Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

23 Ιαν 2017


Γράφει ο Σταύρος Λυγερός

Μπορεί οι εμπειρογνώμονες στο Μοντ Πελεράν να ολοκλήρωσαν την καταγραφή των εκατέρωθεν θέσεων για την εξωτερική πτυχή του Κυπριακού (εγγυήσεις, στρατεύματα, ασφάλεια) και να έθεσαν τα βασικά ερωτήματα, αλλά τίποτα δεν προδιαγράφει γεφύρωση του χάσματος που επιβεβαιώθηκε στη διάσκεψη της Γενεύης. Στην πραγματικότητα, η διαδικασία των εμπειρογνωμόνων είναι ένας τρόπος να συντηρηθεί η δυναμική της διαπραγμάτευσης.

O Έιντε (ειδικός απεσταλμένος του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών) και το επιτελείο του έχουν ήδη καταγράψει τις εκατέρωθεν θέσεις και έχουν επεξεργασθεί φόρμουλες με σκοπό να σύρουν την Αθήνα να αποδεχθεί “ολίγες τουρκικές εγγυήσεις και ολίγα τουρκικά στρατεύματα”. Υπενθυμίζουμε ότι σ’ αυτή τη γραμμή είχε κινηθεί το προηγούμενο διάστημα και ο Αναστασιάδης. Απόδειξη αυτού είναι το σχετικό non paper που είχε παραδώσει στη Γραμματεία του ΟΗΕ. Μία τέτοια φόρμουλα προωθήθηκε στη Γενεύη από τον Έιντε με τη βοήθεια του υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας Τζόνσον.

Για την Αθήνα, όμως, η θέση «όχι εγγυήσεις, όχι τουρκικά στρατεύματα» είναι θεμελιώδης θέση. Ο Κοτζιάς, μάλιστα, είχε φροντίσει από το 2015 να την εγγράψει στην ατζέντα του Κυπριακού. Για να την ενισχύσει, μάλιστα, απέφυγε επιμελώς να αναμιχθεί έστω και συμβουλευτικά στις διακοινοτικές διαπραγματεύσεις για τις εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού.

Συνηθισμένοι από τις ελληνικές υπαναχωρήσεις, οι εμπλεκόμενοι διεθνείς παίκτες θεωρούσαν για ένα μεγάλο διάστημα τη θέση του Κοτζιά διαπραγματευτικό ελιγμό με σκοπό την εξασφάλιση ανταλλαγμάτων σ’ άλλα ζητήματα. Θεωρούσαν, λοιπόν, ότι στη διαδρομή θα χανόταν με τη βοήθεια κάποιας διπλωματικής φόρμουλας για να διασωθούν τα προσχήματα. Όταν, όμως, οι διαπραγματεύσεις εισήλθαν στην τελική ευθεία διαπίστωσαν ότι η Αθήνα εννοούσε αυτό που έλεγε.

Ήταν τότε που η αμερικανική διπλωματία επιχείρησε να πείσει τον Τσίπρα να παρακάμψει τον υπουργό Εξωτερικών. Ο Έλληνας πρωθυπουργός δέχθηκε τέτοια έμμεση πλην σαφή σύσταση από τον απελθόντα Αμερικανό αντιπρόεδρο Μπάιντεν. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε δραστήρια και η υφυπουργός Νούλαντ.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Αναστασιάδης, ο οποίος φρόντισε να έχει συχνές συναντήσεις και συνομιλίες με τον Τσίπρα, κατά τη διάρκεια των οποίων προσπάθησε να τον πείσει για τη δική του πολιτική. Παραλλήλως, οι γνωστοί “ανανικοί” κύκλοι σε Κύπρο και Ελλάδα άρχισαν να στοχοποιούν τον Κοτζιά, κατηγορώντας τον σαν εθνικιστή που επιχειρεί να τορπιλίσει τη λύση. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, οι σχετικές επιθέσεις είχαν την ευλογία και του προεδρικού μεγάρου της Λευκωσίας και της ηγεσίας του ΔΗΣΥ. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο επικεφαλής του ΑΚΕΛ Άνδρος Κυπριανού, τον οποίο ο Κοτζιάς λίγο καιρό πριν θεωρούσε ότι είχε πείσει. Σ’ αυτό το παιχνίδι συνέπραξαν και κύκλοι του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι, στο όνομα της καταπολέμησης του εθνικισμού, είχαν υποστηρίξει το σχέδιο Ανάν και συνεχίζουν να υποστηρίζουν λύση τύπου Ανάν.

Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, για ένα διάστημα ο Τσίπρας ήταν με το ένα πόδι στη γραμμή του Κοτζιά και με το άλλο στη γραμμή του Αναστασιάδη. Μη έχοντας επαρκή γνώση του Κυπριακού και ακριβή συνείδηση του εθνικού διακυβεύματος, αρχικά κινήθηκε σαν γεφυροποιός. Είχε, ωστόσο, λάβει το έμμεσο πλην σαφές μήνυμα από τον υπουργό του ότι δεν ήταν διατεθειμένος να συνυπογράψει τουρκικές εγγυήσεις.

Σύμφωνα με πηγή του Μαξίμου, ο Τσίπρας θεωρεί τον Κοτζιά πολύ δύσκολο χαρακτήρα και τη συνεργασία μαζί του μία μικρή δοκιμασία. Από την άλλη πλευρά, όμως, θεωρεί ότι σε γενικές γραμμές τα έχει πάει καλά στο υπουργείο Εξωτερικών. Εάν σ’ αυτό προστεθεί και το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός γενικά αποφεύγει κινήσεις που ενδεχομένως να προκαλούσαν κάποιο ρήγμα στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γίνεται κατανοητός ο λόγος που στον τελευταίο ανασχηματισμό τον διατήρησε στο αξίωμά του.

Εκτός αυτών, ο Τσίπρας θεωρεί λογική τη θέση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν χρειάζεται εγγυήσεις και ότι πρέπει να αποχωρήσουν τα τουρκικά στρατεύματα. Στο πλαίσιο αυτό είχε υιοθετήσει και την εισήγηση του Κοτζιά για εκ των προτέρων συνάντηση με τον Ερντογάν, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η διάσκεψη για την εξωτερική πτυχή του Κυπριακού θα είχε προοπτική επιτυχίας.

Όταν στο δείπνο της 1ης Δεκεμβρίου ο Αναστασιάδης έσπασε την από κοινού χαραγμένη γραμμή Αθήνας-Λευκωσίας και συμφώνησε με τον Έιντε και τον Ακιντζί να συγκληθεί πενταμερής διάσκεψη στις 12 Ιανουαρίου, ο Τσίπρας δεν αντέδρασε δημοσίως. Θεώρησε, όμως, το γεγονός ως επιβεβαίωση των επιφυλάξεων του Κοτζιά για τον ρόλο του Κύπριου προέδρου. Το γεγονός αυτό τον έφερε πιο κοντά στη θέση του υπουργού του.

Στη συνέχεια, η άρνηση του Ερντογάν να συναντηθεί με τον Τσίπρα και η ανελαστική στάση του Τσαβούσογλου στη Γενεύη διέψευσαν συνεργάτες του πρωθυπουργού και όσους άλλους του είχαν καλλιεργήσει την εντύπωση ότι αν η Αθήνα υιοθετούσε μία ελαστική γραμμή θα προέκυπτε συμφωνία. Ήταν οι ίδιοι κύκλοι που του καλλιεργούσαν τον φόβο πως η γραμμή Κοτζιά θα απομόνωνε διεθνώς την Ελλάδα κι αυτό θα είχε αρνητικές επιπτώσεις ακόμα και στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές.

Μπορεί αυτό να μην συνέβη, αλλά είναι πολλοί που θεωρούν ότι εγγράφοντας στην ατζέντα το ζήτημα της κατάργησης των εγγυήσεων και της αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων, ο Κοτζιάς “τους χάλασε τη σούπα”. Είναι αξιοσημείωτο ότι είδαν το φως σε διεθνή Μίντια πανομοιότυπες πληροφορίες pvw ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών ουσιαστικά τορπίλισε τη διάσκεψη και λόγω της στάσης του δεν είναι αποδεκτός ως συνομιλητής από τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ Γκουτιέρες. Η παραπληροφόρηση αυτή, κατόπιν ελληνικής αντίδρασης, υποχρέωσε τον Γκουτιέρες να προβεί σε διάψευση.

Σύμφωνα με διπλωματική πηγή στην Αθήνα, πίσω από αυτά τα δημοσιεύματα είναι ο Έιντε. Ο ειδικός απεσταλμένος είναι χολωμένος και λόγω ενός περιστατικού στη Γενεύη. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, ο Έλληνας υπουργός μίλησε για κατοχική δύναμη στην Κύπρο. Ο Έιντε, παρουσία του γενικού γραμματέα Γκουτιέρες, απάντησε πως δεν υπάρχει καμία τέτοια αναφορά σε έγγραφα του ΟΗΕ. Ο Κοτζιάς τον διέψευσε, καταθέτοντας ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (1983) με τέτοια ρητή αναφορά. Του υπενθύμισε, μάλιστα, ότι ως υπάλληλος του ΟΗΕ πρέπει να γνωρίζει και να σέβεται τις αποφάσεις του Οργανισμού.

Το γεγονός ότι ακόμα και ο Αναστασιάδης υποχρεώθηκε να προσχωρήσει τουλάχιστον ρητορικά στη γραμμή “όχι τουρκικές εγγυήσεις, όχι τουρκικά στρατεύματα” θεωρείται από τον Τσίπρα δικαίωση της επιλογής του να στηρίξει τη θέση του Κοτζιά. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως συρρικνώνονται οι πιθανότητες να τον παρακάμψει στην επόμενη φάση, αν και οι σχετικές πιέσεις συνεχίζονται.

Είναι ενδεικτικό ότι ο Κύπριος κυβερνητικός εκπρόσωπος Χριστοδουλίδης δήλωσε πως μετά την ολοκλήρωση της εργασίας των εμπειρογνωμόνων θα συγκληθεί και πάλι η διάσκεψη αυτή τη φορά σε επίπεδο ηγετών. Το ίδιο έγραψε και η τουρκοκυπριακή εφημερίδα Χαβαντίς, προσθέτοντας, παρά τη διάψευση της Γραμματείας του ΟΗΕ, ότι θα παρακαμφθούν οι υπουργοί Εξωτερικών επειδή ο Γκουτιέρες δεν θέλει ως συνομιλητή τον Κοτζιά.

Διπλωματική πηγή, που έχει γνώση των συνομιλιών σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, εκτιμάει ότι η διήμερη αυτή συνάντηση δεν άνοιξε καμία νέα προοπτική. Η τουρκική πλευρά, μάλιστα, αρνήθηκε να καταθέσει γραπτές προτάσεις, περιοριζόμενη στο να επαναλάβει την απαίτησή της να παραμείνουν για απροσδιόριστο χρόνο τουρκικά στρατεύματα στη Μεγαλόνησο, καθώς και να διατηρηθούν, έστω και με διαφορετική μορφή, οι τουρκικές εγγυήσεις και το επεμβατικό δικαίωμα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Άγκυρα απαιτεί, επίσης, οι Τούρκοι πολίτες να έχουν στην Κύπρο τα δικαιώματα που θα έχουν οι Κύπριοι (ελεύθερη διακίνηση, εγκατάσταση, απόκτησης περιουσίας κλπ). Η απαίτηση αυτή (από ένα κράτος που δεν είναι μέλος της ΕΕ) αντανακλά την επιδίωξη της Τουρκίας να ενισχύσει την οικονομική και πληθυσμιακή παρουσία της στο σύνολο της Μεγαλονήσου.

Οι συνομιλίες των εμπειρογνωμόνων επιβεβαίωσαν αυτό που είχε καταστεί σαφές και στη διάσκεψη: Η ανελαστική στάση της τουρκικής πλευράς επιβεβαιώνουν και στο διπλωματικό επίπεδο ότι η γραμμή είναι αυτή που αποτύπωσαν οι δηλώσεις του Ερντογάν: η Τουρκία θα μείνει για πάντα στην Κύπρο. Ο σύμβουλός του Μπουλούτ, μάλιστα, εξέφρασε με ακόμα πιο καθαρό τρόπο τη γραμμή της Άγκυρας: «Εκείνοι που ονειρεύονται με επιτραπέζια παιχνίδια να χωρίσουν από την πατρίδα Τουρκία την Κύπρο, την οποία πήραμε με το αίμα των ηρώων μας, τότε ας έρθουν αν είναι έτοιμοι να πληρώσουν το ίδιο τίμημα».

Εκτός από τη βύθισή του στον πιο ακραίο εθνικισμό, ο Ερντογάν δεν έχει και πολιτικά περιθώρια να κάνει το παραμικρό βήμα πίσω. Αυτό τον καιρό παίζει το κορυφαίο πολιτικό παιχνίδι του. Βρίσκεται σε εξέλιξη η μετατροπή του πολιτεύματος από προεδρευομένη σε προεδρική δημοκρατία, η οποία τελικώς θα κριθεί σε δημοψήφισμα τον Απρίλιο.

Για να αναδειχθεί σε πρόεδρο-σουλτάνο, ο Ερντογάν έχει ανάγκη και έχει εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική υποστήριξη του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης. Οι “Γκρίζοι Λύκοι” θα την απέσυραν και θα στρέφονταν εναντίον του εάν έκανε το παραμικρό βήμα πίσω. Ενδεικτικό του εθνικιστικού πυρετού είναι το γεγονός ότι η κεμαλική αξιωματική αντιπολίτευση κατηγορεί προκαταβολικά τον Τούρκο πρόεδρο ότι προετοιμάζει υποχωρήσεις!

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, λοιπόν, αποκλείεται να υπάρξει διαφοροποίηση της τουρκικής θέσης και ως εκ τούτου εποικοδομητική διαπραγμάτευση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι και το δεύτερο μέρος της διάσκεψης εκ των πραγμάτων θα περιέλθει σε αδιέξοδο, έστω και αν η Γραμματεία του ΟΗΕ αποφύγει να χρησιμοποιήσει αυτό τον όρο.

Τόσο ο Έιντε, όσο και οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων Αναστασιάδης και Ακιντζί είχαν πριν συγκληθεί η διάσκεψη συνείδηση ότι δεν υπήρχαν ούτε κατ’ ελάχιστον οι προϋποθέσεις για συμφωνία. Για την τουρκική πλευρά, ωστόσο, και μόνο το γεγονός της σύγκλησης πενταμερούς διάσκεψης ήταν μία διπλωματική επιτυχία, επειδή ενίσχυσε τον τουρκικό ισχυρισμό περί «εκλιπούσας Κυπριακής Δημοκρατίας».

Η Νούλαντ, που καθοδηγούσε τον Έιντε, ήλπιζε πως συγκεντρώνοντας όλους τους πρωταγωνιστές στη Γενεύη, με την άσκηση πιέσεων, θα τους πειθανάγκαζε να υπογράψουν μία συμφωνία-πλαίσιο. Δεδομένων των σημαντικών διαφορών όχι μόνο για την εξωτερική, αλλά και για εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού, μία τέτοια συμφωνία θα ήταν αναπόφευκτα γεμάτη από τις λεγόμενες «εποικοδομητικές ασάφειες». Η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι «εποικοδομητικές ασάφειες» είναι εποικοδομητικές μόνο για την ισχυρή πλευρά, η οποία, όταν έρχεται η ώρα, τις ερμηνεύει σύμφωνα με τα συμφέροντά της. Αν και οι Ελληνοκύπριοι έχουν πικρή πείρα, ο Αναστασιάδης έπαιξε σ’ αυτό το παιχνίδι.

Η επιχείρηση να εκβιασθούν τα πράγματα για να υπογραφεί μία συμφωνία-πλαίσιο και να δημιουργηθεί πολιτικό τετελεσμένο έπεσε στο κενό. Αφενός επειδή η Αθήνα επέμεινε ότι το ζήτημα της κατάργησης των εγγυήσεων και της αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων είναι ζήτημα αρχής και όχι θέση με σκοπό την εξασφάλιση άλλων ανταλλαγμάτων. Αφετέρου, επειδή η Άγκυρα δεν έκανε το παραμικρό βήμα πίσω, στο οποίο να μπορούσε να πατήσει ο Έιντε για να πιέσει την ελληνική πλευρά.

Το γεγονός ότι ο Κοτζιάς κατάφερε να καταστήσει και τις εγγυήσεις και τα στρατεύματα κεντρικά ζητήματα της διαπραγμάτευσης αποτελεί διπλωματική επιτυχία. Μέχρι πρότινος, οι Αμερικανοβρετανοί, που καθοδηγούν τη Γραμματεία του ΟΗΕ όσον αφορά το Κυπριακό, θεωρούσαν δεδομένο πως θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την απαίτηση της Άγκυρας για τουρκικές εγγυήσεις και για στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο. Τώρα, συνειδητοποιούν ότι εδώ υπάρχει ένα δύσκολα γεφυρώσιμο χάσμα.

Δικαιολογημένα το θεωρούσαν, επειδή παραδοσιακά οι εγγυήσεις δεν είχαν τεθεί ούτε από την ελληνοκυπριακή πλευρά ούτε από την Αθήνα ως αποφασιστικής σημασίας ζήτημα. Χωρίς να λέγεται ρητά, αφηνόταν να εννοηθεί ότι θα βρισκόταν ένας συμβιβασμός στη γραμμή “ολίγες τουρκικές εγγυήσεις, ολίγα τουρκικά στρατεύματα”.

Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, το διακύβευμα δεν είναι πλέον το περιεχόμενο μίας συμφωνίας, αλλά το ποια πλευρά θα χρεωθεί το αδιέξοδο. Αυτός είναι ο λόγος που η Τουρκία παραμένει στις διαπραγματεύσεις. Το γεγονός, μάλιστα, ότι οι “ανανικοί” σε Κύπρο και Ελλάδα στοχοποιούν τον Κοτζιά αντικειμενικά διευκολύνει την προπαγάνδα της Άγκυρας.

Κι αυτό σε μία περίοδο που η μετοχή της Τουρκίας του Ερντογάν είναι στα χαμηλότερά της στα δυτικά πολιτικά χρηματιστήρια και που με την ανάληψη της προεδρίας από τον Τραμπ η αμερικανική στάση θα επανακαθορισθεί. Η γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου ήταν ανέκαθεν μεγάλη. Τον τελευταίο καιρό, όμως, έχει αναβαθμισθεί περαιτέρω αφενός λόγω της γεωπολιτικής ρευστότητας που επικρατεί στη Μέση Ανατολή, αφετέρου λόγω της ανακάλυψης κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Όπως έγραψε και ο Νταβούτογλου πριν 15 χρόνια, «Το Κυπριακό Ζήτημα δεν είναι ούτε κανονική τουρκοελληνική εθνική διαφορά ούτε μια απλή τουρκοελληνική ένταση… Η σημασία της γεωγραφικής θέσης του νησιού από γεωστρατηγική οπτική είναι καθοριστικής σημασίας, ανεξάρτητα από το ανθρώπινο στοιχείο που υπάρχει εκεί. Ακόμη και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρήσει ένα Κυπριακό Ζήτημα. Καμία χώρα δεν μπορεί να παραμείνει αδιάφορη μπροστά σε τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου».

Σ’ αυτό το τελευταίο ο Νταβούτογλου έχει άδικο. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα έχει κατά κανόνα μάθει να θεωρεί την Κύπρο όχι γεωστρατηγικό πλεονέκτημα, αλλά “βαρίδι” που πρέπει να με κάθε τρόπο να ξεφoρτωθεί.

Πηγή "Ποιότητα"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 




Λίγες μέρες αφότου κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Οράματα και Χίμαιρες – Διαδρομές ενός Διπλωμάτη» (εκδόσεις ΣΙΔΕΡΗΣ), συζητήσαμε για το εθνικό και το αληθές με τον πρέσβη Αλέξανδρο Μαλλιά:

Συνοπτικά, ποια είναι τα οράματα και ποιες οι χίμαιρες για έναν διπλωμάτη με τη δική σας διαδρομή;

Ευχαριστώ κατ’ αρχάς που μου δίνετε την ευκαιρία να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις μου. Τα οράματα σίγουρα δεν περιορίζονται ή αφορούν αποκλειστικά τη ζωή ενός διπλωμάτη. Είναι τα οράματα μιας ολόκληρης γενιάς. Όπως είπα στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου μου στο Polis ART Café, «ζεις, αναπνέεις, σπουδάζεις, ονειρεύεσαι, ερωτεύεσαι, αγωνίζεσαι, ελπίζεις, χαμογελάς, χτίζεις, ανεβαίνεις, πετυχαίνεις, φτάνεις. Νομίζεις πως έφτασες. Ευγνωμονείς όσους στάθηκαν όλα αυτά τα χρόνια σε αυτό το μεγάλο ταξίδι της ζωής δίπλα σου.

Τότε, στο σημείο αυτό, χωρίς να το περιμένεις, ξαφνικά όλα γκρεμίζονται. Καταρρέουν ιδανικά, ιδεώδη, πρότυπα, αξίες, ισορροπίες. Η λέξη “αξιοπρέπεια” χάνει, έχει χάσει πλέον στην Ελλάδα, το νόημά της ατομικά, συλλογικά, κοινωνικά και εθνικά». Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά προσφεύγω σε μια αποστροφή του Ελευθέριου Βενιζέλου. Μιλώντας στη Βουλή των Ελλήνων στις 10 Οκτωβρίου του 1911 είχε πει ότι «τα έθνη τα οποία ζητούν δι’ επαιτείας να προαγάγουν τα συμφέροντά των δεν εμπνέουν σε κάθε αμερόληπτο κριτή παρά μόνο περιφρόνηση». Αυτή τη στάση της περιφρόνησης που μας έχει οδηγήσει στην κατάθλιψη που, τόσο ως άτομα όσο και ως κοινωνικό και εθνικό σύνολο, βιώνουμε εδώ και επτά χρόνια. Το τέλος αυτού του δράματος δεν έχει έρθει ακόμη. Δεν έχουμε δει ακόμη την «κάθαρση».

Αυτές είναι οι σκέψεις μου. Να γιατί επέλεξα ως τίτλο του βιβλίου το «Οράματα και Χίμαιρες». Η Ελλάδα που ονειρευόμαστε, η Ελλάδα των δικών μας οραμάτων, δεν υπάρχει πια. Λόγω και δικών μας λαθών. Λόγω και δικής μας ευθύνης. Ατομικής και συλλογικής. Όχι, η ευθύνη δεν βαραίνει όλους στον ίδιο βαθμό. Επιμερίζεται, εντούτοις, αναλογικά. Είναι βέβαιο ότι το βάρος πέφτει κυρίως σε όσους η πατρίδα μας πρόσφερε απλόχερα την ευκαιρία και μας τίμησε με την εμπιστοσύνη της, δίνοντάς μας την ευκαιρία να την υπηρετήσουμε από θέσεις ευθύνης. Προσωπικά θα περίμενα και από τους πολιτικούς μας ταγούς να συνειδητοποιήσουν και τη δική τους ευθύνη. Ευθύνη πολιτικής συνείδησης, όχι ποινική. Πώς; Δείχνοντας απλά ότι έχουν αντιληφθεί το μέγεθος της ζημίας που έχει προκληθεί και από δικές τους πράξεις, παραλείψεις, ανεδαφικές υποσχέσεις, ευκαιριακές πολιτικές και άνευ σχεδίου εξαγγελίες. Πιστεύω ότι θα αρκούσε, επιτέλους, να πιστέψουν στην ανάγκη επιδίωξης των αυτονόητων. Αυτό ήταν και παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.

Πέραν, όμως, της κατάστασης στην Ελλάδα, το ευρωπαϊκό όραμα –συνείδηση και ταυτότητα συνάμα της δικής μου γενιάς– έχει βαθύτατα κλονιστεί. Σήμερα, σε όποια ευρωπαϊκή χώρα και αν στραφείς, θα διαπιστώσεις μάλλον εύκολα ότι οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις είτε δυναμώνουν είτε ήδη κυριαρχούν. Η λέξη «λαϊκισμός» σε όλες τις παραλλαγές της δεν είναι αρκετή και ικανή για να απεικονίσει πλέον την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Όταν λέμε «εθνικά θέματα», ποια ακριβώς εννοούμε; Άλλαξε η ιεράρχηση μετά τη χρεοκοπία και την υπαγωγή της χώρας στον μηχανισμό στήριξης;

Η Ελλάδα εδώ και επτά χρόνια δεν αναπνέει με τα δικά της μέσα. Πράγματι, ζει και αναπνέει χάρη στις μνημονικές συμβάσεις και σε αυτό που αποκαλούμε «μηχανισμό στήριξης». Αυτός είναι ο «αναπνευστήρας» μας και ο σύνδεσμός μας με το διεθνές σύστημα, οικονομικό αλλά και πολιτικό. Η επιστροφή μας στην οικονομική και κοινωνική ομαλότητα θα έπρεπε κανονικά να είναι η κινητήρια δύναμη για μια ειρηνική επανάσταση, για μεγάλες αλλαγές και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που τόσο χρειαζόμαστε. Αντίθετα, θα το πω όσο πιο ήπια μπορώ, τα μεγάλα και σημαντικά θυσιάζονται υπέρ των εφήμερων, των μικρών και των μικροπολιτικών. Το όλον στον βωμό του μέρους. Κοινωνικά και εθνικά.

Άρα πρώτο και σημαντικότερο εθνικό θέμα, που αφορά την ανεξαρτησία και την εθνική κυριαρχία, είναι η έξοδός μας από την κρίση, από τη διεθνή ικεσία και από την απαξίωση. Εκτιμώ ότι μόνο αυτή η προοπτική θα μας επιτρέψει να προωθήσουμε αποτελεσματικότερα και με μεγαλύτερη πειθώ τα συμφέροντά μας σε όλα τα άλλα θέματα που εδώ και δεκαετίες μόνιμα περιλαμβάνονται στη δέσμη των λεγόμενων ανοιχτών εθνικών μας ζητημάτων. Αυτό το λέω μετά λόγου γνώσης. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και κάποιες από τις γειτονικές μας χώρες, τις οποίες –λάθος μας– αντιμετωπίζαμε περίπου με περιφρόνηση και αφ’ υψηλού πριν από χρόνια, σήμερα έχουν υψώσει τους τόνους και κάνουν επίδειξη αυτοπεποίθησης και ορισμένες φορές μιας απερίσκεπτης αλαζονείας. Αυτή είναι η πραγματικότητα, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν –πρόκειται για μόνιμο και όχι για παροδικό πολιτικό σύνδρομο– να εξωραΐσουν τις καταστάσεις.

Είναι το προσφυγικό η μεγαλύτερη εθνική πρόκληση;

Το προσφυγικό μέχρι στιγμής δεν έχει εξελιχθεί σε υπαρξιακό, αν θέλετε, πρόβλημα για την Ελλάδα. Είναι όμως, ή εν πάση περιπτώσει έτσι έχει αξιολογηθεί, η μεγαλύτερη πρόκληση που κλονίζει τα θεμέλια και το οικοδόμημα της Ε.Ε., που ενδυναμώνει τις αντιευρωπαϊκές δυνάμεις και που σταθερά υπονομεύει τους δεσμούς μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης. Δεν υπάρχει πλέον, σε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων, η αίσθηση του κοινού συμφέροντος.

Επιπλέον, όμως, η συμφωνία μεταξύ της Ε.Ε. και της Τουρκίας, ανεξαρτήτως των θετικών και για την Ελλάδα πτυχών σε ό,τι αφορά τη μείωση των προσφυγικών ροών προς τον νησιωτικό μας χώρο, έχει δύο συνέπειες. Πρώτον, έχει καταστήσει την Τουρκία και δη τον Πρόεδρο Ερντογάν απόλυτο κυρίαρχο της πολιτικής του «προσφυγικού παιγνίου» με σαφές περιεχόμενο απειλής για τη σταθερότητα των κυβερνήσεων των κρατών-μελών της Ε.Ε. Δεύτερον, θεωρείται ως υποχώρηση από τις διεθνώς καθιερωμένες ανθρωπιστικές αρχές και συμβατικές πρόνοιες που αφορούν την ιδιότητα του πρόσφυγα.

Θέλουν όλοι στην Αθήνα να λυθεί το Κυπριακό;

Τόσο στην Αθήνα όσο και στη Λευκωσία όλοι επιθυμούμε λύση του Κυπριακού. Εξακολουθούν όμως να υπάρχουν διαφοροποιήσεις και κριτικές, σε ποικίλους τόνους, αναφορικά με το περιεχόμενό της. Χαίρομαι που ακούω συνέχεια από τα πλέον επίσημα χείλη ότι υπάρχει στην Ελλάδα μία μόνο εθνική γραμμή, στην οποία όλες οι πολιτικές δυνάμεις συμφωνούν ή εν πάση περιπτώσει συναινούν. Επιπλέον, ότι ουδέν σύννεφο σκιάζει τον καθαρό ουρανό μεταξύ Ελλάδος και Κυπριακής Δημοκρατίας. Θα θυμάστε ότι το συζητούσαμε ήδη τον Οκτώβριο.

Η σταθερή μου επωδός ήταν ότι, ανεξαρτήτως των εξελίξεων και των δυσχερειών που θα προκύψουν στην πορεία των συνομιλιών, Αθήνα και Λευκωσία πρέπει να διατηρήσουν αλώβητη την ποιότητα των σχέσεών τους, σε όλα τα επίπεδα. Ας πούμε ότι δέχομαι ότι αυτό έχει επιτευχθεί. Πιστεύετε ότι υπάρχουν πολλοί που συμμερίζονται τη βεβαιότητά μου αυτή; Δεν έχετε παρά να ρίξετε μια ματιά σε εφημερίδες, ιστολόγια και αρθρογραφία με τις υπογραφές των πλέον έγκυρων δημοσιογράφων. Αυτά.

Με την αυταρχική στροφή που έχει πάρει η Τουρκία, υπάρχουν περιθώρια συνεννόησης με τον Ερντογάν;

Η συζήτηση και ο διάλογος με την Τουρκία είναι μονόδρομος. Χρειάζεται, όπως έχει πει εδώ και μερικά χρόνια ένας εκ των τελευταίων σοφών των Αθηνών, «υπομονή και επιμονή». Μεταξύ άλλων, διότι και η πολιτική της Ε.Ε. απέναντι στην Τουρκία, λόγω και του προσφυγικού, είναι κατευναστική, αν όχι συναινετική. Η Ε.Ε. εμφανίζεται ευμετάβλητη και μάλλον αναποφάσιστη. Άρα, από την πλευρά του, ο Πρόεδρος κ. Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχοντας αντιληφθεί πλήρως την αδυναμία πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των θεσμών της, εκτιμά ότι βρίσκεται σε πλεονεκτική διαπραγματευτική θέση. Άρα η Ελλάδα δεν μπορεί να υπολογίζει, όσο και στο παρελθόν, σε μια συμπαγή πολιτική στήριξη στους κόλπους των εταίρων μας – η οποία εν πάση περιπτώσει ουδέποτε ήταν ευθύγραμμη, αυτόματη και δεδηλωμένη. Το βασικότερο όμως πρόβλημα είναι ότι η θεμελιώδης πολιτική θέση –το Σχέδιο Α, χωρίς να υπάρχει Β– όλων των ελληνικών κυβερνήσεων για τις σχέσεις Ε.Ε.-Τουρκίας κατά την τελευταία εικοσαετία, που κωδικοποιείται με τη φράση «πλήρης συμμόρφωση – πλήρης ένταξη», δεν ισχύει πλέον. Ευθύνη έχει τόσο η Ένωση όσο και η Τουρκία. Άρα;

Τις μέρες αυτές σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι πώς θα μπορούσε να επαναδιατυπωθεί μια νέα εκδοχή του πολιτικο-στρατιωτικού μας δόγματος έναντι της Τουρκίας. Ορθώς λέγαμε και λέγουμε ότι το στρατιωτικό μας δόγμα είναι αμυντικού χαρακτήρα. Το λέγουμε και βέβαια το εννοούμε. Ταυτόχρονα, όμως, την τελευταία τριετία γενική είναι η πεποίθηση –αυτό πάντως δείχνουν τα στοιχεία και η διαχείριση των κρίσεων– ότι σκοπίμως οι ιθύνοντες της Άγκυρας –καλοί και κακοί, όλοι μαζί– έχουν προβεί σε μια «στρατιωτικοποίηση» των νομικών τους αμφισβητήσεων και των πολιτικών τους διεκδικήσεων.
Στη νέα αυτή περίοδο των σχέσεών μας με τη γειτονική Τουρκία, η οποία έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι η ισορροπία δυνάμεως και εξοπλισμών (capabilities) ανατρέπεται προς όφελός της, η αναχαίτιση, ο περιορισμός/αποτροπή (deterrence and containment) και η επιθυμία μας για ειρηνική επίλυση των διαφορών –κατά τις πρόνοιες του Χάρτου του ΟΗΕ– πρέπει να συμπληρωθούν.
Αυτό απαιτούν οι καιροί και ιδιαίτερα ο απρόβλεπτος και ευμετάβλητος πλέον χαρακτήρας των εκδηλώσεων της Τουρκίας σε όλα τα μέτωπα και προς όλες τις κατευθύνσεις.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΗΝ FREE SUNDAY


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



“The American carnage stops now”

President Donald J. Trump

By Tassos Symeonides RIEAS Academic Advisor


On April 3, 2016, in the commentary titled “Hurricane Donald” that appeared on this page, we noted:

Whether he wins the presidential election 2016 or not, Mr. Trump has accomplished something that could not have been probably accomplished any other way: he has shaken both American political parties in ways never seen before, and he has bluntly articulated the inner thoughts of tens of millions of Americans, ignored by “mainstream” politicians, without a shred of the now all-conquering, mandatory dialect of political correctness.

            On January 20, 2017, the man who upended the Washington political establishment, and defeated an unparalleled massive smear and scare-mongering campaign by the liberal left to discredit and ground his candidacy into the ground, took the oath of office as the 45th President of the United States.

            In his first speech to the Nation as the commander-in-chief, President Trump ditched the customary musings on “values” and lofty didactic aims in favor of a hard-hitting “America First” list of priorities, the same that carried the day throughout his campaign. [i]

            Pulling no punches, President Trump delivered a first jolt to a DC establishment, and a “progressive” camp feverishly waxing poetic about the legacy of his predecessor in a stark emotional crisis of longing for the “good old days” now forever gone. Those attending the brief ceremony under cloudy skies included the unexpected loser of the election, Hillary Clinton, and her husband ex-president Bill Clinton. The couple, one report said, sat “glumly” through the swearing-in. The Clintons, however, the same report said, “rebuked” on Twitter those Democrats who boycotted the new president’s inauguration.

            “Capital has reaped the rewards of government while the people have borne the cost” President Trump intoned. “Washington flourished – but the people did not share in its wealth. Politicians prospered – but the jobs left, and the factories closed. The establishment protected itself, but not the citizens of our country.” One of those attending later observed that lines like these were “both a jab and an uppercut in quick succession.”

            Such is the confusion on the losing side that, as the very inauguration progressed, the hottest and almost hallucinatory talk[ii] in town was, and still is, the possibility of impeaching the new president because he is, liberal media insist, in cahoots with Putin’s Russia, or because his administration is leading to a military coup d’état.[iii]

            This atmosphere of anger and fear is compounded by disparate protest groupings promising an energetic campaign of civil disobedience to force President Trump from office.[iv] A first taste of this nascent campaign was delivered on January 20, with demonstrators in Washington D.C. streets going through the usual anarchist paces of smashing storefronts, burning cars, throwing missiles at, and being tear gassed by, the police who made a reported two hundred arrests.

First steps

Within minutes of the inauguration ceremony, the White House web site was updated to purge all mentions of climate change, the lgbt community, and the controversial Transatlantic Trade and Investment Partnership (TTIP) between the US and the wobbling EU. Shortly afterwards, a memo from the President’s chief of staff directed all federal agencies to stop issuing regulations immediately.[v]

            Both steps are in line with Trump campaign pledges to realign policies in “new pragmatic” ways. In another gesture which outraged liberals and “progressives,” and triggered another avalanche of abuse on Twitter accusing the new president of fascist tendencies, President Trump instituted a National Day of Patriotism.

            The president, in an announcement right after the election, outlined his plan for his first 100 days in office. The list reads like the ultimate nightmare of the liberal left and those already lamenting the departure of the previous “academic” president. The words “restore” and “eliminate” are major hinges of the announcement focused mostly on what needs to be done about what President Trump has described repeatedly as the “broken” system at home.

            The 100-day plan leaves foreign and security policy largely untouched thus increasing anxiety across the Atlantic but, also, among the established foreign and security policy elites whose members have repeatedly dismissed the idea of any radical revamping of the core of U.S. policies conceived in the aftermath of the Second World War.

            To their grief, however, President Trump appears ready to challenge these principles sooner rather than later as part of his pronouncements to stop America “losing” from defending those who do little for their own defense--a not-too-subtle thrust at Germany who, in his view, uses the EU in her plan to beat the U.S. in international trade.

            President Trump has also ruffled more than a few feathers by suggesting that NATO is “obsolete” because it has failed to address international terrorism. This turn of phrase was enough to prompt Mrs. Merkel to make an unprecedented call for “dramatically boosting” German defense spending and for European countries to do more for their own defense through a “European Army” in order to reduce reliance on American military power. And President Trump has not hesitated to bluntly suggest Merkel has hurt her country by allowing “all these [Moslem] illegals” to pour across Germany’s borders. 

            Also to the horror of Cold War traditionalists and semi-retired warriors, President Trump has suggested sanctions against Russia may be lifted if Russia is “helpful” in U.S. efforts to battle Islamic terrorists and pursue global stability; said the new President: “If you get along and if Russia is really helping us, why would anybody have sanctions if somebody’s doing some really great things?” and he announced also a meeting with Vladimir Putin in the coming months is “absolutely fine with me.”

What future?

In a poignant comment titled “Restoring the balance,” a veteran Greek observer (one of the very few in Greece who have not succumbed to anti-Trump hysterics) wrote:

US President-elect Donald Trump is moving into the White House on Friday [January 20], yet the world has already changed. The niceties have been cast aside, political rhetoric has assumed a rawness that until now was associated only with military action, and political correctness has been replaced by directness in the conveyance of the political message.

            This is as crisp an encapsulation as possible of Trumpism’s very core: tell them what it is, tell them how it’s done.

            “Rawness” is the declared anathema for all “progressives,” let alone “cerebral” academics still nurturing, almost to the very last, end-of-history theories first broached by Francis Fukuyama in 1989. But, as the above comment also points out, the “end of history” has failed to materialize. The assumed supremacy of liberal notions of “global governance” and open borders, not to mention the ubiquitous liberal must of “equality” and “inclusion” within societies, directly collided with the traditions of the nation state and of those born and raised with an indigenous national identity; for all the mocking and ridicule piled upon them, they proved themselves resilient and influential way beyond the tolerances of both “progressives” and “cerebrals” who dismissed them early on as living “proof” of “bigotry” if not outright barbarity.

            Presidential candidate Trump was called “fascist” (among many other insulting and scornful epithets) with unfailing regularity and President Trump continues to attract the rage and condemnation of all those who believe, in their hearts and minds, his presidency would be catastrophic for the United States and the world. But the virulent, and even violent, self-appointed protectors of domestic peace and defenders of political correctness as the core value of the republic,[1] remain (deliberately) blind to the true reasons Donald Trump so easily pushed the Ancien Régime out of the way. To quote in part from the Spectator magazine:

[Trump happened] ... Because you thought correcting people’s attitudes was more important than finding them jobs. Because you turned ‘white man’ from a description into an insult. Because you used slurs like ‘denier’ and ‘dangerous’ against anyone who doesn’t share your eco-pieties.... Because you policed people’s language, rubbished their parenting skills, took the piss out of their beliefs. Because you cried when someone mocked the Koran but laughed when they mocked the Bible. Because you said criticising Islam is Islamophobia. Because you kept telling people, ‘You can’t think that, you can’t say that, you can’t do that.’

            As John B. Judis warns in his recent book The Populist Explosion: How the Great Recession Transformed American and European Politics, what the “progressive”-liberal-neoliberal “wisdom,” both in the U.S. and Europe, scornfully calls “populism” is an often repugnant but true early warning of failing domestic politics pointing “to tears in the fabric of accepted political wisdom.”[2] Judis also cautions the U.S. neoliberal “circulatory system” of deficits designed to fuel domestic demand won’t survive forever--and when the time of reckoning arrives the Trump campaign “will have prepared the way” for the fundamental change of course that will be required.[3]

            In the end, President Trump, the “populist,” could instigate a process by which the current canon of neoliberalism demanding the subjugation of politics to economics begins to unravel.[vi] It would be perhaps farfetched to read this as a product of some inner “Trumpian” philosophy of democratic organization. Yet, his promised dismantling of the liberal left “legacy” could lead to what Alain de Benoist has called a democracy of “political participation” as opposed to the pet liberal model of democracy of “natural rights” and blanket “equality” based on vague metaphysical exegeses.[vii] And this would be the single most radical transformation which the Trump presidency could produce offering historians material to argue about for the next one hundred years and, even, beyond.

Time (and money) will tell.


[1]Which assumes that those who disagree with the “truth” must be automatically excluded from everything as “enemies.”
[2]Location 2122, Kindle Edition.
[3]Ibid., location 2176.


[i]Left-wing commentators rushed to call the speech “dark” and “radical” as in this case.
[ii]CNN took this continuing anti-Trump “stream of consciousness” hysteria to new levels when, just before the inauguration, host Wolf Blitzer and correspondent Brian Todd discussed on air what would happen if both President Trump and his vice president Mike Pence were to be assassinated as they took the oath of office. The discussion concluded that in such case the Obama administration would naturally continue in office.
[iii]The presence of two retired generals on the Trump cabinet apparently kindles this “possibility.”
[iv]This is as radical and unprecedented a promise as it can be but mainstream media have not expressed an opinion on the subject.
[v]But “The memo is careful to exclude any rule that's in response to an emergency situation or other urgent circumstances relating to health, safety, financial or national security matters.”
[vi]The canon is failing both in the U.S. and the European (dis)Union rather disastrously as the steep rise of “populists” signifies.
[vii]Alain de Benoist, The Problem of Democracy (2011) Kindle edition, location2492.





Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Είναι πραγματικά συγκλονιστικό όταν συνειδητοποιείς το πόσο η εικόνα που έχει δημιουργηθεί για κάποιον άνθρωπο, θεσμό ή οργανισμό, δημιουργεί μια μυθολογία γύρω του, η οποία λειτουργεί προστατευτικά όταν σε απλά ελληνικά… «τα θαλασσώσουν».

Του Μιχαήλ Βασιλείου

Μπορεί η υπόθεση της CIA να είναι το αντικείμενο του εισαγωγικού σε ένα ενδιαφέρον δημοσίευμα σχολίου, ας μη βιαστούν όμως όλοι οι υπόλοιποι να πανηγυρίσουν. Η πρωτεύουσα της Ελλάδας βρίθει από «Επιθεωρητές Κλουζώ» παντός τύπου, μελαχρινούς, ξανθούς, κίτρινους… απόχρωση κάθε είδους!

Όλοι αυτοί έχουν ξαμολυθεί και συναντούν τους πάντες, έχοντας έναν επαρκή προϋπολογισμό για να τρώνε και να πίνουν και μέσα από την ανάπτυξη φιλικής σχέσης με τον στόχο, επιχειρούν να μάθουν ό,τι είναι δυνατό για να φτιάξουν μετά τις εκθέσεις στις πρεσβείες τους και να τις στείλουν στο κέντρο.

Το πόσες μπούρδες λέγονται και γράφονται σε αυτές τις εκθέσεις, το ανακαλύπτεις μόνο μετά από τόσες δεκαετίες που αποχαρακτηρίζονται έγγραφα και διαπιστώνεις πόσο μεγάλες κοτσάνες γράφονταν, ενώ την ίδια στιγμή ευημερούσαν θεωρίες συνωμοσίες για την παντοδύναμη τάδε ή δείνα υπηρεσία, που βλέπει τα πάντα και ακούει τα πάντα και δε συμμαζεύεται!

Στα πέριξ των υπηρεσιών του είδους υπάρχουν πολλοί παρατρεχάμενοι, πρόσωπα αμφιβόλου αξιοπιστίας των οποίων το κίνητρο είναι αμιγώς οικονομικό και λαθροβιούν πουλώντας δεξιά και αριστερά «πληροφορίες», οι οποίες μάλιστα όταν γίνονται πιστευτές επειδή είναι εύσχημες, το γέλιο δεν έχει τέλος…

Συνήθως άπειροι πράκτορες πεδίου οι οποίοι συζητούν κάτι και μεταφέρουν στο κείμενο κάτι «στο περίπου» διότι πιθανότατα ξέχασαν όσα τους είπαν με το νόημα εντελώς διαστρεβλωμένο, είτε παίζουν με την ευκαιρία και ένα γραφειοκρατικό παιχνιδάκι, προσαρμόζοντας αυτά που τους είπε η πηγή είτε για να κάνουν την πληροφορία που «πωλούν» πιο «σέξι» και αυτούς πιο «μάγκες» που την απέκτησαν!

Αυτά τα λέμε για να κρατάμε μικρό καλάθι και για τις αποκαλύψεις του κάθε Wikileaks, αφού το λογικό λάθος που συνήθως γίνεται, είναι να θεωρείται η αποκάλυψη του εγγράφου και όλα όσα περιέχει ως θέσφατο, ενώ απλά μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας άκρως… ανώμαλης διαδικασίας όπου υπεισέρχονται «μη μετρήσιμοι» παράγοντες που σχετίζονται στις… υποδιαιρέσεις τους με την ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ και ευρύτερα με την ανθρώπινη φύση.

Αυτό το φαινόμενο στην Ελλάδα είναι πιο έντονο από οπουδήποτε αλλού, αφού ως είθισται στους κύκλους των υπηρεσιών πληροφοριών η Ελλάδα είθισται να θεωρείται ένας πολύ δύσκολος στόχος… «διότι μιλάνε όλοι» (και μάλιστα με το γνωστό κλείσιμο του ματιού… «ξέρω εγώ τι σου λέω μεγάλε… ο μπάρμπας, του μπατζανάκη, της δεύτερης ξαδέλφης μιας πρώην γκόμενάς μου ήταν στο μαγαζί που άκουσε τον τάδε να λέει συνωμοτικά… κ.λπ.», όλοι στο εμπιστευτικό και δεν μπορείς να ελέγξεις τίποτα).

Στον αντίποδα, οι πιο κρυψίνοες λαοί είναι δύσκολοι στόχοι ακριβλώς επειδή δεν μιλάνε είτε επειδή φοβούνται τις συνέπειες λόγω χαρακτηριστικών του καθεστώτος κάθε χώρας, είτε επειδή υπάρχει αυτό που ονομάζεται «κουλτούρας ασφαλείας», είτε μια μίξη των ανωτέρω.

Άρα, το ηθικός δίδαγμα είναι ότι η μυθοποίηση του οποιουδήποτε είναι εξ ορισμού λανθασμένη. Άλλο να λες κάποιον αδίστακτο ή ανήθικο ή επικίνδυνο και άλλον αυτά τα χαρακτηριστικά να βγάζουν ως αποτέλεσμα τη μυθολογία του «παντογνώστη». Δυστυχώς ή ευτυχώς, η ανθρώπινη φύση κάνει ζημιά και στις υπηρεσίες πληροφοριών…

Μέσα σε οποιαδήποτε ομάδα ατόμων υπάρχουν, οι περισσότερο και οι λιγότερο έξυπνοι, υπάρχουν και οι παντελώς ηλίθιοι. Κάθε καρυδιάς καρύδι δηλαδή, που λέμε και στην Ελλάδα. Κανείς δεν εξαιρείται από τον κανόνα, άλλος βέβαια λιγότερο και άλλος περισσότερο.

Μαντέψτε τι συμβαίνει στις ελληνικές υπηρεσίες, αφού έπαιζαν ξύλο τα κομματικά γραφεία για το ποιος θα χώσει ποιον μέσα στην ΕΥΠ (μοιραζόταν η πίτα» ανάμεσα στους πιο μεγαλόσχημους) και τίποτα δεν διασφαλίζει ότι η αρρωστημένη αυτή νοοτροπία θα εκλείψει, οπότε θα συνεχίσει το φαινόμενο να βρίσκονται κοπρίτες περιωπής σε θέσεις που θα έπρεπε να είναι εγνωσμένου κύρους επιστήμονες.

Τα πάντα είναι θέμα κανόνων, μεθόδων και επαγγελματισμού, προπάντων όμως εθνικού αυτοσεβασμού. Αν δεν υπάρχουν αυτά, καλές οι αλλαγές σε οργανογράμματα και δομές, όμως οι άνθρωποι κάνουν τη διαφορά και όποιος ασχολείται με αυτά, τελικά χάνει την ουσία.

Ας παρηγορηθούμε με το ότι και άλλες χώρες, ορισμένες πολύ ισχυρές και με πολλά μέσα στη διάθεσή τους, παρουσιάζουν οικτρό θέαμα βγάζοντας στην ελληνική «πιάτσα» κάτι παιδάκια που είναι για γέλια και γα κλάματα, τα οποία έρχονται στιλάτα και γυμνασμένα, με όνειρα και φιλοδοξίες και τα περισσότερα φεύγουν από τη χώρα έχοντας φάει… έναν ακόμα σαν κι αυτούς από τα πολλά τραπεζώματα και σχεδόν νευρασθενικοί από τους πολλούς καφέδες. Αφού έτσι δουλεύει το πράμα εδώ!

Πώς να μην ανοίξουν αρχεία – στις δημοκρατίες μόνο γίνονται αυτά, μην το ξεχνάμε – και να μη γελάσει και το αποκαλούμενο ερίφιο εμπριμέ (παρδαλό κατσίκι); Σταματήστε λοιπόν τη μυθοποίηση του οποιουδήποτε, αν θέλετε να σταματήσετε να ρίχνετε «νερό στον μύλο του». Αυτά.

Πάμε να δούμε τις «επιτυχίες» της CIA στην Ελλάδα τις προηγούμενες δεκαετίες. Έχουν κάνει πάντως πρόοδο και ίσως αποφύγουν στο μέλλον τόσες χοντράδες. Εδώ πάνε δικοί μας και καρφώνει ο ένας τον άλλον! Υπάρχουν και «γάτες» Ελληνοαμερικανοί… Πόσο λάθος πια να κάνουν!

Απόρρητες εκθέσεις CIA: Τι έλεγαν οι Αμερικανοί για τον «Γέρο της Δημοκρατίας» και τον Μητσοτάκη

Φως σε άγνωστες, μέχρι πρότινος, λεπτομέρειες της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ιστορίας έρχονται να ρίξουν οι αποκαλύψεις της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ (CIA), η οποία μέσα από έναν όγκο συνολικά 12 εκατ. αποχαρακτηρισμένων απορρήτων εγγράφων που δόθηκαν στη δημοσιότητα, περιγράφει και αναλύει τα γεγονότα στην Ελλάδα μέσα σε μια περίοδο πενήντα χρόνων, από το 1940 έως το 1990.

Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος, το Newsbomb.gr ασχολείται με την ταραγμένη πολιτικά περίοδο πριν από τη Χούντα του 1967, όταν οι Αμερικανοί αναλυτές και πράκτορες της CIA «αξιολογούσαν», μέσα από άκρως απόρρητα κείμενα, τα πολιτικά πρόσωπα που σημάδεψαν την εποχή εκείνη και κυρίως τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον «Γέρο της Δημοκρατίας», και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Μια εσκεμμένα(;) λανθασμένη εκτίμηση...

Από αριστερά προς τα δεξιά: Ανδρέας Παπανδρέου, Γεώργιος Παπανδρέου, Σταύρος Κωστόπουλος (υπουργός Εξωτερικών). Πίσω διακρίνεται η Μαργαρίτα Παπανδρέου

Βρισκόμαστε στα μέσα Μαρτίου του 1965. Στην Ελλάδα η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου μετρά ήδη ένα χρόνο στην εξουσία (διορίστηκε στις 18/02/1964) και οι Αμερικανοί έχουν αρχίσει να «σκαλίζουν» όλα όσα απασχολούν την εποχή εκείνη το πολιτικό στερέωμα. Σε μια δεκασέλιδη έκθεση, μόλις τέσσερις μήνες προτού ξεσπάσουν τα Ιουλιανά και επέλθει η ρήξη ανάμεσα στον «Γέρο της Δημοκρατίας» και το Παλάτι, η CIA διαβλέπει πως ο Παπανδρέου δεν θα αντιμετωπίσει ιδιαίτερα προβλήματα κι ότι η περίοδος τη διακυβέρνησής του θα κυλήσει μέσα σε κλίμα ομαλότητας.

Όπως θα αποδειχθεί εκ των υστέρων, η αποτίμηση αυτή είναι απολύτως λανθασμένη. Ωστόσο, οι συντάκτες της άκρως απόρρητης έκθεσης εκτιμούν πως η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περίοδο χαλάρωσης των μέτρων καταπίεσης που υφίστατο η Αριστερά καθ’ όλη τη διάρκεια μετά τον Εμφύλιο του ’44. Κάνουν, μάλιστα, λόγο για «απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων», οι οποίοι ήταν έγκλειστοι για εγκλήματα που είχαν διαπράξει κατά τη διάρκεια της εξαιρετικά ταραγμένης περιόδου που ακολούθησε μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς.

Εντύπωση, ωστόσο, προκαλεί η παρατήρησή τους για τις «πορείες ειρήνης» (σ.σ. τα εισαγωγικά χρησιμοποιούνται από τους συντάκτες της έκθεσης), αναφερόμενοι εμμέσως και χωρίς να ονοματίζουν στα όσα συνέβησαν από την Πορεία Ειρήνης του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη έως και αμέσως μετά τη δολοφονία του στις 22 Μαΐου 1963 από όργανα του παρακράτους.

«Ο Παπανδρέου επιτρέπει τις “πορείες ειρήνης”, ενώ ο Καραμανλής δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο», υπογραμμίζουν οι αναλυτές της αμερικανικής μυστικής υπηρεσίας.

Εξίσου περίεργη είναι και η αναφορά στα θέματα του στρατού, ότι «τα σενάρια περι ενδεχόμενης εκδήλωσης στρατιωτικού πραξικοπήματος που κυκλοφορούσαν ευρέως πριν από την ανάληψη της εξουσίας από την Ένωση Κέντρου, έχουν εξαφανιστεί τους τελευταίους μήνες».

Η έκθεση, εξάλλου, δείχνει να βρίσκεται έξω από τα όρια της λογικής, όταν καλείται να αξιολογήσει τις σχέσεις του Παπανδρέου με το Παλάτι, καθώς τις παρουσιάζει ως «ομαλές και καλές». «Ο νέος βασιλιάς δεν είναι ευτυχής με κάποιες από τις πολιτικές του Παπανδρέου, αλλά η δημοτικότητα του πρωθυπουργού είναι αρκετή για να αποθαρρύνει το παλάτι από κάποια κίνηση αντικατάστασής του».

Έλλειψη διορατικότητας, πρόχειρη και επιπόλαια εκτίμηση ή κάτι άλλο; Κανείς δεν γνωρίζει. Όμως, οι Αμερικανοί δείχνουν σα να μη γνωρίζουν ότι έρχεται σοβαρότατη πολιτική κρίση στην Ελλάδα που θα κορυφωθεί με την υπόθεση του «ΑΣΠΙΔΑ», το σαμποτάζ στον Έβρο και την αποστασία του '65.

«Ποιος θα διαδεχθεί τον Παπανδρέου;»

Στην ίδια έκθεση, η CIA επιχειρεί να παρουσιάσει το κυβερνητικό σχήμα που είχε επιλέξει ο αρχηγός της Ένωσης Κέντρου ως πολιτικά «ασταθές». Εδώ, βεβαίως, υπάρχει ένα οξύμωρο: πώς είναι δυνατόν να επιμένουν στις αρχικές τοποθετήσεις τους πως ο Γεώργιος Παπανδρέου θα διάγει ομαλό κυβερνητικό βίο και λίγο παρακάτω στο ίδιο κείμενο να διαβλέπουν «αστάθεια»;

Η πρόθεση των Αμερικανών είναι να δείξουν πως ο 77χρονος πολιτικός θα πρέπει σιγά – σιγά να φύγει από τα πράγματα και να υπάρξει διάδοχο σχήμα. Στο απόρρητο κείμενο αναλύουν το προφίλ των δύο «δελφίνων»: του τότε υπουργού Οικονομικών της Ένωσης Κέντρου, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αλλά και του γιου του «Γέρου της Δημοκρατίας», Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος βρίσκεται εκτός κυβέρνησης.

«Ασκεί αριστερή επιρροή...»

Ο μετέπειτα ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζεται από τους αναλυτές της CIA με περίσσεια καχυποψία. Του προσάπτουν ότι «ασκεί αριστερή επιρροή» σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Υπενθυμίζεται ότι στις 5 Ιουνίου 1964 ο Ανδρέας Παπανδρέου παραιτήθηκε από τη θέση του Υπουργού παρά τη Προεδρία της Κυβερνήσεως, μαζί με τους Στέφανο Στεφανόπουλο (αντιπρόεδρος της κυβέρνησης) και Παυσανία Κατσώτα (υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας).

Κατά τα λοιπά, οι συντάκτες της έκθεσης επιμένουν ότι ο Ανδρέας θα επιχειρήσει να δημιουργήσει νέο κόμμα, το οποίο θα περιλαμβάνει πολιτικά πρόσωπα από την αριστερή πτέρυγα της Ένωσης Κέντρου αλλά και από την ΕΔΑ, την οποία χαρακτηρίζουν, μάλιστα, «κόμμα – βιτρίνα του ΚΚΕ».

Η περίπτωση Μητσοτάκη

Στον αντίποδα των δυσμενών σχολίων για τον Ανδρέα Παπανδρέου κινείται η αξιολόγηση της CIA για το πρόσωπο του εν ενεργεία τότε υπουργού Οικονομικών, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Τον χαρακτηρίζουν άτομο «ικανό και δυναμικό» και «αφοσιωμένο» στον «Γέρο της Δημοκρατίας», ωστόσο αμφιβάλλουν για το «εάν η πολιτική του επιρροή θα μπορούσε να ξεπεράσει τη γενέτειρά του, την Κρήτη».

«Παιχνίδια πολέμου» λίγο πριν από τη Χούντα

Εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον εμφανίζει και μια εκτενής έκθεση της CIA η οποία δημοσιεύθηκε στις 3 Απριλίου 1967, σχεδόν τρεις εβδομάδες προτού τα τανκς βγουν στους δρόμους και ξεκινήσει η επταετής περίοδος της δικτατορίας των συνταγματαρχών.

Το απόρρητο κείμενο της Υπηρεσίας αναφέρεται στην κατάσταση που επικρατεί στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με στατιστικούς πίνακες και στοιχεία που καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει χάσμα ανάμεσα στις δύο χώρες που συνορεύουν στα νοτιοανατολικά Βαλκάνια.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, η οποία επικαλείται στατιστικά δεδομένα του 1966, οι πληθυσμοί σε Ελλάδα και Τουρκία είναι 8,6 και 33,1 εκατομμύρια αντιστοίχως, ενώ ως ικανοί προς στράτευση κρίνονται τα 1,6 εκατ. ανδρών στην πρώτη περίπτωση και τα 3,6 εκατ. στη δεύτερη. Το ΑΕΠ της Ελλάδας αγγίζει τα 6 δισ. δολάρια και της Τουρκίας τα 7,5 και ο στρατιωτικός προϋπολογισμός είναι 240 εκατ. και 365 εκατ. δολάρια αντιστοίχως.

Απόρρητες εκθέσεις CIA: Ο Ανδρέας Παπανδρέου, η σύγκρουση στο Αιγαίο και οι «βάσεις του θανάτου»

Σάλο προξενούν οι αποκαλύψεις της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ (CIA), η οποία μέσα από έναν όγκο συνολικά 12 εκατ. αποχαρακτηρισμένων απορρήτων εγγράφων που δόθηκαν στη δημοσιότητα, περιγράφει και αναλύει τα γεγονότα στην Ελλάδα μέσα σε μια περίοδο πενήντα χρόνων, από το 1940 έως το 1990.

Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, το Newsbomb.gr καταπιάνεται με τα όσα περιλαμβάνουν τα πρώην διαβαθμισμένα κείμενα (απόρρητα κείμενα) της μυστικής υπηρεσίας για τις σχέσεις Αθήνας – Άγκυρας στον απόηχο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974 έως και λίγο πριν τις αρχές της δεκαετίας του 1990, καθώς και πώς οι πράκτορές της αξιολογούσαν τον ρόλο του τότε πρωθυπουργού και προέδρου του ΠΑΣΟΚ Ανδρέα Παπανδρέου.

Όπως προκύπτει από τις πρώην άκρως απόρρητες εκθέσεις των Αμερικανών που περιγράφονται μέσα από μια πλειάδα εγγράφων, η Ουάσιγκτον γνώριζε από πρώτο χέρι τι ακριβώς συνέβαινε στη νοτιοανατολική πλευρά των Βαλκανίων, έχοντας πλήρη στοιχεία για τις στρατιωτικές μονάδες τόσο της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας.

Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι αναλύσεις των πρακτόρων της CIA που δείχνουν ότι η αμερικανική πλευρά έβλεπε πως η πιθανότητα να ξεσπούσε ένας νέος ελληνοτουρκικός πόλεμος με φόντο το Αιγαίο και με αφορμή τη διαμάχη για την υφαλοκρηπίδα ήταν απλώς θέμα χρόνου.

Το επεισόδιο με το «ΧΟΡΑ»

Η πρώτη μεγάλη κρίση έρχεται με την υπόθεση του τουρκικού ωκεανογραφικού σκάφους «ΧΟΡΑ» στις 6 Αυγούστου 1976, όταν παραβίασε τα εθνικά χωρικά ύδατα, με την Τουρκία να αμφισβητεί ανοικτά το θέμα της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο.

Η κρίση αυτή σημαδεύτηκε από την – ιστορική πλέον – φράση του Ανδρέα Παπανδρέου «Βυθίσατε το ΧΟΡΑ» και τους Αμερικανούς να βλέπουν πως η Ελλάδα ήταν έτοιμη να μπει σε πόλεμο ενάντια σε μια χώρα που αμφισβητούσε ανοικτά τα πάντα από τον Έβρο μέχρι το Καστελόριζο.

Υπενθυμίζεται πως για τη φράση αυτή έχουν ακουστεί και γραφτεί πολλά, με τον Τύπο της εποχής να εκτιμά πως υπήρξε μυστική συνεννόηση ανάμεσα στον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, παρά το ιδεολογικό χάσμα που τους χώριζε, για μια κοινή γραμμή στα εθνικά θέματα.

Παιχνίδια πολέμου και σχέδια επί χάρτου με φόντο το Αιγαίο

Έντεκα χρόνια μετά την κρίση του «ΧΟΡΑ», η CIA βρίσκει νέο «πεδίο δόξης λαμπρό», για να αναλύσει τη σοβαρή κρίση που προκάλεσε στις σχέσεις Αθήνας – Άγκυρας η παραβίαση των ελληνικών χωρικών υδάτων από το τουρκικό ωκεανογραφικό σκάφος «Σισμίκ» τον Μάρτιο του 1987.

Στις 16 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς κι ενώ οι δύο χώρες βρίσκονται κυριολεκτικά στα πρόθυρα ενός νέου πολέμου, ο τότε αξιωματούχος της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και Αναλύσεων Απειλών (USAITAC) Χάρι Ντινέλα, αποκαλύπτει μια ιδιόμορφη ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και αναλύει τα σενάρια σε ένα ενδεχόμενο ξέσπασμα πολέμου ανάμεσα στις δύο χώρες μέσα από ένα απόρρητο έγγραφο – «βόμβα» προς τη διοίκηση των ΗΠΑ, στο οποίο έγραφε:

Α. Σε ό,τι αφορά τη Θράκη, «οι απώλειες σε προσωπικό και εξοπλισμούς θα είναι ιδιαίτερα υψηλές, δίχως αυτό να εξασφαλίζει κάποιο ουσιαστικό πλεονέκτημα ή εδαφικό κέρδος»

Β. Σε περίπτωση εισβολής των τουρκικών στρατευμάτων στα έξι μεγαλύτερα νησιά του Αιγαίου, η Ελλάδα θα κατορθώσει να τα υπερασπιστεί επιτυχώς

Γ. Στο Αιγαίο η Ελλάδα έχει πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας στον αέρα και τη θάλασσα, κάτι που σύμφωνα με τον Ντινέλα αιτιολογεί ένα είδος «τσαμπουκά» με φόντο την κρίση του «Σισμίκ» (σ.σ. χαρακτηριστική είναι η αναφορά της λέξης «bravado» από τον συντάκτη της απόρρητης ανάλυσης, η οποία στα ελληνικά σημαίνει «νταηλίκι» ή τσαμπουκάς).

Δ. Η Τουρκία ίσως καταφέρει να καταλάβει το Καστελόριζο

Ε. Παρά το γεγονός ότι ούτε η Αθήνα αλλά ούτε και η Άγκυρα δείχνουν να θέλουν ένα νέο πόλεμο, «η Ελλάδα», γράφει ο Ντινέλα, «όπως φάνηκε τον Μάρτιο του 1987, είναι πολύ λιγότερο πιθανό να υποχωρήσει από μια κατάσταση πιθανής σύγκρουσης –ιδιαίτερα στο Αιγαίο– απ’ όσο σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή στο παρελθόν».

Βεβαίως, όλα αυτά δεν ήταν τίποτε περισσότερο παρά σχέδια επί χάρτου και ευτυχώς έμειναν εκεί.

Τον Ιανουάριο του 1988 οι τότε πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Τουρκίας, Ανδρέας Παπανδρέου και Τουργκούτ Οζάλ, συμφωνούν για την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε μια ιστορική συνάντηση στο Νταβός της Ελβετίας.

Ωστόσο, εκείνο που διαφαίνεται μέσα από το ύφος των απορρήτων εκθέσεων της CIA, είναι πως όλα αυτά δεν ήταν παρά το πρελούδιο της σοβαρότατης ελληνοτουρκικής κρίσης που επρόκειτο να ξεσπάσει οκτώ χρόνια αργότερα, το 1996, στα Ίμια. Βεβαίως, από τα πρώην διαβαθμισμένα έγγραφα των αμερικανικών υπηρεσιών απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά για εκείνο το θερμό επεισόδιο, για το οποίο υπάρχουν μέχρι και σήμερα πολλά αναπάντητα ερωτήματα.

Φόβος για τον Παπανδρέου - Ένα δημοψήφισμα που δεν έγινε ποτέ…

Λίγα χρόνια πριν τη συμφωνία στο Νταβός, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κι ενώ το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ήδη στην εξουσία από τις 18 Οκτωβρίου 1981, η CIA αρχίζει να αναλύει – στην αρχή ψηλαφιστά και στη συνέχεια αρκετά επισταμένως – την επίδειξη πυγμής που επιχειρεί ο Ανδρέας Παπανδρέου, με φόντο το ζήτημα των διαπραγματεύσεων για τις αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα.

Μέσα από ένα έγγραφό του προς την Υπηρεσία με ημερομηνία 10 Μαΐου 1983, ο τότε «σταθμάρχης» της CIA στη δυτική Ευρώπη, Μίλτον Κόβνερ, δεν κρύβει την ιδιαίτερη ανησυχία του για τις προθέσεις του τότε Έλληνα πρωθυπουργού, στον οποίο αποδίδει χαρακτηριστικά ακραίου επικοινωνιακού και πολιτικού εντυπωσιασμού.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Κόβνερ: «Οι πρώιμες ενδείξεις πως οι ΗΠΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο “εναλλακτικών εγκαταστάσεων” εκτός Ελλάδας, ιδιαίτερα στην Τουρκία, απλώς θα οδηγούσε στην επιδείνωση της κατάστασης και θα προσέθετε περισσότερη υποστήριξη στην κυβέρνηση στην υποτιθέμενη υπεράσπιση των ελληνικών εθνικών συμφερόντων».

Ο «σταθμάρχης» της CIA προειδοποιούσε, μάλιστα, την τότε Ρεπουμπλικανική κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου, Ρόναλντ Ρήγκαν, πως θα ήταν προτιμότερο να υποχωρήσει από «συγκεκριμένες θέσεις» (σ.σ. στο συγκεκριμένο έγγραφο έχουν σβηστεί αρκετές παράγραφοι, στις οποίες κατά πάσα πιθανότητα αναλύονται οι δομές και δυνατότητες των στρατιωτικών βάσεων στην Ελλάδα), καθώς σε διαφορετική περίπτωση ο Παπανδρέου θα μπορούσε να ζητήσει από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Καραμανλή, «Εθνικό Δημοψήφισμα για το θέμα, δηλώνοντας ότι η κυβέρνησή του θα συναινέσει στη λαϊκή βούληση».

Οι σχέσεις Παπανδρέου - στρατού και ο εκνευρισμός των ΗΠΑ για τον Γιάννη Καψή

Λίγο νωρίτερα, τον Απρίλιο του 1983, η CIA, μέσω άλλου άκρως απόρρητου εγγράφου εμφανίζεται νευρική από τον τρόπο, με τον οποίο ο Ανδρέας Παπανδρέου αντιμετωπίζεται από αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού.

Στο σχετικό σημείωμα υπό τον τίτλο «Ο Παπανδρέου και ο στρατός», η αμερικανική μυστική υπηρεσία διαβλέπει «βαθιά ανησυχία» στις τάξεις της τότε ηγεσίας του ελληνικού στρατεύματος.

Ο πρωθυπουργός επιχειρεί να πείσει, σύμφωνα πάντα με την Υπηρεσία, τους στρατιωτικούς πως η Ελλάδα δεν πρόκειται να φύγει από το βλέμμα της Δύσης, παρά τα κατά καιρούς συνθήματα που ακούγονταν από την πλευρά του όπως το γνωστό «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο». Ωστόσο, αναγνωρίζεται ότι η σκληρή στάση του Παπανδρέου στο θέμα του ΝΑΤΟ και των βάσεων απολαμβάνει τη στήριξη του στρατού, που είναι «πάνω από όλα σθεναρά εθνικιστικός στην πολιτική του κοσμοθεωρία».

Παράλληλα, οι Αμερικανοί δεν κρύβουν τον εκνευρισμό τους και σε έτερο σημείωμα του 1984 για την «ασυνεννοησία», όπως λένε χαρακτηριστικά ότι υπάρχει με τον τότε αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών Γιάννη Καψή. Επισημαίνουν, μάλιστα τη «μη συνεργάσιμη στάση» του απέναντι στην απαίτησή του να απελαθούν από την Ελλάδα δύο Αμερικανοί στρατιώτες που είχαν κατηγορηθεί για κατασκοπεία, επειδή φωτογράφιζαν παράνομα στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

Πληροφορίες από Defence-Point και NewsBomb


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου