο το καθοριστικό όπλο που εξακολουθεί να έχει στα χέρια του ο Άσαντ είναι η αεροπορία, και ο μοναδικός τρόπος για να εξουδετερωθεί είναι η επιβολή μιας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων – κάτι που προς το παρόν δεν εξετάζει ως ενδεχόμενο η Δύση.

Ο Άσαντ έχει απολέσει τον έλεγχο σε τμήματα της βόρειας Συρίας, αλλά εξακολουθεί να ελέγχει τον Νότο, τα παράλια και τη Δαμασκό. Οι μάχες διεξάγονται κυρίως στον άξονα Χομς-Χάμα-Ιμπλίντ-Χαλέπι, χωρίς να είναι ξεκάθαρο ποια από τις δύο πλευρές ελέγχει τις περιοχές αυτές. Στις αρχικές φάσεις της σύγκρουσης θεωρείτο πιθανό το σενάριο διάσπασης της Συρίας σε δύο κράτη: ένα σιιτικό υπό τον Μπασάρ αλ Άσαντ, που θα περιλάμβανε την παραλιακή ζώνη μεταξύ Λατάκιας και Ταρτούς και θα αποτελούσε ουσιαστικά αναβίωση του σιιτικού κρατιδίου της περιόδου της γαλλικής Εντολής· και ένα σουνιτικό στην υπόλοιπη επικράτεια υπό τον έλεγχο των αντικαθεστωτικών, με δυνητική απόσχιση των Κούρδων για τον σχηματισμό ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στο έδαφος της βορειοανατολικής Συρίας. Ωστόσο είναι πλέον φανερό ότι όσο ο Άσαντ ελέγχει τη Δαμασκό δεν πρόκειται να οπισθοχωρήσει και να περιοριστεί στην ακτή, αλλά αντιθέτως θα αγωνιστεί μέχρι τέλους για τον έλεγχο ολόκληρης της Συρίας. Επιπλέον υπάρχει ένας ισχυρός εξωτερικός δρών που αντιτίθεται στη δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στη βορειοανατολική Συρία – η Τουρκία.

Οι Κούρδοι, ένας λαός 30 εκατομμυρίων χωρίς εθνική πατρίδα, κατοικούν στον γεωγραφικό χώρο που περιλαμβάνει τη νοτιοανατολική Τουρκία, τη βορειοανατολική Συρία, το βορειοδυτικό Ιράν και το βόρειο Ιράκ. Ο γεωγραφικός αυτό χώρος, εδαφικά ενιαίος αλλά κατακερματισμένος μεταξύ τεσσάρων κυρίαρχων κρατών, αποτελεί το Κουρδιστάν. Οι Κούρδοι διεκδικούν την αυτονομία τους σε όλες τις κουρδικές περιοχές, αλλά μέχρι στιγμής την έχουν κατοχυρώσει μόνο στο βόρειο Ιράκ, όπου έχουν σχηματίσει περιφερειακή κυβέρνηση. Την περιοχή αυτή χρησιμοποιούν ως ορμητήριο και οι Κούρδοι αντάρτες του PKK, που διεξάγουν εδώ και δεκαετίες ένοπλο αγώνα με στόχο την αυτονομία των κουρδικών περιοχών της νοτιοανατολικής Τουρκίας. Οι Κούρδοι της Συρίας έχουν κρατήσει εξαρχής αποστάσεις και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές του συριακού εμφυλίου. Οι επιχειρήσεις των ένοπλων κουρδικών πολιτοφυλακών έχουν στόχο να κρατήσουν τόσο τις κυβερνητικές όσο και τις αντικαθεστωτικές δυνάμεις έξω από τις κουρδικές περιοχές, ούτως ώστε οι Κούρδοι να αποκτήσουν τον απόλυτο έλεγχο των περιοχών τους.

Η Τουρκία φοβάται πως η τυχόν αυτονόμηση των Κούρδων της Συρίας θα ανοίξει τον δρόμο για την εκδήλωση αποσχιστικών τάσεων στις κουρδικές περιοχές της νοτιοανατολικής Τουρκίας, με απώτερο στόχο την ενσωμάτωση όλων των κουρδικών περιοχών σε ένα ενιαίο ανεξάρτητο κράτος – το Μεγάλο Κουρδιστάν. Το ζήτημα αυτό αποτελεί για την Τουρκία έναν μείζονα κίνδυνο, και πολλοί είναι εκείνοι που συνδέουν την πρόσφατη αναζωπύρωση της στρατιωτικής δράσης των Κούρδων αναρτών του PKK στο έδαφος της Τουρκίας με την τροπή της συριακής εξέγερσης και τις αποσχιστικές τάσεις που εκδηλώνουν οι Κούρδοι της Συρίας. Η Τουρκία, που έχει πραγματοποιήσει επανειλημμένως εκκαθαριστικές στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των Κούρδων στο βόρειο Ιράκ, επιθυμεί τώρα να δημιουργήσει μια παραμεθόρια «ζώνη ασφαλείας» υπό τον έλεγχό της για τους Σύριους πρόσφυγες στη βορειοανατολική Συρία. Η Τουρκία προτάσσει ως λόγο την ανάγκη να παρασχεθεί ανθρωπιστική βοήθεια και άσυλο στους Σύριους πρόσφυγες εντός του συριακού εδάφους, καθότι μέχρι στιγμής περισσότεροι από 70.000 πρόσφυγες έχουν διασχίσει τα σύνορα και έχουν καταφύγει στην Τουρκία. Εκτός όμως από τους ανθρωπιστικούς λόγους τους οποίους επικαλείται, η Τουρκία επιδιώκει με τον τρόπο αυτό να θέσει υπό τον στρατιωτικό της έλεγχο τα κουρδικά εδάφη της βορειοανατολικής Συρίας για να αποσοβήσει τις αποσχιστικές και αυτονομιστικές τάσεις των Κούρδων.

Η συριακή αντιπολίτευση είναι ένα πολυσύνθετο μόρφωμα που περιλαμβάνει διάφορες πολιτικές, θρησκευτικές και ένοπλες οργανώσεις. Το κύριο όργανο της συριακής αντιπολίτευσης είναι το Συριακό Εθνικό Συμβούλιο, που έχει την έδρα του στην Κωνσταντινούπολη και χαρακτηρίζεται από μια παρόμοια εσωτερική ανομοιογένεια και πολυδιάσπαση. Η κυρίαρχη συνιστώσα του Συριακού Εθνικού Συμβουλίου είναι η Μουσουλμανική Αδελφότητα της Συρίας, η οποία συνδέεται με εκείνη της Αιγύπτου, ενώ ανερχόμενη δύναμη αποτελούν οι σαλαφίτες, ήτοι οι υπερορθόδοξοι σουνίτες. Ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός, ένα συνονθύλευμα ένοπλων ομάδων χαμηλής συνοχής με φατριαστικά χαρακτηριστικά, αποτελεί συνιστώσα του Συριακού Εθνικού Συμβουλίου, αλλά δεν ελέγχεται από αυτό. Στις τάξεις του υπάρχουν Σύριοι αντικαθεστωτικοί και λιποτάκτες του Συριακού Στρατού, αλλά και ξένα στοιχεία: Λίβυοι που είχαν λάβει μέρος στην εξέγερση εναντίον του Καντάφι, Άραβες ισλαμιστές από χώρες της Μέσης Ανατολής και ομάδες τζιχαντιστών που συνδέονται με την Αλ Κάιντα. Το κοινό σημείο αναφοράς που συνδέει τα ετερόκλητα αυτά στοιχεία είναι το σουνιτικό δόγμα και ο στόχος της ανατροπής του Άσαντ, αλλά πέραν αυτού δεν υπάρχει ούτε ενιαία πολιτική γραμμή ούτε ενιαία στρατηγική στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Μέχρι στιγμής οι ετερόκλητες τάσεις στο εσωτερικό της συριακής αντιπολίτευσης δεν έχουν συγκεραστεί, και δεν υπάρχει ένα κοινώς αποδεκτό σχέδιο για τη μορφή του κράτους και τη νομή της εξουσίας στη μετά Άσαντ εποχή.

Σε διεθνές επίπεδο ο Άσαντ έχει απομονωθεί. Οι μόνες χώρες που τον υποστηρίζουν είναι η Ρωσία και η Κίνα, που έχουν ασκήσει επανειλημμένως βέτο στα ψηφίσματα του ΟΗΕ για επιβολή κυρώσεων ή εξωτερική επέμβαση στη Συρία, και το Ιράν, για το οποίο υπάρχουν ενδείξεις ότι τον ενισχύει με όπλα και μαχητές. Οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές χώρες είναι υπέρ της ανατροπής του καθεστώτος του Άσαντ αλλά δεν θέλουν να εμπλακούν στρατιωτικά στον συριακό εμφύλιο και περιορίζονται στην επιβολή οικονομικών κυρώσεων και διπλωματικών πιέσεων. Επιπλέον, λόγω της πολυδιάσπασης και της ετερογένειας των Σύριων αντικαθεστωτικών, οι ΗΠΑ αποφεύγουν να τους εφοδιάσουν με όπλα, όπως έκαναν στη Λιβύη, διότι δεν θέλουν αυτά να καταλήξουν στα χέρια εξτρεμιστών ισλαμιστών που θα τα στρέψουν κατά του Ισραήλ.

Το Ισραήλ, μετά την αρχική αμφισημία της στάσης του, έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πτώση του Άσαντ είναι προς το συμφέρον του, διότι θα επέφερε την κατάρρευση του μεσαίου πόλου του απειλητικού σιιτικού άξονα Ιράν-Συρία-Χεζμπολά, μέσω του οποίου εφοδιάζεται με στρατιωτικό υλικό η Χεζμπολά. Ωστόσο το Ισραήλ συνεκτιμά το σενάριο που διατύπωσε ο υπουργός Άμυνας και πρώην πρωθυπουργός Εχούντ Μπαράκ, σύμφωνα με το οποίο ο Άσαντ θα μπορούσε να καταφύγει στην έσχατη λύση μιας επίθεσης στο Ισραήλ για να προκαλέσει μια γενικότερη ανάφλεξη και να μετατρέψει τον ενδοαραβικό συριακό εμφύλιο σε έναν νέο αραβοϊσραηλινό πόλεμο. Ως εκ τούτου, και έχοντας την προσοχή του σταθερά προσηλωμένη στο Ιράν, το Ισραήλ θα αποφύγει οιαδήποτε στρατιωτική εμπλοκή με τη Συρία, και θα επέμβει μόνο εάν υπάρξει κίνδυνος να καταλήξει το χημικό οπλοστάσιο ή οι πύραυλοι του συριακού στρατού στα χέρια της Χεζμπολά.

Καθότι λοιπόν οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και οι ευρωπαϊκές χώρες θα αποφύγουν να εμπλακούν στρατιωτικά ή να εφοδιάσουν με στρατιωτικό υλικό τους αντικαθεστωτικούς, ο κυριότερος εξωτερικός παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις στη Συρία είναι ο ισχυρότερός σύμμαχός της – η Μόσχα. Η στρατιωτική συμμαχία μεταξύ της Ρωσίας και της Συρίας έχει βαθιές ρίζες στον χρόνο, καθότι ανάγεται στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967, η Ρωσία ανέλαβε την ανασυγκρότηση και τον επανεξοπλισμό του συριακού στρατού, τον οποίο εφοδίασε με τα πλέον σύγχρονα για την εποχή μέσα. Σε αντάλλαγμα, η Συρία προσέφερε το 1971 στη Ρωσία τη ναυτική βάση της Ταρτούς, η οποία αποτελεί σήμερα τη μοναδική ναυτική βάση της Ρωσίας στη Μεσόγειο και το μοναδικό της έρεισμα στη Μέση Ανατολή. Το 2011 η Συρία ήταν διεθνώς ο δεύτερος μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικών όπλων μετά την Κίνα, και η μαζική αποστολή ρωσικών όπλων στη Συρία συνεχίστηκε αμείωτα μέχρι τον Ιούλιο του 2012, όταν η Ρωσία ανακοίνωσε επισήμως την αναστολή της. Έκτοτε η Μόσχα έχει αρχίσει να τηρεί αποστάσεις από τον Άσαντ, χωρίς όμως να είναι διατεθειμένη να συμβάλει στην απομάκρυνσή του – παρά μόνο εάν πεισθεί ότι αυτή είναι αναπόφευκτη. Αλλά ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση η Ρωσία δεν θα μπορούσε να υποχρεώσει τον Άσαντ να παραιτηθεί. Εκείνο που θα μπορούσε να κάνει όμως είναι να του εξασφαλίσει μια έξοδο κινδύνου, καθότι «καλόν μέν έστιν ή τυραννίς χωρίον, ούκ έχει δε απόβασιν».



Του καθηγητή Γιώργου Πιπερόπουλου

Στην ευλογημένη και στο πέρασμα των αιώνων αιματοβαμμένη από αγώνες για τη ΛΕΥΤΕΡΙΑ αυτή γη, στην πόλη της Αθήνας όπου ακόμη δεσπόζει ο Παρθενώνας της Ακρόπολης υπενθυμίζοντας τον «χρυσό αιώνα» του Περικλή και το γεγονός ότι εδώ γεννήθηκε η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ μου είναι εντελώς, μα εντελώς αδιανόητο, να δεχτώ – χωρίς σχόλιο – ότι αύριο Τρίτη 9 Οκτωβρίου οι ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ θα σχολιαστούν ανά την Υφήλιο ως «πικρή ένδειξη κατάλυσης της…Δημοκρατίας!»

Όχι κανείς δεν θα ήθελε, ούτε για ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου, να κινδυνεύσει η ασφάλεια της Γερμανίδας Καγκελαρίου κ Μέρκελ!!!

Αλλά δεν συνιστά αποδεικτικό Δημοκρατικής νοοτροπίας η απαγόρευση κάθε είδους συγκέντρωσης, πορείας και διαδηλώσεων στην Αθήνα αύριο…

Εγώ εμμένω σε προηγούμενη ερμηνεία μου, που ΔΕΝ εξαντλείται στη στήριξη της Συγκυβέρνησης Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ (Σαμαρά, Βενιζέλου, Κουβέλη) από την επικείμενη επίσκεψη της κ Μέρκελ στην Αθήνα…

ΕΑΝ, επαναλαμβάνω, εάν ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΣ και ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ λόγος ήταν να δείξει Ε<ΜΠΡΑΚΤΑ η πανίσχυρη γυναίκα-ηγέτης της Γερμανίας, της Ε.Ε. και της Υφηλίου την στήριξή της στον κ Σαμαρά και την «εγχώρια» τρόικα θα μπορούσε:

Να ΚΑΛΕΣΕΙ ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΤΙΚΑ και ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ (όπως έκανε και για το ολιγόωρο ταξίδι της στην Αθήνα) τον κ Σαμαρά στο Βερολίνο, να κλειστούν σε ένα από τα γραφεία της Γερμανικής Καγκελαρίας και μετά από μια τρίωρη «συνεργασία» να βγούνε ΜΑΖΙ μπροστά στους εκπροσώπους των Διεθνών ΜΜΕ και να ανακοινώσει η κ Μέρκελ ότι διαπίστωσε πως η Συγκυβέρνηση των τριών Κομμάτων και τριών Αρχηγών της Ελλάδας «βαδίζει σωστά και συνετά, πληροί κατά γράμμα τις υποχρεώσεις της, και για τους λόγους αυτούς ΕΧΕΙ την ΠΛΗΡΗ στήριξη της ιδίας και της χώρας της!...»

Αντίθετα οι ανακοινώσεις για πρωτοφανείς ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ κινήσεων των πολιτών της Αθήνας, η κινητοποίηση χιλιάδων αστυνομικών και η εφαρμογή δρακόντειων μέτρων ασφαλείας, μαζί με την – μακριά από την Ελλάδα και τους Έλληνες – πιθανότητα να «κινδυνεύσει» η ασφάλεια της κ Μέρκελ ΚΑΙ εκθέτουν τη χώρα μας ΚΑΙ δεν νομίζω ότι συντρέχουν με τις ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ οικονομικές ερμηνείες αυτής της επίσκεψης!...

Κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει, αλλά εμείς είμαστε κοινοί θνητοί και δεν έχουμε πρόσβαση σε τέτοιου είδους πληροφορίες…

Μαθαίνουμε, όμως, ότι οσονούπω καταφθάνει στην Αθήνα και ο Τούρκος Υπουργός Άμυνας κ Νταβούτογλου για «συζητήσεις» και από τα Διεθνή ΜΜΕ μαθαίνουμε ότι συνεχίζονται οι ανταλλαγές βλημάτων μεταξύ Τουρκίας και Συρίας, μεταξύ Ισραήλ και Λωρίδας της Γάζας και το Ρωσικό αποβατικό NOVOCHERKASSK του οποίου οι πεζοναύτες παρήλασαν στη Λήμνο. συνεχίζει να πλέει σε ελληνικά χωρικά ύδατα…

Καλησπέρα σας με αγάπη…


Ελλάδα, η χώρα των τραπεζών, των λιστών, των ληστών, των εκπλήξεων και των... Βαλλιανάτων!

Με τον Γιάννη Βαρουφάκη φαίνεται πως τα έβαλε αυτή τη φορά ο Γρηγόρης Βαλλιανάτος, αναφορικά με το άρθρο του πρώτου στο οποίο έδινε παραδείγματα των κακών αποτελεσμάτων της ιδιωτικοποίησης του ρεύματος στη Βρετανία.
Με άρθρο του στην Athens Voice, ο κ. Βαλλιανάτος απαντά σημείο προς σημείο στον κ. Βαρουφάκη τον οποίο κατηγορεί ότι παραπλανά το αναγνωστικό κοινό παρουσιάζοντας ελλειπή στοιχεία και παρερμηνεύοντας γεγονότα.

Αναλυτικά το άρθρο του κ. Βαλλιανάτου στην Athens Voice έχει ως εξής:

«Πριν καταπιαστώ με κάθε μια από τις ανακρίβειες του κ. Βαρουφάκη - ο οποίος έχει το ταλέντο να παραπλανά τους αναγνώστες του παραλείποντας βασικά στοιχεία και παρερμηνεύοντας γεγονότα - θα απαντήσω στο σύνολο της εικόνας που προσπαθεί να δημιουργήσει με το άρθρο του «Μερικά μαθήματα για τη δική μας κατάσταση....Ειρωνεία, ηλεκτρισμός και ιδιωτικοποίηση».
Στο άρθρο αυτό, ο κ. Βαρουφάκης, προσπαθεί να πείσει κάθε καλόπιστο αναγνώστη, ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των εταιριών ενέργειας και ΔΕΚΟ. Χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την ιδιωτικοποίηση του ενεργειακού κλάδου στη Μεγάλη Βρετανία αφήνοντας να εννοηθεί ότι ήταν καταστροφική.

Η αλήθεια βέβαια, στο σύνολό της, είναι ακριβώς το αντίθετο. Ξεχνάει βλέπετε ο κ. Βαρουφάκης να αναφέρει τα καλά της ιδιωτικοποίησης, λέει δε χαρακτηριστικά στο άρθρο του «Το αν αυτός ο μετασχηματισμός ήταν, συνολικά, ωφέλιμος για τη Βρετανία είναι μία μεγάλη συζήτηση που ξεπερνά τη φιλοδοξία του παρόντος άρθρου»...ε, ας το κοιτάξουμε λοιπόν: Η ιδιωτικοποίηση της ενέργειας και των ΔΕΚΟ στη Βρετανία ήταν θετική γιατί έφερε:

Περισσότερες και καλύτερες επιλογές για τους καταναλωτές: Σπάζοντας το μονοπώλιο, 40%+ των καταναλωτών επέλεξαν αλλαγή Προμηθευτή.
Μεγάλη και γενικώς παραδεκτή βελτίωση στο Service: π.χ. καθιερώθηκε το σύστημα ραντεβού με τον πελάτη και άρχισε να μετριέται και να μειώνεται ο χρόνος ανταπόκρισης και επίλυσης τεχνικών προβλημάτων.
Χαμηλότερες τιμές λόγω ανταγωνισμού: από 10% - 20% μείωση τιμών τα πρώτα χρόνια (συναρτόμενο με τις διεθνείς τιμές χονδρικής). Το σύνηθες μέτρο σύγκρισης που αναφέρεται είναι το ότι μετά την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας η Βρετανία έχει σταθερά πιο ανταγωνιστικές τιμές από την ηπειρωτική Ευρώπη, γεγονός ακόμα πιο εντυπωσιακό εάν λάβουμε υπ'όψην την έλλειψη ενεργειακής αυτάρκειας της χώρας και την αυξανόμενη εξάρτησή της σε εισαγωγές αερίου.
Περισσότερη καινοτομία και μεγαλύτερη δυναμική για επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και εναλλακτικές μορφές ενέργειας (το αντίθετο από αυτό που γράφει ο Κος Βαρουφάκης): Οι ιδιωτικές επενδύσεις πχ. στον χώρο των ΑΠΕ είναι ένα φανερό παράδειγμα όπου οι δυνάμεις της αγοράς έφεραν ραγδαίες εξελίξεις και καινοτομία, με επίδραση στην τεχνολογία αλλά και σε τεχνικές εφαρμογής – όπως π.χ. μεγαλύτερες, αποτελεσματικότερες, και πιο αξιόπιστες τουρμπίνες.
Οι ιδιωτικοποιήσεις έφεραν σημαντικά έσοδα που επέτρεψαν στην κυβέρνηση να αναζογοωνήσει την φθίνουσα οικονομία.
Άνοιξαν και εξελίχθηκαν νέες αγορές/βιομηχανίες: πχ. εξειδικευμένες εταιρίες και καινοτόμα προϊόντα στις I&C αγορές (industrial and corporate), καθώς η Βρετανία προσέλκυσε ξένους επενδυτές.
Βελτίωση συνθηκών εργασίας και αύξηση των αμοιβών: οι εταιρείες ενέργειας άρχισαν να ανταγωνίζονται στην προσέλκυση των πιο ταλαντούχων εργαζομένων με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι αμοιβές των μεσαίων και ανώτερων στελεχών.
Πέραν αυτού, πρέπει και να καταρρίψουμε και κάποιες λανθασμένες διαπιστώσεις του κ. Βαρουφάκη, και όχι μόνο - που τείνουν να μετατρέπουν θετικά αποτελέσματα σε αρνητικά. Πάμε λοιπόν:

1. Πολλοί θεωρούν λανθασμένα ότι η ιδιωτικοποίηση φέρνει ακριβότερες τιμές (ο κ. Βαρουφάκης νομίζω δεν πέφτει τουλάχιστον σε αυτή τη παγίδα)

Η εξάντληση των φυσικών πόρων της Μεγάλης Βρετανίας, και η παράλληλη αύξηση των ενεργειακών αναγκών, που υποχρέωσαν την κυβέρνηση να στραφεί στην Ευρώπη για να καλύψει τις ανάγκες ηλεκτρισμού και φυσικού αεριού, οδήγησαν στην αύξηση των τιμών και όχι οι ιδιωτικοποιήσεις καθεαυτό
Χρόνια ελλειπών επενδύσεων από τους δημόσιους οργανισμούς σημαίνει ότι οι ενεργειακές υποδομές έχουν άμεση ανάγκη εκσυγχρονισμού. Οι ιδιωτικές εταιρείες χρηματοδοτούν αυτά τα απαραίτητα έργα υποδομής εφόσον υπάρχει λογική απόδοση των επενδύσεων (ROI), ενώ οι κυβερνήσεις έχουν την τάση να αδρανούν.

2. Μας γράφει έμμεσα ο κος Βαρουφάκης ότι εξαιτίας της ιδιωτικοποίησης σταμάτησαν επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες. («Το ότι θα σταματούσαν τις επενδύσεις ... απασχόλησε»)

Μα έγινε ακριβώς το αντίθετο! Όπως αναφέρω και πρωτύτερα, οι ιδιωτικές επενδύσεις για παράδειγμα στις ΑΠΕ αποτελούν ξεκάθαρο παράδειγμα για το πως n αγορά έφερε ραγδαία εξέλιξη και καινοτομία. Το μόνο πρόβλημα καινοτομίας που υπήρξε στην Μεγάλη Βρετανία (για να είμαστε ακριβείς και δίκαιοι) αφορά τα "Εξυπνα δίκτυα". Το πρόβλημα αυτό, που πλέον ξεπεράστηκε, επήλθε λόγω του υπερκερματισμού των δικτύων μεταφοράς και μέτρησης....κάτι για το οποίο προειδοποιώ εδώ και καιρό ότι πρέπει να προσέξουμε στην Ελλάδα (ας μάθουμε και από τα λάθη τους). Αξίζει να σημειωθεί ότι για τις ΑΠΕ την περίοδο Απρίλιος 2011 - Ιούλιος 2012 είχαν εξαγγελθεί επενδύσεις 12,7 δις λιρών με δημιουργία c22.800 νέων θέσεων εργασίας.

3. Αφήνει επίσης να εννοηθεί ο κ. Βαρουφάκης ότι το Βρετανικό κράτος απέτυχε στην στοχευμένη μέσω ιδιωτικοποίησης μεγέθυνση και εξάπλωση των Βρετανικών εταιριών ενέργειας και ΔΕΚΟ («όλη αυτή η προσπάθεια θα δημιουργούσε τις συνθήκες ....επικυριαρχία στον τομέα της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας»).

Λάθος και πάλι. Η National Grid και η Centrica παραδείγματος χάρη έχουν εξαπλωθεί ιδιαίτερα επιτυχώς, και δη, πέραν τις Ευρώπης, στις ΗΠΑ. Η ΒG Group δε, είναι πλέον πολυεθνική με παρουσία σε 27 χώρες.

4. Και φτάνουμε στις Ιερές Αγελάδες...ή αλλιώς στα συνδικάτα. Κατά τον κ. Βαρουφάκη «Η δεκαετία του 1980 ήταν καταστροφική για τα συνδικάτα της Βρετανίας». Και αναρωτιέμαι, εάν δεν είμαι μέλος της παρέας του κ.Φωτόπουλου (ή του Scargill στην περίτπωση της Βρετανίας του '80), αλλά ένας απλός πολίτης, η αποδυνάμωση αυτή των συνδικάτων μήπως είναι για το συμφέρον μου ;

Προφανώς. Στην Βρετανία, οι ζημιές στην εθνική βιομηχανία άνθρακα αυξανόντουσαν δραματικά και ετησίως, και οι κυβερνητικές επιδοτήσεις έφθασαν το 1,3 δις λίρες το χρόνο. Η βιομηχανία χρειαζόταν απεγνωσμένα αναδιάρθρωση, πολλά ορυχεία έπρεπε να κλείσουν και να μειωθεί το εργατικό δυναμικό ώστε να υπάρχει ελπίδα επιβίωσης για κάποια από αυτά. Ο επικεφαλής των εργατών Scargill και οι ακόλουθοι του δεν δεχόντουσαν κανένα συμβιβασμό παρά το μέγεθος των ζημιών που τελικά πλήρωνε ο φορολογούμενος. Με την αποδυνάμωση των συνδικάτων σώθηκε η Βρετανία. Στην Ελλάδα δε, η αποδυνάμωση των συνδικάτων θα σήμαινε και μεγάλη μείωση της διαφθοράς...αλλά κάποιος πρέπει να τολμήσει να αγγίξει τα «όσια».

5. Η υπόνοιά του ότι οι Αγγλοι την πάτησαν από τους Γάλλους

Όσο για την την EDF, ναι, το Γαλλικό κράτος έχει μεν ένα ποσοστό 84.4%, αλλά η EDF είναι εισηγμένη εταιρεία στο χρηματιστήριο Euronext από τον Νοέμβριο του 2005 και λειτουργεί με κριτήρια ιδιωτικής εταιρείας. Αφήστε δε, ότι στην Βρετανία θεωρούν μεγάλη επιτυχία το ότι έχουν έρθει ξένες εταιρίες σαν την EDF να επενδύσουν στη χώρα. Και λογικό: η θυγατρική Edf Energy απασχολεί στην Μεγάλη Βρετανία χιλιάδες υπαλλήλους (σχεδόν 15.000 για την ακρίβεια) και επενδύει σημαντικά ποσά στην βελτίωση της υποδομής της χώρας. Επίσης στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας η EDF λειτουργεί σε συνεργασία με την Βρετανική Centrica (που έχει το 20% της σύμπραξης) μεταφέροντας τεχνογνωσία.

Εννοείται, πως κάθε κατεύθυνση, έχει τις παγίδες της. Παγίδες τις οποίες πρέπει να προσέξουμε και να αποφύγουμε στην Ελληνική εφαρμογή ενός προγράμματος ιδιωτικοποίησης. Παραδείγματος χάρη και πολύ συνοπτικά:

Να οργανώσουμε μια πραγματικά ανταγωνιστική διαδικασία ιδιωτικοποίησης για να εξασφαλίσουμε την καλύτερη δυνατή τιμή πώλησης.

Να εξασφαλίσουμε κατάλληλη διάσπαση της αγοράς και αποτελεσματική ρύθμιση για να αποφύγουμε πιθανή αντικατάσταση του κρατικού μονοπώλιου με ιδιωτικό, άλλα και να εξασφαλίσουμε την συνεχή βελτίωση του δικτύου ανάλογα με τις ανάγκες της χώρας (π.χ. ενεργειακή κάλυψη δύσβατων περιοχών, έξυπνα δίκτυα, κλπ).

Να αντισταθμίσουμε την μεταβλητότητα στην τιμολόγηση των καυσίμων.Να αναγνωρίσουμε στο σύνολο της αγοράς ενέργειας ποιοι τομείς πρέπει να απελευθερωθούν για να υπάρχει αποτέλεσμα – πχ είναι δυνατόν να υπάρχει ανταγωνισμός στην προμήθεια χωρίς αντίστοιχη απελευθέρωση στη ζήτηση;

Τέλος, χρειάζεται μια ισορροπία μεταξύ του κρατικού έλεγχου (για την διασφάλιση της παροχής ενέργειας), της λειτουργίας της αγοράς, και της προστασίας του καταναλωτή. Η κυβέρνηση πρέπει να προστατεύει τα συμφέροντα του Κράτους και των καταναλωτών μέσα από αποτελεσματικούς μηχανισμούς ρύθμισης, συνεργασία με τις ιδιωτικές εταιρίες, και ενθαρρύνοντας την ανάπτυξη σε νέους τομείς.

Κατά αυτόν τον τρόπο και αποφεύγοντας τις λακκούβες η ιδιωτικοποίηση εάν εφαρμοστεί σωστά θα είναι θετική για την Ελλάδα, όπως ήταν και για την Μεγάλη Βρετανία ή και καλύτερα. Εάν ο κ. Βαρουφάκης έχει ακόμα αμφιβολίες θα του πρότεινα να μιλήσει πέραν από τους πανεπιστημιακούς και τα συνδικάτα και με στελέχη της αγοράς και των υπουργείων στην Μεγάλη Βρετανία».