Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

3 Μαρ 2017


Του Δημήτρη Τσαιλά και του Αλέξανδρου Δρίβα

Η Τουρκία απέτυχε να εφαρμόσει τα μεγαλόπνοα σχέδια των Νταβούτογλου-Ερντογάν. Το ανατολικό μέτωπο της Τουρκίας, αιμορραγεί την ώρα που οι ΗΠΑ, ενισχύουν στρατιωτικά τους Κούρδους με την αυγή της κυβέρνησης Τραμπ. Η σχέση Τουρκίας-Δύσης στηρίζεται πλέον σε γυάλινα πόδια. Η ρωσοτουρκική προσέγγιση που ξεκίνησε σταδιακά λίγες μέρες πριν το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016, είναι αναγκαία πτυχή της εξωτερικής εξισορρόπησης της Τουρκίας η οποία βαδίζει μεταξύ απομονωτισμού και μεγαλοϊδεατισμού, ακόμη και την ώρα που οι αρχικοί της στόχοι, (νεο-οθωμανισμός με πανισλαμικά στοιχεία) καταρρέουν.

Το απριλιανό δημοψήφισμα στη γειτονική χώρα, θα ολοκληρώσει κατά πάσα πιθανότητα αυτό που προμήνυε από το 2011-2012 ο Bernard Lewis, (Βλ. «Tyrannies Are Doomed», WSJ, 2011) την «ιρανοποίηση» της Τουρκίας. Αν η Ανατολή είναι για την Τουρκία ένα ζωντανό τραύμα, τότε το δυτικό της βάθος, είναι ίσως η διέξοδος και αυτό πρέπει να καθιστά την Ελλάδα, πανέτοιμη.

Ο μύθος της «απρόβλεπτης» Τουρκίας

Στον κόσμο της διπλωματίας και της στρατηγικής, η εξαπάτηση είναι βασική αρχή. Αυτό παραδέχεται ο πολιτικός ρεαλισμός. Από τη στιγμή που ο ορθολογισμός δεν αποτελεί προνόμιο για κάποιο κράτος έτσι ώστε από μόνος του να εξασφαλίζει κέρδη, (ο ορθολογισμός χρησιμοποιείται και από άλλα κράτη) τότε το πλεονέκτημα-κέρδος κάποιου κράτους θα επέλθει πράττοντας κάτι που ένα άλλο κράτος, δεν το έχει προβλέψει. Το απρόβλεπτο, στηρίζεται εν πολλοίς στην τακτική του αιφνιδασμού και αυτός με τη σειρά του, στην εξαπάτηση του αντιπάλου.

Η Τουρκία, εφαρμόζει σε τακτικό επίπεδο πολλά από τα τεχνάσματα που παραδοσιακά εφάρμοζαν οι λήπτες αποφάσεων κατά την εποχή της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο εκβιασμός και η απειλή, βρίσκονται στον πυρήνα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η αποτυχία της Τουρκίας στη Συρία, ήταν δεδομένο ότι θα την οδηγήσει στο να ασχοληθεί περισσότερο με το δυτικό της στρατηγικό βάθος, ήτοι το Αιγαίο και τα Βαλκάνια. Αυτό, δεν ήταν ωστόσο κάτι απρόβλεπτο. Ο συνεχής τακτικισμός, κατά παράδοξο τρόπο, οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα από το αρχικώς επιδιωκόμενο. Στην προβλεψιμότητα.

Η κλιμάκωση της τουρκικής επιεθτικής συμπεριφοράς απέναντι στην Ελλάδα

Οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε μια σταθερή κλιμάκωση από το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία και μετά. Βασικός λόγος, πλην της τουρκικής αποτυχίας στο εγγύς – ανατολικό – εξωτερικό της, είναι και ο εσωτερικός λόγος. Είναι γνωστό ότι σπάνια θα βρει κάποιος ένα κράτος στο οποίο η εξωτερική πολιτική, τέμνεται σε βαθμό έφαψης με την αντίστοιχη εσωτερική πολιτική, όσο στην Τουρκία. Ο συγκεντρωτισμός, ήταν για τον Ερντογάν μια αναγκαιότητα μετά τον Ιούλιο του 2016. Οι Κούρδοι, ήταν ξανά το εύκολο θύμα. Η μείωση της επιρροής του κουρδικού κόμματος, χρειαζόταν την προσέγγιση του εθνικιστικού ΜΗΡ το οποίο έχει μάλιστα και κεμαλικές καταβολές. Με αυτόν τον τρόπο, ο Ερντογάν 1) αποδυνάμωνε έτι περαιτέρω τον κεμαλισμό και 2) στοχοποιούσε τους Κούρδους της Τουρκίας, ενισχύοντας τη θέση του στο εσωτερικό της Τουρκίας για προληπτική δράση στη Συρία.

Η πολιτική προσέγγιση με το εθνικιστικό – πάλαι ποτέ κεμαλικό – κατεστημένο της Τουρκίας, εμπλούτισε την ατζέντα της Τουρκίας αναφορικά με τα ελληνοτουρκικά αλλά και με την Κύπρο. Ο εγκλωβισμός της Τουρκίας στη Συρία και η διπλωματική «ομηρία» της από τη Ρωσία, (άλλαξε η Άγκυρα την αρχική της θέση για καρατόμηση του Άσαντ και επιθυμεί την παραμονή του στην εξουσία) και η επιθυμία του Ερντογάν να πετύχει μια καθαρή νίκη στο δημοψήφισμα του Απριλίου, καθιστά τον Ερντογάν αναγκασμένο, να επιδεικνύει δυναμισμό στα θέματα που αφορούν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η μη έκδοση των 8 Τούρκων στρατιωτικών σύμφωνα με την απόφαση της Ελληνικής Δικαιοσύνης, χρησιμοποιείται από την Τουρκία σαν άλλοθι για να συνεχίσει την επιθετικότητα, που έτσι κι αλλιώς, υπαγορεύεται από εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες. Κάθε επιτιθέμενος, αναζητά μια νομιμοποίηση-αιτιολόγηση των επιθετικών του πράξεων. Το πρόσφατο συμβάν με τους 2 Τούρκους που φέρονται ως εκείνοι που σχεδίαζαν τη δολοφονία του Ταγίπ Ερντογάν, θέτει ένα ακόμη ζήτημα, πολύ σοβαρό και αποδεικνύει ότι η ελληνοτουρκική διένεξη ακολουθεί μια πορεία κλιμάκωσης.

Τα σύνορα της καρδιάς του τουρκικού μεγαλοϊδεατισμού και ο 25ος παράλληλος

Η πάγια επιδίωξη της Τουρκίας είναι η αποτροπή της άσκησης των πράξεων εθνικής κυριαρχίας (κατοχυρωμένων από το Διεθνές Δίκαιο) στο Αιγαίο. Η πολιτική υφή της επιχειρηματολογίας της Τουρκίας αναφορικά με το Αιγαίο, εντοπίζεται στο εν πολλοίς ανεδαφικό (νομικά) επιχείρημα ότι το Αιγαίο, δεν μπορεί να γίνει «ελληνική λίμνη». Ο 25ος παράλληλος, και η μέση γραμμή, συνθέτουν για την Τουρκία τη λύση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Θράκη, Αιγαίο και Κύπρος, συνθέτουν ένα puzzle στο οποίο εδράζονται οι τουρκικές επιδιώξεις.

Η προσπάθεια δορυφοριοποίησης της Θράκης, συνδέεται με το Αιγαίο, το οποίο και δεν πρέπει – για την Τουρκία – να ενώνεται με την Κύπρο (ΑΟΖ και Καστελόριζο). Μεμονωμένα επεισόδια στην Θράκη που αφορούν φθορές κατά της μουσουλμανικής μειονότητας, συνθέτουν ένα ακόμη άλλοθι για την Τουρκία προκειμένου να εντείνει τις επιθετικές της βλέψεις. Οι 2 Τούρκοι που φέρονται να σχεδίαζαν τη δολοφονία του Ερντογάν και κρατούνται στη Θράκη, παρουσιάζονται όπως και οι 8 Τούρκοι στρατιωτικοί που έλαβαν χώρα στο αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016. Η Τουρκία, προσπαθεί να παρουσιάσει το συμβάν ως εσωτερικό της ζήτημα και να κατηγορήσει την Ελλάδα ότι υποθάλπτει τρομοκρατία και κλίμα αποσταθεροποίησης της Τουρκίας. Η Θράκη, είναι αρκετά ευαίσθητη περιοχή για μια τέτοια ρητορική από πλευράς της Άγκυρας.

Από τον κατευνασμό στην ισορροπία

Προφανώς, η ελληνική εξωτερική πολιτική οφείλει να στέκεται στα ελληνοτουρκικά σε μια δύσκολη στρατηγική αντιμετώπιση. Από τη μια, να μη δώσει το πολυπόθητο άλλοθι στην Τουρκία για να προβεί στις ενέργειες που θα προωθήσουν το σχέδιο «γκριζαρίσματος» στην περιοχή της ελληνικής επικράτειας και από την άλλη, η αποστολή ξεκάθαρων σημάτων ότι αυτή η αποφυγή της παγίδας, δεν ταυτίζεται με την κατευναστική πολιτική.

Η προσοχή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής οφείλει να επικεντρωθεί στην Θράκη καθώς είναι και η περιοχή στην οποία υπάρχουν χερσαία σύνορα με την Τουρκία. Είναι επίσης μια περιοχή στην οποία η Ελλάδα, μπορεί να ασκήσει επιρροή με όλα όσα συνιστούν τη λεγόμενη προβολή ήπιας ισχύος. Οι Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης, οι Ρομά και οι Πομάκοι, γνωρίζουν και πρέπει συνεχώς να πείθονται μέσα από την ελληνική βοήθεια πως η Ελλάδα είναι ένα σύγχρονο κράτος που σέβεται τη διαφορετικότητα, σε αντίθεση με την Τουρκία η οποία φαίνεται να βαδίζει σε έναν αυταρχικό δρόμο. Τα λάθη του παρελθόντος με τους Έλληνες μουσουλμάνους, δεν πρέπει να επαναληφθούν. Ο τουρκικός επεκτατισμός, οφείλει να διαχωριστεί από την θρησκευτική ελευθερία που ισχύει και θα συνεχίσει να ισχύει σε μια ελεύθερη χώρα όπως είναι η Ελλάδα. Ο εμπλουτισμός της ελληνοτουρκικής διένεξης με πολλά και πολύπλοκα ζητήματα, αποτελεί τον πάγιο τουρκικό στόχο. Ο ελληνικός στόχος, οφείλει να είναι η ελαχιστοποίηση των ζητημάτων. Η διεθνοποίηση του ζητήματος του εκδημοκρατισμού της Τουρκίας και της μη καταπίεσης ομάδων στην τουρκική επικράτεια, αποτελεί ένα ζήτημα στο οποίο η Ελλάδα οφείλει να δώσει σημασία, καθώς μια σταθερή και πλουραλιστική Τουρκία, θα βοηθήσει και της ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά και τη σταθεροποίηση της ανατολικής Μεσογείου.

* Ο Δημήτρης Τσαιλάς είναι Υπονάυαραχος ε.α. και ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι υποψήφιος Δρ Διεθνών Σχέσεων, Συντονιστής της Ομάδας Ανατολικής Μεσογείου στο ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η οικονομική κρίση, τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό βρέθηκαν στο επίκεντρο της τοποθέτησης του Αμερικανού πρέσβη στην Ελλάδα, Geoffrey Pyatt, στο Οικονομικό Φόρουμ Δελφών.

Σύμφωνα με την Καθημερινή, ο G. Pyatt αναφερόμενος στην έντονη κινητικότητα που παρατηρείται τις τελευταίες εβδομάδες στο Αιγαίο, παραδέχτηκε ότι «ανησυχεί για ατυχήματα», ωστόσο υπογράμμισε ότι η ελληνική κυβέρνηση συμπεριφέρεται πολύ υπεύθυνα την τρέχουσα περίοδο έντασης.

Τόνισε ακόμη ότι ΗΠΑ και Ελλάδα, παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την Τουρκία εντός του ΝΑΤΟ, ενώ ερωτηθείς ποιόν μπορεί να καλέσει η Αθήνα αν ξεφύγουν τα πράγματα, επισήμανε ότι «έχουμε εμπλακεί στενά, και εμείς και η πρεσβεία στην Άγκυρα».

Όσον αφορά δε, το ζήτημα του Κυπριακού, έκανε λόγο για παράθυρο ευκαιρίας το οποίο θα ήταν κρίμα να χαθεί, ενώ εξέφρασε την εκτίμηση ότι η κυβέρνηση Trump θα συνεχίσει την προσπάθεια επίλυσης.

Στο μέτωπο της οικονομίας, ο G. Pyatt, σχετικά με την εκκρεμότητα της αξιολόγησης αλλά και της απόφασης του ΔΝΤ για συμμετοχή ή όχι στο ελληνικό πρόγραμμα, τόνισε ότι ο ίδιος δεν έχει παρατηρήσει κάποια αλλαγή στάσης από τη νέα αμερικανική κυβέρνηση, ως προς το ζήτημα του Ταμείου.

Παράλληλα, ανέφερε ότι οι ΗΠΑ στηρίζουν την ανάπτυξη της Ελλάδας και ανέδειξε τη σημασία των μεταρρυθμίσεων από την ελληνική πλευρά, ώστε να έρθουν επενδύσεις στη χώρα.

«Όσο η Ελλάδα τηρεί τις δεσμεύσεις της για μεταρρυθμίσεις και οικοδομεί την εμπιστοσύνη με τους πιστωτές της, είμαι πεπεισμένος ότι οι νέοι επενδυτές θα στηρίξουν την οικονομία και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας», επισήμανε, και εξέφρασε την βούληση αμερικανικές εταιρείες να επενδύσουν στην Ελλάδα τόσο στις υπάρχουσες όσο και σε νέες επενδύσεις.

«Ένα από τα πράγματα που δουλεύουμε για φέτος στην Πρεσβεία είναι ένα road show και έχει προγραμματιστεί μια εμπορική αποστολή για τον Ιούνιο στις Ηνωμένες Πολιτείες», ανέφερε μεταξύ άλλων ο Αμερικανός πρέσβης.

Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Recep Tayyip Erdogan καταφέρθηκε σήμερα εναντίον της Γερμανίας, κατηγορώντας τις γερμανικές αρχές ότι «παρέχουν καταφύγιο σε τρομοκράτες» κι υποστηρίζοντας ότι ο δημοσιογράφος της εφημερίδας Die Welt, που έχει τουρκική και γερμανική υπηκοότητα κι ο οποίος προφυλακίστηκε στην Τουρκία, είναι Κούρδος αυτονομιστής και ταυτόχρονα «Γερμανός πράκτορας».

Οι γερμανικές αρχές πρέπει «να δικαστούν, καθώς βοηθούν και παρέχουν καταφύγιο σε τρομοκράτες» κατήγγειλε ο επικεφαλής του τουρκικού κράτους σε μια ομιλία που εκφώνησε στην Κωνσταντινούπολη, καταδικάζοντας ταυτόχρονα την ακύρωση στη Γερμανία των συγκεντρώσεων υπέρ του, όπου επρόκειτο να παραστούν Τούρκοι υπουργοί.

Και τρίτη συγκέντρωση υπέρ του Τούρκου προέδρου ακύρωσαν οι γερμανικές αρχές

Η γερμανική αστυνομία ανακοίνωσε σήμερα την ακύρωση μια πολιτικής συγκέντρωσης υποστηρικτών του προέδρου της Τουρκίας Recep Tayyip Erdogan στο Φρέχεν, στη δυτική Γερμανία, στην τρίτη κατά σειρά σχετική απόφαση σε διάστημα δύο ημερών, με φόντο την ένταση στις σχέσεις Βερολίνου- Άγκυρας.

«Ο διαχειριστής του Golden Palast γνωστοποίησε σήμερα στον διοργανωτή (της εκδήλωσης) ότι δεν θα του διαθέσει την αίθουσα την Κυριακή το βράδυ.

Η σύμβαση μεταξύ του ιδιοκτήτη του χώρου και του διαχειριστή αποκλείει τη διεξαγωγή πολιτικών εκδηλώσεων» επισήμανε η τοπική αστυνομία κι ενώ ο Τούρκος υπουργός Οικονομίας, Νιχάτ Ζεϊμπεκτσί, επρόκειτο να συμμετάσχει σε αυτήν τη συγκέντρωση που ήταν αφιερωμένη στο δημοψήφισμα του Απριλίου για τη συνταγματική αναθεώρηση, η οποία προβλέπει την ενίσχυση των εξουσιών του επικεφαλής του τουρκικού κράτους.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Είναι πλέον φανερό πως το ποσοστό των Ελλήνων που τάσσεται υπέρ της μονομερούς, εκούσιας επιστροφής της χώρας στο εθνικό της νόμισμα, αυξάνεται καθημερινά – ενώ είναι εξαιρετικά πιθανόν να γίνει πλειοψηφικό εντός του έτους
«Υπάρχουν λύσεις για την Ελλάδα; Ασφαλώς υπάρχουν – ακόμη, αλλά όχι για πάντα. Εντός ή εκτός της Ευρωζώνης; Και στις δύο περιπτώσεις, αλλά με σκληρή δουλειά – είναι θέμα επιλογής, σε συνδυασμό με το ρίσκο που είναι πρόθυμος ο λαός να αναλάβει.
Τι είναι απολύτως απαραίτητο, για να έχει επιτυχία η όποια λύση επιλεγεί; Η ενότητα ολόκληρου του λαού, η στήριξη της απόφασης από όλους μαζί, κόμματα και Πολίτες. Μπορεί να επιτευχθεί μία τέτοια ενότητα; Πολύ δύσκολο για έναν λαό, όπως είναι οι Έλληνες, εκτός εάν φτάσει πριν από το απόλυτο χάος – οπότε γαία πυρί μιχθήτω» (Α.Σ.).
Το νούμερο ένα πρόβλημα της Ελλάδας είναι το χρέος – όπου το 2010 ήταν μόνο το δημόσιο, σε πολύ μικρότερο βαθμό, ενώ σήμερα είναι και το ιδιωτικό. Εάν δεν επιλυθεί αυτό το πρόβλημα, η χώρα είναι αδύνατον να ξεφύγει από το σπιράλ του θανάτου (γράφημα) – από την ύφεση δηλαδή, η οποία προκαλεί ανεργία, μειώνει τη ζήτηση, περιορίζει τις επενδύσεις και τα έσοδα του δημοσίου, αυξάνει τα ελλείμματα κοκ.


Επομένως, όποια λύση και αν επιλεχθεί, είτε εντός της Ευρωζώνης δηλαδή, είτε εκτός, θα πρέπει να ξεκινάει από τη μείωση του χρέους – άρα από τη διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του, έτσι ώστε να καταστεί εφικτή μία αντίστοιχη διαγραφή του ιδιωτικού χρέους, οπότε να αποκατασταθεί η πιστοληπτική ικανότητα και των δύο τομέων. Στη συνέχεια η λήψη δανείων για τη διενέργεια επενδύσεων, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατη η έξοδος από την ύφεση και η επιστροφή της χώρας σε μία βιώσιμη πορεία ανάπτυξης.

Φυσικά απαιτούνται πολλά άλλα, όπως η καταπολέμηση του πελατειακού κράτους, η αναθεώρηση του Συντάγματος, η σωστή λειτουργία των θεσμών, η ορθολογική φορολογία, ένα φιλικό επιχειρηματικό πλαίσιο κοκ. – προηγείται όμως η διαγραφή του χρέους, χωρίς την οποία οι Πολίτες δεν βλέπουν προοπτικές για το μέλλον τους, οπότε δεν είναι πρόθυμοι να υιοθετήσουν καμία αλλαγή.
Περαιτέρω κατά την πάγια άποψη μας, χωρίς φυσικά να διεκδικούμε το αλάθητο θα έπρεπε, υπό την προϋπόθεση βέβαια να είμαστε ενωμένοι, να ακολουθήσουμε τον εξής δρόμο:

(α)  Καταγγελία των αντισυνταγματικών δανειακών συμβάσεων, καθώς επίσης των μνημονίων που τα συνοδεύουν, στο ευρωπαϊκό δικαστήριο – με την ταυτόχρονη απαίτηση αποζημίωσης μας, για τις ζημίες που προκλήθηκαν στην οικονομία μας από τα λανθασμένα μνημόνια που μας επιβλήθηκαν και οι οποίες υπολογίζονται τουλάχιστον στο 1 τρις €.

(β)  Αναβολή των πληρωμών μας εντός της Ευρωζώνης έως ότου αποφασίσει το ευρωπαϊκό δικαστήριο για τα παραπάνω – αναλαμβάνοντας το ρίσκο της (παράνομης) διακοπής της χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ. Φυσικά θα έπρεπε να είμαστε προετοιμασμένοι και πρόθυμοι να υιοθετήσουμε ένα παράλληλο νόμισμα, για να αντιμετωπίσουμε την ΕΚΤ – συνδεδεμένο με το ευρώ, με ισοτιμία 1:1, καθώς επίσης με εγγυημένη την ισοτιμία του από το δημόσιο, όσον αφορά την εξόφληση των φόρων.

(γ)  Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, διαπραγμάτευση με τους θεσμικούς δανειστές μας (κράτη της Ευρώπης, ΕΚΤ, EFSF, ESM) με στόχο την ονομαστική διαγραφή τουλάχιστον του 50% του δημοσίου χρέους – αφού με τους υπόλοιπους δεν έχουμε τη δυνατότητα, επειδή κατέχουν ομόλογα αγγλικού δικαίου.

Φυσικά κάτι τέτοιο δεν θα ήταν καθόλου εύκολο, επειδή με την υπογραφή του PSI έχουμε κάψει σχεδόν όλα τα διαπραγματευτικά μας χαρτιά – ενώ με την ανεύθυνη επικύρωση του τρίτου μνημονίου υποθηκεύσαμε τη δημόσια περιουσία μας. Εκτός αυτού με τον αφελληνισμό των τραπεζών υποθηκεύθηκε ένα πολύ μεγάλο μέρος της ιδιωτικής μας περιουσίας – οπότε έχουμε κυριολεκτικά απογυμνωθεί.

Εν τούτοις θα έπρεπε να το προσπαθήσουμε, γνωρίζοντας πως οι ζημίες που θα υποστούν οι Πολίτες των άλλων χωρών δεν οφείλονται σε εμάς – αλλά στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Γαλλίας, οι οποίες μετέφεραν τα χρέη των τραπεζών τους στους φορολογουμένους τους, με στόχο να τις διασώσουν.

Εάν δεν το έκαναν οι ξένες κυβερνήσεις, τότε η Ελλάδα θα υποχρέωνε τις τράπεζες το 2010 να διαγράψουν μέρος των απαιτήσεων τους, οι οποίες ήταν στο εθνικό μας δίκαιο, όπως άλλωστε είχε προτείνει το ΔΝΤ – ενώ οι ίδιες γνώριζαν το ρίσκο όταν δανειοδοτούσαν τη χώρα μας, εκμεταλλευόμενες τα υψηλότερα επιτόκια, καθώς επίσης την καταναλωτική μας ανοησία.

(δ)  Εάν για την ονομαστική διαγραφή του 50% του χρέους (160 δις €) απαιτούσαν οι δανειστές μας την έξοδο της χώρας από το ευρώ, δεν θα είχαμε αντίρρηση αφού θα ήταν ελεγχόμενη – με την έννοια πως θα καταθέταμε αίτηση αποχώρησης από την ΕΕ, η οποία είναι απαραίτητη προϋπόθεση της εξόδου μίας χώρας από το ευρώ (ανάλυση), θα διαπραγματευόμαστε για δύο χρόνια όπως η Μ. Βρετανία, με βάση τις συνθήκες που ισχύουν στην ΕΕ κοκ.

Περαιτέρω, ότι και να αποφασίσουμε πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας τις προβλέψεις, όσον αφορά το τι θα συμβεί μελλοντικά στην Ευρωζώνη, σύμφωνα με τις οποίες τα εξής:

(Ι)  Είτε θα ενωθεί δημοσιονομικά μετά το 2018, όπου τα πλεονάσματα της μίας χώρας θα καλύπτουν τα ελλείμματα της άλλης όπως συμβαίνει εντός της ομοσπονδιακής Γερμανίας (άρθρο μας στο ZERO) – διαθέτοντας το δικό της ΔΝΤ, τον ESM δηλαδή, καθώς επίσης διαγράφοντας ή παγώνοντας τα χρέη εκείνων των κρατών που αδυνατούν να τα εξυπηρετήσουν, αρκεί να μην έχουν ελλείμματα στον προϋπολογισμό τους.

(ΙΙ)  Είτε θα μετατραπεί σε μία Ευρωζώνη «δύο ταχυτήτων», όπου οι χώρες του Βορά θα διατηρήσουν ένα ισχυρό ευρώ – κάτι που, εάν δρομολογείται, δεν θα αργήσει πολύ, αφού ήδη ο πληθωρισμός στη Γερμανία έφτασε στο 2,2% οπότε χρειάζεται μία άλλη νομισματική πολιτική, αντίστοιχη με αυτήν που έχει ξεκινήσει η Fed (τέλος του προγράμματος ποσοτικής διευκόλυνσης, αύξηση των βασικών επιτοκίων). Φυσικά η πολιτική αυτή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στον υπερχρεωμένο ευρωπαϊκό Νότο – αφού τα spreads θα κινούνταν ανοδικά, οπότε τα χρέη των χωρών του δεν θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν.

(ΙΙΙ)  Είτε θα διαλυθεί, ενδεχομένως με αφετηρία τη Γερμανία, εάν όχι με την Ολλανδία, τη Φινλανδία, την Ιταλία ή τη Γαλλία (ανάλυση). Σε μία τέτοια περίπτωση, η επιστροφή όλων των χωρών μαζί στην αφετηρία, αφού προηγουμένως δημιουργηθούν οι σωστές προϋποθέσεις (διαγραφές χρεών κλπ.) θα ήταν μία καλή λύση για την Ελλάδα – μεταξύ άλλων επειδή τότε η υιοθέτηση της δραχμής θα ήταν ελεγχόμενη, οπότε δεν θα μας δημιουργούσε ανυπέρβλητα προβλήματα (άρθρο).

Καλώς ή κακώς, τα τρία παραπάνω ενδεχόμενα έχουν σχεδόν τις ίδιες πιθανότητες να συμβούν, ενώ δεν είναι δυνατόν να καθυστερήσουν πολύ – ειδικά εάν η Fed επιταχύνει την αύξηση των επιτοκίων, καθώς επίσης εάν κλιμακωθεί ο ρυθμός ανόδου του πληθωρισμού στη Γερμανία και τα spreads που είναι ήδη ανοδικά (πηγή).

Ως εκ τούτου, οτιδήποτε και αν αποφασίσει η Ελλάδα, θα έπρεπε να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν όλες αυτές τις πιθανές εξελίξεις – έτσι ώστε να μη μετανιώσει ούτε για αυτό που θα επιλέξει, ούτε για τη χρονική στιγμή που θα το κάνει. Στη συνέχεια τα εξής:

Η μονομερής επιστροφή στη δραχμή

Είναι πλέον φανερό πως το ποσοστό των Ελλήνων που τάσσεται υπέρ της μονομερούς επιστροφής της χώρας στο εθνικό της νόμισμα αυξάνεται καθημερινά – ενώ ενδεχομένως θα γίνει πλειοψηφικό εντός του έτους. Λογικά βέβαια, αφού μετά από την ύφεση βιβλικών διαστάσεων, στην οποία έχει καταδικαστεί η χώρα, κανένας δεν πιστεύει πως θα αλλάξει κάτι, παραμένοντας εντός της νομισματικής ένωσης – ενώ η έξοδος από την Ευρωζώνη συνδέεται αυθαίρετα με τη μη πληρωμή του χρέους.

Αυθαίρετα επειδή τα χρέη των τραπεζών απέναντι στην ΕΚΤ θα παρέμεναν χρέη σε ευρώ (περί τα 90 δις €) οπότε θα χρεοκοπούσαν, τα χρέη επιχειρήσεων και νοικοκυριών στο εξωτερικό επίσης, οι ιδιοκτήτες των ομολόγων του δημοσίου έχουν απαιτήσεις σε ευρώ αγγλικού δικαίου απέναντι στη χώρα, οι υποχρεώσεις της Ελλάδας απέναντι στους λοιπούς δανειστές της είναι σε μη μετατρέψιμα σε δραχμές ευρώ, εγγυημένα με τη δημόσια περιουσία κοκ.

Ως εκ τούτου, θα ήταν μεν σε θέση να προβεί η Ελλάδα σε μονομερή στάση πληρωμών, ενδεχομένως επικαλούμενη τις αποφάσεις του ΟΗΕ περί αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους, αλλά τα χρέη της θα παρέμεναν ως έχουν (γράφημα) – ενώ η μη πληρωμή τους θα είχε σοβαρές συνέπειες. Εκτός αυτού, δεν θα μπορούσε να δανεισθεί πλέον από τις αγορές για τη διεξαγωγή επενδύσεων, οι ξένοι επενδυτές θα την απέφευγαν στην αρχή, η λιτότητα θα συνέχιζε, το ΑΕΠ της θα μειωνόταν ραγδαία τουλάχιστον τον πρώτο χρόνο κοκ.


Ένας επόμενος παράγοντας τώρα της αλλαγής στάσης απέναντι στο ευρώ είναι το ότι, οι οφειλέτες στη χώρα έχουν ξεπεράσει τους δανειστές – με την έννοια ότι, όλοι όσοι έχουν χρήματα (καταθέσεις, επιταγές τρίτων, απαιτήσεις κλπ.), οπότε θα ζημιώνονταν από την υιοθέτηση της δραχμής λόγω της πτώσης της ισοτιμίας της κοκ., είναι λιγότεροι πια από αυτούς που χρωστούν και οι οποίοι θα ωφελούνταν από την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα για τους ίδιους λόγους.

Εκτός αυτού, ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς που έχουν χρήματα, τα έχουν μεταφέρει στο εξωτερικό – οπότε θα ήταν επίσης ωφελημένοι από το εθνικό νόμισμα, συνεχίζοντας να διαθέτουν οι ίδιοι ευρώ.

Παράλληλα, κατά την άποψη μας η σημερινή κυβέρνηση αντιμετωπίζει θετικά αυτήν την αλλαγή, θεωρώντας πως θα την βοηθήσει να παραμείνει στην εξουσία – ενώ θα της δοθεί η δυνατότητα να εφαρμόσει μία αριστερή πολιτική, τυπώνοντας δραχμές κατά το δοκούν, χωρίς να άγεται και να φέρεται από τους δανειστές της χώρας. Φυσικά αρκετά από τα στελέχη της έχουν ήδη μεταφέρει τα χρήματα τους στο εξωτερικό – οπότε δεν θα κινδύνευαν από τυχόν αποτυχία του πειράματος.

Συμπερασματικά λοιπόν δεν είναι απίθανη η μονομερής επιστροφή στη δραχμή, ενώ η πτώση των καταθέσεων που ξεκίνησε ξανά (γράφημα) ενισχύει τις υποθέσεις μας – κάτι που δεν θεωρούμε φυσικά ως τη συντέλεια του κόσμου αφού, ότι και να συμβεί, η οικονομία μας θα επανέλθει ξανά στην ανάπτυξη.


Επεξήγηση γραφήματος: Εξέλιξη των τραπεζικών καταθέσεων (μεγάλη πτώση τους τον Ιανουάριο)

Βέβαια θα μεσολαβήσει ένα εφιαλτικό χρονικό διάστημα, ενώ το βιοτικό επίπεδο της πλειοψηφίας θα μειωθεί σημαντικά. Εν τούτοις, κάποια στιγμή θα υπάρξουν οφέλη, όπως η αναβίωση του εγχώριου παραγωγικού ιστού – αν και δεν μπορεί να συμβεί από σήμερα αύριο, μεταξύ άλλων λόγω του χρόνου που απαιτείται για να ανακτηθεί η «τεχνογνωσία» των εργαζομένων.

Επίλογος

Εάν μας ρωτούσε κάποιος τι πιστεύουμε πως θα συμβεί, χωρίς φυσικά να είμαστε μάντεις θα απαντούσαμε πως το πιθανότερο είναι η μονομερής, εκούσια έξοδος μας από την Ευρωζώνη – την οποία επιθυμούν πια και οι δανειστές μας. Το επόμενο λάθος δηλαδή (άρθρο), στη χειρότερη δυνατή στιγμή, όσον αφορά μία τέτοια επιλογή – αφού έχουμε υπογράψει το PSI και δεν μπορούμε να μετατρέψουμε τα χρέη μας σε δραχμές, αφού έχουμε υποθηκεύσει τη δημόσια περιουσία μας με το τρίτο μνημόνιο, αφού έχουμε κάνει το ίδιο με την ιδιωτική (σκάνδαλο των τραπεζών), αφού καταστρέψαμε το ασφαλιστικό μας σύστημα, αφού έχει εξαθλιωθεί ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού κοκ.

Ακόμη χειρότερα, πιστεύουμε ελπίζοντας να διαψευσθούμε πως η επιλογή αυτή δεν θα στηριχθεί από όλους τους Έλληνες, ως θα όφειλαν, ότι γρήγορα θα απογοητευθούν αυτοί που θα την στηρίξουν επειδή θα περιμένουν θαύματα και όχι σκληρή δουλειά, καθώς επίσης πως αμέσως μετά, όταν θα βρεθούν αντιμέτωποι με τις πρώτες μεγάλες δυσκολίες, θα εξεγερθούν εναντίον της όποιας κυβέρνησης τους – οπότε θα βυθιζόταν η Ελλάδα στο χάος. «Γαία πυρί μιχθήτω» λοιπόν; Θα ήταν ανεύθυνο να το πει κανείς, αλλά δυστυχώς μέσα στα πλαίσια της λογικής – όσο και αν μας στενοχωρεί κάτι τέτοιο.

Analyst Team
Πηγή Analyst


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Γράφει ο Κωνσταντίνος Ταγαράς 

Σχεδόν 2,5 μήνες πριν, εξέφραζα μέσω του site την πεποίθηση πως «Δεν υπάρχει, στην παρούσα φάση, πιθανότητα «θερμού» επεισοδίου με την Τουρκία». Σήμερα, οι συγκυρίες αλλά και οι προσωπικές κινήσεις των πρωταγωνιστών έχουν «αναγκάσει» την άποψή μου να απέχει παρασάγγας από το βασικό συμπέρασμα του άρθρου μου με τίτλο «Ορθολογισμός ναι, εθνικισμός όχι».

Ο Ιωάννης Μάζης, καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, δήλωσε σε συνέντευξή του πριν από λίγες ημέρες πως δεν αποκλείει τουρκική απόβαση στο σύμπλεγμα του Καστελόριζου (Μεγίστη, Στρογγύλη και Ρω). «Πρέπει να το λάβουμε σοβαρά αυτό υπόψη διότι στον συγκεκριμένο χώρο μπορεί να δράσει με μεγαλύτερη άνεση και επιπλέον η Στρογγύλη έχει το χαρακτηριστικό ότι διά της παρουσίας της εξασφαλίζει τη σύνδεση της ελληνικής με την κυπριακή ΑΟΖ. Συνεπώς, εάν από την κίνησή του θέλει να εξασφαλίσει πρώτον μία πολιτική ευχέρεια θα προτιμήσει τις περιοχές αυτές όπου δεν υπάρχει μεγάλη πληθυσμιακή μάζα, ούτως ώστε να δημιουργήσει μεγάλες εντάσεις και δεύτερον να αποκομίσει τα μεγαλύτερα δυνατά και καθοριστικά οφέλη», τόνισε ο διακεκριμένος καθηγητής προκαλώντας αίσθημα φόβου αλλά και ρίγη συγκίνησης σε αρκετούς συμπολίτες μας που ανυπομονούν να χρησιμοποιήσουν τα σκουριασμένα γιαταγάνια των προγόνων τους.

Ενώ λοιπόν γίνεται μια προσπάθεια κατευνασμού των εθνικιστικών κορωνών με σκοπό την ειρήνη και την ευημερία στην πολύπαθη αυτή γωνιά των Βαλκανίων, ο ηγέτης του τουρκικού Κόμματος Εθνικιστικού Κινήματος (MHP), Ντεβλέτ Μπαχτσελί έχει διαφορετική άποψη. Με δηλώσεις που σε προγενέστερες εποχές θα αποτελούσαν casus belli, δυναμίτισε ξανά το κλίμα μεταξύ των δύο γειτόνων περίπου 40 μέρες πριν το τουρκικό δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου. «Αν θέλουν να ξαναπέσουν στη θάλασσα, εάν τραβάει η ψυχή τους να κυνηγηθούν, καλώς να ορίσουν, ο τουρκικός στρατός είναι έτοιμος. Κάποιοι να εξηγήσουν στην ελληνική κυβέρνηση τι έγινε το 1921 και 1922. Αν δεν υπάρχει κανείς να τους εξηγήσει, εμείς μπορούμε να έρθουμε σαν σφαίρα στο Αιγαίο και να τους διδάξουμε πάλι την ιστορία. Μην ζορίζεστε και μην ενθουσιάζεστε χωρίς λόγο. Ο ελληνικός λαός, που δεν υπολογίζει το δίκαιο του γείτονα, να σταματήσει να αποθρασύνεται», ανέφερε, συμπληρώνοντας πως η Κύπρος είναι έδαφος τουρκικό και η ένωση είναι ένας μύθος φανταστικός.

Πώς να μην ξεσηκωθεί λοιπόν το κοινό αίσθημα του Έλληνα; Δεν είναι απαραίτητο να ψηφίζεις Χρυσή Αυγή και να κυνηγάς μετανάστες για να νιώθεις αγανάκτηση από την στάση των Τούρκων που προσβάλλουν την αγαστή συνεργασία που ευαγγελίζεται η Αθήνα εδώ και δεκαετίες, λησμονώντας πολλάκις το εθνικό συμφέρον μπροστά στην αρχή της καλής γειτνίασης. Η Τουρκία δείχνει να χάνει τον έλεγχο της διπλωματίας και του πολιτικού διαλόγου με την Ελλάδα. Οι τελευταίες προκλήσεις της, το κερασάκι στη τούρτα, στις 17 Φεβρουαρίου όταν τουρκική ακταιωρός εισήλθε στα ελληνικά χωρικά ύδατα στη περιοχή του Φαρμακονησίου φανερώνουν τη διάχυτη επιθυμία αρκετών από την άλλη πλευρά του Αιγαίου για ένα «θερμό» επεισόδιο.

Ο τουρκικός σχεδιασμός είναι απροκάλυπτος πλέον, καθώς η διαρροή καθημερινά φωτογραφιών και βίντεο σκαφών του τουρκικού Λιμενικού να προσεγγίζουν σε απόσταση μερικών μέτρων τα Ίμια, είναι το αποκορύφωμα μιας συντονισμένης στρατηγικής που ξεκίνησε αρχικά με την αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης από τον Ερντογάν, το φρεσκάρισμα των «γκρίζων ζωνών» από το Τουρκικό ΥΠΕΞ και την «κρουαζιέρα» της τουρκικής κανονιοφόρου γύρω από τα Ίμια με επιβάτες την ηγεσία των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Είναι σαφές πως βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι όσον αφορά το ελληνοτουρκικό ζήτημα. Οι διερευνητικές συνομιλίες που αποτέλεσαν για 15 χρόνια, μια βαλβίδα ασφαλείας για εκτόνωση των εντάσεων και διατήρηση διαύλων επικοινωνίας έχουν ουσιαστικά αποτελματωθεί, ενώ και η Τουρκία διέρχεται μια εξαιρετικά κρίσιμη μεταβατική περίοδο. Όσο βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις τον Ερντογάν να προηγείται με άνεση, να ξέρουμε ότι το θερμό επεισόδιο και η κλιμάκωση η θερμή θα γίνει με την όξυνση του κουρδικού ζητήματος. Αν βλέπουμε τις δημοσκοπήσεις να έχουν χαμηλές τάσεις και να μην του δίνουν το δικαίωμα να γίνει σουλτάνος, μέχρι τις 16 Απριλίου, τότε να θεωρούμε ότι πρέπει να είμεθα με το δάχτυλο στην σκανδάλη, όπως δήλωσε και ο Ιωάννης Μάζης.

Η θέση της Ελλάδας βέβαια δεν πρέπει να είναι εχθρική ούτε ρεβανσιστική. Καλές οι θύμησες της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης αλλά οι εποχές αυτές έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η χώρα μας βάλλεται πανταχόθεν με πολιορκητικό κριό την κρίση χρέους που μας ταλανίζει εδώ και 7 χρόνια. Το τελευταίο που θα επιθυμούσαμε λοιπόν θα ήταν ένα «θερμό» επεισόδιο με τους Τούρκους με τις συνέπειες να είναι άγνωστες. Η χώρα μας οφείλει να συνεχίσει στο μονοπάτι της συνεργασίας με τη γείτονα χώρα, δημιουργώντας όμως ένα αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες της. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσω της διπλωματικής οδού και της ορθολογικής υπεράσπισης των ελληνικών θέσεων. Ελπίζοντας πάντα πως η διπλωματία θα είναι η λύση και όχι το τελευταίο ανάχωμα.

Πηγή RizopoulosPost


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου


Γράφει η Χριστίνα Παπαποστόλου 
Eρευνητική Ομάδα S.A.F.I.A. – Toμέας Ρωσίας
Από το Timelink.gr

Την παρούσα στιγμή τα Βαλκάνια αποτελούν πεδίο ανταγωνισμού των σχέσεων μεταξύ της Ρωσίας και «Δύσης» (ΝΑΤΟ – Ε.Ε.), για μια σειρά γεωπολιτικών θεμάτων της ευρύτερης περιοχής. Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας φαίνεται να αναπτύσσεται σύμφωνα με τη θεώρηση που έχει ο Putin για τη θέση της χώρας του στο αναδυόμενο πολυπολικό περιβάλλον. Αυτή η ιδεολογία συμπληρώνεται με την προσωπική του φιλοδοξία να εκπληρώσει το πεπρωμένο της χώρας του, δηλαδή να ξαναγίνει η Ρωσία μια “μεγάλη παγκόσμια δύναμη” (“great power”).[1] Η πολιτική Putin δείχνει να επιθυμεί να δημιουργήσει την αντίληψη μιας μεγάλης νέας Ρωσίας πάνω στη μνήμη του μεγαλείου του παρελθόντος, χωρίς όμως να ακολουθείται η πολιτική αυτή από ουσία, μεταφραζόμενο σε οικονομικές επενδύσεις καθώς και σε πραγματική αφοσίωση, προς τις φιλικά -προς σε αυτή- προσκείμενες χώρες, που θα συμμετέχουν σε αυτό το εγχείρημα.

Ρωσική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια – σχέσεις με ΝΑΤΟ

Η ρωσικές μνήμες παραμένουν ακόμα δυνατές από το πρόσφατο παρελθόν με τον κατακερματισμό της Γιουγκοσλαβίας και την επέμβαση της Δύσης όπου – κατά τους Ρώσους –  ήταν ταπεινωτική λύση ως προς την επιρροή της Ρωσίας στην περιοχή. Από την άλλη πλευρά, οι κυβερνήσεις των δυτικών κρατών έχουν αναλάβει έναν διπλό στόχο να εκπληρώσουν στην περιοχή των Βαλκανίων: από τη μία να σταθεροποιήσουν την περιοχή (η οποία μαστίζεται τα τελευταία 20 χρόνια από εθνικιστικές εξάρσεις και ασταθείς πολιτικές δομές) και από την άλλη να περιορίσουν στο ελάχιστο τη ρωσική επιρροή στην περιοχή.[2]

Ένα σημαντικό θέμα που έχει να αντιμετωπισει σήμερα η Ρωσία είναι η αυξανόμενη ανάπτυξη βαλλιστικών συστημάτων άμυνας από χώρες που βρίσκονται κοντά στα σύνορα με τη Ρωσία στο πλαίσιο του νέου ρόλου του ΝΑΤΟ μετά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Το ΝΑΤΟ, από έναν αμυντικό οργανισμό που ήταν κάποτε, έχει εξελιχθεί σήμερα σε έναν οργανισμό ο οποίος έχει αναπτύξει αντι-ρωσική πολιτική και στον οποίο πλέον συμμετέχουν και πρώην χώρες της Βαλτικής – χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία). Παράλληλα,  έχει ξεκινήσει μια συστηματική προσπάθεια ανάπτυξης αντιπυραυλικής ασπίδας στη «γειτονιά» της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αφήνοντας στο παρελθόν την «ουδέτερη ζώνη» (“buffer zone”), μια συμφωνία που φαίνεται να είχε υπάρξει μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας προκειμένου η δεύτερη να συμφωνήσει στην ενοποίηση της Γερμανίας το 1990.[3] Σύμφωνα με τον Lukyanov (2016:32-33) μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το ΝΑΤΟ υιοθέτησε μια πιο επιθετική πολιτική απέναντι στη Ρωσία, η οποία αποτυπώθηκε με την ανάπτυξη του ΝΑΤΟ σε χώρες στις οποίες είχε παραδοσιακά επιρροή η Ρωσία. Η προσέγγιση του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία προκειμένου η χώρα να γίνει μέλος της Βορειο-Ατλαντικής Ένωσης, αποτέλεσε «κόκκινη γραμμή» για τη Ρωσία, αφού θα εκλαμβάνονταν ως άμεση απειλή για τα συμφέροντα της Ρωσίας του Putin, αφού θα εκμηδενίζονταν το “buffer zone” στη συγκεκριμένη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας (η οποία θεωρείται και μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας). Αυτός ο ανταγωνισμός μεταξύ Βορειοατλανικής Συμμαχίας και Ρωσίας μεταφέρεται στην περιοχή των Βαλκανίων.

Περισσότερη ρωσική «ήπια ισχύς» στα Βαλκάνια;

Στην περιοχή των δυτικών Βαλκανίων, οι κάποτε ενωμένες χώρες Μαυροβούνιο-Σερβία σήμερα βρίσκονται κάτω από μεγάλη πίεση για ένταξη στη σφαίρα επιρροής τόσο της Δύσης όσο και της Ρωσίας, με το Μαυροβούνιο κοιτάζοντας προς τη  «Δύση» να λαμβάνει πρόταση για συμμετοχή στη Βορειοατλαντική Συμμαχία. Μετά τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στην περιοχή (την απόπειρα πραξικοπήματος στο Μαυροβούνιο και με τη «σκιά» του να πέφτει πάνω στη Ρωσία), [4] φαίνεται οτι σύντομα η Σερβία θα φτάσει σε σημείο καμπής, όπου θα πρέπει να επιλέξει να συμμαχίσει με το ΝΑΤΟ του οποίου είναι μέλος ή με τη Ρωσία, με την οποία διατηρεί ισχυρούς δεσμούς μέσα από μια ιστορική παραδοση που συνδέει τις δύο χώρες. Η Σερβία βρίσκεται στο επίκεντρο γεωπολιτικών ζυμώσεων στην περιοχή των Βαλκανίων και σύντομα πρόκειται να βρεθεί στο σημείο όπου θα πρέπει να επιλέξει πλευρά, αν και παρά τις δυτικές πιέσεις, οι δεσμοί με τη Ρωσία παραμένουν αυτή τη στιγμή ισχυροί (ειδικά μετά το σχέδιο στρατιωτικών ασκήσεων “Slavic Brotherhood 2016”[5] που πραγματοποιήθηκε το Νοέμβριο του 2016 πάνω σε σερβικό έδαφος, οι δύο χώρες έχουν εξαγγείλει δράσεις συνεργασίας στον τομέα της οικονομίας, του εμπορίου, καθώς και σε τεχνικό και επιστημονικό επίπεδο).[6]  Διανύοντας μια περίοδο ραγδαίας επιδείνωσης των σχέσεων μεταξύ Κρεμλίνου και Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και με το ΝΑΤΟ να ενδυναμώνει την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή,  η Ρωσία και η Σερβία ενισχύουν την ρωσο-σερβική φιλία προχωρώντας σε μια σειρά από κοινές δράσεις, με σκοπό προώθηση της συνεργασίας μεταξύ τους. Επιπρόσθετα, μείζον ζήτημα το οποίο έχει άμεση επίπτωση στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας στα Βαλκάνια, είναι το θέμα της ανεξαρτησίας του Κοσόβου (το οποίο δεν αναγνωρίζει μέχρι σήμερα το Κρεμλίνο).

Παράλληλα η Ρωσία αυτή την περίοδο βρίσκει έναν σημαντικό σύμμαχο στο πρόσωπο του νεοκλεγέντα Προέδρου της Βουλγαρίας Rumen Radev. Η εκλογή του σοσιαλιστή Radev και η παραίτηση του μέχρι πρότινος πρωθυπουργού Boyko Borissov (προερχόμενου από το κεντροδεξιό κόμμα GERB) έρχεται να σηματοδοτήσει την απαρχή μιας νέας εποχής για τη βελτίωση και ενδυνάμωση των ρωσο-βουλγαρικών σχέσεων, μετά από μια περίοδο ύφεσης που τις χαρακτήρισαν τα τελευταία χρόνια. Χαρακτηριστικά το 2013 η Βουλγαρία είχε ακυρώσει τα σχέδια για την κατασκευή του πυρηνικού σταθμού NPP στο Μπέλενε τον οποιο θα κατασκεύαζε η ρωσική Rosatom. Λίγο αργότερα, υπό την πίεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Βουλγαρία θα «πάγωνε» επίσης και το έργο του αγωγού φυσικού αερίου South Stream με τη τη ρωσική Gazprom.  [7] Η εκλογή του νέου Προέδρου της Βουλγαρίας σηματοδοτεί μια νέα δυνατότητα για περαιτέρω ανάπτυξη των ρωσο-βουλγαρικών σχέσεων η οποία βασίζεται στις μακροχρόνιες ιστορία φιλίας, καθώς και πολιτιστικής και πνευματικής παράδοσης των δύο χωρών.

Το πολιτικό τσουνάμι που προκάλεσε η εκλογή Radev, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στις ρωσο-βουλγαρικές σχέσεις. Δημιουργείται όμως  το ερώτημα πώς θα καταφέρει να ισορροπήσει η νέα διοίκηση τη μέχρι τώρα προσήλωση της χώρας στη «Δύση» (όπως αυτή εκφράζεται τα τελευταία χρόνια με τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ), με τις καινούργιες δυνατότητες που διαφαίνονται στις σχέσεις της στη Ρωσία.

Η Ρωσία ως ρυθμιστικός παράγοντας στα Βαλκάνια

Ο Putin επιθυμεί όμως να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στο διεθνές σύστημα όπως ό ίδιος έχει εκφράσει, «Η Ρωσία θα μπορεί να επιβιώσει και να αναπτυχθεί μέσα από τα υπάρχοντα σύνορα μόνο αν παραμείνει μια ισχυρή δύναμη» (Putin, 2003).[8] Αυτό δε σημαίνει οτι έχει τα περιθώρια να απωλέσει χώρες με τις οποίες είναι παραδοσιακά σύμμαχοι (π.χ. Σερβία) ή χώρες CIS από την επιρροή της, ούτε φυσικά να απωλέσει μέρος των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Ο ίδιος στέλνει μηνύματα με πολλαπλούς αποδέκτες, προκειμένου να επικοινωνήσει την πολιτική της αυτή. Όπως ο ίδιος ο Putin δήλωσε στο ετήσιο διάγγελμά του στο Κρεμλίνο στις αρχές Δεκεμβρίου 2016, «σε αντίθεση με άλλους εξωτερικούς “συναδέλφους” η Ρωσία δεν αναζητάει και δεν επιδιώκει τη σύγκρουση με κανέναν – εμείς ψάχνουμε φίλους. Αλλά δεν θα επιτρέψουμε να βλάψουν άλλοι τα συμφέροντά μας».[9]

Η προσπάθεια της Ρωσίας να βρει τη θέση της στο αναδυόμενο πολυπολικό σύστημα μέσα από την ιδιαίτερα εξωστρεφή εξωτερική πολιτική που ασκεί ο Putin, τοποθετεί τη χώρα στο κέντρο πολλών περιφερειακών συρράξεων είτε με τη μορφή «σκληρής ισχύος» («hard power») όπως η επέμβασή της στη Γεωργία, τη Συρία και την Ουκρανία, είτε με τη μορφή «ήπιας ισχύος» («soft power») με την προσπάθειά της να θέσει στη σφαίρα της επιρροής της π.χ. τα Βαλκάνια, τις χώρες CIS της Βαλτικής (προστασία ορθόδοξων πληθυσμών, σύσφιξη των κοινών δεσμών που δένουν τους Σλάβους κ.α.).
Σημαντικός παράγοντας άσκησης της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής στα Βαλκάνια αποτελεί η ενέργεια, αφού η ρωσικών συμφερόντων εταιρίες Gazprom Neft, Lukoil Neftochim και Zarubezhneft ελέγχουν μεγάλο μέρος της στα Βαλκάνια (ειδικά στη Βουλγαρία και τη Σερβία) και παραμένει σχεδόν μονοπωλιακός πάροχος ενέργειας στις περισσότερες βαλκανικές περιοχές πλην της Ελλάδας, της Ρουμανίας και της Κροατίας.[10]

Ειναι γενικά παραδεκτό ότι η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας αναπτύσσεται σύμφωνα με τη θεώρηση που έχει ο Putin για τον κόσμο και το όραμα που ο ίδιος έχει για τη θέση της Ρωσίας στο αναδυόμενο πολυπολικό περιβάλλον. Ειδικά τα δυτικά Βαλκάνια έχουν μεγάλη συμβολική σημασία για τη Ρωσία, αφου οι Ρώσοι νιώθουν ότι για να αποτελέσουν μια «μεγάλη δύναμη» (“a great power”) στο διεθνές σύστημα στο μέλλον, θα πρέπει να έχουν σημαντική παρουσία στα Βαλκάνια.[11] Η Ρωσία θα επιδιώξει στο άμεσο μέλλον να αποτελέσει ρυθμιστικό παράγοντα στην περιοχή των Βαλκανίων, στην προσπάθειά της να ανακτήσει τη δική της επιρροή στην περιοχή και ταυτόχρονα να αποτρέψει την «προέλαση» της Δύσης (ΕΕ-ΝΑΤΟ) σε αυτή. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν κοινές προκλήσεις μεταξύ Ρωσίας και Δύσης για συνασπισμό των χωρών απέναντι σε κοινούς κινδύνους (π.χ. τρομοκρατία), ο ανταγωνισμός για άσκηση επιρροής των δύο πόλων (Ρωσίας – «Δύσης») όπως διαμορφώνεται, αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα στην περιοχή των Βαλκανίων, αφού πολλές χώρες συνεχίζουν να μαστίζονται από ασταθείς πολιτικές δομές, άκρατο εθνικισμό και διεκδικήσεις μεταξύ των κρατών.

Βιβλιογραφία:
[1]                      Russian Ministry of Foreign Affairs, ‘‘Kontseptsiya vneshnei politiki Rossiiskoi Federatsii,’’ 2000, in Mangoff J., Russian Foreign Policy: The Return of Great Power Politics, 2009:13.
[2]              The Problems Foreign Power Find in the Balkans (2015 May 19), Stratfor.com, available at: https://www.stratfor.com/analysis/problems-foreign-powers-find-balkans (πρόσβαση 23.12.2016).
[3]              Crosenberg J., (2014 May 19), Time cover story describes Putin as a “Czar”. Is he? And so what?, Joel C. Rosenberg’s Blog, available at: https://flashtrafficblog.wordpress.com/2014/05/19/time-cover-story-describes-putin-as-a-czar-is-he-and-so-what/ (πρόσβαση 12.12.2016).
[4]                      Russia appears to cause trouble in the Balkans, 2016 November 4), The Economist, available at: http://www.economist.com/news/europe/21709635-few-independent-media-outlets-truth-can-prove-elusive-russia-appears-cause, (πρόσβαση 17.1.2017).
[5]              “Slavic Brotherhood 2016” – σχέδιο στρατιωτικών ασκήσεων που έλαβε χώρα το Νοέμβριο στη Σερβία, κοντά στο Βελιγράδι. Οι στρατιωτικές ασκήσεις περιελάμβαναν αντι-τρομοκρατικά σενάρια  και σε αυτές συμμετείχαν στρατιώτες από τη Ρωσία, τη Λευκορωσία και τη Σερβία με σκοπό τη βελτίωση της στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ των χωρών.https://www.rt.com/news/365480-russia-serbia-belarus-drills/ (πρόσβαση 21/11/2016).
[6]                      Serbian ambassador calls for more Russian ‘soft power’ in the Balkans, (2016 November 21), Tass.com, available at: http://tass.com/world/913699 (πρόσβαση 17.1.2017).
[7]                      Kremlin sees little prospect for resuming Bulgarian gas & nuclear projects (2016 November 14), Russia Today.com, available at: https://www.rt.com/business/366886-peskov-belene-npp-south-stream/ (πρόσβαση 17.1.2017).
[8]              Putin, Vladimir,  The President’s speech to the Russian Ministry of Foreign Affairs at an expanded session with the participation of the ambassadors of the Russian Federation,” (July 12, 2002),  available online at: www.kremlin.ru/appears/2002/07/12/1720_type63378_29145.shtml (πρόσβαση 13.12.2016).
[9]              Vladimir Putin: Russia Is Not Seeking Conflict with Anyone, (2016 December 1), Independent.mk, available at: http://www.independent.mk/articles/39175/Vladimir+Putin+Russia+Is+Not+Seeking+Conflict+with+Anyone   (πρόσβαση 13.12.2016).
[10]            Belcev D., (2015 October 15), Russia in the Balkans: How should the EU respond?, Radio Slobodna Europa.org, available at: http://www.slobodnaevropa.org/a/russia-in-the-balkans-how-should-the-eu-respond/27307669.html (πρόσβαση 4.1.2017).
[11]            Wiśniewski J.(2016 September 19), Russia has a years-long plot to influence Balkan politics. The U.S. cann learn a lot from it, https://www.washingtonpost.com/news/monkey-cage/wp/2016/09/19/heres-how-russias-trying-to-sway-opinion-in-serbia-and-the-balkans/ (πρόσβαση 4.1.2017).


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Πληθαίνουν οι φωνές στους κόλπους της Εκκλησίας που ζητούν από λαοφιλείς ιεράρχες να αναλάβουν πρωτοβουλίες, που φτάνουν ακόμα και στη δημιουργία «πολιτικής κίνησης» με επικεφαλής ιεράρχη. Μετά τον Πειραιώς Σεραφείμ, ο οποίος έκανε ακόμα μία ηγετική εμφάνιση, πολλοί ακόμα Μητροπολίτες ζητούν από τον Μεσογαίας Νικόλαο να βγει μπροστά. Την ίδια ώρα πάντως, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ξεκαθαρίζει ότι «η Εκκλησία δεν κάνει πολιτική».

Εδώ και καιρό, άλλωστε -είτε από άμβωνος είτε με ανοιχτές επιστολές ή με συνεντεύξεις- Μητροπολίτες με μεγάλη απήχηση, εκφράζουν την αγωνία τόσο των ίδιων όσο και χιλιάδων πιστών για το πού οδεύει η Ελλάδα. Πληθαίνουν, δε, οι συναντήσεις και οι ζυμώσεις γύρω από την αναγκαιότητα να ακουστούν ακόμα πιο δυνατά και δυναμικά αυτές οι φωνές, ενώ στο τραπέζι έχει πέσει η ιδέα για τη δημιουργία μιας πατριωτικής «κίνησης» με επικεφαλής ρασοφόρο και στελέχωση από πολιτικά πρόσωπα που ασπάζονται τις ίδιες ιδέες και σκέψεις!

Στο εύλογο ερώτημα εάν υπάρχουν ιεράρχες που θα μπορούσαν να βγουν μπροστά, με δυναμική και απήχηση, όπως αυτή του Μακαριστού Χριστόδουλου, η απάντηση είναι «ναι». Ίσως η πιο δυνατή φωνή, μετά από αυτήν του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, στους κόλπους της Εκκλησίας να είναι του Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ. Ο 61χρονος κληρικός, σε πρόσφατη ηγετική του παρέμβαση, έστειλε μηνύματα προς πάσα κατεύθυνση, εκφράζοντας την ενόχληση που υπάρχει για τη στάση που τηρεί τόσο η κυβέρνηση όσο και η -παραδοσιακά φίλα προκείμενη στην Ορθοδοξία- Κεντροδεξιά.

Μειλίχιος, αλλά με λόγο που καθηλώνει και αξιοζήλευτη μόρφωση, ο 62χρονος Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος είναι ένας ιεράρχης ιδιαίτερα αγαπητός στο ποίμνιο του, ενώ το όνομά του ακούγεται όλο και πιο έντονα ως του ρασοφόρου που θα μπορούσε να ηγηθεί αυτής της προσπάθειας, εάν τελικά αποφασιστεί η Εκκλησία να βγει ακόμα πιο δυναμικά μπροστά.

Ακόμη πιο σκληρός εμφανίστηκε με επιστολή του προς τον πρόεδρο της ΝΔ Κυριάκο Μητσοτάκη ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιος, ο οποίος έγραψε: «Παρακαλώ να γράψετε κάπου στο μυαλό σας: Το θέμα «Τάμα του Έθνους» θα είναι ή η δόξα σας ή ο πολιτικός τάφος σας! Οι γνήσιοι Έλληνες έχουν πολύ πληγωθεί από τη στάση σας. Διότι άλλο πράγμα είναι να πείτε στους βουλευτές σας «μην υπογράφετε» και άλλο να τους πείτε «πάρετε πίσω την υπογραφή σας». Αυτό, δηλαδή το δεύτερο, συνιστά πράξη προδοσίας!».

Κατά γενική ομολογία, η περίοδος που διανύουμε δεν είναι και η καλύτερη όσον αφορά τις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας, με την «πρώτη φορά Αριστερά» κυβέρνηση να επιλέγει να ανοίξει ευαίσθητα θέματα. Ακόμη και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, ένας θρησκευτικός ηγέτης που δείχνει συνεχώς τις προθέσεις του για αγαστή συνεργασία και συμπόρευση σε αυτές τις τόσο δύσκολες ώρες για τον τόπο μας, δεν μπορεί να κρύψει την ενόχλησή του για ζητήματα όπως το μάθημα των θρησκευτικών, τη «θεματική εβδομάδα» στα σχολεία ή το σύμφωνο συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών.

Η Εκκλησία δεν είναι αρνητική στις αλλαγές, ούτε υπέρμαχη του συντηρητισμού, όπως άλλωστε φαίνεται και από τα λόγια του Μητροπολίτη Μεσογαίας Νικόλαου: «Πρέπει να αλλάξει το μάθημα των θρησκευτικών, καθώς είναι δεξαμενή και κιβωτός αξιών. Όλοι πρέπει να καθίσουν και να συζητήσουν πώς θα γίνει καλύτερο το μάθημα. Να έχει ορθόδοξο προσανατολισμό, αλλά να έχει και μια ενημέρωση».

Το πόσο κοντά ή μακριά είμαστε από τη δημιουργία πολιτικού κόμματος με επικεφαλής ιεράρχη είναι κάτι που θα φανεί στο άμεσο μέλλον και θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις σε πολλά μέτωπα. Πάντως από τα αποσπάσματα της συνομιλίας που είχε ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ με τον πρόεδρο του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος Ελλάδος κ. Νίκο Νικολόπουλο φαίνεται ότι κάτι κινείται! Το σίγουρο είναι πως εάν αποφασιστεί, θα πρόκειται για μία κίνηση που θα ταρακουνήσει το πολιτικό σύστημα και ιδιαίτερα τα κόμματα που παραδοσιακά προσέλκυαν τους συντηρητικούς ψηφοφόρους.

Πηγή RizopoulosPost



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Tου David Gardner
Financial Times


Αν ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θέλει να εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε στην ορκωμοσία ότι θα «εξαλείψει την ριζοσπαστική ισλαμιστική τρομοκρατία», θα πρέπει να αποφασίσει πολύ σύντομα με ποιον θα το κάνει.

Η μάχη για την ανακατάληψη της Μοσούλης, της πόλης στο βόρειο Ιράκ που κατέλαβε το ISIS με μια αστραπιαία επίθεση το 2014, βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο. Ειδικές δυνάμεις των ΗΠΑ επιχειρούν μαζί με επίλεκτες ιρακινές μονάδες και έχουν συμμαχήσει με Κούρδους Περσμεργκά και Σιίτες πολιτοφύλακες που στηρίζονται από το Ιράν.

Αυτό σημαίνει πως πρέπει να γίνει μια επιλογή ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστές συμμάχους των ΗΠΑ: τη σύμμαχο στο ΝΑΤΟ, Τουρκία και τις πολιτοφυλακές Σύρων Κούρδων, γνωστές και ως Λαϊκές Μονάδες Προστασίας (YPG).

Η απόφαση του κ. Τραμπ δεν θα κρίνει μόνο την ήττα του τζιχαντιστικού χαλιφάτου του ISIS στα εδάφη στη Συρία και στο Ιράκ. Κρίνεται και το μέλλον των Κούρδων, ενός λαού χωρίς κράτος που ζει διασκορπισμένος στη Συρία, το Ιράκ, την Τουρκία και το Ιράν.

Στην διάρκεια της περσινής προεκλογικής καμπάνιας, ο κ. Τραμπ έπλεξε το εγκώμιο των κουρδικών δυνάμεων, λέγοντας πως «απέδειξαν πως είναι οι καλύτεροι μαχητές» και ότι «είναι οι πιο πιστοί σε μας». Αυτό έχει δημιουργήσει ελπίδες στους Κούρδους.

Οι Κούρδοι του Ιράκ, οι οποίοι είναι αυτοδιοικούμενοι και διαθέτουν πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου εντός των εδαφών της περιφερειακής κυβέρνησης του Κουρδιστάν (KRG), θέλουν η Αμερική να δώσει τις ευλογίες της στην αποχώρηση τους από το σιιτικό Ιράκ, με το οποίο πιστεύουν ότι δεν θα μοιραστούν ποτέ την εξουσία.

Το συριακό YPG, στο οποίο οι ΗΠΑ προσφέρουν αεροπορική κάλυψη, αναζητά καλύτερα όπλα και πολιτική στήριξη για να πάρει την εξουσία εντός της Συρίας. Οι Σύροι Κούρδοι μαχητές απέκτησαν διαστάσεις θρύλου, όταν νίκησαν δυνάμεις του ISIS που ως τότε φαίνονταν ασταμάτητες, στην πολυορκία του Κομπανί στα τουρκικά σύνορα το 2014-15.

Οι αφηγήσεις για το θάρρος και την τόλμη τους, τα κατορθώματα των γυναικών μαχητών τους -ένα αισθητικό δώρο στα μέσα ενημέρωσης- και το ασυναγώνιστο ιστορικό επιτυχιών στις μάχες με το ISIS, τους κατέστησαν σχεδόν αναντικατάστατους συμμάχους των ΗΠΑ.

Oι φόβοι της Τουρκίας μεγάλωναν από κοινού με την επιτυχία των Κούρδων, ειδικά όσον αφορά το ενδεχόμενο τα εδαφική κέρδη των Κούρδων της Συρίας στα νότια σύνορα της να παρακινήσουν τους Κούρδους της Τουρκίας να διεκδικήσουν την αυτοκυριαρχία τους στην άλλη πλευρά των συνόρων. Η επιθετικότητα της Άγκυρας ενισχύεται και από τις σχέσεις του YPG με το PKK, με το οποίο η Τουρκία βρίσκεται σε πόλεμο σχεδόν ακατάπαυστα από το 1984.

Ωστόσο, αν και η Τουρκία είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ, η νέο-ισλαμιστική της κυβέρνηση, στην οποία κυριαρχεί ο πρόεδρος Ρεσέπ Ταγίπ Ερντογάν, δεν βρίσκεται στην πιο ισχυρή θέση.

Αφοσιωμένη στην κατάρριψη του καθεστώτος Άσσαντ στη Συρία και αναλαμβάνοντας ηγετικό ρόλο στα πρώην αραβικά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που είχαν κλυδωνιστεί μετά το 2011, η Τουρκία επί πέντε έτη επέτρεπε σε τζιχαντιστές και Σύρους αντάρτες να περνούν από τα εδάφη της. Αν και ακολούθησε μια σειρά βομβιστικών επιθέσεων του ISIS, από το αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης μέχρι το σιδηροδρομικό σταθμό στην Άγκυρα, η Τουρκία μόλις το περασμένο καλοκαίρι άρχισε τον πόλεμο κατά των τζιχαντιστών.

Αλλά αυτό δεν θα παρακινήσει αναγκαστικά τον πρόεδρο Τραμπ να εγκαταλείψει το YPG και να συμμαχήσει με την Τουρκία κατά του ISIS για την ανακατάληψη της Ράκα.

Η Τουρκία έστειλε στρατιώτες στο βορειο-δυτικό τμήμα της Συρίας τον Αύγουστο, στο πλευρό 3.000 μαχητών του λεγόμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού, εκτοπίζοντας το ISIS από μια λωρίδα 98 χιλιομέτρων στα σύνορα. Ο βασικός της στόχος ήταν να εμποδίσει τους μαχητές του YPG να περάσουν τον ποταμό Ευφράτη και να ενώσουν τα δύο ανατολικά τους καντόνια με την Αφρίν, την περιοχή που ελέγχουν στη Δύση. Για να το κάνει αυτό, ο κ. Ερντογάν έπρεπε να λάβει το πράσινο φως από τον Βλαντιμίρ Πούτιν, οι αεροπορικές δυνάμεις του οποίου βοηθούσαν τον Άσσαντ να ανακαταλάβει το Χαλέπι.

Για ορισμένους αντάρτες, η Τουρκία απορρόφησε ουσιαστικά τους υπερασπιστές του τελευταίου μεγάλου αστικού προπύργιου της αντιπολίτευσης, αλλάζοντας την πορεία του πολέμου με την συνεργασία με τη Ρωσία.

Ως εκ τούτου, η αξιοπιστία της Τουρκίας στη Συρία, για οτιδήποτε πέρα από την αποφασιστικότητα της να σταματήσει την επέλαση των Κούρδων, είναι αμφιλεγόμενη. Κατά τη διάρκεια αυτής της άγριας και μεταλλασσόμενης σύγκρουσης, οι Κούρδοι της Τουρκίας υπερασπίστηκαν πιο πολύ τα σύνορα της χώρας τους από ότι οι Τούρκοι και οι περιοχές που ελέγχουν ήταν καλύτερα προστατευμένες απέναντι στην διείσδυση τζιχαντιστών. Μαζί με περίπου 5.000 Σύρους Άραβες πολιτοφύλακες, μπορούν να παρατάξουν 30.000 μαχητές και να κατευθυνθούν προς τη Ράκα.

Αν η Τουρκία δεν στείλει μονάδες του στρατού της -που έχει αποδυναμωθεί από τις εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν το πραξικόπημα κατά του κ. Ερντογάν- δεν μπορεί να συναγωνιστεί τους Κούρδους της Συρίας. Οι δυνάμεις του Ελεύθερου Συριακού Στρατού και άλλων Ισλαμιστών αντιστοιχούν σε περίπου 3.000 με 5.000 μαχητές. Χρειάστηκαν τρεις μήνες για να καταλάβουν την βορειοδυτική πόλη Αλ-Μπαμπ από το ISIS.

H πρόταση της Άγκυρας για την πολύ μεγαλύτερη μάχη για τη Ράκα, έχει να κάνει για άλλη μια φορά με το να σταματήσει η πορεία του YPG. «Η Άγκυρα δεν θέλει απλώς να αποτρέψει τα δύο κουρδικά καντόνια στα ανατολικά του ποταμού Ευφράτη από το να ενωθούν με αυτό στη Δύση» γράφει ο Σενγκίζ Καντάρ, βετεράνος Τούρκος αναλυτής. «Θέλει επίσης να χωρίσει τα δύο καντόνια στα ανατολικά», προσθέτει.

Όταν η δυναμική των Κούρδων της Συρίας άρχισε να μεταδίδεται το 2015 και στις περιοχές που ελέγχουν οι Κούρδοι της Τουρκίας, ο μιλιταρισμός του PKK ευνόησε τον κ. Ερντογάν, ο οποίος χρειαζόταν μια εθνικιστική ατζέντα για να εδραιώσει την αυταρχική του ισχύ. Αλλά αυτό ήταν πριν εμφανιστεί ο πρόεδρος Τραμπ με την πολιτική του κατά του ISIS. Πρέπει τώρα να αποφασίσει ανάμεσα σε μια περιορισμένη, λιγότερη πειστική τουρκική επιχείρηση - την Ασπίδα του Ευφράτη - και την κουρδική επέλαση που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, γνωστή ως Οργή του Ευφράτη.

Πηγή Euro2day


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Οι δημοσκοπήσεις στην Τουρκία δείχνουν σταθερά ότι ο Ερντογάν χάνει το δημοψήφισμα. Ο σουλτάνος βρήκε αμέσως τη λύση: απαγόρευσε τις δημοσκοπήσεις!

Ο Ερντογάν πιστεύει ότι η δημοσιοποίηση διαδοχικών δημοσκοπήσεων που δείχνουν ότι το όχι επικρατεί,χειροτερεύει την κατάσταση.Την οποία πιστεύει ακόμη ότι μπορεί να ανατρέψει με συγκεντρώσεις σ΄ όλη τη χώρα μέχρι τα μέσα Μαρτίου. Μετά απ΄ αυτές τις συγκεντρώσεις, λένε οι πληροφορίες θα ζητήσει ξανά αποτελέσματα δημοσκοπήσεων. Αν θα επιτρέψει τη δημοσιοποίησή τους, εξαρτάται από… τα αποτελέσματα.

Έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα η Αθήνα παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον τις δημοσκοπήσεις του Ερντογάν. Για να μπορέσει να προβλέψει με μεγαλύτερη ασφάλεια αν και πότε θα μας προκύψει κάποια κλιμάκωση στα ελληνοτουρκικά: πριν ή μετά το δημοψήφισμα.

Πηγή Militaire


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Είναι βέβαιο ότι οι Τούρκοι δεν θα δεχθούν αμαχητί τον αποκλεισμό τους από τα ενεργειακά κοιτάσματα της κυπριακής και ελλαδικής ΑΟΖ

Εξέπληξαν οι διαρροές από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, περί ανησυχιών για δημιουργία θερμού επεισοδίου στην Κύπρο από την Τουρκία. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ «ανώτατες πηγές του υπουργείου Άμυνας απεκάλυψαν ότι αναμένουν τον Ιούνιο, η Τουρκία να δημιουργήσει "ιστορία" στα κυπριακά ύδατα. Αφορμή όπως λένε αποτελεί το γεγονός ότι τον Ιούνιο έχει προγραμματιστεί γεώτρηση από την εταιρεία Total».

Ο Κύπριος κυβερνητικός εκπρόσωπος, απαντώντας σ’ αυτές τις διαρροές από το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας, δήλωσε ότι «Δεν υπάρχει τέτοια πληροφόρηση, ούτε επιβεβαιώνονται τέτοιοι ισχυρισμοί».

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι γιατί υπήρξαν αυτές οι διαρροές. Για να ενημερωθούν οι Τούρκοι ότι γνωρίζουμε τις διαθέσεις τους -αν πράγματι τις έχουν- ώστε δεν θα μας αιφνιδιάσουν; Ή μήπως, οι διαρροές αποτελούν συνέχεια του πολύχρονου "παιχνιδιού" του εν λόγω Υπουργείου, που όταν θέλει να προμηθευθεί οπλικά συστήματα, μας εμβάλλει τον φόβο ώστε να μη αντιδράσουν όσοι θεωρούν σπατάλη τα έξοδα για εξοπλιστικά;

Επί δεκαετίες, με την έναρξη της άνοιξης, τροφοδοτούμαστε από διαρροές περί επικείμενου θερμού επεισοδίου κατά το θέρος, και σιγούσαν ή εξασθενούσαν οι φωνές των αριστεριστών των Συνιστωσών και των δογματικών κομμουνιστών, με αποτέλεσμα να πραγματοποιούνται ακόμη κα αγορές οπλικών συστημάτων που δεν χρειαζόμασταν, αλλά τα χρειάζονταν οι κατασκευάστριες εταιρίες, οι μεσάζοντες και οι δωροδοκούμενοι.

Όπως έχουν βέβαια σήμερα τα πράγματα και όπλα χρειαζόμαστε, και οι δωροδοκίες, αν δεν εξέλειπαν εντελώς, περιορίσθηκαν, όχι επειδή αιφνιδίως απέκτησαν ήθος οι δωρεοδόχοι και οι δωρεολήπτες, αλλά ελλείψει ικανών χρηματικών ποσών. Τα δε προς αγορά ή προς ανακαίνιση οπλικά συστήματα είναι όντως απαραίτητα σήμερα, μετά από παύση προμήθειας επί σειρά ετών, αλλά δεν βρίσκουν όλους σύμφωνους.

Μήπως, επομένως, οι διαρροές -που πάντοτε σχεδόν είναι στοχευμένες και καθόλου τυχαίες- έχουν παραλήπτη τον Φίλη και τις αριστερίστικες Συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, που διαδήλωναν με συνθήματα "Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του"; Έτσι άραγε, θέλει ο Καμμένος να κάμψει τις δήθεν ειρηνόφιλες διαθέσεις της γνωστής παρέας -που δεν μπορεί να είναι ειλικρινείς, από τη στιγμή που ταυτοχρόνως είναι και σταλινικές- η οποία θεωρεί υπεύθυνο τον Υπουργό Άμυνας για την αποπομπή του Φίλη από το Υπουργείο; Αν έτσι είναι, που το θεωρώ και πιθανότερο, προφανώς δεν είναι ο καλύτερος τρόπος κάμψης της αντιστάσεως του Φίλη και των συν αυτώ σκεπτομένων, λόγω του ότι ο λαός δεν έχει διάθεση να του προστεθεί και άλλος φόρτος ανησυχιών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εφησυχάζουμε. Οι Τούρκοι δεν θα δεχθούν αμαχητί τον αποκλεισμό τους από τα ενεργειακά κοιτάσματα της κυπριακής και ελλαδικής ΑΟΖ. Και στόχος τους δεν είναι μόνον τα κυπριακά θαλάσσια Οικόπεδα, αλλά και τα πέριξ του Καστελόριζου.

Ο Ιωάννης Μάζης, καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, απάντησε στο ερώτημα αν ο Ερντογάν θα μείνει μόνον στα λόγια ή θα προβεί και σε πράξεις κατά της Ελλάδας, και με ποιον τρόπο: Yπάρχουν τρόποι, είπε.
«Πρώτα-πρώτα μπορεί να κοιτάξει στο ασθενέστερο σημείο της Ελλάδος να προσδιορίσει τις δράσεις του. Το ασθενέστερο σημείο της Ελλάδος είναι το σύμπλεγμα του Καστελόριζου. Μεγίστη-Στρογγύλη και Ρω.
Πρέπει να το λάβουμε σοβαρά αυτό υπόψη διότι στον συγκεκριμένο χώρο μπορεί να δράσει με μεγαλύτερη άνεση και επιπλέον η Στρογγύλη έχει το χαρακτηριστικό ότι δια της παρουσίας της εξασφαλίζει τη σύνδεση της ελληνικής με την κυπριακή ΑΟΖ. Συνεπώς εάν από την κίνησή του θέλει να εξασφαλίσει πρώτον μία πολιτική ευχέρεια θα προτιμήσει τις περιοχές αυτές όπου δεν υπάρχει μεγάλη πληθυσμιακή μάζα, ούτως ώστε να δημιουργήσει μεγάλες εντάσεις και δεύτερον να αποκομίσει τα μεγαλύτερα δυνατά και καθοριστικά οφέλη».
Στο ερώτημα αν με όσα λέει εννοεί να επιχειρήσει ο τουρκικός στόλος αποβατική ενέργεια ο κ. Μάζης απάντησε: «Aποβατική ενέργεια. Ναι».

Σημειώνω, ότι αυτές τις ημέρες δημοσίευσε λεπτομερείς χάρτες η "Τουρκική Ανώνυμη Εταιρεία Πετρελαίου" (ΤΡΑΟ), όπου φαίνεται ξεκάθαρα πως το Καστελόριζο και οι πέριξ αυτού ελληνικές νησίδες, αποτελούν βασικό εμπόδιο στις τουρκικές επιδιώξεις. Οι τουρκικές έρευνες της ΤΡΑΟ και οι διαπιστώσεις για την ύπαρξη μεγάλων ενεργειακών κοιτασμάτων στην ευρύτερη περιοχή και πέριξ της Κύπρου, στην ανατολική Μεσόγειο, σημειώνονται στους χάρτες ως διεκδικούμενες από την Τουρκία.
Είναι βέβαιο, πως οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, στην παρούσα φάση είναι σε θέση να προστατεύσουν πλήρως την ελληνική επικράτεια. Όχι, επομένως, σε εκφοβιστικά διλήμματα, αλλά ούτε και εφησυχασμός.

Μακεδών
Πηγή Voria



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Γράφει ο Κώστας Μαντατοφόρος

"Για πείτε μας κάποιο μέτρο απ' αυτά που θα πάρει η κυβέρνηση, για το οποίο είσαστε ευχαριστημένος", ρώτησε ο δημοσιογράφος τον τσυριζαίο βουλευτή.
"Το ότι θα μειώσουμε τον ΕΝΦΙΑ 30%", απάντησε ο πιθηκάνθρωπος.

"Ποιόν ΕΝΦΙΑ; Εκείνον που θα καταργούσατε μόλις παίρνατε την εξουσία; Είστε ευχαριστημένος που θα μειωθεί κατά 30%, ως "αντίμετρο" στην μείωση συντάξεων και αύξηση των εισφορών που θα ξανα-μανα-ψηφίσετε;", έπρεπε να συνεχίσει την ερώτηση ο καλός δημοσιογράφος. Αλλά δεν το έκανε.
"Οι πολίτες ψήφισαν εμάς για κυβέρνηση, αφού είχαμε κάνει και ήταν γνωστή η συμφωνία του Αυγούστου τού '15 με τους δανειστές", συνέχισε το αμοιβόμενο με 8.500 ευρώ τον μήνα κατακάθι του ανθρώπινου είδους.
Και πάλι όμως δεν του υπενθύμισε ο δημοσιογράφος την προεκλογική απάτη με το "παράλληλο πρόγραμμα", αντίμετρο τάχα κι εκείνο στα μέτρα του καινούργιου τότε μνημονίου.

Δεν είναι ότι έχει πεθάνει η λογική, η αλήθεια, η τσίπα.
Δεν είναι ότι η ξετσιπωσιά τους ξεχειλίζει απ' τ' αυτιά, κι από παντού.
Δεν είναι ότι είναι απατεώνες, εγκληματίες, δολοφόνοι.

Είναι που τους ανεχόμαστε.

Είναι που δεν τον περίμεναν μετά, στην έξοδό του από το τηλεοπτικό στούντιο καμιά χιλιάδα συμπολίτες μας να του δείξουν τα "αντίμετρα" που θα έπρεπε να είχαμε πάρει εμείς για όλους αυτούς.

Είναι που μας ζητούν εναγωνίως να καταδικάσουμε την βία  "από όπου και αν προέρχεται!", γνωρίζοντας απόλυτα τί θα έπρεπε κανονικά να έχει προκαλέσει η νεοφιλελεύθερη δωσιλογική πολιτική τους.

Είναι που θέλουν να δεχτούμε τον συγκαλυμμένο τους φασισμό αδιαμαρτύρητα.
Και είναι που εμείς το κάνουμε.

Ως πότε;...

Πηγή "Ουδέν Σχόλιον"



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η εβδομαδιαία εφημερίδα Die Zeit επιχειρεί σε εκτενές της δημοσίευμα έναν παραλληλισμό της ελληνικής περίπτωσης με αυτήν της Γαλλίας ενόψει των κρίσιμων προεδρικών εκλογών, εξετάζοντας το ενδεχόμενο να αναδειχθεί νικήτρια σε αυτές η επικεφαλής του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου.

«Τι θα συμβεί αν η Μαρίν Λεπέν εκλεγεί πρόεδρος της Γαλλίας; Οι Ευρωπαίοι το θεωρούν πιθανό. Φοβούνται, αλλά δεν έχουν στρατηγική», σημειώνει η εφημερίδα του Αμβούργου, προσθέτοντας ότι όποιος ακούει τα όσα λέγονται αυτό το διάστημα «σε υπουργεία του Βερολίνου και διαδρόμους των Βρυξελλών, σε οικονομικούς και κυβερνητικούς κύκλους, κάνει εκπληκτικές διαπιστώσεις». Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Zeit, «είτε υπουργοί και διπλωμάτες είτε τραπεζίτες και επίτροποι της ΕΕ – όλοι φοβούνται και αγωνιούν, απωθούν (σ.σ. τη σκέψη) και παίζουν νευρικά με τα χέρια τους. Μόνο ένα δεν κάνουν προφανέστατα: Δεν προετοιμάζονται (σ.σ. για το ενδεχόμενο νίκης της Λεπέν)».

Το ρεπορτάζ σημειώνει ότι η Μαρίν Λεπέν δεν επιτρέπει καμία αμφιβολία για το ποιοι είναι οι στόχοι της. «'Είναι καιρός να τελειώνουμε με την ΕΕ!', επανέλαβε πριν από μερικές ημέρες. Έμπιστοι συνεργάτες της τονίζουν ότι το σημαντικότερο εγχείρημα στους πρώτους μήνες της προεδρίας της θα είναι η έξοδος από το ευρώ». Όπως επισημαίνει η εφημερίδα, απεσταλμένοι του Εθνικού Μετώπου είχαν τις τελευταίες εβδομάδες συναντήσεις σε Παρίσι, Βρυξέλλες και Στρασβούργο με αναλυτές μεγάλων επενδυτικών οίκων, μεταξύ άλλων της αμερικανικής Black Rock, για να τους παρουσιάσουν τα σχέδιά τους. Υψηλόβαθμο στέλεχος επενδυτικής τράπεζας σχολίασε ότι οι συναντήσεις του θύμισαν αντίστοιχες με τον πρώην υπουργό Οικονομικών της Ελλάδας Γιάνη Βαρουφάκη. «Και αυτός είχε ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα, αλλά στο τέλος δεν μπόρεσε να εφαρμόσει τίποτα από αυτά που περιλάμβανε».

Σύμφωνα με την Zeit, και εντός της γερμανικής κυβέρνησης θυμούνται αυτές τις ημέρες «τις εμπειρίες με την Ελλάδα». Όπως σημειώνει το άρθρο, «εκεί είχε εκλεγεί προ δύο ετών μια κυβέρνηση που ζήτησε μέσω δημοψηφίσματος επιβεβαίωση της πολιτικής της εναντίον της κρατούσας πολιτικής στην ευρωζώνη. Όμως όταν συνειδητοποίησαν οι πολίτες τι ακριβώς θα σήμαινε η έξοδος από τη νομισματική ένωση, ο ενθουσιασμός για τη δραχμή πέρασε γρήγορα. Μια παρόμοια προσγείωση, ελπίζουν (σ.σ. στη γερμανική κυβέρνηση), μπορεί να επίκειται και για τους Γάλλους».

Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει η γερμανική εφημερίδα, «η γαλλική συμβολή στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ είναι πολλαπλάσια μεγαλύτερη από την αντίστοιχη της Ελλάδας. Και απέναντι στην τεράστια πολιτική ισχύ της Μαρίν Λεπέν ο έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας φαίνεται σαν άκακος νεανίας».

Πηγή DW


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου

Όλα μας έδειχναν εδώ και μήνες ότι η σταδιακή αύξηση της τουρκικής προκλητικότητας τόσο σε επίπεδο ρητορικής όσο και σε επίπεδο στρατιωτικών ενεργειών είναι μία στρατηγική επιλογή της Άγκυρας και πολλοί αφυπνιστικά «φωνάζαμε» για αυτό! Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ζώντας μέχρι σήμερα σε μία ευφραντική φαντασίωση ότι όσα πράττει η Τουρκία είναι για εσωτερική κατανάλωση, αντιλαμβανόμενη πλέον ότι βρισκόμαστε στην αρχή μιας παρατεταμένης κρίσης με άγνωστη κατάληξη, δείχνει «πελαγωμένη» με εμφανή την αδυναμία της να χειριστεί και αυτό το εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα.

Είναι μάλιστα τόσο πελαγωμένη που Κυβέρνηση και Πρωθυπουργός έχουν αφήσει τον υπουργό Εθνικής Άμυνας κ. Καμμένο να χειρίζεται το όλο θέμα, να κάνει… δηλώσεις και μάλιστα να υποσκελίζει τον καθ’ ύλην αρμόδιο σε αυτή την φάση υπουργό Εξωτερικών κ. Νίκο Κοτζιά, ο οποίος παρεμπιπτόντως και κατά γενική ομολογία λέει αυτά που πρέπει να πει με ένα σοβαρό λόγο που δεν επιδέχεται παρερμηνείας.

Οι σημερινοί κυβερνώντες θα έπρεπε να έχουν διδαχτεί πολλά από τα όσα τραγελαφικά συνέβησαν από κυβερνητικής πλευράς πριν και κατά την κρίση των Ιμίων και καλό θα ήταν να μην κάνουν άσχετες συγκρίσεις με τους «τότε»! Οι γνωστές δηλώσεις του κ. Καμμένου στον ΣΚΑΙ την… Κυριακή των Αποκριών, αφού για τις ποιοτικά αναβαθμισμένες τουρκικές προκλήσεις των προηγουμένων ημερών είχε ήδη τοποθετηθεί με ξεκάθαρο τρόπο ο αρμόδιος υπουργός Εξωτερικών κ. Κοτζιάς, αποδεικνύουν ότι η διαχείριση της διαφαινόμενης κρίσεως λαμβάνει εντελώς λανθασμένα προσωπικό χαρακτήρα, έχοντας πίσω της μάλιστα και το κίνητρο πολιτικής προβολής. Χθες πάλι «πηγές του ΥΠΕΘΑ» επιδόθηκαν σε μία νέα άνευ ορίων μπαρουφολογία εμπλέκοντας εντελώς λανθασμένα και την Κύπρο αιφνιδιάζοντας τους πάντες και δημιουργώντας κλίμα αμηχανίας σε Αθήνα και Λευκωσία.

Πόσο σοβαρή είναι όμως μία χώρα της οποίας ο Πρωθυπουργός επιτρέπει σε υπουργό να ασκεί «πολιτική» με ατάκες ελληνικού κινηματογράφου οι οποίες το μόνο που επιτυγχάνουν είναι πρόσκαιρο επικοινωνιακό εντυπωσιασμό αλλά δυστυχώς και συνάμα έναν επικίνδυνο αυτοεγκλωβισμό; Και αν τελικά επιτρέπει αυτό στον αναπληρωτή υπουργό Υγείας, αυτό είναι εθνικά επικίνδυνο όταν πρόκειται για τον υπουργό Εθνικής Άμυνας. Ο κ. Καμμένος ας φροντίσει ως πολιτικός προϊστάμενος των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας, για την αθόρυβη επαύξηση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων τους, προκειμένου «τα λόγια να μπορούν να υποστηριχτούν με έργα και με… μέσα» με ότι αυτό σημαίνει, και αυτοί που γνωρίζουν αντιλαμβάνονται τι σημαίνει (για ευνόητους λόγους δεν θα επεκταθούμε επί του παρόντος). Σύντομη και αθόρυβη στρατιωτική προετοιμασία χωρίς μεγάλα λόγια κενά περιεχομένου με διακηρυκτική αποτροπή χωρίς όμως εξυπνακισμούς και «τσαμπουκάδες πεζοδρομίου» που εξυπηρετούν πρωτίστως την Τουρκία και όσους εδώ αρέσκονται σε ανόητους λεονταρισμούς. Αυτό είναι το κύριο έργο του ΥΕΘΑ!

Και φθάνουμε αναπόφευκτα στο κρίσιμο ερώτημα. Υπάρχει ή όχι κ. Πρωθυπουργέ θεσμικό κυβερνητικό όργανο για την αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων; Για ποιόν λόγο δεν έχει συγκληθεί μέχρι σήμερα, όπως θα έκανε κάθε σοβαρή χώρα, το καθ’ ύλη αρμόδιο και συλλογικό Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) για να εκτιμήσει την κατάσταση που δημιουργείται από τη συνεχώς αυξανόμενη τουρκική επιθετικότητα και ένταση που όπως εκτιμάται οδηγείται σε μία παρατεταμένη κρίση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 του Ν.1558/1985 (λειτουργία και αρμοδιότητες ΚΥΣΕΑ). Αυτό λαμβάνει αποφάσεις και καθορίζει ενέργειες. Εκεί θα έπρεπε να μιλήσει ο κ. υπουργός Εθνικής Άμυνας και να θέσει προ των ευθυνών όλη την Κυβέρνηση για το τι χρειάζονται χθες, όχι αύριο… αλλά χθες οι ΕΔ για να πετύχουν την μεγίστη δυνατή διαθεσιμότητα. Εκεί και όχι στους δημοσιογράφους να τεθεί το σημαντικό θέμα της απαράδεκτα χαμηλής επάνδρωσης και εκεί θα έπρεπε να εξεταστεί το θέμα της αντιμετώπισης «της τουρκικής πατημασιάς σε κυρίαρχο ελληνικό έδαφος» και όχι σε τηλεοπτικό κανάλι. Δεν χρειάζεται και ούτε θα πρέπει να μάθουμε εμείς τις λεπτομέρειες των εκτιμήσεων και αποφάσεων. Θα έπρεπε όμως εχθροί και φίλοι να γνωρίζουν ότι οι θεσμικοί μηχανισμοί της χώρας λειτουργούν. Όπως θα πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένα τα όρια και οι αρμοδιότητες του ΥΠΕΞ και του ΥΠΕΘΑ. Και σε αυτή την φάση, την βασική ευθύνη σε ότι αφορά τις δηλώσεις (δημόσια διπλωματία λέγεται για όσους δεν τον γνωρίζουν) την έχει ο κ. Κοτζιάς. Κάθε επίσημη δήλωση πρέπει να είναι προσεκτική και σκοπευμένη μέσα στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΚΥΣΕΑ ως υπεύθυνου συλλογικού φορέα διαχείρισης και όχι ότι η παρόρμηση και ο συναισθηματισμός καθοδηγεί τον όποιο υπουργό!

Στην Ελλάδα, στην Τουρκία και στη διεθνή κοινότητα αυτός που έπρεπε να καταλάβει θα… καταλάβαινε μία δήλωση με υπογραφή του ΚΥΣΕΑ της μορφής: «Τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος διασφαλίζονται από το Διεθνές Δίκαιο και οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας έχουν την ικανότητα και κυρίως την αποφασιστικότητα να τα διασφαλίσουν. Η Τουρκία με την επιθετικότητα της θέτει σε μεγάλο κίνδυνο την ασφάλεια της περιοχής και την συνοχή της ΝΑ πτέρυγας του ΝΑΤΟ!»

Παραφράζοντας ολίγον τι τον Σουν Τζου θα ήθελα ως επίλογο να επισημάνω «ότι επικοινωνιακοί εντυπωσιασμοί αλλά και τακτικισμοί έναντι συνεκτικής Στρατηγικής είναι ο... θόρυβος πριν τις επικίνδυνες περιπέτειες» για να μην πω… ήττα όπως μνημονεύει ο ίδιος ο Κινέζος συγγραφέας. Την υπέρτατη ευθύνη όμως φέρει ο ίδιος ο Πρωθυπουργός!

Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Της Σοφίας Μανδηλαρά

Το αγγλικό λεξικό της Οξφόρδης επέλεξε ως λέξη της χρονιάς για το 2016 τον όρο «post-truth» που στα ελληνικά αποδίδεται ως «μετα-αλήθεια». Η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια συνθήκη στην οποία «τα αντικειμενικά γεγονότα έχουν μικρότερη επιρροή στον σχηματισμό της κοινής γνώμης από ότι η επίκληση στο συναίσθημα ή στις προσωπικές πεποιθήσεις».

Σύμφωνα με τον Guardian η χρήση του όρου αυξήθηκε το 2016 κατά 2.000% συγκριτικά προς το 2015 και σχετίστηκε κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, με το δημοψήφισμα για την παραμονή της Μεγάλης Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ. Ο πρόεδρος του λεξικού της Οξφόρδης, Casper Grathwohl έκανε μάλιστα την εκτίμηση ότι, δεδομένου πως η χρήση του όρου δεν έχει έκτοτε μειωθεί, δε θα ήταν έκπληξη αν η «μετα-αλήθεια» αναδειχθεί σε «καθοριστική λέξη της εποχής μας».

Στην Ελλάδα είχαμε ενδείξεις για το μέλλον μετά την αντικειμενική αφήγηση των γεγονότων από το 2008. Η αλλοίωση του βίντεο της εν ψυχρώ δολοφονίας του έφηβου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, όταν τηλεοπτικός σταθμός προσέθεσε ήχους που υπονοούσαν συμπλοκή για να κουμπώσει την εικόνα στην πεποίθηση του συντηρητικού του κοινού, δίνει τον τόνο: η μετα-αλήθεια δεν αφορά παρακμιακές, συνωμοσιολογικές ιστοσελίδες αλλά συνολικά τον δημόσιο διάλογο και υπηρετεί κάποια συγκεκριμένη ατζέντα. Ανεξαρτήτως της ερμηνείας των γεγονότων που ακολούθησαν εκείνο τον Δεκέμβρη, δεν είναι τυχαίο ότι η τόσο απροκάλυπτη προσπάθεια παραπλάνησης του κοινού εκδηλώθηκε σε μια από τις πιο κομβικές πρόσφατες στιγμές για την ελληνική κοινωνία.

Ωστόσο, ο όρος μετα-αλήθεια έρχεται να προσθέσει μια ακόμα μεταβλητή στην εξίσωση: την απάθεια. Η προπαγάνδα, ακόμα και οι ψευδείς ειδήσεις, δεν είναι καινούργιες πρακτικές. Όμως το 2016 αναφερόμαστε σε μια νέα κουλτούρα στην οποία συμμετέχουν εξίσου πολιτευόμενοι, δημοσιογράφοι και πολίτες, την «post-truth» ή, κατά τη γνώμη μου ακριβέστερα, «post-factual» εποχή, όταν η αδιαμφισβήτητη επιβεβαίωση ή διάψευση ενός γεγονότος με στοιχεία δεν έχει σημασία. Αν η πραγματικότητα συγκρούεται με την διαμορφωμένη πεποίθηση ή το συναίσθημα, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.

Πρόσφατα, ο Independent δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Πώς η άνοδος του Ντόναλντ Τραμπ επανενεργοποίησε τους νεοναζί της Ελλάδας». Το άρθρο επί της ουσίας παρουσιάζει τις απόψεις ενός μόνο βουλευτή της Χρυσής Αυγής, άρα κατά πάσα πιθανότητα τη γραμμή του κόμματος του, συνοδευμένες από πληροφορίες που με κανένα τρόπο δεν αποδεικνύουν τον τίτλο ή τη θέση του. Ωστόσο, λίγες μέρες πριν είχε δημοσιευτεί ανάλυση με τίτλο «Η πολιτική και οργανωτική κατάσταση της Χρυσής Αυγής σήμερα» από το JailGoldenDawn, που παρακολουθεί τη δράση της Χρυσής Αυγής με επαγγελματική συνέπεια, και που με αριθμούς αποδεικνύει τη συρρίκνωση των δυνάμεων του νεοναζιστικού μορφώματος. Τα στοιχεία δεν εμπόδισαν τη δημοσιογράφο να γράψει το άρθρο, το μέσο να το δημοσιεύσει, η υπενθύμιση της διάψευσης του δεν εμπόδισε το κοινό να το αναπαράγει εκτεταμένα με οπαδικά σχόλια και τα ελληνικά μέσα να κάνουν θέμα ένα μη θέμα, χαρίζοντας πολύτιμη δημοσιότητα στο μίσος και διασπείροντας φόβο.

Μεταξύ των αιτιών του φαινομένου, για το οποίο η συζήτηση έχει μόλις ανοίξει διεθνώς, χαρτογραφούνται η ανάγκη για 24ωρη ροή ειδήσεων που οδηγεί τους δημοσιογράφους σε πλημμελή διασταύρωση, ο εθισμός του κοινού σε άρθρα clickbait (άρθρα που γράφονται μόνο για να προκαλέσουν τον αναγνώστη να πατήσει περισσότερα κλικ στο διαδίκτυο για διαφημιστικούς λόγους) που ευνοούν ακραίες απόψεις και ψεύτικους τίτλους, η αυξανόμενη επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η έλλειψη ισορροπίας στην παρουσίαση των ειδήσεων, η χρήση εργαλείων μάρκετινγκ για την προσέγγιση ειδικών (εμπορικών) κοινών, αντί για την χρονοβόρα δημοσιογραφία ως δημοκρατικό μοχλό ελέγχου της εξουσίας. Κάποιοι πιο ευφάνταστοι αναλυτές προσθέτουν ότι η νομιμοποίηση των ιδιωτικών δυτικών μέσων ενημέρωσης ναρκοθετείται από κρατικά μέσα ελεγχόμενα από τις κυβερνήσεις άλλων κρατών, δίνοντας διαστάσεις σταυροφορίας στην εγγενή αποτυχία αντικειμενικής ενημέρωσης. Στην εποχή της μετα-αλήθειας αυτή η αφήγηση μπορεί να σταθεί.

Όμως αν το αποτέλεσμα είναι η διασπορά της μετα-αλήθειας από τους δημοσιογράφους και η απάθεια ή ακόμα και επικρότηση της από το κοινό, αυτοί οι παράγοντες λειτουργούν μόνο ως καταλύτες. Πολύ συχνά, πηγή της πληροφορίας είναι οι συνήθεις ύποπτοι, οι πολιτικοί.

Πόσα δισεκατομμύρια δημοσίους υπαλλήλους έχει το δημόσιο (Ελλάδα), οι μετανάστες ευθύνονται για την απώλεια εισοδήματος και θέσεων εργασίας (Brexit), η κλιματική αλλαγή είναι κατασκεύασμα των Κινέζων (ΗΠΑ) και τα εμβόλια προκαλούν την αύξηση των κρουσμάτων αυτισμού (διεθνώς). Ζητήματα που παρά την επίσημη, αξιόπιστη και οριστική απάντησή τους διακινούνται προς άγραν εντυπώσεων από πολιτικούς (και «τεχνοκράτες») που εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα. Τα δύο τελευταία θέματα μάλιστα έχουν διατυπωθεί με αυτό τον τρόπο από τον εκλεγμένο πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ που σύμφωνα με έρευνα της Washington Post και του ABC θεωρήθηκε από το κοινό 8 μονάδες περισσότερο ειλικρινής από την Χίλαρυ Κλίντον.

Είναι η μετα-αλήθεια ένας ευφημισμός για το χάος; Όχι, είναι ένα εργαλείο για το χάος και απαιτεί κριτικά αντανακλαστικά απέναντι στην πληροφορία, ειδικά αν αυτή ταιριάζει με την προσωπική μας πεποίθηση. Μια επιβεβαίωση ή μια διάψευση, από όπου κι αν προέρχεται, αξίζει τόσο, όσο τα δεδομένα που την συμπληρώνουν. Και ακουμπάει στον πολίτη, πιο πιεστικά από ποτέ, η ευθύνη της διασταύρωσης του συνθήματος, αφού πλέον λειτουργεί και ο ίδιος ως πομπός διάδοσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «έχω έναν φίλο που ο ξάδερφος του δουλεύει στο νομισματοκοπείο και μου είπε ότι το βράδυ τυπώνουν δραχμές» ή, ακόμα πιο πρόσφατα και θλιβερά, «η Κούνεβα τα κονόμησε από την επίθεση με το οξύ». Η αλήθεια και το ψέμα βρίσκονται στην ίδια αφθονία στις πηγές πληροφόρησης, το στοίχημα στην εποχή της μετα-αλήθειας είναι η επανενεργοποίηση του πολίτη ώστε να σπάσει την απάθεια. Η απάντηση στην μετα-αλήθεια μπορεί να είναι μόνο περισσότερη πραγματικότητα.

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του ΑΠΕ-ΜΠΕ Πρακτορείο.
MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Του Δημήτρη Τσαϊλά

Από την ανεξαρτησία της η Ελλάδα βρίσκεται είτε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία είτε με την Τουρκία που προήλθε από αυτή ως διάδοχο κράτος σε μία διαρκή αντιπαλότητα εμποτισμένη με αμοιβαία δυσπιστία. Τόσο η αναθεωρητική Τουρκία όσο και η υποστηρίζουσα το υπάρχον status quo Ελλάδα επιδίωξαν να ενισχύσουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες για διαφορετικούς λόγους. Για το σκοπό αυτό, έχουμε αποκτήσει σύγχρονα όπλα, ευρισκόμενοι σε ένα συνεχή ανταγωνισμό με την απόκτηση εξελιγμένης στρατιωτικής τεχνολογίας.

Κατά τη διάρκεια της “προ Ιμίων κρίσεως” ο στόχος του προγραμματισμού αμυντικών προμηθειών ήταν σχετικά πιο απλός. Η τουρκική απειλή απαιτούσε την τοποθέτηση ικανών στρατιωτικών δυνάμεων για έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, με την προτεραιότητα υπεράσπισης του χώρου του Αιγαίου και της οριογραμμής του Έβρου. Αυτή η κατάσταση που εξυπηρετούσε το τότε συμφωνηθέν σενάριο όσον αφορά τη σχεδίαση και την ανάπτυξη των δυνάμεων σε σχέση με τους πιθανούς κινδύνους ενός πολέμου, δεν επαληθεύτηκε ποτέ. Στη συνέχεια, στη “μετά Ίμια εποχή” υπήρξαν πολλά προγράμματα εκσυγχρονισμού της εθνικής αμυντικής δύναμης, καθώς επίσης έγινε μεγάλη προσπάθεια διατήρησης ενός ποιοτικού πλεονεκτήματος σε σχέση με την τουρκική απειλή.

Σήμερα καθώς διανύουμε μια πολύ κρίσιμη περίοδο, όπου υπάρχουν διεθνείς ανακατατάξεις στο γεωπολιτικό χώρο της Ευρασίας, η πατρίδα μας που έχει σημαντικά ζωτικά συμφέροντα στο θαλάσσιο χώρο, βρίσκεται σε ένα σημαντικό σταυροδρόμι όσον αφορά τους εξοπλισμούς. Στην “ανατολή” των ερευνών υδρογονανθράκων σε όλη την ελληνική θαλάσσια περιοχή και τη νοτιανατολική Μεσόγειο, καθώς και στην υπόθεση διακήρυξης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, βλέπουμε τη συνεχιζόμενη κύρια απειλή κατά της πατρίδος μας, την Τουρκία, να ενισχύει την αμυντική της ισχύ με εξελιγμένα οπλικά συστήματα και να αναπτύσσει ναυτικές μονάδες και στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.

Από την πλευρά μας διαφαίνεται ένα έλλειμμα εθνικής στρατηγικής, το οποίο θα έπρεπε να παρέχει την εννοιολογική σύνδεση, μεταξύ των εθνικών σκοπών και των περιορισμένων πόρων, υπό την έννοια του μετασχηματισμού των πόρων σε μέσα κατά τη διάρκεια της περιόδου ειρήνης και της κατανομής των μέσων κατά τη διάρκεια του πολέμου. Πέραν αυτής της θεωρητικής προσέγγισης, απαιτούνται και τρεις παραδοχές, για να αποσαφηνίσουμε τη θέση μας.

Κατ' αρχάς, η στρατηγική συνίσταται στη συνέργεια των εθνικών σκοπών της πολιτικής με τα περιορισμένα διαθέσιμα μέσα για να τους επιτύχει. Αμφότερα, η στρατηγική και τα οικονομικά σχετίζονται με την εφαρμογή των περιορισμένων πόρων ώστε να επιτευχθούν οι καθορισμένοι σκοποί, στους οποίους αντιτάσσεται ενεργά στην επίτευξή τους η Τουρκία.

Δεύτερον, η στρατηγική πρέπει να συμβάλλει στη διευκρίνιση των σκοπών της πολιτικής με την ταξινόμηση προτεραιοτήτων λαμβάνοντας υπόψη, τους περιορισμένους πόρους και όχι την κατανομή με λογιστική διάθεση. Χωρίς αυτή την ταξινόμηση μεταξύ των ανταγωνιστικών σκοπών, όλα τα ενδιαφέροντα και όλες οι απειλές θα εμφανιστούν ίσης αξίας. Ελλείψει της ταξινόμησης, οι αρμόδιοι για το σχεδιασμό επιτελείς θα βρεθούν στην κατάσταση που περιγράφεται από το σοφό λαό: «Όποιος προσπαθεί να υπερασπιστεί πάρα πολλά, τελικά δεν υπερασπίζει τίποτα».

Τέλος, η στρατηγική πρέπει να αντιλαμβάνεται τους πόρους ως μέσα υπέρ της πολιτικής. Οι πόροι όμως, δεν είναι μέσα έως ότου η στρατηγική μας παρέξει με τη σχεδίαση το πώς θα οργανωθούν και θα απορροφηθούν, τα μέσα επ’ ωφελεία των τρόπων ενεργείας. Οι προϋπολογισμοί άμυνας και το ανθρώπινο δυναμικό είναι πόροι. Η πολιτική εθνικής ασφαλείας οργανώνει αυτούς τους πόρους στις ένοπλες δυνάμεις και τους αξιοποιεί έπειτα για να αποτρέψει τον πόλεμο ή για να επικρατήσει στον πόλεμο εάν αποτύχει η αποτροπή του.

Η προσπάθεια ορθολογισμού των αμυντικών δαπανών είναι μια θετική κίνηση η οποία μπορεί να παρέχει ένα κανονιστικό πλαίσιο για τον αμυντικό εξοπλισμό, τις μελλοντικές πιθανές συμβάσεις και τις εισαγωγές οπλικών συστημάτων εντός της Ελλάδος. Ίσως να έχει κάποια επιτυχία με τα αντισταθμιστικά οφέλη αλλά η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων θα δυσκολευτεί αυτή την περίοδο να πραγματοποιήσει την πραγματικά αναγκαία αγορά ή εκσυγχρονισμό του αμυντικού εξοπλισμού.

Δεν ξεχνούμε ότι οι ημέτερες προστατευτικές πρακτικές για τα εθνικά μας συμφέροντα πρέπει να είναι ο κοινός τόπος όλων των ελλήνων, χωρίς κομματικές ιδεοληψίες και να θεωρούνται ζωτικής σημασίας για την εθνική μας ασφάλεια, χωρίς επίσης να αναθέτουμε αυτό το καθήκον σε εξωγενείς παράγοντες. Όμως για να επιτύχουμε τους στόχους της ποθητής ασφάλειας είναι απαραίτητοι οι εκσυγχρονισμοί και η αγορά αμυντικού εξοπλισμού.

Για την επίτευξη χαμηλών τιμών αλλά και ως πρόκληση οικονομικής ανάπτυξης είναι απαραίτητο, η πατρίδα μας, να είναι πρόθυμη να προωθήσει μια περισσότερο ολοκληρωμένη εγχώρια σύγχρονη τεχνολογικά και καινοτόμο αμυντική βιομηχανία. Βραχυπρόθεσμα αλλά και μεσοπρόθεσμα αυτό θα είναι δύσκολο για την κυβέρνηση να το υλοποιήσει. Θα απαιτηθεί πολύ μεγάλο βάθος χρόνου, ωστόσο, μια κυβερνητική οδηγία θα μπορούσε να συνδυαστεί με την επίδραση της μείωσης του αμυντικού προϋπολογισμού για να δημιουργηθεί η βάση για μια μετατόπιση από τις τρέχουσες πρακτικές προστατευτισμού.

Για να ολοκληρώσει ένας παράγων του συστήματος Εθνικής Άμυνας τη διαδικασία μιας συνεπούς στρατιωτικής στρατηγικής, ίσως το δυσκολότερο βήμα, είναι να προσδιοριστούν οι δυνάμεις που απαιτούνται για να εφαρμοστεί αυτή η στρατηγική. Είναι σαφές ότι πρώτα πρέπει να δηλωθεί η εθνική στρατηγική, ώστε να επακολουθήσει το σύνθετο έργο του σχεδιασμού δυνάμεων, που ορίζεται καλύτερα ως η προσπάθεια της δημιουργίας της στρατιωτικής δομής δυνάμεων του σωστού μεγέθους και της σωστής σύνθεσης για να επιτύχουμε τους τεθέντες στόχους ασφάλειας του έθνους. Ο σχεδιασμός δυνάμεων περιλαμβάνει την αξιολόγηση των απειλών για τα εθνικά συμφέροντα, τη σύσταση των στρατιωτικών απαιτήσεων λαμβάνοντας υπόψη τους δεδομένους περιορισμούς στα μέσα, και τελικά την αξιολόγηση του κινδύνου αποτυχίας.

Οι στρατιωτικοί σχεδιαστές και οι αρμόδιοι παράγοντες του συστήματος Εθνικής Άμυνας για το σχεδιασμό δυνάμεων βρίσκονται εμπλεκόμενοι στην επαναληπτική διαδικασία ροής σε μια προσπάθεια ελαχιστοποίησης των κακών συνδυασμών είτε με την τροποποίηση των σκοπών, είτε με τη διόρθωση των τρόπων, είτε με την αλλαγή των μέσων ώστε να μεγιστοποιήσουν τη δυνατότητα να προστατεύσουν ακόμη και να προαγάγουν τους εθνικούς στόχους.

Οι ενέργειες αυτές είναι οι δομικές πρακτικές και πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε με σύνεση και εθνική συνοχή. Επιπλέον οι συνεχιζόμενες προκλήσεις στο χώρο του Αιγαίου και οι φραστικοί λεονταρισμοί για τη νοτιανατολική Μεσόγειο από μέρους των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, εντείνονται ποιοτικά και ποσοτικά όσο θα πλησιάζουμε στην εξόρυξη υδρογονανθράκων. Ωστόσο, για λόγους ως επί το πλείστον δημοσιοοικονομικούς, η συζήτηση πολλές φορές παρεκτρέπεται στη μείωση ή αύξηση των αμυντικών δαπανών, χωρίς να δίδεται καμία σοβαρή προσοχή σε ό, τι πρέπει να κάνουμε για να διατηρηθεί η ισχυρότερη δυνατή αποτρεπτική ισχύς στις καθημερινές προκλήσεις που είναι μπροστά μας.

Η πολιτική ηγεσία οφείλει να συνεργαστεί με τη στρατιωτική και να τραβήξει την “κόκκινη γραμμή” εκεί όπου οι περικοπές στην Άμυνα, είναι ουσιαστικές, χωρίς να διατρέξουμε τον όποιο σοβαρό κίνδυνο για την ευημερία μας ως έθνος.

Τέλος να πάψουν οι διάφοροι “κακοθελητές” να υπονομεύουν την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεών μας και να φροντίσει η κυβέρνηση να ανυψώσει το ηθικό των στελεχών μας.

* Ο Δημήτρης Τσαιλάς είναι Υποναύαρχος ΠΝ ε.α.
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου