Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

2 Δεκ 2016


Τουρκική προσωπική μειωτική επίθεση και παγίδα στον Πάνο Καμμένο

Γράφει ο Γεωργίου Μιχαήλ

Μετά το εθνικιστικό παραλήρημα του τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν και των υπολοίπων παρακολουθημάτων του στην πολιτική σκηνή της Τουρκίας, μέσω των οποίων επιχειρήθηκε μια κατ’ αρχήν δημιουργία πόλωσης επί των ελληνοτουρκικών (με κύριο αποδέκτη το εσωτερικό της Τουρκίας), τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Κύπρο, η συνέχεια της τουρκικής προκλητικότητας αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά και βαρύτητα, αφού μεταβάλλεται ποιοτικά με μοναδικό στόχο την «καταμέτρηση» των αντανακλαστικών, της ανοχής αλλά και του χειρισμού ειδικών θεμάτων από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης και δη του υπουργού Εθνικής Άμυνας Πάνου Καμμένου, που αίφνης βρίσκεται στο στόχαστρο της τουρκικής πολιτικής που δηλώνει απαξία για την προσωπικότητα του έλληνα συγκυβερνήτη και υπουργού Εθνικής Άμυνας.

Φυσικά είναι πολύ διαφορετικό το να χαρακτηρίζεται ο Πάνος Καμμένος με τους βαρύτερους χαρακτηρισμούς, από το να δημοσιεύονται επισήμως απαξιωτικές δηλώσεις της Τουρκίας προς τον υπουργό Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας. Πολύ πονηρά, η Τουρκία, γνωρίζοντας τα «ιδιαίτερα χαρακτηριστικά» της προσωπικότητας του Πάνου Καμμένου, επιχειρεί να τον προκαλέσει σε μία αλλαγή επιπέδου αντιπαράθεσης, να σκληρύνει ακόμη περισσότερο την ήδη υπάρχουσα τεταμένη ατμόσφαιρα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ενώ ελπίζει να προκαλέσει μια εκτροπή λεκτική ή ακόμη και… αποφάσεων του Έλληνα ΥΠ.ΕΘ.Α., ο οποίος έχοντας απαξιώσει το πολιτικό του κεφάλαιο (κόκκινες γραμμές σε εθνικά θέματα κ.λ.π.), θεωρείται μάλλον ως επιρρεπής στις προσωπικές επιθέσεις και ενδεχομένως θα επιχειρήσει να προστατεύσει (μέσω του υπουργείου που προΐσταται) το όνομά του από την τουρκική αυτή «επιθετική και προσβλητική παρέμβαση».

Μόνο ως «μπανανόφλουδα» προς τον υπουργό Πάνο Καμμένο (και κατ’ επέκταση προς την Ελλάδα) μπορούν, λοιπόν, να χαρακτηριστούν οι τουρκικές δηλώσεις περί ανικανότητας, ανευθυνότητας και έλλειψης αξιολόγησης και έκφρασης βάσει της κοινής λογικής… Μια επικίνδυνη «μπανανόφλουδα», από το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, που ανεβάζει επικίνδυνα το θερμόμετρο στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας, που στοχεύει ξεκάθαρα στο θυμικό του έλληνα ΥΠ.ΕΘ.Α, που φυσικά δεν πρόκειται να την πατήσει…

Η ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ
«Επιστρέφουμε τους χαρακτηρισμούς που έκανε προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον Έλληνα υπουργό Εθνικής Άμυνας, Πάνο Καμμένο, τον οποίο γνωρίζουμε ότι δεν έχει την ικανότητα αξιολόγησης και έκφρασης από την άποψη της κοινής λογικής, την 1η Δεκεμβρίου.
Η οργάνωση ΕΟΚΑ, η οποία έχει εμπλακεί σε πράξεις τρομοκρατίας στην Κύπρο, έχει καταστρέψει τις όποιες συνεταιριστικές προσπάθειες έγιναν μεταξύ των δύο χωρών. Καλούμε τον Υπουργό Εθνικής άμυνας, κ. Καμμένο για άλλη μια φορά, να συμμορφωθεί με ευθύνη και σοβαρότητα, και να απέχει από παρόμοιες δηλώσεις και ενέργειες από τώρα και στο εξής».
Επισκεπτόμενος το ακριτικό στρατιωτικό φυλάκιο της Μολυβδοσκέπαστης, στην Ήπειρο την Πέμπτη, ο κ. Καμμένος δήλωσε ότι
«από 'κει και πέρα, θα πρέπει να κατανοήσουν όλοι πως οι συνεχείς απώλειες που έχουν οι τουρκικές δυνάμεις, η πλήρης αποδυνάμωσή τους μετά το πραξικόπημα, οι συνεχείς ήττες που υπάρχουν στη Συρία, τους έχουν οδηγήσει σε ηλίθιες δηλώσεις, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα αυτό που παρατηρήσαμε όλοι σήμερα το πρωί, γονυπετής ο κ. Ερντογάν να ζητά συγγνώμη από τον Ρώσο Πρόεδρο Πούτιν για τις δηλώσεις που έκανε για τη Συρία. Θα πρέπει, λοιπόν, να καταλάβει πως δεν μπορεί να συνεχίσει, για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, να προκαλεί τη διεθνή κοινή γνώμη, τη Συμμαχία, αλλά και την Ελλάδα».
Το τουρκικό υπουργείο σχολιάζει και τις δηλώσεις Καμμένου στις 28 Νοεμβρίου. Απονέμοντας τιμητική διάκριση σε βετεράνους της ΕΟΚΑ, ο υπουργός Άμυνας είχε αναφέρει πως
«το εθνικό και ανθρώπινο μήνυμα της ΕΟΚΑ, είναι η ελευθερία, η δικαιοσύνη και η συλλογικότητα, που είναι οι φάροι που πρέπει να μας καθοδηγούν και στη σημερινή εποχή. Μας υποδεικνύουν το δρόμο που πρέπει και σήμερα να ακολουθήσουμε: Το δρόμο του καθήκοντος, της συστράτευσης για την επίτευξη των κοινών στόχων. Μπορούν να γίνουν η πυξίδα μας για το μέλλον. Διότι πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας πως λαός χωρίς μνήμη, είναι λαός χωρίς μέλλον».
Αυτές οι προκλητικότατες δηλώσεις του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών γίνονται για να προσβάλουν την ελληνική κυβέρνηση, σηματοδοτούν μη φιλική διάθεση από την πλευρά της Άγκυρας και εισάγουν μια σειρά προβληματισμών για τις πραγματικές επιδιώξεις της Τουρκίας τόσο απέναντι στην Ελλάδα, όσο και προς την Κύπρο.
Ενδεχομένως, η ελληνική πλευρά θα έπρεπε να απαντήσει με σκληρότατα μέτρα που δεν θα περιχαρακωθούν μόνο σε διεθνείς καταγγελίες ή κάποιο έντονο διάβημα, αλλά θα επεκταθούν και σε σειρά οικονομικών μέτρων (με αίτημα στην Ε.Ε. να πράξει το ίδιο) ή και σε απομάκρυνση κάποιου τουρκικού προξενείου από την Ελλάδα. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν θα πρέπει να ακολουθηθεί η τακτική των χλιαρών αντιδράσεων που υπήρξε σε προηγούμενες τουρκικές προκλήσεις, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η περαιτέρω προκλητικότητα και κλιμάκωση από την τουρκική πλευρά.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη, καταδεικνύει, τέλος, πως η έλλειψη επιχειρημάτων από την πλευρά της Τουρκίας την οδηγεί σε συμπεριφορές που δεν μπορούν να προδικάζουν τίποτε θετικό. Και αυτό ακριβώς είναι και το σημείο στο οποίο εστιάζει το ελληνικό Πεντάγωνο το τελευταίο διάστημα. Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει ανοίξει όλα τα θέματα με διαθέσεις επιθετικές από τη στιγμή που δήλωσε πως δεν πρόκειται να μείνουμε στην άμυνα, αλλά θα περάσουμε στην επίθεση...

Πηγή "Ας Μιλήσουμε Επιτέλους!"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Όταν οι ιθαγενείς δεν θέλουν να καταλάβουν πως η σιωπή ερμηνεύεται ως αποδοχή ή συναίνεση, καθώς επίσης πως το αντίτιμο του φόβου είναι η δουλεία, τότε η καταστροφή δεν αποφεύγεται – ενώ δεν θα είναι μόνο οικονομική αλλά, επί πλέον, εθνική.
«Κάτω από τις συνθήκες που βιώνουμε, η σιωπή δεν είναι χρυσός, αλλά «λίβανος και σμύρνα» – επειδή η σιωπή μπορεί να ερμηνευθεί σαν αποδοχή ή συναίνεση, αφού όποιος σιωπά φαίνεται πως συναινεί κατά το ρωμαϊκό δίκαιο. Δεν έχουμε λοιπόν το δικαίωμα να σιωπάμε, αφού σωπαίνοντας εμφανιζόμαστε ως αποδεχόμενοι ή ανεχόμενοι τα όσα γίνονται.

Σε τέτοιες στιγμές, σαν τις σημερινές, το ουσιώδες είναι να προστατεύει κανείς τον εαυτό του όχι από τη δίωξη, αλλά από τον εξευτελισμό. Να περισώνει την αξιοπρέπειά του ως ανθρώπου, ως Πολίτη και ως επιστήμονα. Να κατανοεί τη σημασία της πολιτικής ελευθερίας, ως ιστορικής κατάκτησης για την παραπέρα εξέλιξη του κοινωνικού βίου – ως προϋπόθεση για τη γενικότερη απελευθέρωση και καταξίωση του ανθρώπου. Επειδή δε θεωρία και πράξη είναι αλληλένδετες, το ουσιώδες είναι να μείνει κανείς ελεύθερος, όρθιος και αλύγιστος απέναντι στους καταναγκαστικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς των κρατούντων.

Θερμή παράκληση λοιπόν, τουλάχιστον να μην επιτρέψουμε να μας «εξανδραποδίσουν». Να διατηρήσουμε, μέσα στους ζοφερούς και άρρωστους αυτούς καιρούς, άγρυπνη και ανυπόταχτη τη σκέψη μας –  να περιφρουρήσουμε την υγεία και ρωμαλεότητα της ψυχής μας, να κρατήσουμε στητό και αγέρωχο το ανάστημά μας.

Αν δε η Εξουσία που την συμφέρει να έχει παθητικούς και πολιτικά αδιάφορους υπηκόους μας πει ότι, ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο δεν είμαστε φρόνιμοι και νομοταγείς Πολίτες, ας της αποδείξουμε πως καλός Πολίτης είναι μόνο ο ελεύθερος Πολίτης – ο συνειδητός, ενεργός και υπεύθυνος Πολίτης.

Ας της υπενθυμίσουμε επί πλέον ότι, ο Περικλής είχε πει τα εξής στον «Επιτάφιο»: «Όποιος αδιαφορεί για τα πολιτικά πράγματα του τόπου του, δεν είναι φιλήσυχος, αλλά άχρηστος, αχρείος Πολίτης» – ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε, στις σημερινές, δύσκολες για την Ελλάδα και τους Έλληνες περιστάσεις, τα λόγια του Κάλβου: «Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας ας έχωσι – θέλει αρετή και τόλμη η Ελευθερία».

Τέλος πως, κατά το Θουκυδίδη: «Προδότης δεν είναι μόνο αυτός που φανερώνει τα μυστικά της πατρίδος στους εχθρούς – αλλά, επίσης, εκείνος που, ενώ κατέχει δημόσιο αξίωμα, εν γνώση του δεν προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων, επάνω στους οποίους άρχει» (Δανέζης με πολλές παρεμβάσεις).
Πάνω από το 35% των Ελλήνων ευρίσκεται στα πρόθυρα της απόλυτης φτώχειας, καθώς επίσης του κοινωνικού αποκλεισμού – ενώ τα τρία από τα τέσσερα νοικοκυριά δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώνουν έγκαιρα τους λογαριασμούς τους. Η αγοραστική δύναμη των Πολιτών συρρικνώνεται ραγδαία, σχεδόν το 70% αγοράζει από τα καταστήματα μόνο τα απολύτως απαραίτητα, ενώ οι δαπάνες για τρόφιμα έχουν μειωθεί κατά 24% – με την υπερβολική φορολόγηση να καθιστά εντελώς αδύνατες τις επενδύσεις, άρα την ανάπτυξη, οδηγώντας στη χρεοκοπία τη μία επιχείρηση μετά την άλλη.

Παρά το ότι δε όλα τα ΜΜΕ ασχολούνται με τις συντάξεις των ηλικιωμένων, επειδή το θέμα «πουλάει» περισσότερο, το μεγάλο πρόβλημα της χώρας είναι η νέοι – από την απασχόληση των οποίων εξαρτώνται άλλωστε οι συντάξεις. Όταν όμως το 60% αδυνατεί να βρει δουλειά, είναι λογικό να μη διακρίνει καμία προοπτική για το μέλλον, βυθιζόμενο στην κατάθλιψη – γεγονός που σημαίνει ότι, δημιουργούνται σταδιακά οι προϋποθέσεις της καταστροφής πολλών μελλοντικών γενεών.

Από την άλλη πλευρά η συνεχής ενασχόληση με τις συντάξεις, οι οποίες ήταν πράγματι υπερβολικά υψηλές στο παρελθόν, σημαίνει ότι οι Έλληνες ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους και καθόλου για τα παιδιά τους – οπότε δεν είναι καθόλου λογικό να ενδιαφέρονται οι Γερμανοί για ανθρώπους που αδιαφορούν εντελώς για τα δικά τους παιδιά.

Περαιτέρω, στην Ελλάδα επικρατεί μία τρομακτική, εκκωφαντική σιωπή εκ μέρους των Πολιτών της – μία συλλογική αποχαύνωση, η οποία ασφαλώς ερμηνεύεται από τις δυνάμεις κατοχής ως συναίνεση και αποδοχή των μέτρων που της επιβάλλονται. Πόσο μάλλον όταν οι κύριοι ένοχοι της ελληνικής τραγωδίας συνεχίζουν να κατέχουν δημόσια αξιώματα, παραμένοντας ατιμώρητοι (άρθρο) – ενώ οι Έλληνες παριστάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν ποιοί κυβερνούν τη χώρα, καθώς επίσης ποιές ακριβώς είναι οι προθέσεις τους, τοποθετώντας βολικά στο στόχαστρο την κυβέρνηση και την αριστερά.

Από την πλευρά της κυβέρνησης τώρα, δεν είναι λιγότερο ένοχη όταν απλά εκτελεί τις εντολές των δανειστών, επειδή έχει επιλεγεί δημοκρατικά από τους Πολίτες – αφού δεν τήρησε καμία απολύτως από τις προεκλογικές της δεσμεύσεις, πρόδωσε ξεκάθαρα την πατρίδα της όσον αφορά το δημοψήφισμα (άρθρο), ενώ η ανικανότητα της ξεπερνάει κάθε φορά τα ανώτατα όρια του αποδεκτού.

Γνωρίζουμε βέβαια πως οι πονηριές και οι προδοσίες οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στην έλλειψη ικανοτήτων, όπως είχε τονίσει ο Ροσφουκώ, αλλά αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία – κυρίως όσον αφορά έναν πρωθυπουργό, από τον οποίο το μόνο που απαιτείται είναι η σωστή επιλογή των συνεργατών του.

Στα πλαίσια αυτά, ο πρωθυπουργός δεν είναι δυνατόν να διορίζει σε υπουργικές θέσεις άτομα χωρίς καμία απολύτως εμπειρία, για να καλύπτει ενδεχομένως τις δικές του αδυναμίες – ούτε να εμπιστεύεται τις διαπραγματεύσεις που αφορούν το μέλλον των Ελλήνων, όπως τα εργασιακά, σε εντελώς ανεπαρκή στελέχη. Πόσο μάλλον όταν έχουν απέναντι τους επαρκέστατα άτομα του ΔΝΤ ή της Γερμανίας, με τα οποία είναι εντελώς αδύνατο να τα καταφέρουν – ειδικά όταν τα ταμεία της χώρας είναι άδεια, οπότε η εξάρτηση της είναι δεδομένη και απαιτούνται λεπτότατοι χειρισμοί.

Το μεγαλύτερο όμως ελάττωμα του πρωθυπουργού είναι οι καθυστερημένες αποφάσεις του, χωρίς αυτό να σημαίνει φυσικά πως είναι καθυστερημένος – όπως στο θέμα της διαγραφής του χρέους, η οποία ήταν μεν εξαιρετικά σημαντική στις αρχές του 2015, όταν εκλέχθηκε, με την έννοια πως αρκούσε για την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας, αλλά αποτελεί πλέον παρελθόν. Σήμερα απαιτείται η επενδυτική βοήθεια της ΕΕ, καθώς επίσης μεγάλες παραχωρήσεις εκ μέρους των δανειστών – οι οποίοι μάλλον δεν είναι πρόθυμοι να τις αποδεχτούν, ειδικά όταν δεν έχουν απέναντι τους ικανούς συνομιλητές.

Εν τούτοις, όταν οι ιθαγενείς σιωπούν, εναποθέτοντας τις ελπίδες τους σε μία από τις προηγούμενες ουσιαστικά κυβερνήσεις των εγκληματικών μνημονίων, τότε οι ευθύνες του πρωθυπουργού δεν είναι πολύ μεγαλύτερες, από την ανοησία της εκλογικής πλειοψηφίας – η οποία θέλει να πιστεύει πως το αντίτιμο του φόβου δεν είναι η δουλεία, ενώ δεν έχει ούτε την ελάχιστη αρετή και τόλμη των προγόνων της, όντας ικανή να αποδεχθεί εκτός από την καταδίκη των παιδιών της, ακόμη και το διαφαινόμενο εδαφικό διαμελισμό της χώρας.

Ιάκωβος Ιωάννου
Πηγή Analyst



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



16 Αυγούστου 1974 - Γυναικόπαιδα αναζητούν καταφύγιο, κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο

Του Περικλή Νεάρχου

Η Κύπρος διέφυγε τις μέρες αυτές ένα νέο μεγάλο κίνδυνο επιβολής απαράδεκτης «λύσεως» τύπου σχεδίου Ανάν. Η Τουρκική αδιαλλαξία και πλεονεξία «βοήθησε», για άλλη μια φορά, την Ελληνική πλευρά να μη προχωρήσει στις έσχατες υποχωρήσεις στα κρίσιμα θέματα των εγγυήσεων και της παραμονής Τουρκικών στρατευμάτων και μετά τη λύση, για την οποία ασκούν έντονες πιέσεις, για τους δικούς τους στρατηγικούς λόγους, ο Αμερικανικός και ο Βρετανικός παράγων.

Ο Κύπριος Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης μετέβη στο Mont Pelerin της Ελβετίας, μετά από διαβεβαιώσεις του Τουρκοκυπρίου ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί ότι, επιτέλους, θα συζητιόταν το εδαφικό, το οποίο η Τουρκική πλευρά, συστηματικά και σκοπίμως, το παρέπεμπε στο τέλος της διαπραγματεύσεως.

Η Τουρκική πλευρά υπανεχώρησε από την αρχική δέσμευσή της και ζήτησε, μαζί με το εδαφικό, να γίνεται διαπραγμάτευση και για όλα τα άλλα κεφάλαια. Η δεύτερη μεγάλη υπαναχώρηση της Τουρκικής πλευράς έγινε με την απαίτησή της να συνδεθεί η διαπραγμάτευση του εδαφικού και η παρουσίαση χάρτη με τον καθορισμό ημερομηνίας για τη σύγκληση Πενταμερούς Διασκέψεως. Των Εγγυητριών δηλαδή Δυνάμεων (Μ. Βρετανία, Ελλάδα, Τουρκία) των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου του 1960 και των δύο κοινοτήτων.

Η Τουρκική πλευρά χρησιμοποίησε από το 1974 και χρησιμοποιεί συνεχώς το εδαφικό ως δόλωμα για την απόσπαση από την Ελληνική πλευρά παραχωρήσεων στο λεγόμενο συνταγματικό θέμα, με την προβολή της ελπίδας ότι μπορεί να επιστραφεί σημαντικό μέρος των κατεχομένων εδαφών και να καταστεί εφικτή η επιστροφή αριθμού προσφύγων, έναντι Ελληνικών παραχωρήσεων στο συνταγματικό.

Με την τακτική αυτή και την επικουρία του ξένου παράγοντα, που ασκεί, στην πραγματικότητα, πιέσεις στην Ελληνική πλευρά, αντί στην Τουρκική, για παραχωρήσεις προς επίτευξη «λύσεως», η Τουρκική πλευρά κατόρθωσε να αποσπάσει από την επίσημη Ελληνική πλευρά τη λεγόμενη διζωνική ομοσπονδία, με πολιτική ισότητα. Ο συνδυασμός της διζωνικής ομοσπονδίας με την «πολιτική ισότητα» παραπέμπει σε λύση συνομοσπονδίας παρά ομοσπονδίας, εφόσον τα δύο μέρη προβλέπεται να είναι ισότιμα και ισοκυρίαρχα. Η Τουρκική πλευρά κάνει την «παραχώρηση» και αποδέχεται την ορολογία της ομοσπονδίας, για προφανείς λόγους ευφημισμού έναντι της διεθνούς κοινής γνώμης. Το κάνει όμως για να παρέχει και φύλλο συκής στους υποστηρικτές της ομοσπονδίας στην Ελληνική πλευρά, που πρωτοστατούν για «λύση!» Το κάνει όμως και για έναν τρίτο πολύ σοβαρό λόγο. Για να έχει δικαίωμα να προβάλλει «συνεταιρικά» δικαιώματα σε τομείς που τη συμφέρουν, όπως είναι το φυσικό αέριο στην ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου. Η διατήρηση μιας ελάχιστης ομοσπονδιακής βάσεως επιτρέπει στην Τουρκική πλευρά να έχει λόγο για ολόκληρη την Κύπρο και να μη καταλήξει η συνομοσπονδία σ’ ένα είδος διχοτομήσεως, την οποία τώρα δεν έχει λόγο να επιδιώκει η Τουρκική πλευρά. Η διχοτόμηση περιέχεται τώρα στη ντε φάκτο κατάσταση που υπάρχει, με τα τετελεσμένα γεγονότα. Η Άγκυρα προκρίνει επομένως μια «λύση», που θα νομιμοποιούσε την υπάρχουσα κατάσταση αλλά θα έδινε ταυτόχρονα στην Άγκυρα λόγο και δικαιώματα πάνω σε ολόκληρη την Κύπρο. Στο σημείο αυτό, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο πρώτιστος στόχος της Άγκυρας είναι ο γεωπολιτικός και ο στρατηγικός έλεγχος της Κύπρου, για προφανείς λόγους.

Η αποδοχή από την επίσημη Ελληνική πλευρά της διζωνικής ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα, αποτελεί μέγιστη παραχώρηση, η οποία απερρίφθη από τη συντριπτική πλειοψηφία του Κυπριακού λαού, με την ευκαιρία του δημοψηφίσματος για το περιβόητο σχέδιο Ανάν το 2004. Στο σχέδιο αυτό είχε αποτυπωθεί, με συγκεκριμένο τρόπο, η ιδέα της διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα. Η απόρριψή του οφείλεται, κατά πρώτο λόγο, στο γεγονός ότι, με την «πολιτική ισότητα», καταλύεται ουσιαστικά κάθε έννοια δημοκρατικής αρχής και πλειοψηφίας και η Ελληνική πλειοψηφία του 80% υποτάσσεται στην Τουρκοκυπριακή μειοψηφία του 18%, η οποία έχει συρρικνωθεί περαιτέρω, μετά το 1974, και έχει υποκατασταθεί από εποίκους. Η Τ/Κ μειοψηφία ελέγχεται επίσης από την Άγκυρα. Με απλά λόγια, η αποδοχή ενός τέτοιου σχεδίου θα καθιστούσε τους Ελληνοκυπρίους υποχείριους της μειοψηφίας και μέσω αυτής της Άγκυρας. Καμμιά απόφαση δεν θα μπορούσε να ληφθεί, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας.

Η Τουρκία όμως δεν αρκείται στον έλεγχο της Κύπρου, μέσω της συνταγματικής δομής και της χειραγωγήσεως των Τουρκοκυπρίων. Θέλει επιπλέον τον στρατηγικό έλεγχο της Κύπρου αφ’ ενός μέσω ενός συνεχιζόμενου εποικισμού και αφ’ ετέρου μέσω των λεγομένων εγγυήσεων και της παραμονής εσαεί Τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο και μετά τη «λύση». Οι υποχωρήσεις λοιπόν της Ελληνικής πλευράς θα έπρεπε, κατά την Τουρκική λογική, να συμπληρωθούν με υποχωρήσεις στα δύο αυτά κεφάλαια, των εγγυήσεων και της παραμονής στην Κύπρο Τουρκικών στρατευμάτων και μετά τη «λύση».

Οι διαπραγματεύσεις στον Mont Pelerin έφτασαν σε αδιέξοδο, όταν ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, υπό την πίεση της Άγκυρας, υπανεχώρησε στο εδαφικό, αρνήθηκε να υποβάλει χάρτη και κατέστησε προαπαιτούμενο για την υποβολή χάρτη στο εδαφικό την αποδοχή από την Ελληνική πλευρά του ορισμού ημερομηνίας για τη σύγκληση Πενταμερούς Διασκέψεως για τη συζήτηση των θεμάτων των εγγυήσεων και της παραμονής Τουρκικών στρατευμάτων και μετά τη λύση.

Στο θέμα αυτό παρενέβη υποχρεωτικά η Αθήνα, η οποία είχε παραμείνει αποστασιοποιημένη κατά τη συζήτηση της εσωτερικής πτυχής. Η Ελληνική πλευρά είχε καταστήσει από καιρό κόκκινη γραμμή το θέμα των εγγυήσεων και της ασφάλειας. Ασκήθηκαν και εξακολουθούν να ασκούνται πιέσεις από τον Αμερικανικό και τον Βρετανικό παράγοντα για δήθεν «συμβιβασμό», με τη δημιουργία και Ελληνικής στρατιωτικής βάσεως στην Κύπρο, ως αντίβαρο της Τουρκικής, που διεκδικεί η Άγκυρα. Συστήνεται επίσης η αποδοχή της παραμονής Τουρκικών στρατευμάτων για μια «μεταβατική» δήθεν περίοδο 12 έως 15 ετών. Αυτό υπαινίχθη και ο Αμερικανός Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, κατά την επισκεψή του στην Αθήνα.

Το ερώτημα που υπάρχει και έχει ιδιαίτερη σημασία είναι αν ο ξένος παράγων διείδε κάποια προοπτική νέων Ελληνικών παραχωρήσεων στα θέματα των εγγυήσεων και της ασφάλειας, ώστε να καταστεί εφικτή η εξαγγελλόμενη «λύση». Το ίσχυρό μήνυμα, πάντως, που έστειλε το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ότι η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται ούτε νέες εγγυήσεις ούτε παραμονή κατοχικών στρατευμάτων και μετά τη «λύση», είχε καταλυτική σημασία. Η Ελλάδα πρέπει να μείνει σταθερή σ’ αυτή τη θέση, γιατί η «λύση» του Κυπριακού στη βάση της διζωνικής ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα και επιπλέον με εγγυήσεις και παραμονή Τουρκικών στρατευμάτων, θα ισοδυναμούσε με παράδοση ολόκληρης της Κύπρου στον γεωπολιτικό και στρατηγικό έλεγχο της Άγκυρας.

Οι δηλώσεις Ερντογάν κατά της επιστροφής κατεχομένων εδαφών και για επιμονή σε εγγυήσεις και Τουρκική στρατιωτική παρουσία και μετά τη λύση, δείχνουν σαφώς ποια είναι η πραγματική Τουρκική πολιτική στο Κυπριακό και δεν επιτρέπουν σπουδή για δήθεν «λύση» και κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι το βάθρο του αγώνα του Κυπριακού λαού και η ασπίδα του. Αυτό που χρειάζεται η Κύπρος σήμερα είναι η αλλαγή στρατηγικής. Αυτό που δεν έγινε το 2004, πρέπει να γίνει τώρα. Επανατοποθέτηση δηλαδή του Κυπριακού ως προβλήματος εισβολής και κατοχής και αγώνας για δίκαιη και βιώσιμη λύση, με βάση τις αρχές του διεθνούς δικαίου, της Ευρώπης και του Ευρωπαϊκού κεκτημένου, που είναι συμβατικό δίκαιο για όλες τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

* Ο κ. Περικλής Νεάρχου είναι Πρέσβυς ε.τ.
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) είναι πιθανό να εξαπολύσει περισσότερες επιθέσεις στην Ευρώπη, προειδοποίησε σήμερα η αστυνομική υπηρεσία της ΕΕ, η Europol, με δεκάδες μαχητές να βρίσκονται ήδη επί τόπου και καθώς περισσότεροι από αυτούς είναι πιθανό να φθάσουν στην ευρωπαϊκή ήπειρο μετά τις ήττες που υφίσταται το ΙΚ στη Συρία και στο Ιράκ.

Σε έκθεσή της για την απειλή που θέτει η ισλαμιστική οργάνωση στην 28μελή Ένωση, η Europol ανέφερε πως οι πιο πιθανοί τύποι επίθεσης είναι αυτοί που χρησιμοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια, από μαζικούς πυροβολισμούς και βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας όπως αυτές στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες έως επιθέσεις με μαχαίρια και άλλους τρόπους από ριζοσπάστες που δρουν μεμονωμένα.

Παγιδευμένα αυτοκίνητα και απαγωγές, που είναι κοινή πρακτική στη Συρία, θα μπορούσαν να υιοθετηθούν ως τακτικές και στην Ευρώπη, ανέφερε η Europol, ενώ προστατευόμενες εγκαταστάσεις όπως ηλεκτρικοί σταθμοί ενέργειας και πυρηνικοί σταθμοί δεν θεωρούνται ύψιστοι στόχοι.

Ουσιαστικά ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι υπό απειλή, καθώς σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις της υποστηρίζουν τον υπό την ηγεσία των ΗΠΑ συνασπισμό στη Συρία, ανέφερε η Europol, προειδοποιώντας ότι το ΙΚ μπορεί να εισχωρήσει στις κοινότητες των σύρων προσφύγων στην Ευρώπη στην προσπάθεια να προκαλέσει εχθρότητα στις τάξεις των μεταναστών.

"Αν το ΙΚ ηττηθεί ή εξασθενήσει σημαντικά στη Συρία/στο Ιράκ από τις δυνάμεις του συνασπισμού, μπορεί να υπάρξει ένας αυξανόμενος ρυθμός στην επιστροφή ξένων μαχητών και των οικογενειών τους από την περιοχή στην ΕΕ ή σε άλλες περιοχές συγκρούσεων", ανέφερε σε ανακοίνωσή της η Europol.

Η αστυνομική υπηρεσία της ΕΕ ανέφερε πως το ΙΚ είναι πιθανό επίσης να αρχίσει να σχεδιάζει επιθέσεις και να στέλνει μαχητές στην Ευρώπη από τη Λιβύη και πως και άλλες οργανώσεις, περιλαμβανομένης της Αλ Κάιντα και των παραφυάδων της, εξακολουθούν να αποτελούν απειλή για την ήπειρο.

Ο διευθυντής της Europol Ρομπ Ουέινραϊτ δήλωσε πως οι χώρες-μέλη της ΕΕ ενέτειναν τη συνεργασία τους σε θέματα ασφαλείας μετά τις πρόσφατες επιθέσεις του ΙΚ, με αποτέλεσμα να αποτραπούν περισσότερες συνωμοσίες.

"Ωστόσο", είπε, "η σημερινή έκθεση δείχνει πως η απειλή εξακολουθεί να είναι υψηλή και περιλαμβάνει διάφορα συστατικά τα οποία μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με ακόμη καλύτερη συνεργασία".

ΑΠΕ-ΜΠΕ
Liberal



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι η Ελλάδα ελάχιστες φορές διαμαρτυρήθηκε για τις κατάφωρες παραβιάσεις της Συνθήκης της Λωζάνης, και όσες φορές το έπραξε δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα ως προς την συμμόρφωση της Τουρκίας και υποχρέωσή της να αποφύγει του λοιπού τις παραβιάσεις.

Ίσως, επειδή όσα συνέβαιναν, αφορούσαν τους Έλληνες που παρέμειναν στην Τουρκία και οι οποίοι δεν ήσαν ψηφοφόροι των εν Ελλάδι κομμάτων, οπότε και αυτά δεν είχαν λόγο να ενδιαφερθούν. Παραθέτω, λίγα μόνον από τα τραγικά που υπέστησαν οι Έλληνες, λόγω των τουρκικών αυθαιρεσιών.

Στις 24 Ιουλίου 1923 αντικαταστάθηκε με την Συνθήκη της Λωζάνης, η Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920), που μας απέδιδε την Ανατολική Θράκη (μέχρι τη γραμμή Μετρών, 35 χλμ. από την ΚΠολη), τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο, τη Σμύρνη και την γύρω από αυτήν ενδοχώρα, και η οποία Συνθήκη ποτέ δεν εφαρμόστηκε. Αμέσως με την υπογραφή, η Τουρκία άρχισε τις παρασπονδίες.

Τον ίδιο χρόνο, κατά τον έλεγχο που είχε γίνει για να καταγραφούν όσοι θα παρέμεναν στην Τουρκία (ΚΠολη, Ίμβο, Τένεδο), όσοι από τους ομογενείς δεν βρέθηκαν στα σπίτια τους την ημέρα του ελέγχου, χαρακτηρίστηκαν σαν "φυγάδες", εξέπεσαν της υπηκοότητας, και δεν τους επετράπη η επάνοδος στη χώρα. Οι περιουσίες τους πέρασαν στο τουρκικό δημόσιο.

Το 1925, διακόπτουν τη λειτουργία του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, ενώ η πολύτιμη βιβλιοθήκη του με σπάνια χειρόγραφα, δημεύονται. Απαγορεύεται επίσης η λειτουργία του Ζάππειου παρθεναγωγείου, επειδή περιείχε αγάλματα της ελληνικής μυθολογίας στους χώρους του. Επιβάλλεται φόρος "επί της παιδείας" στους ομογενείς, ενώ υπερδιπλασιάζονται οι μισθοί των Τούρκων δασκάλων των μειονοτικών σχολείων, τα οποία συντηρούνται αποκλειστικά με δαπάνες της ομογένειας.

Τον ίδιο χρόνο, κατά την εορτή των Τριών Ιεραρχών, μετά τη λειτουργία, η Αστυνομία εισβάλλει στο Πατριαρχείο, συλλαμβάνει τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο τον ΣΤ', και τον υποχρεώνει σε παραίτηση. Καταρτίζεται ο νέος Αστικός Κώδικας, που απαγορεύει στα μειονοτικά ιδρύματα, να αποκτήσουν καινούργια ακίνητη περιουσία, είτε με αγορά, είτε με τη μορφή της δωρεάς ή διαθήκης.

Και το κυριότερο: Καταργείται το καθεστώς αυτονομίας των νησιών Ίμβρου και Τενέδου. Πολλοί Έλληνες εγκαταλείπουν τα νησιά, οι δε εναπομείναντες εξεδιώχθησαν βιαίως το 1964. Παρέμειναν μετρημένοι στα δάχτυλα. Και ενώ συμβαίνουν αυτά, το 1930 υπογράφεται Σύμφωνο Φιλίας και μη επιθέσεως (γνωστό σαν σύμφωνο Βενιζέλου-Ατατούρκ) και μετ’ ολίγον κατατίθεται και η πρόταση του Ελ. Βενιζέλου για να τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης ο Μουσταφά Κεμάλ.

Το 1932 απαγορεύθηκε στους αλλοδαπούς να ασκήσουν 30 επαγγέλματα (τα οποία ασκούσαν κυρίως οι Έλληνες) και το υποτιθέμενο ανεξίθρησκο κράτος απαγόρευσε στους χριστιανούς κληρικούς να φορούν, εκτός των εκκλησιών, τα ράσα τους (πλην του Πατριάρχη).

Και αρχίζει συστηματικά η καταπάτηση των ελληνικών περιουσιών. Εκδίδεται ο νόμος για τα βακούφια. Το Πατριαρχείο απογυμνώνεται από τα δικαιώματά του στον έλεγχο, η δε διαχείριση των εκκλησιαστικών επιτροπών ανατέθηκε σε διορισμένο από τις τουρκικές αρχές διοικητή. Εδώ στην Ελλάδα όμως, οι τουρκόψυχοι της Θράκης απαιτούν -και καταγγέλλουν την Ελλάδα σε διεθνή φόρα- τα βακούφια να διοικούνται από εκλεγμένους, δηλαδή ανθρώπους του τουρκικού Προξενείου.
Αυτά είναι ελάχιστα από όσα συνέβησαν προπολεμικά. Επειδή κατά την περίοδο του πολέμου και λίγο μετά από αυτόν υπήρξαν τραγικές καταστάσεις, που αφορούσαν πλέον και την ζωή των Ελλήνων. Κάποια άλλη φορά, θα αναφερθώ σ’ αυτά. Θέλω μόνο να πως προς όλους τους ρομαντικούς, αλλά και στους αφελείς ή και πεμπτοφαλαγγίτες, ότι τα Σύμφωνα Φιλίας, ή Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης είναι κουρελόχαρτα για τους Τούρκους. Και όχι μόνον για τον Ερντογάν.

Μακεδών
Πηγή Voria




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Η βιτρίνα και η αλήθεια!

Tου Δημήτρη Γ. Απόκη

Οι τοποθετήσεις του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Μελβούτ Τσαβούσογλου, για το θέμα των Ιμίων, δεν πρέπει να εκπλήσσουν πλέον κανέναν, από όσους τουλάχιστον μπαίνουν για λίγο στον κόπο να κοιτάξουν λίγο πιο πέρα από τα ήδη προαποφασισμένα γεγονότα του, έχει πλέον κουράσει, Eurogroup της Δευτέρας, και των δήθεν σκληρών διαπραγματεύσεων  για το χρέος και μπλα μπλα μπλα…

Σίγουρα, με δεδομένο ότι οι δηλώσεις Ερντογάν, τούρκων Υπουργών, και τουρκικής αντιπολίτευσης, που αμφισβητούν ευθέως και χωρίς περιστροφές την εθνική κυριαρχία της Ελλάδας, έχουν γίνει καθημερινή ρουτίνα, δεν εκπλήσσουν το Υπουργείο Εξωτερικών, το Υπουργείο Άμυνας, το Μέγαρο Μαξίμου, και την Αντιπολίτευση. Τουλάχιστον έτσι θα πρέπει να είναι, γιατί εάν δεν είναι, τότε το πρόβλημα της χώρας είναι πολύ μεγαλύτερο από ότι φανταζόμαστε ακόμα και εμείς οι γκρινιάρηδες που ασχολούμαστε με πεζά πράγματα όπως είναι τα εθνικά θέματα.

Και για να μην ξεχνιόμαστε τα ίδια και χειρότερα λαμβάνουν χώρα και στο εθνικό θέμα της Κύπρου, όπου πέρα από τις δυσμενείς εξελίξεις που εδώ και καιρό δρομολογούνται στο παρασκήνιο, έχει ξεσπάσει και ένας αλληλοσπαραγμός, με βαριές κατηγορίες εναντίον ανθρώπων που για χρόνια έχουν αποδείξει ότι πονάνε πραγματικά τον Ελληνισμό και το Κυπριακό.

Θα είναι άδικο σε όλο αυτό το πολύ δυσμενές σκηνικό επί των εθνικών θεμάτων, να μην εξάρει κανείς το ρόλο και τη θαρραλέα στάση του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών, Νίκου Κοτζιά. Οι πολιτικές διαφωνίες με τον κ. Κοτζιά, μπορεί να είναι πολλές. Παρ' όλα αυτά στα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό, λέει τα πράγματα με το όνομά τους και τοποθετείται όπως πρέπει να τοποθετείται ένας σωστός Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας.

Στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, σύμφωνα με πληροφορίες προετοιμάζεται, και σωστά, για ένα θερμό επεισόδιο στο άμεσο μέλλον. Σύμφωνα μάλιστα με κάποιες αναλύσεις των εξελίξεων, υπάρχει μια σχολή σκέψης η οποία πιστεύει ότι εάν κάτι συμβεί πριν το 2018, οπότε λόγω των προβλεπόμενων εξοπλισμών της Τουρκίας η ισορροπία δυνάμεων θα αλλάξει δραματικά υπέρ της, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να εξέλθει νικητής σε ένα επεισόδιο. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και εάν αυτή η ανάλυση έχει βάση, από τη φύση της είναι παράτολμη με δεδομένο ότι κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το πως θα εξελιχθεί ένα θερμό επεισόδιο.

Σε όλο αυτό και περίπλοκο και επικίνδυνο σκηνικό γύρω από τα εθνικά θέματα, ο διεθνής παράγοντας είναι κινούμενη άμμος, γεγονός που καθιστά ακόμα πιο απρόβλεπτες και επικίνδυνες τις εξελίξεις.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες με την διακυβέρνηση Τράμπ, φαίνεται να μπαίνουν σε μια πορεία, όπου είναι πολύ πιθανό (όχι βέβαιο) να αφήσουν την πρωτοκαθεδρία στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, σε συμμαχικές ευρωπαϊκές δυνάμεις (Γαλλία στρατιωτικά, Γερμανία οικονομικά), με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για την πορεία των εθνικών θεμάτων. Αυτό θα το δούμε από το ποιος θα είναι ο Υπουργός Εξωτερικών του Ντόναλντ Τράμπ, διότι το πρόσωπο έχει τη σημασία του και θα καθορίσει τη σχέση του Λευκού Οίκου με την παραδοσιακή γραφειοκρατία του Στέητ Ντιπάρτμεντ.

Παράλληλα με την πιθανή by proxy απόσυρση της Ουάσιγκτον, είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η Ρωσία έχει αποφασίσει να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και μέσα στους σχεδιασμούς της Μόσχας, συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα. Το πως θα το δούμε στο άμεσο μέλλον. Ήδη η δημιουργία στρατιωτικών βάσεων στη Συρία είναι ένα πρώτο ξεκάθαρο βήμα.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε στα πρώτα στάδια ενός συνολικού επαναπροσδιορισμού, του γεωπολιτικού σκηνικού, το οποίο είχε διαμορφωθεί στη Γιάλτα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Τουρκία έχει αρχίσει να κινείται αναθεωρητικά, βάση αυτού του υπό διαμόρφωση σκηνικού, με στόχο να βρεθεί σε πλεονεκτική θέση όταν θα έρθει η ώρα να  μοιραστεί εκ νέου η τράπουλα στην ευρύτερη περιοχή.

Το πάζλ είναι πολύπλοκο και το κάθε κομμάτι του από μόνο του, χρίζει ενδελεχούς ανάλυσης. Είναι βέβαιο ότι ανοίγει μια περίοδος ριζικών ανακατατάξεων στην περιοχή μας, σε μια στιγμή που η χώρα βρίσκεται εγκλωβισμένη στο τυφώνα των μνημονίων, με μια οικονομία διαλυμένη, και ένα κράτος σε παράλυση, βυθισμένο σε μια ανούσια καθημερινή φαγωμάρα η οποία μόνο προβληματισμό για το μέλλον της χώρας δεν δείχνει.

Οι οικονομικές κρίσεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ξεπερνιούνται. Οι ήττες επί θεμάτων εθνικής κυριαρχίας όχι. Ακόμα και μέσα στη μιζέρια της ζοφερής καθημερινότητας που βιώνουμε, είναι καλό αυτό να το θυμόμαστε και να αρχίσουμε να λειτουργούμε και να σκεφτόμαστε όπως αρμόζει σε τέτοιες στιγμές.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Διεθνολόγος Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University και Δημοσιογράφος

Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Γράφει ο Άγγελος Μ. Συρίγος

Ίσως η πλέον χαρακτηριστική φράση των αντιλήψεων του Ερντογάν είναι ότι «όταν τελειώσει αυτή η ιστορία η Τουρκία ή θα έχει μεγαλώσει ή θα έχει μικρύνει». Προφανώς ο ίδιος δεν μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία με σκοπό να μικρύνει τη χώρα του. Αλλοι ηγέτες θα επέλεγαν να επικεντρωθούν στο μέτωπο εκείνο που κινδυνεύουν περισσότερο. Στην περίπτωση της Τουρκίας είναι οι αυτόνομες κουρδικές περιοχές στα τουρκοσυριακά σύνορα. Ο Ερντογάν αντιθέτως επιλέγει να ανοίξει σχεδόν όλα τα μέτωπα.

Στο εσωτερικό μετά τους πραξικοπηματίες και τους γκιουλενικούς εκκαθαρίζει και το φιλοκουρδικό κόμμα (HDP). Τουρκικά στρατεύματα σταθμεύουν παρανόμως σε Ιράκ και Συρία. Οι απειλές προς την Ευρώπη για πλημμυρίδα μεταναστών διαδέχονται η μία την άλλη.

Παράλληλα, ο Ερντογάν προχωράει όλα τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα από εκεί που είχαμε συνηθίσει επί χρόνια. Μιλάει για τα σύνορα της τουρκικής καρδιάς και αμφισβητεί ευθέως τη Συνθήκη της Λωζάννης.

Αναφέρει τα Ίμια ως τουρκικό έδαφος και όχι ως γκρίζα ζώνη που πρέπει Ελλάδα και Τουρκία να συζητήσουν. Από το 1996 και την Τανσού Τσιλέρ είχαμε να ακούσουμε αυτή τη ρητορική. Μιλάει για μία μεγάλη Τουρκία και ως πρώτο βήμα ορέγεται να ενσωματώσει τα Κατεχόμενα στην Κύπρο, δείχνοντας ότι διαφέρει από τους κεμαλικούς προκατόχους του. Στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό δεν μπαίνει με σκοπό να περιορίσει η Τουρκία την επιρροή της στην Κύπρο, αλλά να την επεκτείνει.

Τα υπόλοιπα κόμματα στην Τουρκία τον ακολουθούν. Δεν είναι μόνον η απόλυτη ιδεολογική και πρακτική κυριαρχία Ερντογάν σε εσωτερικό επίπεδο. Τα δύο εναπομείναντα κόμματα της αντιπολιτεύσεως, οι κεμαλικοί Ρεπουμπλικανοί και οι Γκρίζοι Λύκοι εμφορούνται απολύτως από τις ίδιες εθνικιστικές απόψεις.

Είναι προφανές ότι ο Ερντογάν εκτιμά ως εξαιρετικά υψηλή τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας. Παράλληλα είναι πλημμυρισμένος από τη βεβαιότητα του μεγαλείου της χώρας του που τη θεωρεί περιφερειακή υπερδύναμη. Ουσιαστικά λέει ευθέως ότι για να συνεχίζει η χώρα του να σέβεται τα δυτικά συμφέροντα στην περιοχή θα πρέπει και η Δύση να σέβεται όλες τις ιδιαιτερότητες της Τουρκίας. Στην Ελλάδα επιβάλλεται πλέον να ανησυχούμε, χωρίς όμως πανικούς. Χάρη σε προηγούμενες πολιτικές ηγεσίες η χώρα μας συμμετέχει στις ισχυρότερες παγκόσμιες συμμαχίες και έχει –παρά την κρίση– αξιόμαχο στρατό. Και τα δύο λειτουργούν αποτρεπτικά. Πρωτίστως πρέπει να αποφύγουμε διχαστικές αντιλήψεις όπως αυτές που ξεπήδησαν την τελευταία εβδομάδα γύρω από τις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό και τις διαφοροποιήσεις Αθηνών-Λευκωσίας. Στο παρελθόν το πληρώσαμε ακριβά.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου & Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Πηγή "Καθημερινή"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Η συγκρατημένη ικανοποίηση που διακρίνει κανείς στους αρμόδιους για τη διαχείριση τα της εθνικής ασφαλείας της Ελλάδας κυβερνητικούς παράγοντες, για τη στάση του διεθνούς παράγοντα απέναντι στην Τουρκία, μπορεί να είναι αιτιολογημένη, όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι επαρκής συνθήκη διασφάλισης της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας της χώρας μας.

Του Ζαχαρία Μίχα

Θα ήταν λάθος να μείνει η χώρα στη μάλλον θετική στάση των ΗΠΑ που εμπεριέχουν αιχμές, αν και με άκρως διπλωματικές διατυπώσεις για τον Ερντογάν και την πολιτική του, ή το τηλέφωνο της Μέρκελ στον Ερντογάν αμέσως μετά την επικοινωνία της με τον Αλέξη Τσίπρα, ή τη συνέντευξη Γιούνκερ σε ευρωπαϊκό ιστοχώρο, στην οποία εμφανίστηκε εξαιρετικά δεικτικός – για τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ασφαλώς – απέναντι στην τουρκική ηγεσία.

Και θα ήταν σφάλμα, διότι όλα αυτά τα δεδομένα δεν αλλάζουν την υπόθεση που παραμένει μία και αναλλοίωτη: Τον τουρκικό αναθεωρητισμό. Ένας αναθεωρητισμός ο οποίος ασχέτως εάν εκτρέφεται από τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες της Τουρκίας ή όχι, είναι φανερό ότι διαπερνά το σύνολο του πολιτικού συστήματος της Τουρκίας.

Ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο ασχέτως του λιγότερο ή περισσότερο φιλοδυτικού του προσανατολισμού, ως σύνολο δείχνει πεπεισμένο ότι έχει τύχει «ιστορικής αδικίας» η οποία πρέπει να «αποκατασταθεί», εν ολίγοις θέτει ζήτημα συνόρων, με έμφαση προς δυσμάς, πιθανότατα διότι θεωρεί την Ελλάδα ως «αδύναμο κρίκο».

Θωρώντας δε τη χώρα πανταχόθεν βαλλόμενη, το τουρκικό πολιτικό σύστημα αναζητά προς δυσμάς μια επιτυχία που ευελπιστεί ότι θα λειτουργήσει συσπειρωτικά στο εσωτερικό, σε μια περίοδο που οι περισσότερες της μιας διαιρέσεις της χώρας έχουν έλθει επικίνδυνα στο προσκήνιο, ως αποτέλεσμα του εξισλαμισμού που επιχειρεί συνειδητά και με σχέδιο ο πρόεδρος Ερντογάν.

Τούτων λεχθέντων η αναζήτηση μιας επιτυχίας που θα λειτουργήσει ως επιβεβαίωση της σημασίας της χώρας και της ισχύος της, ώστε να έρθει πιο κοντά η ρητορική της χώρας με την πραγματικότητα που βιώνει, καθώς οι δρώντες με τους οποίους η Άγκυρα προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ότι συνδιαλέγεται ως μεγάλη δύναμη προασπίζοντας τα συμφέροντά της, ολοένα και περισσότερο αποστασιοποιούνται.

Σε αυτούς τους δρώντες θα μπορούσε να εντάξει κανείς είτε τις ΗΠΑ που αντιμετωπίζουν με πολύ μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα την Τουρκία, παρότι είναι καταφανώς ανέτοιμες να «δραπετεύσουν» από την ψυχροπολεμική αντιμετώπισή της ως προπυργίου της Δύσης στην περιοχή, είτε η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία, έστω καθυστερημένα, δείχνει να αντιδρά στην απροθυμία της Άγκυρας να ενστερνιστεί το «ευρωπαϊκό κεκτημένο», από το οποίο όμως τα τελευταία χρόνια αποκλίνει ολοένα και περισσότερο, παρότι εξακολουθεί να επιδιώκει να γίνει δεκτή με όλες της τις «ιδιαιτερότητες».

Ο έτερος σημαντικό δρων είναι η Ρωσία, η οποία μπορεί να έχει προσεγγίσει με την Τουρκία σε μια προσπάθεια να διχάσει το «δυτικό στρατόπεδο» και να προωθήσει τα οικονομικά και ενεργειακά της συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή, όμως όπως όλα δείχνουν, έχει χαράξει όρια αποδεκτών και μη συμπεριφορών, πάντα με γνώμονα τα συμφέροντά της, όπως για παράδειγμα στο θέμα της παραμονής ή μη του Μπασάρ Αλ Άσαντ στην εξουσία στη Συρία.

Εν ολίγοις, η Τουρκία αισθάνεται στρατηγικά ανασφαλής και εσωτερικά ασταθέστατη, με συμπεριφορά που φέρει χαρακτηριστικά κλασικού συνδρόμου καταδίωξης, με αποτέλεσμα στην προσπάθεια να μην προδώσει τις αδυναμίες της, να ακολουθεί εξαιρετικά επιθετική ρητορική και να επιδεικνύει υπέρμετρη «νευρικότητα», προκαλώντας όμως έτσι τριβές προς κάθε κατεύθυνση.

Στα δεδομένα που αφορούν την ελληνική ασφάλεια, πολλές είναι οι ενδείξεις που οδηγούν σε αυξημένη πιθανότητα οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση να οδηγηθούν σε ρήξη, με την εξωτερική πολιτική της Άγκυρας και τη ρητορική που τη συνοδεύει σε περιόδους κλιμάκωσης, να εμπεριέχει υπέρμετρο βαθμό απειλητικών αναφορών με στόχο την κατατρομοκράτηση της άλλης πλευράς και την προσαρμογή της στην τουρκική βούληση.

Στην πραγματικότητα ωστόσο, η ηγεσία της γειτονικής χώρας αντιλαμβάνεται ότι ενδεχόμενη υλοποίηση των απειλών θα οδηγούσε σε καταστάσεις και ανατροπές οι οποίες θα μπορούσαν να επιτείνουν ήδη επικίνδυνα αδιέξοδα, οπότε η απόσταση των λόγων με τα έργα παραμένει προς το παρόν σημαντική.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, ασφαλώς η ιδιότητα του μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύει την ελληνική αποτροπή, ενώ όσο πιο απρόβλεπτη και παρορμητική εξελίσσεται η συμπεριφορά της Τουρκίας, τόσο περισσότερο καθίσταται αυταπόδεικτος ο ρόλος της Ελλάδας ως πυλώνας σταθερότητας σε μια εξαιρετικά ταραγμένη περιοχή.

Όμως, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να είναι «καταναλωτής ασφαλείας» στο πλαίσιο της Ένωσης, καθώς παρά τις όποιες προθέσεις η αμυντική αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι προς το παρόν ανύπαρκτη. Στον τομέα αυτό, η Ελλάδα οφείλει να καταβάλει σημαντικές προσπάθειες να πείσει φίλους και εταίρους, ότι η πολυετής αδράνεια στον τομέα της άμυνας οδηγεί σε ένα επικίνδυνο κενό, το οποίο θα έχει αντανάκλαση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, κάτι το οποίο στο παρελθόν δεν γινόταν επαρκώς κατανοητό, ενώ η σημερινή περιφερειακή κατάσταση προσφέρεται για πολύ πιο πειστική επιχειρηματολογία…

Εάν αφεθούν τα πράγματα να διολισθήσουν στον αμυντικό τομέα περαιτέρω, θα αποτελέσει στο τέλος σημαντικό πλήγμα, στο πιο κρίσιμο ενδεχομένως σύνορο της ενωμένης Ευρώπης και μάλιστα θα αφορά μια χώρα η οποία λόγω των ειδικών συνθηκών που παραδοσιακά αντιμετώπιζε, είχε κατορθώσει να διαθέτει στρατιωτική ικανότητα δυσανάλογη με το μέγεθός της και θα μπορούσε τώρα που έχει έρθει η ώρα να συμβάλει αποφασιστικά στα σχέδια ανάπτυξης κοινής ευρωπαϊκής άμυνας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση που βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, έχει και αυτή ευθύνη για την ασφάλεια της Ελλάδας, ασχέτως του πόσο ανεπαρκείς αποδείχθηκαν όλοι όσοι επέμεναν τις παρελθούσες δεκαετίες ότι είχαμε λύσει όλα μας τα προβλήματα λόγω της συμμετοχής μας στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καλούσαν για μαζική μείωση των αμυντικών δαπανών.

Τα πράγματα είναι εξαιρετικά πιο πολύπλοκα από τη συνήθη δικαιολογία της διαφθοράς στα εξοπλιστικά προγράμματα, λες και ήταν η μόνη – ή ακόμα και κύρια – εστία εκμαυλισμού και διασπάθισης κονδυλίων στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Σήμερα η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο και περαιτέρω ολιγωρία θα οδηγήσει σε μαζική κατάρρευση της αποτρεπτικής αξιοπιστίας της χώρας στο στρατιωτικό πεδίο.

Προέχει ασφαλώς να αντιληφθούν το πρόβλημα οι Έλληνες κρατούντες -καθότι ακόμα και αυτό εξακολουθεί να είναι συχνά το ζητούμενο- ότι στο κοντινό μέλλον οι ανάγκες απλώς για τη διατήρηση κύριων οπλικών συστημάτων στα οποία στηρίζει η χώρα την αμυντική της ισχύ (π.χ. μαχητικά αεροσκάφη, άρματα μάχης, πολεμικά πλοία) θα μεταφράζονται σε κόστος πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ η άμυνα της χώρας απλώς θα έχει καταρρεύσει.

Οι συντηρήσεις των συστημάτων με τον ορθό – προβλεπόμενο από τους κατασκευαστές τρόπο, οι αναβαθμίσεις στο μέσον του επιχειρησιακού τους βίου και κυρίως η προπτική εξάντλησης του επιχειρησιακού βίου συστημάτων που απειλεί πλέον τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, είναι δαπάνες εν πολλοίς ανελαστικές και όσο μια χώρα τις ετεροχρονίζει, απλά θα συσσωρεύει τα προβλήματα.

Όταν τελικά οδηγηθεί το αμυντικό σύστημα της χώρας σε κατάρρευση, ακόμα και αν υπάρχουν τα δισεκατομμύρια ευρώ που θα απαιτούνται – θα μετρούνται σε δεκάδες και μόνο για την αποκατάσταση της ισχύος που κάποτε υπήρχε, όσο κι αν πολλοί δεν το αντιλαμβάνονται – θα έχει ανοίξει μέχρι την αποκατάσταση ένα εξαιρετικά επικίνδυνο «παράθυρο», τρωτότητας για την Ελλάδα, ευκαιρίας για τον όποιο αντίπαλο.

Η δημιουργία του αμυντικού ταμείου της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να τραβήξει την προσοχή των αρμοδίων και να καλλιεργηθεί συστηματικά το έδαφος για αλλαγή του «λογιστικού» τρόπου αντιμετώπισης του οικονομικού προβλήματος της χώρας, τουλάχιστον στο είπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε τελική ανάλυση, όλοι όσοι κόπτονται για την επιστροφή της χώρας σε ανάπτυξη, δεν μπορεί να μην αντιλαμβάνονται ότι -για παράδειγμα- ένα ναυπηγικό πρόγραμμα, ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού μαχητικών αεροσκαφών ή/και προμήθειας νέων, θα αναζωογονούσε τομείς της οικονομίας οι οποίοι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης περιορίζοντας τη «διαρροή εγκεφάλων», το γνωστό «brain drain», θα συνεισέφεραν στο ΑΕΠ της χώρας και θα εξασφάλιζαν τεχνολογία, πάντα υπό την προϋπόθεση της ορθολογικής διαχείρισης.

Αφού λοιπόν πρώτα εγερθεί η κυβέρνηση της χώρας και αντιληφθεί το επικίνδυνο αδιέξοδο στο οποίο ταχέως οδεύουμε, μαζί με τους λιγότερο ή περισσότερο επιτυχείς χειρισμούς για την ενίσχυση της διπλωματικής διάστασης της ελληνικής αποτροπής, θα πρέπει να τεθεί το θέμα της ελληνικής άμυνας μετ’ επιτάσεως, τονίζοντας ότι υπάρχουν χώρες το παράδειγμα των οποίων αποδεικνύει, ότι η επένδυση στην άμυνα -την οποία δεν μπορύμε να αποφύγουμε- μπορεί να εξελιχθεί σε μια εξαιρετικά παραγωγική επένδυση, υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Την ίδια στιγμή όμως, η χώρα θα πρέπει να αναζητήσει ρόλο και να αναλάβει τις ευθύνες της στο πλαίσιο της -υπό δημιουργία- κοινής ευρωπαϊκής άμυνας. Διότι θα είναι τουλάχιστον αντιπαραγωγικό να χρησιμοποιεί η χώρα επιχειρηματολογία που ανάγει την ελληνική άμυνα και στο ευρωπαϊκό πλαίσιο διεκδικώντας γεωπολιτικό ρόλο και την ίδια στιγμή να ξεσηκώνονται οι πάντες όταν πρόκειται για κάποια άλλη αποστολή, όχι κατ’ ανάγκη πολεμική, πέραν αυτής της προάσπισης της ελληνικής εδαφικής ακεραιότητας.

Έτσι οικοδομούνται οι πραγματικές συμμαχικές σχέσεις που είναι αξιοποιήσιμες την κρίσιμη στιγμή. Εάν έχεις γίνει ως κράτος, με τον αμυντικό σου μηχανισμό, απαραίτητος και στο ευρωπαϊκό επίπεδο, θα έχεις διαπραγματευτική δύναμη να εξασφαλίσεις την υποστήριξη που θα μπορούσε να κρίνει την έκβαση μιας μεγάλης κρίσης, ή ακόμα και απλώς να περιορίσει τη ζημία.

Αυτό φυσικά από μόνο του δεν αρκεί. Ακόμα κι αν η Ελλάδα έπειθε τους πάντες για την ανάγκη αλλαγής «πολιτικής συνταγής», προφανώς θα έπρεπε να προβεί σε κινήσεις που θα αντιμετώπιζαν τη σπατάλη στις Ένοπλες Δυνάμεις, όπως για παράδειγμα η διατήρηση μη ορθολογικής από οικονομικής– τουλάχιστον – απόψεως δομής η οποία δεν μπορεί να συντηρείται στις σημερινές συνθήκες, αφού υπονομεύει – μέσω της αποστέρησης πολύτιμων κονδυλίων σε εποχές ισχνών αγελάδων – την ομαλή λειτουργία των μέσων και του προσωπικού επί του οποίου στηρίζεται πρωτίστως η εθνική άμυνα και η αποτροπή της χώρας.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, εάν η Ελλάδα αποφάσιζε να κάνει τις τομές που θα έπρεπε για να αποκτήσει μια πραγματική δημόσια διοίκηση και στο κατάλληλο μέγεθος, προφανώς το υπουργείο Εθνικής Άμυνας δεν θα μπορούσε και δεν θα έπρεπε να εξαιρεθεί. Εκτός κι αν επιλεγεί να συνεχιστεί η πρακτική δεκαετιών που οδήγησε τελικά τη χώρα σε χρεοκοπία, η οποία όμως είναι ηλίου φαεινότερο ότι θα οδηγήσει αργότερα ή γρηγορότερα σε ακόμα μεγαλύτερες της οικονομικής, εθνικές τραγωδίες.

* Ο Ζαχαρίας Μίχας είναι διευθυντής μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ΙΑΑΑ-ISDA)
Πηγή Defence-Point


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Γράφει ο Κώστας Μαντατοφόρος

Και δευτερεύουσα απορία: ήταν κομμουνιστής;
Πάντως δεν ήταν καπιταλιστής. 
Κι ακόμα: ήταν λαϊκιστής;
Μ@λάκας πάντως σαν κι αυτούς που κάνουν αυτές τις ερωτήσεις, δεν ήταν!

Στον απόηχο του θανάτου ενός μεγάλου και ιστορικού -έτσι κι αλλιώς- ηγέτη μιάς λαϊκής επανάστασης, η ηλίθια και άχρηστη εν πολλοίς κουβέντα μεταξύ νεοφιλελέδων, "σοσιαλιστών", και αριστερών τύπου ΤΣΥΡΙΖΑ, για το αν το "Ελευθερία ή Θάνατος" ήταν το ίδιο με το "Patria o Muerte" και για το αν ο Κάστρο ήταν ισάξιος ή και καλύτερος απ' τον Κολοκοτρώνη, έχει ανάψει.
Το blog θέλει να πει την δική του άποψη.

Πρώτον: Λεβέντες, εσείς που τραβάτε τις κοτσίδες σας υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης, να ξέρετε πως όλοι εμείς ξέρουμε πως τουλάχιστον και οι δυό -Κολοκοτρώνης και Κάστρο-, δεν ήταν προδότες σαν κι εσάς.

Δεύτερον: Και οι δύο αγώνες ήταν αγώνες απελευθερωτικοί. Ο μεν δικός μας Θεόδωρος πάλεψε για να απελευθερώσει ένα έθνος, μιά φυλή, και  να δημιουργήσει ένα κράτος γι αυτούς μέσα στα εδάφη της πατρογονικής πατρίδας, ο δε δικός τους Φιντέλ πάλεψε για να απελευθερώσει την πατρίδα του(ς) από τα ξενόδουλα και πλουτοκρατόδουλα τσιράκια που διαφέντευαν την χώρα (κάτι εντελώς ανάλογο με την δική μας τωρινή κατάσταση).
Αν για τον Φιντέλ τότε δεν υπήρχε πατρίδα είναι σίγουρο πως θα αναφωνούσε  "Ελευθερία o Muerte" και αν ο Θεόδωρος έβρισκε μιά πατρίδα να έχει γίνει προτεκτοράτο της διεθνούς τοκογλυφίας (όπως καλή ώρα τώρα εμείς) θα ακολουθούσε το σύνθημα  "Patria ή Θάνατος".
Και οι δυό ήταν ήρωες για τον λαό. Και οι δυό πάλεψαν και νίκησαν στο όνομα του λαού, και για τον λαό.

Τρίτον: Και οι δυό επαναστάσεις στηρίχτηκαν στην βία, και επικράτησαν με την βία.
Λόγω επαναστατικής βίας εμείς δεν φοράμε ακόμη φεσάκια και δεν μιλάμε τούρκικα και για τον ίδιο λόγο η Κούβα δεν είναι σήμερα ένα ακόμη αστέρι στην σημαία των ΗΠΑ.

Και μιά διαφορά: Η επανάσταση στην Κούβα δεν σταμάτησε ποτέ. Γι αυτό και η χώρα αυτή είναι ακόμη ανεξάρτητη.
Σε 'μας εδώ σταμάτησε την επόμενη της επίσημης ανακήρυξης μας ως ανεξάρτητο κράτος.
Γι αυτό και είμαστε σήμερα προτεκτοράτο του κάθε φον-σακάτη.

Το blog πιστεύει πως όλες οι λαϊκές επαναστάσεις...
Είτε εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, είτε εναντίον της καπιταλιστικής μαφίας...
Είτε αύριο-μεθαύριο (ας ελπίσουμε) κατά του 4ου νεοναζιστικού Ράϊχ της Ευρωπαϊκής "Ένωσης"...
Είναι ταυτόσημες και ισάξιες.

Αυτά πιστεύει το blog, και δικαίωμά του και καμάρι του.
Καλό Σαββατοκύριακο, με απελευθερωτικές σκέψεις!...

Υ.Γ.: Το blog δεν πρόκειτα να απαντήσει σε κανένα σχόλιο, αλλά πρόκειται να σβήσει οποιοδήποτε υβριστικό και κακόηθες σχόλιο.

Πηγή "Ουδέν Σχόλιον"



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Όταν η ελληνική κοινή γνώμη εξοργίζεται με τις χτεσινές δηλώσεις του Τούρκου υπουργού εξωτερικών ότι τα Ίμια είναι τουρκικά, προφανώς δεν ξέρει ή δεν έχει εμπεδώσει ότι ο κ Σημίτης και ο υπουργός του των Εξωτερικών κ. Πάγκαλος, δηλαδή η ελληνική κυβέρνηση, έχουν συμφωνήσει από τον Φεβρουάριο του 1996 ότι η κυριαρχία στο νησί είναι υπό διαπραγμάτευση με τους Αμερικάνους! Κι αυτό ισχύει μέχρι σήμερα!

Για να μην επαναλαμβάνουμε την ιστορία της εμπλοκής με την Τουρκία τον Ιανουάριο του 1996, η συμφωνία Σημίτη- ΗΠΑ (Κλίντον) εκείνη τη νύχτα της 30ης Ιανουαρίου αποτυπώνεται σε επιστολή που έστειλε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Γουόρεν Κρίστοφερ στις 2 Φεβρουαρίου στους ομολόγους του της Ελλάδας και της Τουρκίας, στην οποία επιβεβαιώνεται με επίσημο τρόπο  αυτό που είχε πεί ο Θ. Πάγκαλος «όχι σημαίες, όχι στρατός, όχι στόλος». Διαρκώς!

Η ελληνική κυβέρνηση τότε, αλλά και όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις έκτοτε έχουν υποβαθμίσει αυτό που είναι και το πιο σημαντικό σημείο της συμφωνίας, πάνω στο οποίο πατάει και σήμερα η Τουρκία:

«… AND NOT RETURN THEM σημειώνει στο σχετικό τηλεγράφημά του ο Αμερικανός πρεσβευτής Τόμας Νάιλς προς την Ουάσινγκτον. «ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΝ», οι σημαίες, ο στρατός, τα πλοία.

Αυτό είναι το κομβικό στοιχείο της συμφωνίας μεταξύ της ελληνικής, της τουρκικής και της αμερικανικής κυβέρνησης τότε, που ισχύει ακόμα και σήμερα, μετατρέποντας de facto τα Ίμια σε γκρίζα ζώνη με τις ευλογίες της Ελλάδας.

Η επιστολή του Κρίστοφερ που ανέφερα και που παραδόθηκε σε Πάγκαλο και Μπαϊκάλ ως αποδεικτικό συμφωνίας, έχει ως εξής:
"Οι διαβεβαιώσεις που μας προσέφεραν η Ελλάδα και η Τουρκία ότι θα απομάκρυναν τα πλοία, το προσωπικό και τις σημαίες -με ένα αλληλοδιαδοχικό και συντονισμένο τρόπο- επέτρεψε σε κάθε πλευρά να υποχωρήσει από το χείλος (του πολέμου) με αξιοπρέπεια. Η κυβέρνηση της (μιας χώρας) μας έχει διαβεβαιώσει ότι δεν θα τοποθετήσει τη σημαία της ή οπλισμένο προσωπικό της στις νησίδες ούτε θα τοποθετήσει πλοία κοντά στις νησίδες. Προσδίδουμε μεγάλη βαρύτητα σε αυτή τη διαβεβαίωση από ένα σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Προσδίδουμε εξίσου μεγάλη βαρύτητα στις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησής σας ως προς τα ίδια, και το έχουμε διαβιβάσει προφορικά και γραπτώς στην κυβέρνηση της (άλλης χώρας)".
Στις 8 Φεβρουαρίου του 1996 (6 μέρες μετά τα επεισόδια) Ελληνικό άγημα αποβιβάζεται στην Καλόλιμνο. Ο Αμερικανός πρεσβευτής Τόμας Νάϊλς αναφέρει το γεγονόςστην Ουάσινγκτον και λέει ότι κατά τη γνώμη του η απόβαση αυτή δεν καταστρατηγεί…
«…the agreement to simultaneously remove military forces and flags from Imia, withdraw naval vessels and not return them”.
«…τη συμφωνία να αποσύρουν ταυτόχρονα στρατιωτικές δυνάμεις, σημαίες από τα Ίμια καθώς και τα πολεμικά πλοία και να μην τα επαναφέρουν».
Επειδή η Καλόλιμνος είναι «ελληνικό νησί». Και συμπληρώνει ότι όταν ανέφερε το γεγονός στην ελληνική κυβέρνηση του απάντησαν ενοχλημένοι ότι «η Καλόλιμνος είναι ελληνικό νησί και δεν το συζητάνε»! Ενώ τα Ίμια τα συζήτησαν!

Όπως καταλαβαίνει ο αναγνώστης, για την ελληνική κυβέρνηση ίσχυσαν δύο μέτρα και δύο σταθμά για την Καλόλιμνο και τα Ίμια.

Ο Αμερικανός πρεσβευτής, επιβεβαιώνοντας ότι για τις ΗΠΑ τα Ίμια είναι αμφισβητούμενη περιοχή, όπως ακριβώς ήθελαν οι Τούρκοι, γράφει στην Ουάσιγκτον αμέσως μετά την εμπλοκή:
«Είναι προφανές ότι θα προτιμούσαμε να μην εμπλακούμε στη διαφορά αυτή, αλλά από την πείρα μας γνωρίζουμε ότι ίσως να μην έχουμε αυτή την επιλογή. Επομένως, πιστεύω ότι πρέπει να εξετάσουμε το ιστορικό αρχείο στον βαθμό που το επιτρέπουν οι πληροφορίες μας, προκειμένου να καθορίσουμε το διεθνές καθεστώς των Ιμίων, καθώς είναι πιθανό σε κάποια στιγμή να χρειαστεί να πάρουμε θέση σχετικά με τα νόμιμα δικαιώματα στην υπόθεση αυτή...". 
Δεν θα αναλωθώ εδώ σε κριτική και παρουσίαση των εγκληματικών ενεργειών του Κ. Σημίτη προσωπικώς εκείνη τη νύχτα, όταν έφτασε στο σημείο να παρακολουθεί την εξέλιξη από το γραφείο της Βουλής αντί για το θάλαμο επιχειρήσεων του Πενταγώνου και να αρνείται να δει τον αρχηγό της ΕΥΠ ναύαρχο Βασιλικόπουλο, που επειγόταν να τον ενημερώσει με απόρρητα τηλεγραφήματα για τα γεγονότα.! Ο άνθρωπος ήταν ένας μοιραίος εκτός τόπου και χρόνου εμμονικός, που τον πλήρωσε η χώρα πανάκριβα.

Θα θυμίσω απλώς σε όσους θεωρούν την επιθετική ρητορεία του Έρντοαν πρωτόγνωρη και επιθετικό γνώρισμα Τούρκου σουλτάνου, ότι δύο μέρες μετά τα Ίμια η πρωθυπουργός της γειτονικής χώρας Τανσού Τσιλέρ δήλωνε ότι «υπάρχουν πάνω από 1.000 νησίδες στο Αιγαίο που αποτελούν τουρκικό έδαφος».

Ως επιστέγασμα ότι τα Ίμια, με ελληνική ευθύνη και με διορισμένο Αμερικάνο διαμεσολαβητή, αποτελούν γκρίζα ζώνη, έρχεται το γεγονός ότι ακόμα και ο σημερινός φαιδρός υπουργός Άμυνας της Ελλάδας, όταν ανέλαβε, πέταξε με ελικόπτερο πάνω από το νησί με το στεφάνι για τους τρείς νεκρούς στρατιωτικούς εκείνης της νύχτας και δεν τόλμησε να πατήσει το πόδι του επάνω. Ως άλλος μπολιβαριανός επαναστάτης κι ετούτος.

Μπορεί να στενοχώρησα τους συμπατριώτες μου μ' αυτές τις αλήθειες, αλλά οι πολίτες αξίζουν να ζουν μόνο με αλήθειες. Έχουν το δικαίωμα αυτού του σεβασμού. Και η αλήθεια είναι ότι αυτή η χώρα δεν θα ζήσει με πραγματική αξιοπρέπεια όσο θα κυβερνιέται από δειλούς, αναξιοπρεπείς, ανίκανους, ψεύτες και απάτριδες πολιτικούς. Τους οποίους, δυστυχώς, παρ όλο που είναι τέτοιοι τους επιλέγει ο λαός.

Γ. Παπαδόπουλος-Τετράδης
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Γράφει ο Γιώργος Μαλούχος

Αν μέχρι χθες, παρά το μπαράζ δηλώσεων Ερντογάν για τη Συνθήκη της Λωζάννης αλλά και την έντονη κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας στο Αιγαίο σε επίπεδο παραβιάσεων, υπήρχαν κάποιοι που πίστευαν ότι ο Τούρκος πρόεδρος μιλάει για το εσωτερικό του ακροατήριο ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο πλην του ότι απλώς προαναγγέλλει σύγκρουση με την Ελλάδα, σήμερα, δεν πρέπει να υπάρχει πια κανείς που να διατηρεί ακόμη αμφιβολίες για το τι πρόκειται να γίνει: μετά και τις χθεσινές δηλώσεις Τσαβούσογλου σύμφωνα με τις οποίες τα Υμια είναι τουρκικό έδαφος, η Ελλάδα οφείλει να θεωρεί πλέον δεδομένο ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονται να χτυπήσουν. Και, πιθανότατα, θα το κάνουν γρήγορα.

Οι διαρκείς προαναγγελίες που κλιμακώνονται σταθερά, έχουν ως στόχο να «μετρήσουν» δύο πράγματα: πρώτον, την αντίδραση των μεγάλων δυνάμεων. Τέτοια δεν υπήρξε μέχρι χθες. Και, δεύτερον, την αντίδραση της Ελλάδας: εκεί, δυστυχώς, η Τουρκία έχει, εμπειρικά τουλάχιστον, κάθε λόγο να νιώθει ότι αυτή δεν θα είναι επαρκής να την σταματήσει.

Ο χρόνος στον οποίο συμβαίνουν όλα αυτά, έχει πολύ μεγάλη σημασία: οι ΗΠΑ βρίσκονται (όπως και το 1974) σε στιγμή μετάβασης της εξουσίας, γεγονός που η Τουρκία το αντιλαμβάνεται, ίσως ορθά, ως «παράθυρο ευκαιρίας» για να προκαλέσει τετελεσμένα.

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα είδος ημιδιάλυσης, έχει μπροστά της τον εφιάλτη της νέας αξιολόγησης και υφίσταται, σε αμυντικό επίπεδο, ήδη τις συνέπιες της μακράς περιόδου της κρίσης.

Από την άλλη πλευρά, η Ευρώπη είναι από αμήχανη έως αδιάφορη για το θέμα – και η Τουρκία το βλέπει αυτό καθαρά, ενώ φοβάται και την Αγκυρα ως προς το μεταναστευτικό.

Με άλλα λόγια, αν η Τουρκία αποφάσιζε να προχωρήσει σε στρατιωτικές ενέργειες αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας, θα το έκανε τώρα. Και, όπως όλα πλέον δείχνουν, είναι εξαιρετικά πιθανό να το κάνει.

Η Ελλάδα δεν διαθέτει πια την πολυτέλεια της αυταπάτης.

Δεν μπορεί, με όλα αυτά τα δεδομένα, να συνεχίσει να με την ψευδαίσθηση ότι είτε η Τουρκία θα ξεχάσει όλα αυτά που λέει, είτε ότι η Ευρώπη θα σπεύσει να τη σταματήσει.

Η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί λαμβάνοντας πολύ σοβαρά υπόψη της της απειλές και, συνεπώς, να είναι, ανά πάσα στιγμή, έτοιμη για πόλεμο με ότι αυτό σημαίνει: ενωμένη, συνειδητοποιημένη, στρατιωτικά προετοιμασμένη, απόλυτα αποφασισμένη να χτυπήσει και αυτή.

Και μπορεί να το κάνει. Αν η χώρα είναι αποφασισμένη, μπορεί να υπερασπιστεί, παρά τις τεράστιες δυσκολίες, αποτελεσματικά τον εαυτό της.

Όπως πρέπει.

Πηγή "Το Βήμα"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Όταν πρωτοδιάβασα την ανακοίνωση για το ταξίδι του Τσίπρα στην Κούβα, προσπάθησα να εξηγήσω / ερμηνεύσω / δικαιολογήσω ποικιλοτρόπως την απόφασή του αυτή:
Θεωρούν κάποιοι εκεί στο Μαξίμου ότι η γιαλαντζί επαναστατικότητα ακόμη πουλάει;

Υποτίμησαν τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης και το δούλεμα ψιλό γαζί των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης και όχι μόνο;
Ειλικρινά θεωρούν ότι έπρεπε να αποτίσουν φόρο τιμής σε ένα ιδεολογικό ίνδαλμα της νεότητάς τους;
Ή το παιδί είναι απλά ζαβό και το αποδεικνύει καθημερινά;

Κατέληξα, όμως, ότι άλλος είναι ο λόγος που οδηγεί τον Αλέκση σε τέτοιες φαινομενικά απερίσκεπτες και προκλητικές αποφάσεις:

Έχει συνειδητοποιήσει ότι δε θα ξαναεκλεγεί, ότι οι μέρες του είναι μετρημένες και, γι αυτό, έχει αποφασίσει να τα γράψει όλα στα π@π@ρι@ του και να κάνει ζωάρα!
Να ζήσει το όνειρό του και να απολαύσει στο έπακρο τα προνόμια που του προσφέρει το πρωθυπουργικό αξίωμα. Σε βάρος της τσέπης μας βέβαια...

Έχει άλλωστε ήδη αποδείξει πως δε διαθέτει επαρκείς αριστερές αναστολές που θα τον συγκρατούσαν από τέτοιου είδους νεοπλουτικές και προκλητικές συμπεριφορές:

➥ Πανάκριβα ιδιωτικά σχολεία και παιδικοί σταθμοί για τα παιδιά του...!!!
➥ Πανεπιστημιακές δόξες για τη σύζυγο..!!!.
➥ Κοτεράτες διακοπές και λουσάτα ξενοδοχεία για όλη την οικογένεια...!!!

Γιατί λοιπόν τώρα που όλα έχουν τελειώσει να υποκρίνεται;

Ο Αλέκσης ενσαρκώνει το όνειρο κάθε ψευδοϊδεολόγου τυχοδιώκτη: δεξιό λάιφσταϊλ, άκοπη απόλαυση όλων των αγαθών του καπιταλισμού στο έπακρο, αλλά με αριστερή επικάλυψη, διανθισμένη με στερβούμενα ουσίας κηρύγματα αριστεροσύνης...

Φαύλος ο Κρης​


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου

Το γεγονός ότι η φαντασίωση είναι ασφαλέστερη της πραγματικότητας ίσως να εξηγεί γιατί «κάποιοι κύκλοι» στην Αθήνα υιοθέτησαν την βολική άποψη ότι η Τουρκική επιθετική ρητορική απέναντι στην Ελλάδα, προεξέχοντος του Προέδρου Erdoğan, είναι προς … εσωτερική κατανάλωση! Αυτή την φαντασίωση ή καλύτερα αυτήν την αυταπάτη (μιας και στις μέρες μας χρησιμοποιείται η λέξη ευρέως ως πολιτική δικαιολογία) έρχεται να διαλύσει με εμφατικό τρόπο ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών κ. Mevlut Cavusoglu με τις γνωστές χθεσινές δηλώσεις του περί «τουρκικών» Ιμίων και «μη αποδοχής της de facto κατάστασης που έχει δημιουργήσει… η Ελλάδα».

Η ευθεία αμφισβήτηση του καθεστώτος κυριαρχίας των Ελληνικών Νήσων και Μικρονησίδων του Αιγαίου, όχι από κάποιο Τούρκο… Δήμαρχο αλλά από τον Τούρκο ΥΠΕΞ, επιβεβαιώνει δυστυχώς πολλούς από εμάς οι οποίοι είχαμε εκτιμήσει από την πρώτη ημέρα των δηλώσεων Erdoğan για την Συνθήκη της Λωζάνης (29 Σεπ) ότι υπάρχει ποιοτική αναβάθμιση του τουρκικού αναθεωρητισμού και αυτό αποτελεί σαφή πλέον στρατηγική επιλογή της Άγκυρας. Λίγοι όμως αφυπνίστηκαν τότε.

Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι ο μειλίχιος κ. Cavusoglu δεν ήθελε να υστερήσει στο εθνικιστικό ξέσπασμα του ηγέτη της Αντιπολίτευσης κ. Kemal Kilicdaroglu την προηγούμενη ημέρα, σύμφωνα με τον οποίο «η Ελλάδα έχει καταλάβει 18 νησιά του Αιγαίου και η Τουρκική Κυβέρνηση δεν επεμβαίνει για να τα πάρει πίσω». Όμως ούτε ο συνεχιστής της κεμαλικής πολιτικής έκφρασης Αρχηγός του CHP κ. Kilicdaroglu, αλλά ούτε και ο κ. Cavusoglu ο οποίος είναι μάλιστα Υπουργός Εξωτερικών είχαν στην πραγματικότητα παραληρηματικό λόγο! Όσα είπαν, τα είπαν με πλήρη συνείδηση. Απλά ειπώθηκαν «φωναχτά» και δημόσια αυτά που εδώ και δεκαετίες σιγοψιθυριζόταν στους πολιτικούς και στρατιωτικούς διαδρόμους της Άγκυρας είτε αυτή είναι κεμαλική είτε νέο-οθωμανική και κάποιοι από εμάς κατά συχνά επισημαίνουμε.

Μπορεί να ήταν άμεση και αυτονόητη η απάντηση του ελληνικού ΥΠΕΞ για την «αδιαμφισβήτητή κυριαρχία της Ελλάδας επί των νησιών της στο Αιγαίο, συμπεριλαμβανομένων των Ιμίων που κατοχυρώνεται από το Διεθνές Δίκαιο». Αρκεί όμως αυτή η απάντηση για να σταματήσει την κλιμακούμενη τουρκική επιθετικότητα; Και πως κατοχυρώνεται το Διεθνές Δίκαιο… έτσι αόριστα;

Μας αρέσει ή όχι, η Άγκυρα δημιουργεί συστηματικά κλίμα κρίσεως. Έχω ξαναγράψει ότι σε κάθε Άσκηση Χειρισμού Κρίσεων (Crisis Management) στο ΝΑΤΟ και φυσικά στην Ελλάδα το σενάριο ξεκινά πάντοτε με το κλίμα έντασης που δημιουργεί ο αντίπαλος κατ’ αρχήν σε επίπεδο ρητορικής και δημόσιας διπλωματίας και σε δεύτερο χρόνο με πρακτικά κλιμακούμενα στρατιωτικά μέτρα. Αυτό βλέπουμε λοιπόν ότι συμβαίνει σε πραγματική βάση σήμερα (όπως βέβαια και παλαιότερα) με την Τουρκία και δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον εφησυχασμό της Κυβέρνησης αλλά και μέρος του πολιτικού κόσμου και φυσικά την συνέχιση μίας κατατονικής πολιτικής απέναντι στον δύστροπο και επιθετικό μας γείτονα.

Ας αφήσουμε παράμερα τις… αυταπάτες και τις ευφραντικές φαντασιώσεις και ας αντιληφθούμε πλέον την σκληρή πραγματικότητα ότι η Τουρκία με την ελεγχόμενη ένταση που καλλιεργεί προετοιμάζει σκηνικό κρίσης έχοντας απώτερο στόχο την ανατροπή του ισχύοντος status quo! Πάντα τον είχε! Ανησυχούμε λοιπόν γιατί οι κυβερνώντες δεν μας έχουν πείσει ότι αντιλαμβάνονται στο σύνολο τους την σοβαρότητα της κατάστασης που δημιουργείται. Ανησυχούμε ακόμα περισσότερο γιατί δεν διαβλέπουμε ότι η Κυβέρνηση διαθέτει την επάρκεια για να διαχειριστεί μία μείζονα ή ακόμα και ελάσσονα κρίση με την Τουρκία όταν μάλιστα υπάρχει δυστυχώς απουσία μακρόχρονης συνεκτικής στρατηγικής και Πολιτικής Εθνικής Άμυνας για την οποία για να είμαστε δίκαιοι δεν ευθύνονται μόνον οι τωρινοί κυβερνώντες.

Δεν αρκεί η επίκληση των υφισταμένων συνθηκών και του Διεθνούς Δικαίου για να μπει φραγμός στις τουρκικές μεθοδεύσεις και στην τουρκική επιθετικότητα που δημιουργεί σκηνικό κρίσης. Θα πρέπει να είμαστε σε θέση και να το επιβάλουμε. Σύντονη στρατιωτική προετοιμασία με ανάπτυξη αξιόπιστης αποτροπής, δημιουργία διπλωματικού κεφαλαίου και διπλωματική εκστρατεία για καταγγελία του τουρκικού αναθεωρητισμού που μπορεί να απειλήσει την σταθερότητα όλης της περιοχής, αποκατάσταση του εθνικού κύρους και δημιουργία ισχυρού και αρραγούς εσωτερικού μετώπου είναι τα πρώτα αναγκαία που πρέπει να ξεκινήσουν… «χθες»! Με αυτό τον τρόπο αποσοβείται μία κρίση και όχι με κατευνασμό, χαζοχαμόγελα, ζεμπεκιές, κουμπαριές και εκδρομούλες στην Κρήτη.

Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου