Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

28 Ιουλ 2016

Γράφει ο Κρεσέντσιο Σαντζίλιο 

1. Κιόλας από το 1908, με την «επανάσταση των Νεότουρκων», η Τουρκία είχε γίνει μια αιωρούμενη νάρκη στα ύδατα της διεθνούς σκηνής, ενώ για τον εσωτερικό της χώρο δεν μπορούμε βέβαια να πούμε ότι τα καθεστώτα που ακολούθησαν περιείχαν έστω και ελάχιστα στοιχεία δημοκρατίας έτσι όπως εμείς στην Ευρώπη γνωρίζουμε και διακηρύσσουμε.


Δικτατορικές κυβερνήσεις, στρατιωτικές εξουσίες, συστηματικός αφανισμός των αλλόδοξων και ξένων μειονοτήτων, πολιτικές σε στυλ αδιάκριτων πειρατικών ρεσάλτο, θρησκευτικές ακρότητες, εθνικές αδιαλλαξίες, παράλογες απαιτήσεις, πολιτικο-ομολογητικός επεκτατισμός, υπεροξυμένος τουρκισμός, και ό, τι άλλο ακόμη μπορεί να φανταστεί κανείς, χαρακτήρισαν και προσδιόρισαν και εισέτι χαρακτηρίζουν και προσδιορίζουν την τουρκική κυβερνητική οντότητα, όλο και περισσότερο επιρρεπής σε μια όλο και πιο επιθετική νέο-οθωμανική θεωρία και πρακτική.

Μέσα σε ετούτη τη συσσώρευση οικονομικών αξιώσεων, πολιτικών εκβιασμών και ανενδοίαστης ηθικής η Τουρκία προχωρά από το 1956 και μετά με μια άσβεστη δίψα καταχρήσεων, παραβιάσεων. παραβάσεων, με αυθάδεις και επιδέξιες επίβουλες ενέργειες, αναιδώς και αταλάντευτα.

Και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η σημερινός Αρχηγός του  Κράτους οδηγεί την τουρκική πολιτική σε ακραίες καταστάσεις μέσω απολυταρχικών συμπεριφορών εντελώς ανεύθυνων οι οποίες υπαγορεύονται από αιτιολογίες καθαρά εκβιαστικές και βέβαια εθνικά και προσωπικά ωφελιμιστικές εντός των παντοκρατορικών επιδιώξεών του.

Αν το καλοσκεφτούμε, δεν υπάρχει σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή κανένα μέτωπο διεθνών αντιθέσεων που η Τουρκία να μην έχει ανοίξει, φανερώνοντας εγκλήματα και βαριά παραπτώματα για τα οποία σαφώς την ίδια βαρύνουν αφού από την ίδια σχεδιάστηκαν, υιοθετήθηκαν και πραγματοποιήθηκαν αλλά τα οποία η ίδια με πείσμα και ενάντια κάθε λογικής συνεχίζει να αρνείται και να θέλει να αγνοεί (βλ. γενοκτονίες, «σπεσιαλιτέ» της Τουρκίας, Κύπρος, Συρία, κλπ.).

Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι η τούρκικη πολιτική ανέκαθεν υπήρξε, και ακόμη περισσότερο είναι τώρα, εκείνη του «παίρνω τα πάντα και τίποτα δεν δίνω». Και ασφαλώς είναι άξια ψυχιατρικής και ψυχαναλυτικής έρευνας η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ η οποία ευνοεί τόσο ανοιχτά την τουρκο-οθωμανική κυβερνητική αδιαλλαξία, υποκριτικά προσποιούμενη άγνοια της συνολικής εγκληματικότητάς της τόσο σε εσωτερικό πεδίο όσο και στο διεθνές τοπίο.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια διόλου παρήγορα και ευοίωνα, τοποθετείται και η καταφανής ακρότητα του παραλόγου: η ΕΕ θέλει να καταπολεμήσει (όπως λέει!) την ανομία χρηματοδοτώντας και επενδύοντας ακριβώς τη χώρα (τη Τουρκία) που είναι και η κύρια και συνεχή πηγή ανομίας βασανίζοντας όλη την Ευρώπη!

Το πρόσφατο summit (Μάρτιος 2016) και ιδιαίτερα η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας σχετικά με τη ροή των προσφύγων και παράνομων «μεταναστών» είναι ο πιστός καθρέφτης των άνω λεγόμενων – μια συμφωνία την οποία πολλοί έγκυροι μελετητές αμφισβήτησαν και θεώρησαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, αθέμιτη και παράνομη.

Τώρα πρέπει να δούμε εάν, έναντι των 6 δις ευρώ που η Τουρκία θα λάβει το 2016 και μια συνολική χρηματοδότηση έως 20 δις στα επόμενα πέντε χρόνια, η Τουρκία θα εφαρμόσει τους όρους της συμφωνίας. Προηγούμενα του είδους δεν φαίνονται πολύ ενθαρρυντικά έχοντας υπόψη την συνεχή άρνηση των Τούρκων να τιμήσουν τις υπογραφές τους και τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει με αυτές.
Η Κύπρος κάτι ξέρει. Το ίδιο και η Ελλάδα, κιόλας από τη Σύμβαση της Λοζάνης.

Απόδειξη είναι και η προηγούμενη συμφωνία των 3 δις ευρώ για να ανακοπεί η «μεταναστευτική» ροή η οποία ξεκινάει απ’ τη Τουρκία και από τη Τουρκία υποκινείται, συμφωνία που όχι μόνο αγνοήθηκε από την Τουρκία αλλά και «εκφυλίστηκε», θα έλεγε κανείς επίτηδες, με μια σοβαρή αύξηση του αριθμού των «αναχωρήσεων» από τα τουρκικά παράλια προς τα ελληνικά νησιά, έτσι ώστε η Ελλάδα να καταντήσει «αποθήκη ψυχών» ακόμη έως σήμερα.

Η περίπλοκη προβληματική των σχέσεων ΕΕ –Τουρκίας στηρίζεται, ως γνωστόν, πάνω σε βάσεις αποκλειστικά και ψυχρά χρηματικές: σε αντάλλαγμα δεκάδων δις ευρώ που φορολογικά πληρώνουν όλοι οι κοινοτικοί πολίτες, και οι Έλληνες, ζητείται από τη Τουρκία, στην ουσία, μια «δυτικοποίηση» σε όλους τους πολιτικο-οικονομικο-κοινωνικούς τομείς τους οποίους η Τουρκία πολύ δύσκολα, αν όχι ποτέ,  θα μπορέσει να πραγματοποιήσει και να διατηρήσει, μια δυτικοποίηση όλων των συστημάτων στα οποία αναφέρονται τα διαπραγματευτικά κεφάλαια και τα οποία όμως προσκρούουν πάνω σε αντίθετες, έμφυτες έξεις και συνήθειες, πρακτικές, νομικές και οικονομικές διαδικασίες, τα πάντα ετούτα συνοδευόμενα από μια νοοτροπία και νομιμότητα ανατρεπτικά οθωμανο-ανατολίτικες.

Έως τώρα δεν φαίνεται, αλήθεια, η Τουρκία, σε αντάλλαγμα των δισεκατομμυρίων που έλαβε για να πραγματώσει της  μεταρρυθμίσεις που υποσχέθηκε, να έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε εγγράφως (συμφωνίες και μνημόνια). Κι όμως, μολαταύτα η ΕΕ κιόλας από το 2007 άλλο δεν κάνει από το να χρηματοδοτεί ανεύθυνα μια Τουρκία συνεχώς αφερέγγυα και συνεχώς σε αναζήτηση νέων ευρωπαϊκών παραχωρήσεων και υποχωρήσεων.

Μόνο για την περίοδο 2007-2013 δόθηκαν στη Τουρκία σχεδόν 5 δις ευρώ (καλύτερα να λέμε: πέντε χιλιάδες εκατομμύρια!!) ως εξής: 2007/497,2 εκατομμύρια, 2008/538,7 εκατ., 2009/566,4 εκατ., 2010/653,7 εκατ., 2011/779,9 εκατ., 2012/860,2 εκατ., 2013/935,5 εκατ., με μια σταθερή αύξηση των ετησίων δόσεων.

Και να μη ξεχνάμε επίσης πως από το 2004 έως το 2006 η χρηματοδότηση που έλαβε η Τουρκία υπήρξε της τάξης του ενός δις 50 εκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή χιλίων πενήντα εκατομμυρίων!
Συνολικά, λοιπόν, από το 2004 έως το 2013, δηλαδή σε 10 συναπτά έτη στην  Τουρκία «παραχωρήθηκαν» 5 δισεκατομμύρια 851 εκατομμύρια ευρώ!! Και για την περίοδο 2014-2020 προβλέπονται περίπου άλλα 5 δισεκατομμύρια ευρώ.

Και σε αντάλλαγμα αυτή τί έκανε; Ένα τεράστιο τίποτα! ή μάλλον αύξησε τις ορέξεις και απαιτήσεις της (ως και βίζα θέλει τώρα, και εκβιάζει επιπλέον!) και προκάλεσε το τεράστιο πρόβλημα με την Συρία στο οποίο και ο απαραίτητος «μαϊντανός», οι ΗΠΑ, έβαλαν το χεράκι τους. ως συνήθως.

Και δεν πρέπει ούτε και να ξεχάσουμε τις χρηματοδοτήσεις της ΕΕ προς το ψευδοκράτος της ΤΔΒΚ υπό τουρκική κηδεμονία και προπαντός εκμετάλλευση από το 1974.
  1.    Σε αυτό το σημείο, αυθόρμητα διερωτόμαστε: μα έπειτα από τόσα χρήματα που εισέπραξε και τόσες υποσχέσεις που έδωσε, η Τουρκία – μια χώρα μη κοινοτική, μη το ξεχνάμε! – στην πραγματικότητα τί έπραξε και σε ποια κατάσταση βρίσκεται δέκα χρόνια μετά την υποτιθέμενη προσέγγισή της στην Ευρώπη;
Μετά από 10 χρόνια και σχεδόν 6 δισεκατομμύρια ευρώ που ξόδεψε, η ΕΕ μπροστά σε ποια Τουρκία βρίσκεται; Και τί μπορεί να περιμένει από τη σημερινή Τουρκία; Πόση εμπιστοσύνη μπορεί να της πιστώσει μετά από όλες τις μακροσκοπικές της πράξεις αφερεγγυότητας;

Όλως αντικειμενικώς (και ουδείς καλόπιστος δεν μπορεί να το αρνηθεί) η τωρινή Τουρκία δεν πιστεύω πως παρουσιάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργεί αισιόδοξες προβλέψεις και συμπεράσματα. Και θα ήταν πολύ μακρύς ο κατάλογος των «καυσαερίων» που βρωμίζουν την εθνική τούρκικη πραγματικότητα.

Ωστόσο δεν είναι μήτε δυνατόν να αποσιωπηθούν και να «σκεπαστούν» δεδομένα που καθαρά καθρεφτίζουν καρκινίζουσες καταστάσεις, όλο και πιο μακριά από τις κοινοτικές προτάσεις και από τις ανίατες, και θα έλεγα εγκληματικές, αισιοδοξίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και πιο πολύ ακόμη, ενός απαράδεκτου Γιούνκερ, και του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπως επίσης και της γερμανικής υπερέχουσας (δυστυχώς) και συχνά παρεκκλίνουσας κατεύθυνσης αποφάσεων ενώπιον της οποίας φαίνονται τελείως γελοίες και ευτελείς οι «αντιθέσεις» του είδους κοκοράκι-Ρέντσι και οι ηλίθιες και ανώφελες παλινωδίες του είδους Τούρκος-Ολάντ.

Το Συμβούλιο των Γενικών Υποθέσεων ΕΕ μετά από τόσα χρόνια που άρχισαν οι διαπραγματεύσεις σύνδεσης ΕΕ-Τουρκίας (2005), είναι ακόμη σε αναζήτηση ενός νέου «ενάρετου κύκλου» που θα δημιουργήσει καλύτερες και εποικοδομητικές σχέσεις με την Τουρκία. Και περιμένει ακόμη η Τουρκία να ευθυγραμμιστεί με το κοινοτικό acquis πιστεύοντας ακόμη στις «υποχρεώσεις» τις οποίες η Τουρκία ανέλαβε, αλλά καμία διάθεση δεν έχει να πραγματοποιήσει!

Τόση ηλίθια αφέλεια διακρίνει τους ευρωπαίους «κυβερνώντες»;! Σκέτη τρέλα.

Και ακόμη η Επιτροπή συνεχίζει να διαπιστώνει (!) πως η Τουρκία είναι ένας «πάρτνερ-κλειδί», ένας πάρτνερ όμως που συστηματικά αγνοεί τις αναληφθείσες υποχρεώσεις αδιαφορώντας τα μέγιστα για τις στείρες «ανησυχίες» (μόνο «ανησυχίες»;!) που η ίδια η Επιτροπή εκφράζει  παθητικά για τις συνεχείς και ποικίλες και άφευκτες τούρκικες παραβιάσεις και παραβάσεις!

Ξεχνάει πολύ εύκολα η «Κομισιόν» και οι συν αυτή πως η Τουρκία είναι στη πράξη αδύνατον να λειτουργήσει με τρόπο και κανόνες δημοκρατικούς. Και αυτή η «ξεχασιά» είναι ακόμη βαρύτερη όταν θα έπρεπε να έχει υπόψη της τα λεγόμενα ακριβώς ενός παλιού Τούρκου προθυπουργού, τον Ντεμιρέλ, ο οποίος στις 3.6.1995 δεν δίστασε να πει ξεκάθαρα: «Εάν εφαρμόσουμε τη δημοκρατία που μας ζητούν οι Ευρωπαίοι, τότε θα διαλυθούμε και αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ!»

Πρόσφατα ο Simon Tisdall στον The Guardian προσδιόρισε επακριβώς την παρούσα «αξία» της Τουρκίας εν σχέση με την ΕΕ: «Η Τουρκία του Ερντογάν είναι πλέον  ένας πλαστός φίλος της Ευρώπης και ένας καταρρέων σύμμαχος της Δύσης. Το δίλημμα «ή με εμένα ή εναντίον μου» του Ερντογάν στρέφει κατά της Τουρκίας τους παλιούς της συμμάχους».

Σωστά όλα αυτά, αλλά ας μας πει ο Tisdall πότε η Τουρκία δεν υπήρξε πλαστός φίλος της Ευρώπης, αλλά αληθινός;! Πότε; Ουδέποτε! Και τότε τί κάνουμε;

Είναι αλήθεια ότι η «δοκιμή» των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας βρίσκεται και δεν μπορεί να μη βρίσκεται στα πολιτικά κριτήρια τα οποία ουσιαστικά διαμορφώνουν στο σύνολό τους τις σχέσεις των δυο πλευρών.

Υπάρχει μια συστηματική έλλειψη απτών προόδων, με σεβασμό στα πολιτικά κριτήρια, εκ μέρους της Τουρκίας, συστηματική και αδιάκοπη στον χρόνο και στο χώρο.

Πράγματι η Τουρκία δεν παρουσίασε καμία πρόοδο για όσο αφορά την ελευθερία έκφρασης, την ελευθερία του Τύπου,  τους όρους διαβίωσης στις φυλακές, την ελευθερία  συνεταιρισμού και συνέλευσης, το πρόβλημα των μειονοτήτων [εκείνες οι ελάχιστες μειονότητες που έμειναν (!) μετά τη γενοκτονία των Αρμενίων (1.500.000 νεκρούς), των Ελλήνων του Πόντου (περίπου 400.000 νεκροί), των Ασσύρων Σύρων (τουλάχιστον 350.000 θύματα, την φυσική και οικονομική εξόντωση των Εβραίων και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας], το πρόβλημα της ελευθερίας της θρησκείας και των δικαιωμάτων των άλλων θρησκειών διαφορετικών από τη μουσουλμανική.

Επίσης, σοβαρότατη είναι στη Τουρκία η κατάσταση στο θέμα των αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Εξίσου βαριά είναι η κατάσταση των γυναικών, μολονότι η Τουρκία υπέγραψε στις 11.5.2011, και ακριβώς στη Κωνσταντινούπολη, τη Σύμβαση για τη βία πάνω στις γυναίκες, κανονικά και φυσικά παραβιάζοντάς την, ως είθισται!
  1. Ας προσπαθήσουμε τώρα να κάνουμε μια μικρή απογραφή μόνο των τελευταίων (τους πρώτους 3/4 μήνες του 2016)  απολυταρχικών και αυθαίρετων εκδηλώσεων του τούρκικου καθεστώτος:
–  σύλληψη τεσσάρων επιχειρηματιών κατηγορούμενων για σχέσεις με τον ιμάμη Φετουλλάχ Γκιουλέν.

–  τρεις καθηγητές πανεπιστημίου συλληφθέντες με τη κατηγορία της «τρομοκρατικής προπαγάνδας».

–   οκτώ δικηγόροι υπέρμαχοι του Κουρδικού συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν.

–   κλείσιμο της ημερήσιας αντιπολιτευτικής εφημερίδας Ζαμάν, φυλάκιση των συντακτών της με τη κατηγορία ότι ασκούν κριτική στον Ερντογάν και διατηρούν σχέσεις με τον Φετουλλάχ Γκιουλέν και, κολοφώνας αλαζονείας, οικειοποίηση της περιουσίας της εφημερίδας και διορισμός στην εφημερίδα μιας νέας συντακτικής ομάδας που λειτουργεί υπέρ του Ερντογάν

– ο Ερντογάν δηλώνει πως δεν θα υπακούσει (όπως δεν υπάκουσε) στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου το οποίο είχε διατάξει  να ελευθερωθούν οι δυο δημοσιογράφοι που είχαν φυλακιστεί γιατί δημοσίευσαν στην εφημερίδα Τσουμχουριέτ φωτογραφίες και άρθρα για την αποστολή όπλων στους τζιχαντιστές στη Συρία.

–  ο ανταποκριτής της Der Spiegel στη Τουρκία αναγκάζεται να φύγει έχοντας οι Τούρκοι αρνηθεί την ανανέωση των διαπιστευτηρίων του: ένα άλλο «τραύμα» στην ελευθερία του Τύπου.

Σε αυτό το εκρηκτικό «μείγμα» παραβατικότητας δεν μπορεί παρά να προστεθεί και η «κουρδική υπόθεση»: μια υπόθεση με εξαιρετικά επικίνδυνες προεκτάσεις, όταν στις περιοχές αμιγώς κουρδικές της νοτιο-ανατολικής Τουρκίας γίνεται κυριολεκτικά μια «σιωπηλή γενοκτονία» στην οποία καθημερινά σκοτώνονται με τις πιο διαφορετικές προφάσεις δεκάδες κούρδοι, απ’  τη μια πλευρά, ενώ απ’ την άλλη πραγματοποιείται ένα άλλο έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα και πάλι ενάντια στους Κούρδους, το οποίο ο ΟΗΕ προβλέπει και κωδικοποιεί, αλλά για το οποίο ουδόλως, φαρισαϊκά και εγκληματικά, επεμβαίνει: δηλαδή «εισάγονται» για να εγκατασταθούν εκεί εκατοντάδες τούρκοι προερχόμενοι από τον Καύκασο με σκοπό να αλλοιωθεί, υπέρ του τουρκικού στοιχείου, η δημογραφική ισορροπία, σήμερα καθαρά υπέρ του Κουρδικού πληθυσμού.

Μια «διαδικασία», αυτή, ευρέως εκτελεσμένη στη Κύπρο, στο κατεχόμενο βόρειο μέρος του νησιού, με την «υποχρεωτική εισαγωγή» 130.000 Τούρκων προερχόμενων από την Ανατολία: μια ενέργεια η οποία βαριά εκφύλισε την δημογραφική φυσιογνωμία όχι μόνο εν σχέση με τους ιθαγενείς Τουρκοκύπριους που βρέθηκαν τώρα να είναι μειονότητα (!!) στην ίδια τους τη χώρα, αλλά και εν σχέση με την ελληνοκυπριακή κοινότητα του νότου του νησιού.

Πρόκειται – είναι πασιφανές – για δυο γεγονότα τεράστιας βαρύτητας και σοβαρότητας, τα οποία κανένας από τους περίοπτους, χρυσοπληρωμένους και αλαζονικούς (!) θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέλησε ποτέ να καταγγείλει, όπως θα έπρεπε να είχε κάνει, με αποτέλεσμα κανένας Ευρωπαίος πολίτης να μη γνωρίζει τίποτα σχετικά, όχι μόνο, αλλά ούτε και οι περίφημες ΗΠΑ, που τόσο κόπτονται για την δημοκρατία, μερίμνησαν ποτέ να καταδικάσουν και να απαιτήσουν να σταματήσει.

Όλοι οι Δυτικοί ταγοί ηθελημένα αγνόησαν, αγνοούν και εγκληματικά σιωπούν. Αισχροί ταγοί και ξεδιάντροποι οι οποίοι το ελάχιστο που θα έπρεπε να κάνουν είναι να στείλουν στα κατεχόμενα επιθεωρητές για να ελέγξουν και να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι το διεθνές έγκλημα που συντελείται!

Κατά τα άλλα, η Τουρκία θα πρέπει ακόμη να πραγματοποιήσει το «πακέτο» συνταγματικών μεταρρυθμίσεων βάσει των υποχρεώσεων που ανέλαβε το 2010. Με τις προεδρικές εκλογές του 2015 ο Ερντογάν αποσκοπούσε στην απόλυτη πλειοψηφία του κόμματός του για να είναι σε θέση να τροποποιήσει κατά βούληση το Σύνταγμα, όχι βέβαια στη κατεύθυνση που υπέδειξε η ΕΕ, αλλά για να το προσαρμόσει στις προσωπικές του επιδιώξεις απεριόριστης εξουσίας, ωσάν «απόλυτος Σουλτάνος», σύμφωνα με το πρόγραμμα που επανειλημμένως είχε υποδηλώσει.

Η αποτυχία απόκτησης της πλειοψηφίας υπήρξε τροχοπέδη για τον Ερντογάν στις απολυτιστικές του προθέσεις. Συνάμα όμως συνέβαλε και στον παραμερισμό των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων που του είχε ζητήσει η ΕΕ ματαιώνοντας τις συμφωνίας του 2010 τις οποίες η ΕΕ πολύ κακώς υποτίμησε και υποβίβασε, παύοντας συγχρόνως να απαιτεί την πραγματοποίησή τους.

Κατά τα άλλα, η Τουρκία δεν εξασφάλισε καθόλου ούτε την πλήρη και μη διακριτική εφαρμογή των τελωνειακών της υποχρεώσεων προς την Ένωση και ούτε του πρωτόκολλου που υπέγραψε στις 29 Ιουλίου 2005 συνέπεια της Συμφωνίας της Άγκυρας. Κάτι ξέρει η Κύπρος  –  αλλά ούτε γάτα ούτε ζημιά!

Όσο για την χρόνια «υπόθεση Κύπρος», τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα έχοντας υπόψη πως η Τουρκία κατέχει απολύτως παράνομα, είναι κιόλας 42 χρόνια, ένα μεγάλο μέρος του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίχως αυτή η τελευταία να έχει πράξει ποτέ τίποτα για να το «επανατοποθετήσει» μέσα στα γεωγραφικά της σύνορα: μόνο και πάντα ανόητα ευχολόγια η γελοιότητα των οποίων αποδεικνύει τον ολοσχερή, εθελοντικό ευνουχισμό της κοινοτικής κυβέρνησης για την οποία – μέγιστη ντροπή και αίσχος των Επιτρόπων – τα δικαιώματα ενός κράτους Μέλους αγνοούνται τελείως και καταπατούνται προς όφελος ενός κράτους εχθρικού όχι μόνο προς το κράτος Μέλος, αλλά και προς την ίδια την Ευρωπαϊκή Κοινότητα!

Επαίσχυντη ηθική κατάπτωση! Κατάπτυστη καταπάτηση των διεθνών νόμων.

Εν πάση περιπτώσει, εκτός από τη παράνομη κατοχή του 38% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι θέσεις της Τουρκίας είναι σίγουρα διαμετρικά αντίθετες με τις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών, στρατσόχαρτα για τους Τούρκους, όπως επίσης και με τις θέσεις, πολλάκις επιβεβαιωμένες, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά μόνο σε λόγια!

Έως το 2014 η Τουρκία άσκησε μια πολιτική κωλυσιεργίας ως προς μια ειρηνική λύση και, από τις πρώτες κιόλας διαπραγματεύσεις του Μοντρέ, οι διάφορες αποτυχημένες συνομιλίες δεν μπορούν παρά να βαρύνουν  την τούρκικη αδιαλλαξία.

Οι τελευταίες διαπραγματεύσεις που άρχισαν τον Σεπτέμβριο του 2014 προβλέπουν, θεωρητικά, σαν λύση μια δήθεν δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία. Μόνο που όλες οι προβλέψεις που περιέχει – επανάληψη και επιδείνωση του διαβόητου Σχεδίου Ανάν το οποίο οι Ελληνοκύπριοι απέρριψαν το 2004 –  προαναγγέλλουν χωρίς ίχνος αμφιβολίας την ίδρυση μια γνήσιας συνομοσπονδίας δυο κρατών εδαφικά και δημογραφικά τελείως ξεχωριστών, με τρεις διοικήσεις, τρεις αστυνομίες, τρεις Βουλές, τέσσερις ιθαγένειες με διαφορετικά δικαιώματα η κάθε μια(!), μια Γερουσία βγαλμένη από το πουθενά και ένα Συνταγματικό Δικαστήριο που θα απαρτίζεται από ίσο αριθμό μελών ελληνο και τουρκοκυπρίων, έστω κι αν η πληθυσμιακή αναλογία είναι 4 ε/κ και 1 τ/κ.

Όλα αυτά επιπλέον συνοδεύονται από πολλούς άλλους κανόνες καθαρά συνομοσπονδιακού χαρακτήρα – όπερ σημαίνει και πραγματική και οριστική διχοτόμηση της Κύπρου σε δυο κρατικές οντότητες διαφοροποιημένες και αυτόνομες, αυτή τη φορά όχι εξαιτίας της τούρκικης εισβολής (η οποία ξεχνιέται οριστικά και νομιμοποιείται!), αλλά με τη νομική βούλα μιας οικειοθελούς συμφωνίας μεταξύ της μόνης στο κόσμο αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας, που υποβιβάζεται σε «ελληνοκυπριακό συνιστών κράτος», και της από κανέναν αναγνωρισμένης ΤΔΒΚ, η οποία επιτέλους(!) αναβιβάζεται σε «τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος» και γίνεται, μαζί με το ε/κ, παράγων και δίκαιο!

Το άκρον άωτον της παράνοιας!

Και όχι μόνο, διότι θα είναι και «κράτη» τα οποία ακόμη και πάντα θα υπόκεινται στις βαθιά αναχρονιστικές λειτουργίες εγγύησης Τουρκίας, Ελλάδας και Αγγλίας βάση των Συμφωνιών  Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960 που επιβλήθηκαν στη Κύπρο(η επαίσχυντη «εκδίκηση» της Αγγλίας!) όταν ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία(!) της μετά από τέσσερα χρόνια (1955-1959) αιματηρού και σκληρού αγώνα ενάντια στην βλοσυρή βρετανική αποικιοκρατία, ένας αγώνας όπου το τουρκικό στοιχείο ήταν φυσικά με το μέρος των Άγγλων.

Μη ξεχνάμε επίσης πως εμπνεύστρια αυτού του «ομοσπονδιακού» σχεδίου είναι η ίδια η Τουρκία με την ευγενή και ενδιαφερόμενη συμπραξη των ΗΠΑ και της Αγγλίας (τί τους θέλει η Κύπρος τους εχθρούς όταν έχει τέτοιους φίλους!), μέσω της «κυβέρνησης» του ψευδο-τουρκοκυπριακού κρατιδίου, ενώ ασυγχώρητο λάθος και φταίξιμο βαραίνει τον ελληνοκύπριο Πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη που δέχθηκε απολύτως άκριτα και αψυχολόγητα τη συζήτηση υπογράφοντας τον Σεπτέμβριο του 2914 ένα Κοινό Ανακοινωθέν άκρως απερίσκεπτο και καταδικαστικό για τους Ελληνοκύπριους .
  1. Η απόφαση της Ευρωβουλής στις 29 Μαρτίου 2013, αν εξαιρέσουμε τις συνηθισμένες εκφράσεις «νέας ορμής» στις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας, διαπιστώνει έναν «σωματώδη» αριθμό ελλείψεων, αθετήσεων, παραβιάσεων, παραλείψεων και αμελειών εις βάρος της Τουρκίας.
Από τότε έως σήμερα δεν φαίνεται διόλου η Τουρκία να έχει πραγματοποιήσει τις υποχρεώσεις της προς την ΕΕ. Αντιθέτως, το καθεστώς του Ερντογάν σιγά-σιγά «γλίστρησε» προς μια μανιώδη πολιτική αναθεωρητισμού, όλο και περισσότερο αλαζονικού και δυσμεταχείριστου, όπως εξάλλου κωδικοποιήθηκε στο βιβλίο του πρώην προθυπουργού   Αχμέτ Νταβούτογλου  Το στρατηγικό βάθος. Η διεθνής θέση της Τουρκίας, ένα βιβλίο που έγινε η  «Βίβλος» της τουρκο-οθωμανικής πολιτικής διαδικασίας μαζί με τις δυο Αναφορές τις οποίες κιόλας το 1956 είχε συντάξει ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Νιχάτ Ερίμ σχετικά με την πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί στη Κύπρο έχοντας ως ιδανική λύση την διχοτόμηση του νησιού σε δυο κράτη ξεχωριστά και αυτόνομα.

Έτσι λοιπόν είναι σχεδόν βέβαιο ότι η αρνητική απόφαση της Ευρωβουλής στις 29.3.2013 έχει αποχαλινώσει τα παραβατικά ένστικτα χαρακτηριστικά του οθωμανικού σουλτανάτου στην τουρκική κυβερνητική ελίτ εν σχέση με δυο παραμέτρους ιδιαιτέρως προσδιοριστικές:

1) οι αμφιβολίες της ΕΕ σχετικά με την αληθινή βούληση της Τουρκίας να προχωρήσει στον μεγάλο αριθμό μεταρρυθμίσεων που της έχει ζητηθεί.

2)   η βεβαιότητα και η σίγουρη θέληση της Τουρκίας να μην εκτελέσει ποτέ αυτόν τον μεγάλο αριθμό μεταρρυθμίσεων οι οποίες ασφαλώς θα διαταράξουν τις τυπικές και «παραδοσιακές» δομές σε όλα τα πεδία της τουρκικής εθνικής ζωής, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της τούρκικης νοοτροπίας που οδηγείται από τις πιο στενές κορανικο-ισλαμικές αρχές.

Η εξασθένιση του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος κατά την περίοδο 2012-2014 για την τουρκική «λαχτάρα» εισδοχής στην ΕΕ δεν θα μπορούσε να μείνει χωρίς κάποια αντίδραση εκ μέρους της Τουρκίας: ήταν απαραίτητο γι’ αυτήν να ωθήσει τα πράγματα σε τέτοιο σημείο ώστε να αναγκαστεί η ΕΕ να την θεωρήσει απαραίτητη για την ίδια την ύπαρξή της!

Μη μπορώντας να πραγματοποιήσει ετούτο τον σκοπό εντός των άμεσων ευρω-τουρκικών σχέσεων που είχαν προσαράξει στις ξέρες μιας γενικευμένης ατονίας, ο Ερντογάν «εφευρίσκει» την εχθρότητα προς τον Σύρο πρόεδρο Ασάντ, μια ανυπόφορη διένεξη μεταξύ της «φιλελεύθερης» Τουρκίας και της «τυραννικής» Συρίας, παραμερίζοντας τελείως απροκάλυπτα τις έως τότε έξοχες σχέσεις του με το συριακό καθεστώς.

Εμπλέκοντας με εξαιρετική μαεστρία, πρέπει να ομολογήσουμε, τις Ηνωμένες Πολιτείες οι οποίες, εκ μέρους τους, ίσως και να ονειρεύτηκαν την κατάκτηση ενός  νέου «Ιράκ» στη μεσανατολική σκακιέρα, η Τουρκία οργανώνει με τον καλύτερο τρόπο μια «δημοκρατική» και «ισλαμική» αντιπολίτευση ενάντια στον «απολυταρχισμό» και τον «αθεϊσμό» της κυβέρνησης Ασάντ, προσθέτει και ενδυναμώνει, με την αμερικανική βοήθεια, τις ενστάσεις της Al Qaida και παράγει το νεοχαλιφάτο του ISIS, δεινός εκφοβισμός προς τις δειλές και άτονες ευρωπαϊκές χώρες μέσα σε ένα ατελείωτο και φρικτό φιλμ «λαιμοκόπων» κατάλληλα δημοσιοποιημένο στα δίκτυα TV και στο Internet.

Τοποθετημένες σε αυτά τα πλαίσια, είναι αναμφισβήτητο πως η διπλωματία και η πολιτική της Τουρκίας στα τρία χρόνια από το 2013 ως το 2015 υπήρξε απολύτως τέλεια και νικηφόρα, πιάνοντας στον «ύπνο των δικαίων» τους «χοντροκέφαλους» άσχετους της κοινοτικής κυβέρνησης και ξεσκεπάζοντας πέραν πάσης αβεβαιότητας την ανεπάρκεια, αν όχι καλύτερα την ασημαντότητα της πολιτικής της, αν ποτέ η ΕΕ άσκησε κάποια πολιτική με επιρροή και επιβολή.

Αρκεί να δούμε ποιος είναι ο Πρόεδρος της «Κομισιόν» για να καταλάβουμε γιατί η ΕΕ είναι και θα είναι το «κολλητήρι» των ΗΠΑ. Άλλωστε και η ΤΤΙΡ και η ΤiSA που «μαγειρεύονται» στις μέρες μας, αυτό αποδεικνύουν, ενώ οι ευρωπαϊκοί λαοί δείχνουν καθαρά πώς είναι και παραμένουν οι «άβουλοι και μοιραίοι» ευνούχοι!
  1.  Οι φρικαλεότητες που ακολούθησαν στον πόλεμο στη Συρία, μεγεθυμένες από τις τυμπανοκρουσίες του ISIS (ή Al Nusra: διαλέξτε και πάρτε!), κυρίαρχος σε όλα τα μέτωπα έως την επέμβαση της Ρωσίας το 2015 (και εξαιτίας αυτής, ακριβώς, αρκετά εξασθενημένος και τελικά ευρέως περιορισμένος) και οι επόμενες, παράλληλες επεμβάσεις – ένα είδος ντόμινο – των Κούρδων(άκρως αποτελεσματικές) και των Σύρων φιλοκυβερνητικών, των Ιρανών, της Χεσμπολλάχ και άλλων «ανταγωνιστών» ή «συναγωνιστών», προκάλεσαν την ολική εθνική εξάρθρωση της Συρίας, έτσι όπως εξάλλου ήταν και η πρόθεση της Τουρκίας, η οποία μάλλον είχε «προβλέψει» και μάλλον αποφασίσει ότι θα γινόταν η «πόρτα» για εκατομμύρια μετανάστες και πρόσφυγες προς την ΕΕ και ο «ανθρωπιστικός εκβιασμός» για την υλοποίηση των επιδιώξεών της.
Μέσα σε αυτή την αλληλουχία γεγονότων μια ιδιόρρυθμη κατάσταση δημιουργήθηκε: δηλαδή, φαίνεται πολύ παράξενο που,  ενώ έως τα μέσα του 2015, τα πλήθη των «προσφύγων» και «μεταναστών» συγκεντρωνόντουσαν κατά κανόνα στη «ρότα» της Λαμπεντούζα και της Σικελίας με σχεδόν αποκλειστική επιβάρυνση της Ιταλίας και ασήμαντη της Ελλάδας στα νησιώτικα σύνορα της με την Τουρκία (Λέσβος, Χίος, Σάμος, Κως, Ρόδος), από μια στιγμή και μετά και ξαφνικά παύουν εξ ολοκλήρου τα πλοιάρια και τα ναυάγια κοντά στις ιταλικές ακτές (και κανείς πια στην ιταλική TV δεν μιλάει και δεν δείχνει τίποτα, ενώ έως τότε αυτό ήταν το καθημερινό τηλεοπτικό μενού) και αρχίζουν οι «αφίξεις» και τα ναυάγια των βαρκών σε ένα αυξανόμενο κρεσέντο γεωμετρικών αναλογιών στις ακτές των ελληνικών νησιών, προερχόμενων από τα τουρκικά παράλια  μήκους 700 χιλιομέτρων, στα οποία συσσωρεύονται όλο και μεγαλύτερες μάζες ανθρώπων, εκατοντάδες χιλιάδες «φυγάδων», όχι πια και μόνο Σύρων (που θα ήταν και κατανοητό), αλλά, μέσα στην εντέχνως γενικευμένη σύγχυση και ακαταστασία του συνωστισμού, και Αφγανών, Πακιστανών, Ιρακινών, ως και Αλγερινών, Μαροκινών. Τυνήσιων, Λιβύων, Γκανέζων, Σουδανών και μυρίων άλλων από άλλού,
– ένα τεράστιο μουσουλμανικό καλειδοσκόπιο, μαζί με γυναίκες και παιδιά (χιλιάδες παιδιά, και ασυνόδευτα), ως και νεογνά, γέρους, γριές, ακόμη και έγκυες στον τελευταίο μήνα εγκυμοσύνης, μια απίστευτη και ασταμάτητη εισβολή, μια ανθρώπινη πλημμυρίδα ποικίλου μουσουλμανικού στοιχείου που κατακλύζει την Ελλάδα και την υποχρεώνει, χωρίς να φταίει η ίδια και παρά τη θέλησή της, μέσα στην τρομερή οικονομικο-κοινωνική κρίση, να την συντηρήσει με δικά της έξοδα, μετατρεπόμενη σε ένα απέραντο hotspots βιβλικής απάνθρωπης φρίκης.

Και να έχουμε ακόμη υπόψη ότι, ενώ η ΕΕ υπόσχεται στην Τουρκία τα πάντα («ολόκληρη» Μέρκελ πηγαίνει στην Άγκυρα εκλιπαρούσα βοήθεια!), δηλαδή 6 δις ευρώ, απελευθέρωση στις βίζες για 80 εκατομμύρια Τούρκων, άνοιγμα τουλάχιστον πέντε κεφαλαίων σύνδεσης, ακόμη και ορισμό ημερομηνίας συζήτησης για την σύνδεση, ώστε να «συγκρατήσει» τους μουσουλμάνους και αφρικανούς και άλλους «φυγάδες» και να μη «ξεμπαρκάρουν» στα ελληνικά νησιά και στην Δυτική Θράκη και από εκεί γεμίσουν (προς Θεού!)  τις πλούσιες βόρειες χώρες, - κάτι που η Τουρκία αποφεύγει βέβαια επιμελώς να κάνει, συνεχίζοντας να διατηρεί και να οδηγεί το οργανωμένο δίκτυο το οποίο από τις μικρασιατικές ακτές κινεί τα νήματα της «μεταναστευτικής ροής» και μηχανεύοντας άλλους εκβιασμούς για άλλες, μεγαλύτερες παραχωρήσεις από την ΕΕ, αυτή η ΕΕ τί κάνει για την Ελλάδα; απλώς, μέσα στην…υπέρτατη ευμένειά της υπόσχεται να της δώσει μια χρηματοδότηση monstre εκατό εκατομμυρίων ευρώ!
  1. Ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως τέθηκε σε εφαρμογή ένα τεράστιο και περίπλοκο σχέδιο αποσταθεροποίησης και εξασθένισης πρωτίστως της Ελλάδας, της οποίας τα σύνορα με την Τουρκία βρίσκονται σήμερα σε μια περισσότερο από ασταθή κατάσταση, συμπεριλαμβανομένης και ολόκληρης της περιοχής του Αιγαίου, αρμοδιότητας του FIR Αθηνών, και παράλληλα ολόκληρης της ΕΕ που υποβάλλεται στην αγωνιώδη πίεση δεκάδων χιλιάδων μουσουλμάνων «παρκαρισμένων» σε ελληνικό έδαφος, ενώ άλλες εκατοντάδες χιλιάδες περιμένουν τη «μεταφορά», αφού η παρουσία των πλοίων του ΝΑΤΟ (το οποίο επιτέλους κατόρθωσε να εγκατασταθεί στην ελληνική θάλασσα του Αιγαίου και να μείνει κιόλας, όπως διακαώς επιθυμούσε από πάντοτε) δεν έχει καθόλου τον σκοπό να αποκλείσει τις αποβάσεις στα ελληνικά νησιά, αλλά ΜΟΝΟ να οργανώσει τη δεύτερή της βάση στην Ελλάδα ώστε να έχει έναν καλύτερο έλεγχο και επιθεώρηση του ελληνικού «πλοίου» και επίσης (με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια), με έναν τρόπο απλό και δίχως αντιθέσεις/αντιστάσεις(!), να απομακρύνει το ενδεχόμενο μιας ρωσικής παρουσίας στο Αιγαίο.
Σε αυτό το πολιτικο-στρατιωτικό «παιχνίδι» η Ελλάδα έπεσε στη φάκα σαν μια αρχάρια δεχόμενη «ευχαρίστως» τη νατοϊκή «σφήνα» που αποκλειστικά προς όφελος των Αμερικανών και των Τούρκων  οργανώθηκε(και τις συνέπειες θα τις δούμε σε πολύ λίγο χρόνο από τώρα).

Όλα ετούτα επιβεβαιώνουν απόλυτα σαφώς την ενοχή της Τουρκίας για την «μεταναστευτική» κρίση που φαντάζει ατέλειωτη και προορίζεται στο να τσακίσει τις ενδοκοινοτικές σχέσεις όλο και περισσότερο διαταραγμένες και αλλοιωμένες από μια άγρια υποτροπή εθνικισμού και εξτρεμισμού που τοποθετούν τις χώρες της Κοινότητας την μια ενάντια στην άλλη με τα παράνομα κλεισίματα συνόρων και αρνήσεις αποδοχής και υποδοχής των προσφύγων.

Έτσι η Τουρκία, υπαίτια για την πολεμική ανάφλεξη στη Συρία, που ζούσε έως τότε ειρηνικά και ήσυχα, θα ήθελε τώρα να τεθεί  ως επιδιαιτητής και για το επακόλουθο μεταναστευτικό τσουνάμι,  και «διευθετητής» της κατάστασης μέσα σε μια απίστευτα εκβιαστική διαδικασία εναντίον όλων των χωρών της ΕΕ – και αυτό βέβαια εξ αιτίας μιας κοινοτικής πολιτικής ακόμη μια φορά συνολικά αλλοπρόσαλλης, τρελής, καταστρεπτικής και εγκληματικής.

Βέβαια είναι αλήθεια πως με το δέλεαρ των δισεκατομμυρίων ευρώ και άλλων παραχωρήσεων της ΕΕ η Τουρκία ανάστειλε αυτούς τους τελευταίους μήνες τις «αναχωρήσεις» των «μεταναστών-προσφύγων» από τις παραλίες της, έτσι αποδεικνύοντας όσο γίνεται πιο έκδηλα την άμεση εμπλοκή της σε όλη αυτή την «υπόθεση εισβολής» στην κοινοτική επικράτεια.

Μένει να δούμε ποια θα είναι η συνέχεια έχοντας απέναντι έναν άνθρωπο παρανοϊκά απρόβλεπτο σαν τον Ερντογάν.
  1. Εντούτοις, η Κύπρος και η μεταναστευτική κρίση είναι δυο απ’ τα δηλητηριώδη φρούτα που η Τουρκία προσφέρει  στην Ευρωπαϊκή Ένωση με αντάλλαγμα τα χρήματα των κοινοτικών φορολογουμένων!
Είναι άκρως απαράδεκτο οι Βρυξέλλες, όντας τελείως ανίκανες και ανίσχυρες στη διαχείριση, για τον συμφέρον της Ευρώπης, του μεταναστευτικού προβλήματος και διλήμματος και εν γένει των προβλημάτων με την Τουρκία, να ζητούν πάντα από την Ελλάδα και την Κύπρο να υποχωρούν στις τουρκικές απαιτήσεις χωρίς κανένα αντάλλαγμα, όπως παράλληλα ήρθε η ώρα και η Ελλάδα και η Κύπρος να θέσουν όλα τα κατάλληλα βέτο που δικαιούνται, εφόσον η Τουρκία δεν εννοεί να πραγματοποιήσει τις υποχρεώσεις που υποσχέθηκε με τις υπογραφές της, να έχουν απαιτήσεις και να ζητήσουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους.

Και ήρθε επίσης η στιγμή η ΕΕ και οι ΗΠΑ να πάψουν τις έμμονες πιέσεις σε Ελλάδα και Κύπρο ώστε αυτές να αναγκάζονται, με εκβιασμούς και απειλές διαφόρων ειδών (το ξέρουμε πολύ καλά: οι ΗΠΑ είναι πρωταθλήτριες κόσμου στους να  εκβιασμούς), να υποστηρίζουν  και να διευκολύνουν τα οφέλη υπέρ μιας Τουρκίας η οποία συστηματικά παρασπονδεί!

Η σημερινή κατάσταση με το ερντογανικό πραξικόπημα και την κατάλυση κάθε έννοιας της δημοκρατίας, περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα δεδομένα. Δίνει ωστόσο στην ΕΕ και την ευκαιρία να συνειδητοποιήσει καλύτερα όλο το φάσμα ποιότητας εκείνου που έχει απέναντί της και να διορθώσει, επιτέλους οριστικά,  τα λάθη που έκανε έως σήμερα. 

* Ο Κρεσέντσιο Σαντζίλιο είναι Συγγραφέας, Ελληνιστής
Πηγή MIgnatiou



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Το ατυχές πραξικόπημα στην Τουρκία και η επιθετική αλλαγή στρατηγικής Ερντογάν, που πλέον είναι πανίσχυρος -σχεδόν «σουλτάνος»-, από την εγγύτητα στην Ευρώπη και τη Δύση προς την Ευρασία δημιουργούν σειρά από νέα δεδομένα για το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ, την Ε.Ε. και φυσικά την Ελλάδα. Η πάγια εμμονή των «μεγάλων δυνάμεων» και της μοναδικής υπερδύναμης ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού ότι η Τουρκία έχει τον καθοριστικό ρόλο για την ισορροπία και τους συσχετισμούς στο γεωπολιτικό τόξο Καύκασος - Μαύρη Θάλασσα, Εγγύς Ανατολή - Ασία και Ανατολική Μεσόγειος - Β. Αφρική παύει εκ των πραγμάτων να ισχύει.

Αρκεί ένα γεγονός των προηγούμενων εβδομάδων για να προκαλέσει σημαντικές ρωγμές στο σημαίνον για τη γεωπολιτική και τη συλλογική ασφάλεια της Δύσης αυτό δόγμα. Κατά τη διάρκεια των γενικευμένων ταραχών και της αποσταθεροποίησης που προκάλεσε η απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία η σημαντικότατη βάση του Ιντσιρλίκ -για τα νατοϊκά στρατεύματα- έμεινε χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, τροφοδοτούμενη με ενέργεια μόνο από τις γεννήτριες που διαθέτει για λόγους ασφαλείας. Αυτό το περιστατικό είναι αρκετό για να αλλάξουν τα πλάνα του ΝΑΤΟ και όχι μόνο σε σχέση με το πού θα βρίσκονται τα «ορμητήρια», τα «μετόπισθεν» και οι βάσεις ανεφοδιασμού του στην ανατολική πλευρά της Ευρώπης ή στο δυτικό όριο της Ασίας.

Παραλλήλως η ίδια η πραγματικότητα στο εσωτερικό της Τουρκίας προδιαθέτει κάθε σοβαρό ως προς τη συγκρότηση και την εμπειρία του επιτελείο σχεδιασμού να εμπλουτίσει τα δεδομένα και να λάβει πρόνοιες για τη νέα πραγματικότητα στην ευρύτερη περιοχή. Η Τουρκία είναι η βάση της Αδελφότητος των Μουσουλμάνων μετά την εποχή Μόρσι στην Αίγυπτο. Του πλέον σεβάσμιου, απειλητικού και διεθνοποιημένου ιερατείου του ριζοσπαστικού - οικουμενικού Ισλάμ. Χωρίς η Αδελφότητα να είναι επιθετική σέχτα όπως οι ουαχαμπίτες της Σαουδικής Αραβίας ή ομάδες και οντότητες των σαλαφιστών και του Τζιχάντ, όπως το δίκτυο Αλ Κάιντα και το Χαλιφάτο του ISIS, αποτελεί το εποικοδόμημα της κουλτούρας συγκρότησης ενός πραγματικού χαλιφάτου. Μιας νέας ηγετικής Βαβυλώνας, κυρίαρχης στο Ισλάμ. Η Τουρκία του Ερντογάν, θέλοντας να ανασυστήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως παγκόσμια δύναμη του Ισλάμ και όχι απλώς περιφερειακής δύναμης της στρατιωτικοδιπλωματικής διάταξης της Δύσης στην Ευρασία, έχει δώσει ασφαλή βάση διαμονής στην ανώτερη κάστα της Αδελφότητας των Μουσουλμάνων αλλά και λειτουργίας της σε όλο τον κόσμο και ειδικά στα πλέον ισχυρά στρώματα μουσουλμάνων όχι μόνο στην Αραβία ή την Αφρική αλλά στα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά «ρετιρέ» της Δύσης και των χριστιανών. Τα στελέχη της Αδελφότητας από την Αίγυπτο ή το Κατάρ έχουν πλέον έδρα την Τουρκία και όχι το Πακιστάν, τη Σαουδική Αραβία ή τις μουσουλμανικές χώρες του Καυκάσου ή της Αφρικής.

Το πρόβλημα Τουρκία συνίσταται στο ότι εγκαταλείπει τη Δύση και κινείται ανατολικά, στην ευρύτητα της μεγάλης Ανατολής της Ευρασίας. Σε δυνάμεις όπως η Ρωσία ή ή Κίνα και πολύ περισσότερο της αναδυόμενης Ινδίας ή του φιλικού της Πακιστάν. Η Τουρκία αυτή -που δεν είναι «επιτήδειος ουδέτερος»- βλέπει το μέλλον σε έναν παγκόσμιο διπολισμό με τη συγκρότηση ενός διεθνούς οργανισμού ισλαμικών κρατών και υπερδυνάμεων τύπου ΟΗΕ των μουσουλμάνων, χωρίς κράτη των χριστιανών ή των Εβραίων σε αυτόν. Η Τουρκία αυτή δεν μπορεί ταυτοχρόνως να έχει σχέση με το ΝΑΤΟ και πρόσβαση στους απόρρητους επιχειρησιακούς σχεδιασμούς της Δύσης. Οι βάσεις των δυτικών θα πρέπει να μεταφερθούν στο επίπεδο της ανατολικής Μεσογείου από την Τουρκία στα δίδυμα κράτη του Ελληνισμού. Την Ελλάδα και την Κύπρο. Το δε ΝΑΤΟ να κινηθεί ανατολικά βλέποντας ενδεχομένως ως νέα μέλη το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Ιορδανία.

Μενέλαος Τασιόπουλος
Πηγή "Δημοκρατία"



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου

Η πόρτα του φρενοκομείου έχει ανοίξει διάπλατα και οι τρελοί δραπετεύουν. Σε παγκόσμιο επίπεδο. Και το θέμα είναι μήπως πρέπει να μπούμε εμείς μέσα για να γλυτώσουμε. Γιατί με αυτά που συμβαίνουν, θα τρελαθούμε εντελώς. Ενώ βέβαια και στο... δικό μας φρενοκομείο δεν πάνε και πολύ καλύτερα τα πράγματα...

Η περίφημη φράση του Κωνσταντίνου Καραμανλή "Η χώρα έχει μεταβληθεί σε απέραντο φρενοκομείο" είναι δυστυχώς πιο επίκαιρη από ποτέ. Και το χειρότερο είναι ότι δεν είναι μόνο η χώρα που, ιδιαίτερα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, βιώνει συνθήκες απόλυτου παραλογισμού. Ένα κρεσέντο ιδεοληψίας και μειωμένων ή ανύπαρκτων ικανοτήτων που τη βυθίζουν όλο και περισσότερο στην καταστροφή. Ολόκληρη η υφήλιος αντιμετωπίζει καταστάσεις πρωτόγνωρης τρέλας.

Από τη μία η έξαρση του τυφλού θρησκευτικού φανατισμού και η μεταφορά του "πολέμου" μέσα στην Ευρώπη απειλώντας τον δυτικό τρόπο ζωής, ενισχύοντας την εσωστρέφεια και βάζοντας βόμβα στα θεμέλια όσων επί δεκαετίες κατακτήθηκαν. Αλλά και το ξεσάλωμα κάθε ψυχοπαθούς που ονειρεύεται να γίνει διάσημος έστω και για μία ημέρα "εκδικούμενος" όλα όσα το αρρωστημένο μυαλό του χρεώνει στην κοινωνία και σε αθώα θύματα.

Και από την άλλη η πολιτική άνοδος ακραίων στοιχείων που ενδεδυμένα τον μανδύα του "αντισυστημικού" αξιοποιούν τον φόβο, την ανασφάλεια, αλλά και την απογοήτευση των κοινωνιών από την ανυπαρξία σοβαρών πολιτικών ηγετών και την επιβολή σκληρών δημοσιονομικών πολιτικών, για να κατακτήσουν την εξουσία. Και η κατάσταση αυτή δεν δείχνει να μπορεί να ελεγχθεί. Το σχεδόν βέβαιο μέλλον είναι η επιδείνωση.

Πού βρισκόμαστε εμείς μέσα σε αυτό το περιβάλλον; Το οποίο γίνεται ακόμα πιο απειλητικό μετά τα όσα συνέβησαν στην Τουρκία. Και παρεμπιπτόντως τα γεγονότα στη γείτονα και η μετάλλαξη του Ερντογάν σε αυταρχικό Οθωμανό δικτάτορα είναι ένα απόλυτα ελληνικό πρόβλημα. Και όσοι δεν το αντιλαμβάνονται εθελοτυφλούν. Δεν είναι μόνο μία ενδεχόμενη στρατιωτική απειλή. Είναι και οι στρατιές των προσφύγων που οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να αρχίσουν να συρρέουν. Και θα είναι και τα κύματα των Τούρκων που με μαθηματική ακρίβεια θα αναζητήσουν στο μέλλον διαφυγή από το καθεστώς.

Σε αυτό λοιπόν τον Αρμαγεδδώνα, την ώρα που ο Τιτανικός είναι κατάφατσα με το παγόβουνο, η δική μας πολιτική ορχήστρα συνεχίζει να παίζει ανενόχλητη. Αψιμαχίες και μικροπολιτικές. Κατήφορος. Και την βασική ευθύνη σε αυτό το παιχνίδι την έχουν οι κυβερνώντες. Καμία διάθεση συνεννόησης. Βεβαίως, πολλά έχουν ακουστεί κατά καιρούς για την ανάγκη εθνικής συνεννόησης στη χώρα. Τις περισσότερες φορές ωστόσο πίσω από αυτά κρύβονταν είτε προσωπικά και κομματικά συμφέροντα είτε ύποπτες ίντριγκες. Και η ασυνεννοησία ήταν αυτή που πάντοτε επικρατούσε. Έτσι όμως όπως εξελίσσονται τα πράγματα, η ανάγκη να αναζητηθεί έντιμα συνεννόηση για να μην διαλυθεί εντελώς η χώρα, φοβάμαι ότι θα αρχίσει να γίνεται επιτακτική.

Ασφαλώς η κυβέρνηση δεν την επιθυμεί καθώς θεωρεί ότι ακόμα έχει χρόνο μπροστά της και επιθυμεί να γαντζωθεί όσο περισσότερο γίνεται στην εξουσία. Δεν αντιλαμβάνεται ή δεν ενδιαφέρεται για το τι συμβαίνει γύρω μας. Όπως ακριβώς δεν ενδιαφέρεται γαι τη ζημιά που έχει υποστεί και συνεχίζει να υφίσταται η χώρα. Αλλά ακόμα και αν έθετε το ζήτημα, θα ετίθετο με φανερή πρόθεση να ελέγξει απόλυτα τις εξελίξεις. Οπότε δεν θα οδηγούσε πουθενά. Επιπρόσθετα, η κυβέρνηση δεν έχει δώσει δείγματα ότι επιθυμεί καθ' οιονδήποτε τρόπο μία συναίνεση. Αντίθετα σπεκουλάρει πάνω σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι ταξικών διαχωρισμών.

Ωστόσο, η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή. Και μπορεί να εξελιχθεί εντελώς απρόβλεπτα και ασύμμετρα. Κρούεται ένα καμπανάκι έντονου κινδύνου. Το ακούει κανείς; Είναι σε θέση η κυβέρνηση να κατανοήσει ότι οι εξελίξεις και στη χώρα αλλά και διεθνώς, την υπερβαίνουν; Οι καιροί που έρχονται απαιτούν μεγάλη σύνεση και ξεχωριστές ικανότητες. Δεν μπορεί να επενδύεις για παράδειγμα πλέον στη ρήξη. Ούτε να αναζητάς ταξικούς εχθρούς σε μία κοινωνία και μία οικονομία που υποφέρει. Ούτε να πετάς την μπάλα στην εξέδρα συνεχώς όπως τώρα με τη συνταγματική αναθεώρηση. Εκτός και αν η εξουσία είναι αυτοσκοπός no mater what..

dimitris.papakonstantinou@capital.gr
Πηγή Capital



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Του Σάκη Μουμτζή

Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται μπροστά στο κρίσιμο σταυροδρόμι. Ο ένας δρόμος οδηγεί στο Συνέδριο του κόμματος, σε ανασχηματισμό και στην συνέχιση της διακυβέρνησης από την συγκυβέρνηση, που πιθανόν να διευρύνει την κοινοβουλευτική στήριξη της. Ο άλλος δρόμος περνά, μέσα από το προγραμματισμένο για τον Σεπτέμβριο Συνέδριο, στην διενέργεια εκλογών με αποτέλεσμα την ευπρόσωπη ήττα και την «παλινόρθωση των παλιών κομμάτων».

Προφανώς η πρώτη επιλογή εμφανίζεται ως η πιο λογική, γιατί εναρμονίζεται με την εδραιωμένη σε όλους πεποίθηση για την εξουσιομανία του ΣΥΡΙΖΑ και γιατί διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας ομαλής πορείας προς το 2019, όταν λήγει και η θητεία της παρούσας κυβέρνησης. Με μια όμως πιο αναλυτική ματιά θα δούμε πως αυτός ο οδικός χάρτης είναι ναρκοθετημένος από την αφετηρία του κιόλας.

Έτσι λοιπόν, στο Συνέδριο του κόμματος, μετά βεβαιότητος, θα αναφανούν όλες οι διαφωνίες για τα ήδη πεπραγμένα, θα εκδηλωθούν οι ιδεολογικές ανησυχίες για την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ σίγουρα θα χαραχθούν οι ενοχλητικές, για την ηγεσία, «κόκκινες γραμμές» για την δεύτερη αξιολόγηση και τα εργασιακά. Συνήθως αυτά τα Συνέδρια, στα κόμματα με έντονο το ιδεολογικό στοιχείο, είναι οι προπομποί διασπάσεων και αμφισβητήσεων και όχι Συνέδρια «ενότητας και αγώνα».

Στην συνέχεια, ο ανασχηματισμός εμφανίζει πολλά προβλήματα για την κυβερνητική και κομματική συνοχή. Γιατί τα στελέχη που θα ανασχηματισθούν θα είναι βουλευτές ενώ οι αντικαταστάτες τους, που η υπουργοποίηση τους θα σηματοδοτεί και την πολιτική διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν θα είναι. Αυτό, ενδεχομένως, θα επιφέρει τριγμούς στην ενότητα του κόμματος, που ούτως ή άλλως θα είναι ήδη τραυματισμένη από τις συνεδριακές διαδικασίες. Ένα πρόσθετο πρόβλημα αφορά την ποιότητα των νέων συμμάχων, καθώς ουδέν σοβαρό άτομο θα θελήσει να διακινδυνεύσει την πολιτική αξιοπρέπεια του, συνεργαζόμενο με ένα κόμμα που βυθίζεται. Ακόμα και ο Β. Λεβέντης, πολύ αμφιβάλλω αν θα θελήσει να γίνει κυβερνητικός εταίρος. Αλλοπρόσαλλος και απρόβλεπτος είναι, ανόητος δεν είναι. Έτσι, είναι πολύ πιθανό ο ανασχηματισμός να δημιουργήσει στον ΣΥΡΙΖΑ πολύ περισσότερα προβλήματα από αυτά που, υποτίθεται, θα έλυνε.

Αλλά και η συνέχεια –αν παρακαμφθεί και ο σκόπελος του ανασχηματισμού- έχει την δεύτερη αξιολόγηση, τα εργασιακά και κυρίως την οργή του κόσμου για την φοροκαταιγίδα. Θα είναι η πρώτη φορά στην κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ, που οι πολίτες θα βιώνουν καθημερινά το μακρύ χέρι του Καρανίκα και του «αρραβωνιαστικού» της Σβίγγου βαθιά μέσα στην τσέπη τους. Είναι λογικό κάθε μήνας που θα περνά να αυξάνει δραματικά την δημοσκοπική διαφορά που θα χωρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ από την Νέα Δημοκρατία. Μέσα σε μια παρόμοια κατάσταση, παρέδωσε το καλοκαίρι του 2011 ο Γ. Παπανδρέου την κυβέρνηση στον Α. Σαμαρά, που ως λογικός άνθρωπος δεν την αποδέχτηκε.

Ο άλλος δρόμος έχει την προκήρυξη εκλογών για την τελευταία εβδομάδα του Σεπτεμβρίου. Το Συνέδριο του κόμματος θα είναι ενταγμένο στον προεκλογικό αγώνα, χωρίς γκρίνιες και μεμψιμοιρίες, οι πληρωμές ΕΝΦΙΑ και των λοιπών φορολογικών υποχρεώσεων θα μετατεθούν για τον Οκτώβριο, οι διαδικασίες ενότητας του ΠΑΣΟΚ, του Ποταμιού της ΔΗΜΑΡ και των λοιπών κινήσεων της κεντροαριστεράς- ενός χώρου που μπορεί να υποδεχθεί σημαντική μερίδα απογοητευμένων ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ- δεν θα έχουν ολοκληρωθεί και ο σκοπός της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι ή να ανατρέψει το σημαντικό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας και να κερδίσει τις εκλογές ή αν δεν το κατορθώσει, να ηττηθεί με μια μικρή διαφορά. Σε αυτήν την περίπτωση ενεργοποιείται το σενάριο της «δεξιάς παρένθεσης» ή το ακόμα καλύτερο σενάριο, νέων εκλογών με απλή αναλογική.

Επειδή είναι βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα των κομμάτων της Αριστεράς, η ανάλυση της πολιτικής κατάστασης και εν συνεχεία η χάραξη των ακολουθητέων πολιτικών, νομίζω πως η προκήρυξη εκλογών μέσα στον Σεπτέμβριο συγκεντρώνει πολλά θετικά στοιχεία για την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και συνεπώς και πολλές πιθανότητες να συμβεί.

Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Η Τουρκία βιώνει την τραυματική εμπειρία της αποτυχημένης απόπειρας πραξικοπήματος πριν από 15 περίπου ημέρες από μια μικρή μερίδα των ένοπλων δυνάμεων.

Αλλά καθώς ο πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν και το νοο-ισλαμιστικό κυβερνών του κόμμα προχωρούν σε μαζικές εκκαθαρίσεις με στόχο το αντίπαλο ισλαμιστικό κίνημα που θεωρεί υπεύθυνο για το πραξικόπημα, οι σύμμαχοι της Τουρκίας στην Ευρώπη και στο ΝΑΤΟ έχουν λόγους να ανησυχούν για το πού οδεύει, για το αν η Δύση μπορεί τελικά να χάσει αυτή τη στρατηγικής σημασίας χώρα που ισορροπεί ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία.

Πολύ πριν το δράμα αυτό, είχε εδραιωθεί η αντίληψη πως η Τουρκία, ο ανατολικός πυλώνας του ΝΑΤΟ και υποψήφιο μέλος της Ε.Ε. σε μια ταραγμένη περιοχή, είχε πάψει να παίζει ομαδικά.

Ο κ. Ερντογάν έχει βάλει σε δεύτερη μοίρα κάθε προσπάθεια χάραξης εγχώριας και εξωτερικής πολιτικής, επιδιώκοντας μια προεδρία στα πρότυπα του Βλαντιμίρ Πούτιν. Οι σχέσεις με τους δυτικούς συμμάχους έχoυν γίνει μια υπόθεση συναλλαγών. Ο ίδιος έχει εξετάσει κατά πόσον η χώρα μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντά της σε άλλες συμμαχίες, όπως η Ευρασιατική Οικονομική Ένωση, παιδί του Ρώσου προέδρου, ή ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, αντί για το ΝΑΤΟ ή την Ε.Ε. που δεν σχεδιάζει πραγματικά να δεχτεί την Τουρκία.

Απορρίπτοντας την ιδέα της μουσουλμανικής Τουρκίας ως πλήρους μέλους, τα κράτη της Ε.Ε. με μπροστάρηδες τη Γαλλία και τη Γερμανία, βοήθησαν να στραφεί ο κ. Ερντογάν μακριά από την Ευρώπη.

Αλλά η Τουρκία άρχισε να απομακρύνεται από τη Δύση το 2013, όταν καταπνίγηκε βίαια μια πολιτισμένη και ευρωπαϊκού χαρακτήρα εξέγερση κατά της καταπιεστικής άσκησης της εξουσίας από τον ως τότε τρεις φορές εκλεγμένο πρωθυπουργό.

Ως τον Δεκέμβριο, ο κ. Ερντογάν είχε ξεκινήσει πόλεμο με τον Φετουλάχ Γκιουλέν, έναν εγκατεστημένο στις ΗΠΑ ισλαμιστή κληρικό και πρώην σύμμαχο, όταν άνθρωποί του στον κρατικό μηχανισμό ξεκίνησαν έρευνα για διαφθορά που έφτασε ως τον στενό κύκλο του σημερινού προέδρου.

Η σφοδρότητα αυτής της ενδο-ισλαμιστικής σύγκρουσης συντάραξε θεσμούς όπως το δικαστικό σώμα και τώρα έχει καταστρέψει και τη συνοχή του στρατού, με τη σύλληψη του ενός τρίτου των στρατηγών που κατηγορήθηκαν ότι βρέθηκαν πίσω από το πραξικόπημα ως Γκιουλενιστές.

Ο στρατός της Τουρκίας, ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της κοσμικής δημοκρατίας που έκτισε ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ μέσα από τις στάχτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος στο ΝΑΤΟ.

Οι δυτικοί σύμμαχοι της Τουρκίας αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τον ισχυρισμό ότι το ένα τρίτο των στρατηγών της θεωρούνται μέλη μιας σκιώδους ισλαμιστικής οργάνωσης.

Ο κ. Ερντογάν και ο κύκλος του δείχνουν από την πλευρά τους τις ΗΠΑ, όπου μένει μόνιμα ο κ. Γκιουλέν.

Ορισμένοι υπουργοί και μέσα ενημέρωσης που πρόσκεινται στον Ερντογάν κατηγορούν τις ΗΠΑ για το πραξικόπημα. Επαναλαμβάνουν το γνώριμο τροπάρι του προέδρου. Στο τέλος του 2014, για παράδειγμα, ο κ. Ερντογάν είχε δηλώσει σε ένα ισλαμικό συνέδριο πως οι δυτικοί «φαίνονται σαν φίλοι, αλλά μας θέλουν νεκρούς».

Το μέλλον της Τουρκίας βρίσκεται στα χέρια του μαχητικού αλλά και ορισμένες φορές πραγματιστή προέδρου.

Ο πραγματισμός του έγινε εμφανής πριν από το πραξικόπημα, όταν η Τουρκία άρχισε να ομαλοποιεί τις διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ και τη Ρωσία, ενώ άρχισε να κάνει διερευνητικές επαφές και για τη Συρία, όπου στήριζε τους ισλαμιστές αντάρτες κατά του Άσαντ για μια πενταετία. Ήταν μια αναγνώριση, πάνω απ’ όλα, ότι η επεκτατική πολιτική στη Συρία και η νεο-οθωμανική περιφερειακή πολιτική βρίσκονταν σε αδιέξοδο.

Σε μια κίνηση συμφιλίωσης προς τον κ. Πούτιν, ο κ. Ερντογάν συνέλαβε τους πιλότους που κατέρριψαν το ρωσικό μαχητικό τον περασμένο Νοέμβριο κοντά στα συριακά σύνορα, αφήνοντας να εννοηθεί πως ήταν μια πρόκληση από την πλευρά του Γκιουλέν, για να επέλθει ρήξη στη σχέση των δύο ισχυρών ανδρών.

Μετά από αυτό το αποτυχημένο πραξικόπημα, η Τουρκία κινδυνεύει να χωριστεί από τη Δύση.

Η έκταση και τα βάθος των εκκαθαρίσεων που ακολούθησαν το πραξικόπημα, με τον μέχρι τώρα απολογισμό να ανέρχεται στις 60.000 δασκάλους, ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους, δικαστές και στρατιωτικούς, θα εντείνουν τη διαμάχη της Τουρκίας με την Ε.Ε. για τις βασικές ελευθερίες και το κράτος δικαίου.

Η συναλλαγή με την οποία η Ε.Ε. προσέφερε πολιτικά ανέφικτα «γλυκαντικά» όπως η απελευθέρωση του καθεστώτος για τις ταξιδιωτικές θεωρήσεις με αντάλλαγμα τη συγκράτηση των προσφυγικών ροών, φαίνεται πως είναι μια από τις πρώτες απώλειες.

Η συναλλαγή με το ΝΑΤΟ, όπου οι δυνάμεις της πολεμικής αεροπορίας των ΗΠΑ θα χρησιμοποιούν τη βάση στο Ιντσιρλίκ στη Νότια Τουρκία για επιδρομές κατά του ISIS κατά μήκος των συνόρων με τη Συρία και το Ιράκ, φαίνεται πλέον πιο πολύπλοκη. Οι ΗΠΑ θα έπρεπε ως αντάλλαγμα να περιορίσουν τη βασική τους δύναμη στο έδαφος: τους Κούρδους μαχητές της Συρίας. Τώρα φαίνεται πως η Τουρκία συνδέει την πρόσβαση στη βάση του Ιντσιρλίκ -που έκλεισε κατά τη διάρκεια της απόπειρας πραξικοπήματος- με την απαίτηση οι ΗΠΑ να εκδώσουν τον Γκιουλέν για δίκη.

Είναι ολοφάνερο πως οι προτεραιότητες του κ. Ερντογάν δεν συμπίπτουν με τις προτεραιότητες της Δύσης. Οι δικές του είναι ο πόλεμος κατά των Γκιουλενιστών και των Κούρδων ανταρτών, όχι ο πόλεμος κατά του ISIS.

Το ISIS έχει πυρήνες εντός της Τουρκίας εξαιτίας της μέχρι πρότινος ανεκτικής πολιτικής της Άγκυρας απέναντι στους τζιχαντιστές που πέρναγαν στη Συρία. Την περασμένη χρονιά, ο ISIS επιτέθηκε σε κουρδικούς στόχους εντός της Τουρκίας, αλλά φέτος -καθώς αρχίζει να αισθάνεται την αμερικανικη απειλή από το Ιντσιρλίκ- χτυπάει και στόχους όπως το αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης.

Αλλά ο κ. Ερντογάν και το Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (AKP) βλέπουν το ISIS απλά ως μια απειλή κατά της ασφάλειας, ενώ το «παράλληλο κράτος» του Γκιουλέν και τους Κούρδους αντάρτες τούς αντιμετωπίζουν ως υπαρξιακές απειλές.

Από τότε που έγινε πρόεδρος το 2014, ο κ. Ερντογάν έχει ενισχύσει τη σουνιτική, ισλαμιστική και τουρκική ταυτότητα του ΑΚP, πολώνοντάς το ενάντια στους Κούρδους και τους Αλεβίτες, που εκπροσωπούνται από διαφορετικά κόμματα της αντιπολίτευσης, καθώς και ενάντια στους κοσμικούς που βρίσκονται ανάμεσά τους.

Η συγκαλυμμένη ξενοφοβία είναι πλέον απροκάλυπτη. Παρ’ όλα αυτά η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση στάθηκε στο πλευρό του κατά των πραξικοπηματιών.

Ο πρόεδρος θα μπορούσε να συγκροτήσει μαζί τους μια νέα δημοκρατική συναίνεση, ή με τους Ισλαμιστές και τους υπερεθνικιστές να κάνουν κουμάντο στους δρόμους, να συνεχίσει στην ίδια πορεία και να κατηγορήσει όλους τους αντιπάλους του, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, ως υποκινητές της ίδιας συνωμοσίας.

Financial Times
Πηγή Euro2day



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Δεν είναι σαφές πως θα εξελιχθούν τα πράγματα τους επόμενους μήνες στη γειτονική Τουρκία. Πάντως το ισλαμικό καθεστώς, κατά την πάγια, προσφιλή και λαϊκιστική τακτική του, αναζητά εξωτερικούς εχθρούς και κατηγορεί ευθέως τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ως υποκινητές των πρόσφατων γεγονότων. Όποια εξέλιξη και αν υπάρξει, είναι βέβαιο πως το περιβόητο «τουρκικό μοντέλο» έχει χρεωκοπήσει. Τι ήταν όμως αυτό το «τουρκικό μοντέλο;» Για να το κατανοήσουμε πρέπει να ανατρέξουμε στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν.

Η ανεξαρτητοποίηση των κρατών του Καυκάσου και της κεντρικής Ασίας μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ στις αρχές του 1990, οδήγησε την τουρκική κρατική ηγεσία της εποχής, με την ενθάρρυνση και ενίσχυση Δυτικών κρατών, να πιστέψει ότι μπορεί να ενώσει αυτές τις χώρες κάτω από τουρκική ηγεμονία, να τις απομακρύνει από την ρωσική σφαίρα επιρροής και να τις φέρει εγγύτερα στην φιλελεύθερη Δύση. Επρόκειτο για μια νέα αναβίωση του οράματος του παντουρκισμού που εύκολα το διέκρινε κανείς στη δημόσια ρητορική της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας και των δυτικών και τουρκικών ΜΜΕ αλλά και σε ακαδημαϊκές μελέτες καθώς και στις δραστηριότητες των τουρκικών δικτύων επιρροής σε αυτές τις κοινωνίες. Οι τουρκικές γραφειοκρατικές και πολιτικές ελίτ θεώρησαν ότι με αυτό τον τρόπο η χώρα τους θα κατάφερνε να αναδειχθεί σε γέφυρα μεταξύ Δύσης και Ασίας, ενισχύοντας τον ρόλο της ως ενός αυτόνομου διεθνούς πόλου εξουσίας και οικονομίας που όμως συνεργάζεται με την Δύση.

Κεντρικό στοιχείο αυτής της πολιτικής στρατηγικής υπήρξε η καλλιέργεια και η διασπορά του μύθου περί ενός υποτιθέμενου «τουρκικού μοντέλου» διακυβέρνησης και οικονομίας το οποίο θα αποτελούσε πρότυπο για τις πρόσφατα ανεξαρτητοποιημένες χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ. Ο μύθος του τουρκικού μοντέλου, αποκρύπτοντας τον μιλιταριστικό χαρακτήρα του καθεστώτος της Τουρκίας, παρουσίαζε την χώρα αυτή ως εκκοσμικευμένη, δημοκρατική και φιλελεύθερη! Επιπλέον τονιζόταν η υποτιθέμενα «κοινή καταγωγή» των κατοίκων της Τουρκίας με αυτούς των χωρών της κεντρικής Ασίας. Σε τμήματα της ελίτ και του πληθυσμού των χωρών αυτών καλλιεργήθηκε επίσης η προσδοκία ότι το μέλλον τους βρίσκεται στην περαιτέρω απομάκρυνση από την ρωσική επιρροή και στην ένταξη τους σε αυτόν τον παντουρκικό συνασπισμό.

Παρά τα τεράστια ποσά και την ενέργεια που επενδύθηκε, αυτό το γεωπολιτικό project απέτυχε παταγωδώς. Οι ιδιαιτερότητες των κοινωνιών της περιοχής από την μια και οι σοβαρές εγγενείς αδυναμίες της Τουρκίας από την άλλη, τις οποίες οι αρμόδιοι σε χώρες του δυτικού κόσμου απέτυχαν να κατανοήσουν, δεν ευνόησαν την επιτυχή έκβαση αυτής της στρατηγικής. Η Ρωσία επέστρεψε δυναμικά στις χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ και τις ενέταξε στη νέα σφαίρα επιρροής της. Η δε μεγαλοιδεατική τουρκική ηγεσία και οι επιχειρηματίες της αρκέστηκαν σε μερικά συμβόλαια, κυρίως στον κλάδο των κατασκευών. Η Δύση είχε επενδύσει σε ένα κουτσό και αλαζονικό άλογο. Το τουρκικό μοντέλο απέτυχε παταγωδώς στην κεντρική Ασία και στον Καύκασο.

Μερικά χρόνια αργότερα ο μύθος περί τουρκικού μοντέλου, ελαφρώς τροποποιημένος, επανήλθε στη διεθνή συζήτηση με την άνοδο του ισλαμικού ΑΚΡ στην εξουσία το 2002. Οι New York Times εκθείαζαν τον Ρ.Τ Ερντογάν και το κόμμα του ως το ιδανικό πολιτικό μοντέλο που συνδυάζει το Ισλάμ με την φιλελεύθερη δημοκρατία και την ελεύθερη αγορά. Διεθνή think tanks, δημοσιογράφοι, αναλυτές και κάθε είδους δημοσιολογούντες προπαγάνδιζαν υπέρ του τουρκικού μοντέλου του «σουνιτικού ισλαμικού φιλελευθερισμού» προωθώντας το παράλληλα προς τις Αραβικές κοινωνίες ως πρότυπο προς μίμηση.

Η Τουρκία υπό τον Ερντογάν ανέπτυξε εκτεταμένα δίκτυα συνεργασίας και επιρροής στα κατά τόπους σουνιτικά κοινωνικά και πολιτικά κινήματα επιχειρώντας να τα θέσει υπό την ηγεμονία και τον έλεγχό της. Στρατηγική της επιδίωξη ήταν η δημιουργία μιας δικής της αυτόνομης σφαίρας επιρροής στον σουνιτικό ισλαμικό κόσμο. Το ιδεολόγημα του τουρκικού ισλαμικού φιλελευθερισμού επιχειρήθηκε επίσης να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την αποριζοσπαστικοποίηση των διαφόρων αντιδυτικών ισλαμικών κινημάτων στη βόρεια Αφρική και στην Μέση Ανατολή αλλά και ως αντίβαρο στην επιρροή του σιιτικού Ιρανικού μοντέλου που συνδύαζε τον κορπορατισμό με την ισλαμική επανάσταση και την αντιδυτική ρητορική.

Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, στο εσωτερικό μέτωπο, η ισλαμική ηγεσία του ΑΚΡ επιχείρησε να κάνει ελεγχόμενα ανοίγματα προς το κουρδικό κίνημα προκειμένου να το ενσωματώσει διά του Ισλάμ, να δαμάσει και να εξουδετερώσει τον κίνδυνο περαιτέρω ενίσχυσης του εθνοτικού αποσχιστικού του χαρακτήρα. Επιπλέον περιθωριοποίησε εκείνες τις ομάδες εντός του στρατεύματος που αντιτάσσονταν σε αυτή την νέα πολιτική στρατηγική του ενιαίου Ισλάμ υπό τουρκική ηγεμονία. Τα οικονομικά ανοίγματα και η έστω και με δανεικά ευμάρεια που δημιούργησε το ΑΚΡ ενίσχυσαν σημαντικά τα κοινωνικά του ερείσματα σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας και ενδυνάμωσαν την πολιτική του ηγεμονία. Έτσι πιστωτικές κάρτες, Αλλάχ και υποσχέσεις εκδημοκρατισμού είχαν καταστήσει τον Ρ.Τ Ερντογάν αδιαφιλονίκητο ηγέτη.

Πολλοί, ακόμα και στην Ελλάδα, έχουν αφελώς χαρακτηρίσει τον ισλαμιστή πολιτικό και το κόμμα του ως δύναμη μεταρρύθμισης και εκδημοκρατισμού, υιοθετώντας άκριτα την επίσημη τουρκική προπαγάνδα και την αγγλόφωνη βιβλιογραφία για το θέμα. Δεν έλαβαν όμως υπόψη τους ότι στα δεκατέσσερα χρόνια της παραμονής του στην εξουσία το ΑΚΡ απέφυγε επιμελώς και με πολλαπλές δικαιολογίες και καθυστερήσεις να προβεί σε ουσιαστική συνταγματική μεταρρύθμιση. Έτσι η υποτιθέμενα δημοκρατική κυβέρνηση Ερντογάν κυβερνούσε χωρίς ενδοιασμούς την χώρα με το σύνταγμα που επέβαλλε ο δικτάτορας στρατηγός Κενάν Εβρέν στις αρχές του 1980. Ενώ υπήρχε μια πλειοδοσία δημοκρατικής και μεταρρυθμιστικής ρητορικής όλα αυτά τα χρόνια, λίγα έγιναν στην πράξη. Ακόμα και τα περιβόητα δημοκρατικά ανοίγματα που κατά καιρούς πομπωδώς ανακοινώνονταν προς τους ετερόδοξους πολυάριθμους αλεβιτικούς πληθυσμούς της χώρας αλλά και προς τους Κούρδους και κάθε είδους μειονότητα, απεδείχθησαν πολιτικοί τακτικισμοί του ΑΚΡ που στόχευαν στο να αποδυναμώσει την δημοκρατική αντιπολίτευση.

Ουσιαστικά το ισλαμικό ΑΚΡ σε σημαντικό βαθμό οικειοποιήθηκε τα αιτήματα και την ρητορική των δημοκρατικών και φιλελεύθερων δυνάμεων της χώρας προκειμένου να εδραιώσει την δική του ηγεμονία και ισλαμική ατζέντα, να εμφανιστεί ως η μόνη ρεαλιστική μεταρρυθμιστική δύναμη και να αποδυναμώσει τα κοινωνικά και πολιτικά δίκτυα που επεδίωκαν τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό. Η καλά σχεδιασμένη αυτή οικειοποίηση της μεταρρυθμιστικής ατζέντας και των σχετικών εννοιών οδήγησε τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες δυνάμεις σε προσωρινό αδιέξοδο.

Τουρκικό πολιτικό Ισλάμ

Σημαντικό κανάλι εφαρμογής όλων αυτών των πολιτικών υπήρξε και το εκτεταμένο εσωτερικό και διεθνές δίκτυο του Τούρκου θρησκευτικού ηγέτη Φετουλάχ Γκιουλέν που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται πριν από δεκαετίες, αλλά ενδυναμώθηκε κυρίως από την στρατιωτική δικτατορία του Εβρέν το 1980. Εκείνη την περίοδο το στρατιωτικό καθεστώς, θορυβημένο από την άνοδο της επιρροής της Αριστεράς, κυρίως στη νεολαία, άρχισε να χρησιμοποιεί το Ισλάμ ως αντίδοτο κατά του μαρξισμού. Έτσι οι στρατιωτικοί αύξησαν κατακόρυφα τις δαπάνες για την κατασκευή ισλαμικών τεμενών ενώ επιπλέον διευκόλυναν και ενίσχυσαν την δραστηριότητα διαφόρων ισλαμιστικών δικτύων εντός της χώρας, ένα εκ των οποίων υπήρξε και το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν.

Ο Γκιουλέν εξέφραζε μια περισσότερο ήπια ερμηνεία και εφαρμογή του Ισλάμ, ανοιχτή στη φιλελεύθερη οικονομία και στη συνεργασία με την Δύση. Από την άλλη οι ιδεολογικές ρίζες του Ρ.Τ. Ερντογάν βρίσκονται στο σκληρά αντιδυτικό Ισλάμ που εκφράζεται στην Τουρκία μέσα από την οργάνωση Milli Görüş (Εθνική Οπτική) και τον ιστορικό της ηγέτη Νετζμεντίν Ερμπακάν ο οποίος υποστήριζε την ανεξαρτησία του Ισλαμικού κόσμου υπό τουρκική ηγεσία και τον σφοδρό ανταγωνισμό με την Δύση.

Οι δύο σχολές κατανόησης και βίωσης της ισλαμικής θρησκείας και τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα που ενέπνευσαν στην Τουρκία, είχαν πολύ συχνά ανταγωνιστικές σχέσεις. Ενώ το Γκιουλενικό Ισλάμ συντάχθηκε αρκετές φορές με τους κατά καιρούς πραξικοπηματίες του στρατού, το ρεύμα που εξέφραζε ο Νετζμεντίν Ερμπακάν βρέθηκε υπό πίεση και ενίοτε υπό διωγμό.

Ήταν άλλωστε ο Ερμπακάν ο πρώτος ισλαμιστής ηγέτης που έγινε πρωθυπουργός και τον οποίο οι ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας αποκαθήλωσαν από την εξουσία το 1997. Η απόσχιση του Ερντογάν και μιας ηγετικής ομάδας από την επιρροή και το κόμμα Ερμπακάν και η ίδρυση του ΑΚΡ άνοιξαν μια καινούργια σελίδα στην ιστορία του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία που το οδήγησαν στην εξουσία. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμμαχία Γκιουλέν-Ερντογάν γέννησε το υποτιθέμενο «ήπιο Ισλάμ» ευνοώντας και τους δύο προσωπικά, ενώ υπήρξε ζημιογόνα για τις φιλελεύθερες δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας.

Όμως παρά τις προσπάθειες των σχεδιαστών και υποστηρικτών του νέου τουρκικού «ισλαμικού φιλελευθερισμού» και την αρχική σύμπνοια και συνεργασία, μια σειρά από εξελίξεις οδήγησαν στο σπάσιμο αυτής της εσωτερικής συμμαχίας και στην αποδόμηση του τουρκικού ισλαμικού μοντέλου.

Οι αλλαγές στον διεθνή περίγυρο της Τουρκίας, ειδικά η κατάρρευση των Ισλαμικών κυβερνήσεων που είχαν ανέλθει στην εξουσία μετά την λεγόμενη Αραβική άνοιξη, κατέστησαν το τουρκικό σουνιτικό μοντέλο άνευ νοήματος και ξεπερασμένο, γεγονός που συνέβαλε στην απώλεια της τουρκικής ηγεμονίας σε αυτές τις χώρες.

Επιπλέον η αυτονόμηση των Κούρδων της Συρίας, η αυξανόμενη νομιμοποίηση του ΡΚΚ λόγω του αγώνα εναντίον του ΙΣΙΣ, η τάση απομάκρυνσης τμημάτων της νεολαίας του Αλεβιτικού πληθυσμού από τα συστημικά κόμματα και η προσέγγιση τους με το αντισυστημικό και φιλοκουρδικό HDP, καθώς και οι σοβαρές ενδοσουνιτικές τριβές, ανταγωνισμοί, φαινόμενα διαφθοράς και διάσταση απόψεων που δημιούργησαν κρίση νομιμοποίησης του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ, προκάλεσαν πανικό στα ηγετικά κλιμάκια του κράτους και της γραφειοκρατίας που θεώρησαν ότι μπορεί να χαθεί ο έλεγχος της χώρας.

Έτσι από το καλοκαίρι του 2015 άρχισε να γίνεται ξεκάθαρα πλέον ορατή μια πολιτική συμμαχία που περιλαμβάνει το εθνικιστικό Ισλάμ του Ρ.Τ Ερντογάν, τους κεμαλιστές στρατηγούς, την εθνικιστική κεμαλική αριστερά και τμήματα της ακροδεξιάς.

Μετά και την πρόσφατη, αποτυχημένη, απόπειρα ανατροπής του, ο Ρ.Τ.Ερντογάν απάντησε με λιγότερη δημοκρατία. Κήρυξε την χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και άρχισε να εκκαθαρίζει στο εσωτερικό όλα τα δίκτυα του Φετουλάχ Γκιουλέν ενώ εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να αποδυναμώσει κάθε αντισυστημική φωνή της κουρδικής και φιλελεύθερης αντιπολίτευσης την οποία επίσης κατηγορεί ως συνεργάτη της Δύσης.

Επιπλέον αναβαπτίζεται στα μάτια κυρίως των οπαδών του ως «υπερασπιστής της δημοκρατίας» πράγμα ιδιαίτερα προβληματικό και επικίνδυνο. Η αντιδυτική δημόσια ρητορική και προπαγάνδα έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της, αποκαλύπτοντας το αληθινό πρόσωπο του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ αλλά και του «συστήματος Τουρκία» γενικότερα.

Φιλοκυβερνητικός δημοσιογράφος αποκάλυψε μάλιστα πρόσφατα, σε μεγάλη τουρκική εφημερίδα, πως η Τουρκική κρατική ηγεσία επεδίωξε την ένταξη και συνεργασία της χώρας με δυτικούς θεσμούς τύπου ΝΑΤΟ και ΕΕ προκειμένου να αποφύγει επιθέσεις από την Δύση και να κερδίσει χρόνο ώστε να ανασυνταχθεί και στη συνέχεια να ακολουθήσει αυτόνομη πορεία στις διεθνείς της σχέσεις.

Τι είδους αναπροσαρμογές στην εξωτερική πολιτική της χώρας θα κάνει η τουρκική ηγεσία είναι κάτι που αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι πάντως βέβαιο ότι τους τελευταίους μήνες η Τουρκία απώλεσε το μεγάλο συμβολικό κεφάλαιο που διέθετε ως χώρα που υποτίθεται ότι συνδύαζε το λεγόμενο ήπιο Ισλάμ με την ελεύθερη οικονομία και το δημοκρατικό καθεστώς. Εκεί που ηγεμονικά επεδίωκε συμφέρουσες για αυτήν λύσεις σε μεγάλα διεθνή προβλήματα στην ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία μετατράπηκε σε μέρος του προβλήματος.

*Ο Νίκος Μιχαηλίδης είναι διδάκτωρ ανθρωπολογίας του Princeton και έχει διεξάγει πολυετή επιτόπια έρευνα στην Τουρκία.
Πηγή "Το Βήμα"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Γράφει ο Κώστας Μαντατοφόρος

Το θέμα-ταμπού που όλοι συζητάμε και όλοι αποφεύγουμε να θίξουμε όταν έρχεται η κατάλληλη στιγμή (δηλαδή μπροστά στον γκισέ),  αυτό της ανεπάρκειας ή όχι, της ανικανότητας ή όχι, της τεμπελιάς ή αδιαφορίας των δημοσίων υπαλλήλων, των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, των ασφαλιστικών ταμείων, των ΔΕΚΟ, ακόμη και των τραπεζών, το blog νομίζει πως το έχουμε βάλει σε λάθος βάση.

Δηλαδή, εκτός από κάποιες περιπτώσεις πραγματικής ανεπάρκειας, ανικανότητας, τεμπελιάς και αδιαφορίας, η κακοδαιμονία που πλήττει τον δημόσιο και ευρύτερο τομέα, νομίζουμε ότι οφείλεται σε ένα εγγενές ελάττωμα του νεοέλληνα: την καρέκλα.

Ο εκλεκτός συμπολίτης έλληνας μόλις πιάσει καρέκλα, είτε πρόκειται για την καρέκλα του Προέδρου της Δημοκρατίας, είτε του θυρωρού σε κάποιο υπουργείο, θεωρεί τον εαυτό του πως έγινε ένα με το σύστημα.
Θεωρεί πως πρέπει να ασκήσει το λειτούργημά του υπερασπιζόμενος το σύστημα εναντίον του συμπολίτη, του γείτονα, του γνωστού, ακόμη και εναντίον του φίλου και του συγγενή.
Νομίζει πως αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της κυβερνητικής μηχανής, ή της εξουσίας γενικότερα, συμπεριφερόμενος ανάλογα.
Δεν μπορεί να καταλάβει πως είναι ένας κακομοίρης, παντελώς αναλώσιμος και χωρίς καμία αξία για το σύστημα και υπάρχει στην θέση που υπάρχει, όχι γιατί είναι αυτός ο τάδε ο υπερήφανος εαυτούλης του, αλλά απλούστατα γιατί κάποιος πρέπει να κάνει κι αυτή την δουλειά, με κάποιους πρέπει να γεμίσουν οι καρέκλες, κάποιοι επιτέλους πρέπει να ασκήσουν την τελική βία της εξουσίας προς τον πολίτη.

Αδυνατούν να καταλάβουν πως σαμποτάροντας την υπόλοιπη κοινωνία σαμποτάρουν τον ίδιο τους τον εαυτό και τα παιδιά τους.
Είναι ανίκανοι να δουν πως χαντακώνοντας τους συμπολίτες τους, κάποιοι άλλοι κάποια άλλη στιγμή θα χαντακώσουν και τους ίδιους.
Έχουν πιάσει τον Πάπα απ' τ' α@@ίδια και νομίζουν ότι μπορούν να πιάσουν και τα δικά μας. Ολονών.

Αν όλοι αυτοί, οι στην ουσία κακομοίρηδες, αντί να στρέφονται εναντίον των άλλων, έπαιρναν το μέρος της κοινωνίας, εξυπηρετώντας πραγματικά, δίνοντας λύσεις, ψάχνοντας τα παραθυράκια των νόμων και τις ατέλειες  των ερμηνευτικών εγκυκλίων, όχι υπέρ αλλά κατά του συστήματος, τότε θα βοηθούσαν πραγματικά ώστε τα πράγματα στις δύσκολες σημερινές συγκυρίες να ήταν διαφορετικά.

Δεν είναι ότι δεν μπορούν, ότι είναι ανίκανοι. Είναι ότι ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ.
Και αυτό είναι πολύ χειρότερο απ' την πραγματική ανεπάρκεια, ανικανότητα, τεμπελιά, αδιαφορία.
Γίνονται οικειοθελώς γενίτσαροι της εξουσίας και του συστήματος.

Τί κρίμα.
Σ' αυτόν τον πόλεμο που μας έχει κηρύξει η νεο-ναζιστική Νέα Τάξη ευρωγερμανικών Πραγμάτων, να μην είμαστε ικανοί να υπερασπιστούμε ο ένας τον άλλο!
Τί κρίμα που μας αξίζουν τα μνημόνια!...

Υ.Γ.   Για το σημερινό σχόλιο αφορμή στάθηκε η απαράδεκτη στάση καθώς και η μικρόνοια και η αργοστροφία δύο υπαλλήλων μεγάλου ασφαλιστικού κοινωνικού Ιδρύματος, που σχεδόν χαντάκωσαν το blog, αν αυτό δεν είχε την ενημέρωση, την δυνατότητα αντίδρασης, την δυνατότητα αντιπαράθεσης, fax, email, τηλέφωνα και όλη την σύγχρονη τεχνολογία ώστε να τα βγάλει πέρα.
Κι αφού τα έβγαλε πέρα, κάθισε και σκέφτηκε πως αν στην θέση του ήταν ο παπούς και η γιαγιά, ή ο αγράμματος, ή ο λιγότερο ενημερωμένος, τί ζημιά θα είχε γίνει.
Και αγρίεψε.
Αγριέψτε όλοι. Κάτι θα βγει!

Πηγή "Ουδέν Σχόλιον"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Του Ανδρέα Ματζάκου

Στις 15 Ιουλίου το βράδυ, ένας μικρός αριθμός από το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων της Τουρκίας προσπάθησε να καταλάβει την εξουσία με πραξικόπημα. Το πραξικόπημα απέτυχε και ο Ερντογάν έδειξε ως υπευθύνους, τον πρώην σύμμαχό του στα χρόνια που μεσουρανούσε ο κεμαλισμός, αλλά και στα πρώτα χρόνια διακυβερνήσεως του κόμματος της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), επίσης Ισλαμιστή, Ιμάμη Φετουλλάχ Γκιουλέν και τους οπαδούς του.

Τα ερωτήματα που τίθενται λοιπόν είναι, ποιος είναι ο Γκιουλέν και πως δημιούργησε οπαδούς; Και γιατί αφού Ερντογάν και Γκιουλέν ήταν σύμμαχοι και είναι και οι δυο Ισλαμιστές, κατέληξαν να είναι αντίπαλοι; Τι τους χωρίζει; Τι φοβάται ο Ερντογάν ενώ ψηφίζεται από το 50% σχεδόν των Τούρκων πολιτών;

Το άρθρο υποστηρίζει ότι ο Ερντογάν βλέποντας τον τρόπο δράσεως της οργανώσεως του Γκιουλέν και την διείσδυση οπαδών του σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες αλλά και στον κομματικό μηχανισμό του ΑΚΡ, τον θεωρεί πλέον ως εν δυνάμει αντίπαλο του στο κόμμα. Θεωρεί ότι μπορεί κάλλιστα να τον ξεπεράσει σε δημοφιλία και συνεπώς να διεκδικήσει την αρχηγία του ΑΚΡ. Στο άρθρο αρχικά θα αναφερθούν στοιχεία για την οργάνωση του Γκιουλέν και θα αναλυθεί τι οδήγησε στην συμμαχία των δυο ανδρών. Στη συνέχεια θα εξηγηθεί γιατί άρχισε να ενοχλεί ο Γκιουλέν, τα στοιχεία που οδήγησαν τους δυο άνδρες σε αντιπαλότητα και τέλος θα αναφερθούν οι επιπτώσεις στην Τουρκία από αυτήν την διαμάχη.

Οργάνωση Γκιουλέν

Ο Γκιουλέν που έχει τελειώσει μόνο δημοτικό σχολείο, πήρε δίπλωμα κήρυκα και άρχισε να εργάζεται ως Ιμάμης-κήρυκας στην Αδριανούπολη και στην συνέχεια στην Σμύρνη, όπου το 1976 εξασφάλισε ένα θάλαμο για ύπνο για φτωχά παιδιά που άκουγαν τα κηρύγματα του. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Λίγα χρόνια αργότερα, λειτουργούσε ένα Λύκειο υπόδειγμα δυνάμεως 200 μαθητών. Ακολούθησε η ίδρυση φροντιστηρίων για την προετοιμασία των αποφοίτων Λυκείων για τις εισαγωγικές εξετάσεις στα πανεπιστήμια της χώρας, ενώ το 1991, επιχειρηματίες που ανήκαν στους οπαδούς του, δημιούργησαν το πρώτο διεθνές σχολείο στο Αζερμπαϊτζάν. Η διείσδυση του Γκιουλέν στο εξωτερικό, άρχισε από τις τουρκόφωνες δημοκρατίες του Καυκάσου μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ, για να εξαπλωθεί σε όλες σχεδόν τις ηπείρους.

Σήμερα, λειτουργούν πανεπιστήμια, δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια σε πάνω από 150 χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ. Η διδασκαλία γίνεται κυρίως στα αγγλικά, με σεβασμό στα τοπικά ήθη και έθιμα κάθε κράτους, ενώ δίνεται έμφαση στην τεχνολογία και τις θετικές επιστήμες. Πουθενά ο Γκιουλέν δεν δημιουργεί τζαμιά, ή προωθεί την μουσουλμανική θρησκεία. Ακολούθησε με μεθοδικό τρόπο η δημιουργία ομίλων εταιρειών, τραπεζών, κατασκευαστικών και διαφημιστικών εταιρειών.

Στο εσωτερικό της Τουρκίας, οπαδοί του άρχισαν να διεισδύουν σε διάφορες βαθμίδες της δημόσιας διοίκησης, αλλά αυτό που ενόχλησε τους κεμαλιστές ήταν η διείσδυση στις δυνάμεις ασφαλείας, στις μυστικές υπηρεσίες και στις ένοπλες δυνάμεις.

Έτσι, ο Γκιουλέν βρέθηκε στις ΗΠΑ το 1999, φαινομενικά για ιατρικές εξετάσεις, στην ουσία όμως για να αποφύγει τις διώξεις που είχαν εξαπολύσει οι στρατιωτικοί κατά θρησκευτικών οργανώσεων. Από τότε ζει στην Πενσυλβάνια, από όπου και διευθύνει μια πολυσχιδή οργάνωση που δραστηριοποιείται στην εκπαίδευση, στις κατασκευές, στον τραπεζικό τομέα και στα ΜΜΕ. Οι οικονομικοί πόροι της οργανώσεως προέρχονταν αρχικά από εισφορές πλουσίων Μουσουλμάνων επιχειρηματιών, ενώ σήμερα που η οργάνωση είναι σε πλήρη ανάπτυξη, ο προϋπολογισμός της υπολογίζεται ότι αγγίζει τα 25 δις δολάρια.

Περίοδος συμμαχίας Ερντογάν - Γκιουλέν

Ο Γκιουλέν βοήθησε το κόμμα της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) να κερδίσει τις εκλογές για πρώτη φορά το 2002, αφού τότε ο κοινός αντίπαλος, οι κεμαλιστές, έφερε τις δυο οργανώσεις κοντά. Η προτεραιότητα τότε, ήταν να ξεριζωθούν οι κοσμικοί από τις βαθμίδες όλων των δημοσίων οργανισμών. Σε κάθε διαμάχη του Ερντογάν με τους κεμαλιστές, εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας του ομίλου Γκιουλέν όπως η Zaman και η Yeni Safak, έπαιρναν το μέρος του Ερντογάν. Βεβαίως από εκείνα τα χρόνια ήταν γνωστή στον Ερντογάν ο στόχος και η τακτική της οργανώσεως του Γκιουλέν αφού το 1999, ένας ιδιωτικός τουρκικός τηλεοπτικός σταθμός προέβαλε ένα βίντεο στο οποίο κατά την διάρκεια κηρύγματος σε οπαδούς του, ο Γκιουλέν λέει: "Πρέπει να εισχωρήσετε στις αρτηρίες του συστήματος, χωρίς κανείς να αντιληφθεί την παρουσία σας, μέχρι να φθάσετε σε όλα τα κέντρα εξουσίας. Πρέπει να περιμένετε γι’ αυτό, τον κατάλληλο χρόνο". Όμως ο άμεσος κίνδυνος ήταν οι κεμαλιστές, οι οποίοι πολεμούσαν κάθε ισλαμικό στοιχείο. Άρα η συμμαχία τους ήταν μονόδρομος, ώστε να ανέλθει στην εξουσία ένα ισλαμικό κόμμα, προϋπόθεση για "κάθαρση" των δημοσίων υπηρεσιών από τους κοσμικούς, οι οποίοι ήταν γερά εδραιωμένοι μετά από το στρατιωτικό πραξικόπημα του στρατηγού Κενάν Εβρέν το 1980.

Γιατί ενοχλεί τον Ερντογάν η κίνηση Γκιουλέν

Μετά από τόσα χρόνια λειτουργίας των πάσης φύσεως εκπαιδευτικών οργανισμών του Γκιουλέν, οι οπαδοί του κατέχουν πλέον σημαντικές θέσεις στην κοινωνική, πολιτική, οικονομική και θρησκευτική ζωή της Τουρκίας, οπότε μπορούν και διαμορφώνουν την πολιτική πραγματικότητα και να προτείνουν θέσεις διαφορετικές από αυτές που υποστηρίζει το κυβερνών κόμμα. Οι δε θέσεις του Γκιουλέν εκφράζονται από εφημερίδες, ραδιόφωνα και τηλεοπτικούς σταθμούς, επηρεάζοντας εκατομμύρια Τούρκους.

Η εφημερίδα Zaman, έφτασε να είναι η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα στην Τουρκία. Οι οπαδοί του Γκιουλέν ήταν αντίθετοι με τον τρόπο που η κυβέρνηση Ερντογάν χειρίστηκε την λαϊκή αντίδραση στο πάρκο Γκεζί, όπως επίσης με την εκστρατεία του Ερντογάν να μην χρησιμοποιούν μακιγιάζ οι αεροσυνοδοί των Τουρκικών Αερογραμμών. Αλλά και σε πιο σοβαρά θέματα, ο Γκιουλέν υποστηρίζει την δημιουργία ενός ξεχωριστού τουρκικού Ισλάμ, διαφορετικό από το Ισλάμ που συντάσσεται με την τρομοκρατία, είναι υπέρ του διαλόγου με άλλες θρησκευτικές κοινότητες όπως οι Χριστιανοί και οι Εβραίοι, κρατά αποστάσεις από την Μουσουλμανική Αδελφότητα στην οποία ανήκει ο Ερντογάν και, διαδίδει ότι ο Ισλαμισμός μπορεί να λειτουργήσει στο πλαίσιο δημοκρατικών και προηγμένων τεχνολογικά και οικονομικά κοινωνιών. Επιφανή στελέχη της δημόσιας ζωής της Τουρκίας δηλώνουν ανοικτά υπέρ του Γκιουλέν, ενώ και βουλευτές που έχουν εκλεγεί με το ΑΚΡ, το εγκαταλείπουν συντασσόμενοι με τις θέσεις Γκιουλέν.

Από τη συμμαχία στην αντιπαλότητα

Όλα αυτά συνέβαλαν στο να μετατραπούν οι πρώην σύμμαχοι σε αντιπάλους. Στο παρόν άρθρο, θα τονιστούν ιδιαιτέρως τέσσερα κύρια γεγονότα που τροφοδότησαν την αντιπαλότητα:

- Το σκάνδαλο Εργκενεκόν που ξεκίνησε το 2007, όταν βρέθηκε αριθμός χειροβομβίδων σ’ ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στην Κωνσταντινούπολη. Οι χειροβομβίδες θα εχρησιμοποιούντο σε προσπάθεια για την ανατροπή της εκλεγμένης κυβερνήσεως του ΑΚΡ. Η έρευνα έδειξε ότι πίσω από την κίνηση ήταν οπαδοί του Γκιουλέν.

- Η κρίση της ΜΙΤ (η τουρκική ΚΥΠ), όπως ονομάστηκε το 2010, όταν ο Ερντογάν πιστεύοντας ότι έχει πλέον εδραιωθεί και δεν χρειάζεται να διαβουλεύεται με τον Γκιουλέν, τοποθέτησε έναν δικό του άνθρωπο, τον Χακάν Φιντάν, ως επικεφαλής της ΜΙΤ. Την επομένη ξέσπασε το σκάνδαλο διαφθοράς της κυβερνήσεως του ΑΚΡ, με την προβολή στον τύπο κουτιών από παπούτσια γεμάτα με χρήματα και με συγκεκριμένες κατηγορίες εναντίον υπουργών για λαθρεμπόριο πετρελαίου με το Ιράν. Πίσω από τις αποκαλύψεις ήταν και πάλι ΜΜΕ του Γκιουλέν.

- Η στάση του Γκιουλέν έναντι του Ισραήλ κατά το επεισόδιο με το πλοίο Μαβί Μαρμαρά το 2010. Ο Γκιουλέν ουδέποτε καταδίκασε την ενέργεια των Ισραηλινών να επιτεθούν κατά των επιβαινόντων στο πλοίο κατά την οποία έχασαν την ζωή τους 9 Τούρκοι πολίτες. Ο Ερντογάν εξέλαβε την μη καταδίκη, ως συμμαχία του Γκιουλέν με το Ισραήλ.

- Η απόφαση του Ερντογάν, το Νοέμβριο του 2013, να σταματήσει την λειτουργία φροντιστηρίων που προετοίμαζαν μαθητές λυκείων για τις εισαγωγικές εξετάσεις στα ανώτατα ιδρύματα της χώρας. Το ένα τέταρτο περίπου τέτοιων φροντιστηρίων ανήκει στην οργάνωση του Γκιουλέν. Η απόφαση αυτή όχι μόνο θα αποστερούσε έσοδα από την οργάνωση, αλλά θα μείωνε και τη δυνατότητα στρατολογήσεως νέων επιστημόνων στην οργάνωση.

Αυτή η τελευταία απόφαση του Ερντογάν, θεωρήθηκε από τον Γκιουλέν ως επίθεση. Ο φίλα προς τον Γκιουλέν ηλεκτρονικός και έντυπος τύπος, χαρακτήρισε την απόφαση ως "ευθεία επίθεση κατά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας". Αυτή ήταν που έφερε στην επιφάνεια την από χρόνια υποβόσκουσα εχθρότητα. Ο Ερντογάν χαρακτηρίζει πλέον την οργάνωση ως "παράλληλο κράτος", κατηγορεί δε τον Γκιουλέν ως ηγέτη τρομοκρατικής οργανώσεως (Fethullah Gulen Terror Organisation-FETO).

Η διαμάχη Ερντογάν-Γκιουλέν είναι χρήσιμη ως ένα σημείο για τον Ερντογάν, αφού χρειάζεται πάντοτε έναν εχθρό για να συσπειρώνει τους οπαδούς του. Όμως επί της ουσίας, η διαμάχη όχι μόνο δεν ωφελεί την Τουρκία στο εσωτερικό αφού διχάζει την τουρκική κοινή γνώμη, αλλά αρχίζει να βλάπτει και την εξωτερική πολιτική της χώρας. Τα συνεχή αιτήματα της Τουρκίας προς στις ΗΠΑ για την έκδοση του Γκιουλέν, θα δοκιμάσουν τις διμερείς σχέσεις των δυο χωρών, ιδίως τώρα μετά το πραξικόπημα. Και στο μεν εσωτερικό φαίνεται ο Ερντογάν να έχει την δυναμική να μειώσει την επιρροή Γκιουλέν στα πολιτικά πράγματα με κόστος τον χαρακτηρισμό της διακυβερνήσεως του ως αυταρχικής. Στο εξωτερικό όμως, ο Γκιουλέν δεν έχει αντίπαλο. Εκεί διατηρεί την φήμη ενός μετριοπαθούς Ισλαμιστή που δεν ασχολείται με την πολιτική, παρά μόνο με την εκπαίδευση νέων ανθρώπων και μάλιστα κατά τα δυτικά πρότυπα. Ενός Ισλαμιστή που υποστηρίζει τον δημοκρατικό διάλογο με άλλες θρησκείες και άλλους πολιτισμούς.

* Ο Ανδρέας Ματζάκος είναι απόστρατος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, κάτοχος μεταπτυχιακού στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές. Είναι δόκιμος ερευνητής στον Τομέα Αμυντικών Θεμάτων του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου.
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Του Γιώργου Καραμπελιά

Ο Σάμιουελ Χάντιγκτον πριν εικοσιπέντε χρόνια μιλούσε ήδη για έναν «πόλεμο των πολιτισμών», που τείνει να διαιρέσει ακόμα και με ποταμούς αίματος τον σύγχρονο κόσμο, υποκαθιστώντας εν μέρει ή εν όλω τις ιδεολογικές ή τις πολιτικο-κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Το βιβλίο του Χάντιγκτον κυκλοφόρησε αμέσως μετά την ειρηνιστική αυταπάτη του Φουκουγιάμα για το «Τέλος της Ιστορίας» ως ο αντίποδάς του. Ο Φουκουγιάμα υμνούσε τον ενιαίο μονοπολικό κόσμο που αναδυόταν μετά την κατάρρευση του Σοβιετικού στρατοπέδου, και την εποχή της παγκοσμιοποίησης, ενώ ο αντι-πολυπολιτισμικός Χάντιγκτον διέβλεπε την τεράστια σημασία των πολιτισμικών συγκρούσεων, που απειλούν με ρηγματώσεις την παγκοσμιοποίηση.

Τότε λοιπόν σηκώθηκε μια τεράστια κατακραυγή εναντίον του, τόσο στις χώρες της Δύσης όσο και στην Ελλάδα.

Ο Χάντιγκτον, ο οποίος ήταν ένας συντηρητικός συστημικός Αμερικανός συγγραφέας, επικρίθηκε έντονα τόσο από τους γνωστούς διανοουμένους της πολυπολιτισμικής παγκοσμιοποίησης, κατ’ εξοχήν της μπλερικής και της γαλλικής «χαβιαροαριστεράς», όσο και από την ελληνική διανόηση. Και αυτό, διότι, για να δικαιολογήσει και την επίθεση της Δύσης εναντίον της Σερβίας, που βρισκόταν τότε σε πλήρη εξέλιξη, έβαζε στο ίδιο τσουβάλι τον ισλαμικό πολιτισμικό χώρο με τον... ορθόδοξο. Η Ελλάδα η Σερβία και η Ρωσία, για τον Χάντιγκτον δεν ανήκουν στην Ευρώπη, και συνιστούν έναν διαφορετικό πολιτισμό, τον ορθόδοξο, όπως και ο ισλαμικός. Κατά συνέπεια η Δύση πρέπει να οργανωθεί αποκλείοντας τον ορθόδοξο χριστιανικό χώρο, όσο και τον μουσουλμανικό.

Μάλιστα επειδή εκείνη την περίοδο η επίθεση κατά της ορθόδοξης Σερβίας γινόταν σε συμμαχία με τους μουσουλμάνους ενώ και στο Αφγανιστάν ήταν πρόσφατη η συμμαχία μεταξύ ισλαμιστών και Αμερικανών εναντίον των Ρώσων, γι’ αυτό και το κέντρο βάρος έμπαινε στην ορθοδοξία και όχι στο Ισλάμ!

Η μοιραία υποτίμηση της αντίθεσης με το Ισλάμ φάνηκε την ίδια περίοδο με την ευκολία με την οποία ο Μπους ο πρεσβύτερος επιτέθηκε στο Ιράκ του Σαντάμ Χουσεϊν, διαλύοντας ένα ισχυρό κοσμικό αραβικό κράτος, εμπόδιο στον φονταμενταλισμό. Οι Ισραηλινοί έκαναν το ίδιο στην Παλαιστίνη ενισχύοντας τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και τη Χαμάς εναντίον του Αραφάτ και της Φατάχ.

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, στη Νέα Υόρκη και στο Πεντάγωνο, καταδείχτηκε περίτρανα ποιο ήταν το βασικό διακύβευμα. Η σύγκρουση του σουνιτικού Ισλάμ, κατ’ εξοχήν με τη Δύση, αλλά όχι μόνο με αυτή, αλλά με το σύνολο του χριστιανικού κόσμου (τους Σέρβους, τους Ρώσους, κ.λπ.) ακόμα και με τους ετερόδοξους μουσουλμάνους (τους σιϊτες) ήταν το αντικείμενο αυτού του πολέμου. Και η Δύση απάντησε και αυτή με τα όπλα ενός πολέμου των πολιτισμών. Εξόντωση του Σαντάμ, εισβολή στο Αφγανιστάν, διάλυση της Συρίας και της Λιβύης, και κατά συνεπεία πλήρης απελευθέρωση του βαθύτερου ισλαμικού υποβάθρου των μουσουλμανικών λαών, ως έσχατο ταυτοτικό καταφύγιο τους.

Έκτοτε, χρόνο τον χρόνο, αυτός ο πόλεμος διεξάγεται σε όλο και περισσότερα πεδία. Από την Αλ Κάϊντα, στον Ισλαμικό Στρατό, και από την σύγκρουση μηχανισμών στη ανοικτή σύγκρουση πολιτισμών. ΟΙ τρομοκράτες που ανατίναξαν τους δίδυμους πύργους ανήκαν σε μια συνωμοτική οργάνωση και είχαν εκπαιδευτεί για να ολοκληρώσουν το έργο τους. Ακόμα και στο Μπατακλάν ή τις Βρυξέλλες επρόκειτο για οργανωμένους πυρήνες, σε άμεση διασύνδεση με το Ισλαμικό Κράτος. Όμως στη Γερμανία ή ακόμα περισσότερο στη Γαλλία, τόσο στη Νίκαια όσο και στη Ρουέν, πλέον η άμεση σχέση με το Ισλαμικό Κράτος είναι όλο και πιο μακρινή και οι τρομοκράτες δρουν χωρίς εξοπλισμό και εκπαίδευση και χτυπούν πλέον και τα θρησκευτικά σύμβολα του «αντιπάλου», εκκλησίες και ιερείς.

Δηλαδή η ισλαμική τρομοκρατία τείνει να αποκτήσει ως δυνητική βάση στρατολογίας, τους μουσουλμάνους που ζουν στις δυτικές κοινωνίες και αντλεί από αυτούς στοιχεία περιθωριακά, προβληματικά ή παρανοϊκά, τα οποία στρατεύονται στις πιο αποτρόπαιες τρομοκρατικές ενέργειες. Και στον βαθμό που μόνο στη δυτική Ευρώπη ζουν δεκαπέντε ή είκοσι εκατομμύρια μουσουλμάνων, και στη Ρωσία άλλα τόσα, γίνεται κατανοητό πως το αδιέξοδο θα τείνει να επεκταθεί. Διότι προφανώς στην Ευρώπη θα ενισχυθεί ο γενικευμένος φόβος και ή δυσπιστία έναντι των μουσουλμάνων γενικά, θα γενικευθούν οι ξενοφοβικές συμπεριφορές, και θα εκτιναχτούν τα ακροδεξιά κόμματα. Οι μουσουλμάνοι θα κλειστούν περισσότερο στο θρησκευτικό καβούκι τους και κατά συνέπεια η σύγκρουση θα διαιωνιστεί. Η πρόβλεψη του Χάντιγκτον θα γνωρίσει μια εφιαλτική επαλήθευση.

Μπορεί να υπάρξει απάντηση σε αυτό τον πόλεμο;

Είναι προφανές πως οι λύσεις αποτελούν ένα σύνολο και θα πρέπει να εκτυλιχθούν σε βάθος χρόνου. Η καταστολή και η αστυνόμευση της λεγόμενης «ριζοσπαστικοποίησης» των νεαρών μουσουλμάνων, και των ανεξέλεγκτων τζαμιών είναι μεν αναγκαία αλλά όχι αρκετή. Πριν από όλα οι δυτικές δυνάμεις θα πρέπει να πάψουν να επεμβαίνουν στις μουσουλμανικές χώρες, αφού πρώτα βέβαια απολυμάνουν όλο το πύον που άφησαν σε αυτές, δηλαδή το Ισλαμικό Κράτος. Αντί να συνεχίζουν να μεταφέρουν πληθυσμούς προς εκμετάλλευση στα εργοστάσια και τις πόλεις τους, όπως έκανε η «πονόψυχη» κυρία Μέρκελ, να ενισχύσουν τις παραγωγικές δομές στις χώρες από όπου έρχονται οι μετανάστες.

Όσο για τους μουσουλμάνους, θα πρέπει με τη σειρά τους να «απαγορεύσουν» τη μεταβολή της θρησκευτικής πίστης σε πρωταρχικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητάς τους, δηλαδή σε ισλαμισμό. Θα πρέπει να βαδίσουν στον αντίποδα του δρόμου που ακολουθεί... η Τουρκία με τον Ερντογάν. Μετά το κύμα της μεγάλης ισλαμοποίησης, μπροστά στα αδιέξοδά της, που οδηγεί σε αλληλοσφαγή μεταξύ των ίδιων (π.χ. μεταξύ σουνιτών και σιϊτών) θα πρέπει να θέσουν τέλος σε αυτή την αδιέξοδη επιλογή.

Τέλος, ως προς τα οίκου μας. Είναι προφανές πως η ασύγγνωστη ελαφρότητα με την οποία η ελληνική κυβέρνηση και η ελληνική αριστερά σχεδόν στο σύνολό της, αντιμετωπίζει το προφυγικό και το μεταναστευτικό ζήτημα κινδυνεύει να μεταφέρει και στην Ελλάδα, –μια χώρα των συνόρων μεταξύ των πολιτισμών–, μια σύγκρουση πλανητικών διαστάσεων, στην οποία εμείς δεν έχουμε οποιαδήποτε ανάμιξη.

Η αύξηση των προσφυγικών/μεταναστευτικών πληθυσμών σε συνθήκες –υποχρεωτικά– αποξένωσης και ταλαιπωρίας, δημιουργεί αναπόφευκτα –έστω και σε λίγους από αυτούς– αισθήματα μίσους και διαχωρισμού με τους ντόπιους. Αυτό δε συνοδεύεται με την παρουσία μιας μουσουλμανικής μειονότητας, την οποία υποδαυλίζει συστηματικά η Τουρκία, εναντίον της Ελλάδας.

Κατά συνέπεια είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να εμφανιστεί, ακόμα και υποκινούμενος από τον νέο-οθωμανισμό, ή ακόμα και από άλλους μικρότερους άσπονδους γείτονές μας, ένας εγχώριος φονταμενταλισμός. Επιπλέον, η δημιουργία τζαμιού στο κέντρο της Αθήνας, κάτω από σαουδαραβική διαχείριση(!), με τις εντάσεις και τις συγκρούσεις που αναπόφευκτα θα επιφέρει, αποτελεί την καλύτερη συνταγή για τη μεταβολή του σε χώρο θρησκευτικού και πολιτισμικού μίσους.

Προφανώς, λοιπόν, πρέπει να λύσουμε το ταχύτερο δυνατό το προσφυγικό/μεταναστευτικό πρόβλημα, με την άμεση επιστροφή των παράτυπων μεταναστών στις χώρες τους, την αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων, (οι προσπάθειες να αποτραπεί η είσοδος πολιτικών φυγάδων από την Τουρκία το αποδεικνύει ότι είναι εφικτή) – και την άμεση αποστολή των προσφύγων στις χώρες που έχουν συμφωνήσει να τους δεχτούν. Αν αρχίσει να οξύνεται και στη χώρα μας ο «πόλεμος των πολιτισμών» δεν υπάρχει επιστροφή.

Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


Γράφει ο Γιώργος Μαλούχος

Ένας από πιο παλιούς τους μύθους της ευρωπαϊκής αριστερής επιχειρηματολογίας γύρω στη δεκαετία του ’70, είχε να κάνει με την υπόθεση της δημιουργίας του κοινωνικού κράτους στην Ευρώπη.

Για κακή τύχη όλων όσων επιχειρούσαν να ανέλθουν πολιτικά εμπορευόμενοι το μονοπώλιο της κοινωνικής ευαισθησίας και πολιτικής, ένα μεγάλο εμπόδιο στεκόταν στο δρόμο τους: ότι ο «ιδρυτικός» νόμος της σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής στην Ευρώπη και τον κόσμο, στα τέλη του 19ου αιώνα, έφερε την υπογραφή του Μπίσμαρκ.

Το πρόβλημα μεγάλο. Όμως η «λύση», απλή:

Οχι, δεν ήταν ο Μπίσμαρκ που ίδρυσε, ουσιαστικά, αυτό που ονομάστηκε αργότερα κοινωνικό κράτος. Ηταν η πίεση της Αριστεράς εκείνη που τον ανάγκασε να το πράξει – κι ας φέρει, ο ιστορικός αυτός νόμος, την υπογραφή του.

Το παραμύθι πράγματι «πούλησε» αρκετά – τόσο που έγινε μύθος.

Όμως, οι μύθοι, δεν αντιγράφονται, γιατί τότε γίνονται καρικατούρες.

Τέτοια ακριβώς ήταν και η χθεσινή εξαγγελία της «νέας κοινωνικής πολιτικής» της κυβέρνησης Τσίπρα – Καμένου: αξιοθρήνητη καρικατούρα, εξοργιστική για εκείνους που η πολιτική της ίδιας κυβέρνησης εν τω μεταξύ ολοκληρωτικά γονάτισε.

Εν μέσω των πιο ανάλγητων μέτρων που έφερε και εφάρμοσε κυβέρνηση στα χρόνια των μνημονίων, Τσίπρας και Καμένος κοροϊδεύουν πλέον με τον επίσης πιο ανάλγητο τρόπο τους πολίτες αυτής της χώρας, δημαγωγώντας ασύστολα, χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ.

Η διαφορά τους όμως με τον Μπίσμαρκ, πέραν όλων των άλλων, είναι ότι εκείνος ο νόμος ήταν αληθινός, έφερε μεταβολές πρωτοφανείς στην πραγματικότητα της εποχής του – κι ας προσπαθούσαν αργότερα κάποιοι να μειώσουν και τον νόμο και τον ρόλο εκείνων που τον έφτιαξαν.

Εδώ, τίποτα από όσα «εξήγγειλε» χθες ο πρωθυπουργός δεν είναι αληθινό: είναι όλα κουβέντες, είναι στάχτη στα μάτια, ωμά ψέματα.

Τι νομίζουν άραγε οι άνθρωποι;

Ότι όλοι οι άλλοι τρώνε κουτόχορτο;

Ισως το νομίζουν, καθώς δεν τους άφησαν πλέον και τίποτα άλλο να φάνε…

Όμως, λανθάνουν.

Οικτρά.

Πηγή "Το Βήμα"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου