Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

21 Απρ 2013

Συνέντευξη Τύπου των John Kerry και Guido Westerwelle, Βερολίνο, 26 Φεβρουαρίου 2013.
Η σημειολογία μιλάει από μόνη της. Oι πρώτες επαφές του νέου υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, John Kerry, δεν είχαν σχέση ούτε με την σημαντική κίνηση της μεταφοράς βάσεων και ενόπλων δυνάμεων στην Άπω Ανατολή, ούτε με τα σχέδια κατακερματισμού και αλλαγής συνόρων στη Μέση Ανατολή. Αφορούσαν στη δημιουργία ενός «οικονομικού ΝΑΤΟ», γεγονός που, όλως παραδόξως για μερικούς, δεν έδειξε να ανησυχεί στο ελάχιστο τους Ευρωπαίους εταίρους των ΗΠΑ. Και όμως, εάν το σχέδιο αυτό εφαρμοστεί άμεσα, θα δώσει μεν λύση στο οξύ πρόβλημα της οικονομικής κρίσης των ΗΠΑ, αλλά εις βάρος των χωρών της Ευρώπης.


Του Thierry Meyssan 
Voltaire Network
21 Απριλίου 2013 
Απόδοση: Ας Μιλήσουμε Επιτέλους

Στα πλαίσια της τελετής ανάληψης της προεδρίας του (και το καθιερωμένο «Διάγγελμα προς το Έθνος») στις 12 Φεβρουαρίου, ο Πρόεδρος Obama ανακοίνωσε μονομερώς την έναρξη των διαπραγματεύσεων για μια Διατλαντική Oικονομική Ένωση ΗΠΑ – ΕΕ. Λίγες ώρες αργότερα, η εξαγγελία αυτή, που άφησε αρκετούς πολίτες εμβρόντητους, επιβεβαιώθηκε με κοινή δήλωση του Προέδρου των ΗΠΑ, του Προέδρου του Συμβουλίου της Ευρώπης, Herman van Rompuy, και του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, José Manuel Barroso. 

To εγχείρημα της δημιουργίας μιας «διατλαντικής εμπορικής ζώνης ελεύθερων συναλλαγών» εγκαινιάστηκε επίσημα το 1992, στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για τη Βορειοαμερικανική Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (NAFTA). Μετά από μια διαδικασία ανάπτυξης, η Ουάσιγκτον θέλησε να επεκτείνει αυτή την περιοχή, ώστε να συμπεριλάβει και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, εκείνη τη χρονική στιγμή, δεν ήταν λίγες οι φωνές στις Ηνωμένες Πολιτείες οι οποίες εναντιώθηκαν στο εγχείρημα της σύντηξης ΗΠΑ και ΕΕ, προβάλλοντας την άποψη ότι καλό θα ήταν να αναβληθεί έως την ίδρυση και την ισχυροποίηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Υπήρχε ο φόβος ότι τα δύο αυτά εγχειρήματα, αν προχωρήσουν συγχρόνως, αντί να ενισχύσει το ένα το άλλο, ίσως να αλληλοσυγκρουστούν.

Η δημιουργία μιας διατλαντικής αγοράς συνιστά μόνο ένα μέρος ενός μεγαλύτερου εγχειρήματος, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται η δημιουργία μιας πραγματικής κυβέρνησης αλλά και ενός υπερ-θεσμικού Διατλαντικού Οικονομικού Συμβουλίου, ενός Διατλαντικού Συμβουλίου Χάραξης Πολιτικής και ενός Διατλαντικού Κοινοβουλευτικού Σώματος. Αυτοί οι τρεις φορείς έχουν δημιουργηθεί ήδη και βρίσκονται σε «εμβρυϊκή» μορφή, ενώ γύρω από το θέμα τηρείται άκρα μυστικότητα.

Η αρχιτεκτονική δομή των φορέων αυτών βασίζεται σε ένα πολύ παλαιότερο σχέδιο δημιουργίας ενός μεγάλου καπιταλιστικού μπλοκ, το οποίο θα αποτελούνταν από όλα τα κράτη και θα τελούσε υπό αγγλοαμερικανική επιρροή. Στοιχεία αυτού του σχεδίου βρίσκει κανείς στις μυστικές ρήτρες του Σχεδίου Μάρσαλ και ιδιαίτερα στο Άρθρο 2 της Συνθήκης του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ). Γι 'αυτό δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, από τους ίδιους τους εμπνευστές του σημερινού εγχειρήματος δεν γίνεται καμία διάκριση, αλλά αντίθετα ταυτίζονται οι όροι «Διατλαντική Ένωση» και «Οικονομικό ΝΑΤΟ». Από την άποψη αυτή, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, από την πλευρά των ΗΠΑ, το σχέδιο αυτό δεν τελεί υπό την επιτήρηση του Υπουργείου Εμπορίου, αλλά από το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας.

Για να αντιληφθούμε τον τρόπο λειτουργίας της «Διατλαντικής Ένωσης», αρκεί να παρατηρήσουμε πώς επιλύθηκαν κάποιες διαφωνίες που αφορούσαν στην παρακολούθηση και ανταλλαγή προσωπικών δεδομένων. Οι Ευρωπαίοι έχουν συγκριτικά πιο απαιτητικές προδιαγραφές για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ενώ η αμερικανική γραφειοκρατία έχει την ευχέρεια να κάνει ό,τι θέλει στο όνομα της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας. Μετά από μερικές συναντήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ τους, βλέπουμε τους Ευρωπαίους να έχουν υποχωρήσει, ενώ οι Αμερικανοί έχουν επιβάλει με το «έτσι θέλω» το μη αμφισβητήσιμο μοντέλο τους: οι Αμερικανοί είναι σε θέση να αντιγράφουν ευρωπαϊκά δεδομένα, ενώ οι Ευρωπαίοι δεν έχουν πρόσβαση στα δεδομένα των ΗΠΑ. 

Όσον αφορά στα οικονομικά θέματα, σκοπός είναι να καταργηθούν τα δασμολογικά και μη δασμολογικά εμπόδια, δηλαδή τα τοπικά πρότυπα που καθιστούν αδύνατη την εισαγωγή ορισμένων ειδών. Η Ουάσινγκτον επιδιώκει να συνεχιστεί, αθόρυβα και χωρίς αντίσταση, η εξαγωγή μεταλλαγμένων προϊόντων στην Ευρώπη, αλλά και η εξαγωγή πουλερικών στα οποία βρίσκει κανείς ίχνη χλωρίου, και βοδινού κρέατος με ορμόνες. Θέλει, παράλληλα, όπως ήδη επισημάναμε, να συνεχίσει ανενόχλητη να αντλεί δεδομένα από το Facebook και το Google κλπ. χωρίς να εμποδίζεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία η οποία διέπει την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Σε αυτή τη μακροπρόθεσμη στρατηγική συμπεριλαμβάνονται και μεσοπρόθεσμες τακτικές. Στο διάστημα 2009-2010, ο Barack Obama είχε δώσει εντολή να συσταθεί η Επιτροπή Οικονομικών Συμβούλων υπό την προεδρία της Christina Romer, οικονομολόγου και ιστορικού στο πανεπιστήμιο Berkeley. Η συγκεκριμένη ακαδημαϊκός και ειδικός στην ιστορία της Μεγάλης Ύφεσης του 1929, είχε αναπτύξει την ιδέα ότι η μόνη λύση στην τρέχουσα κρίση που μαστίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες θα ήταν μια διαδικασία μετατόπισης των ευρωπαϊκών κεφαλαίων προς την Wall Street. Για το σκοπό αυτό, η Ουάσιγκτον, αφού κήρυξε τον πόλεμο εναντίον όλων των μη αγγλοαμερικανικών «φορολογικών παράδεισων», στη συνέχεια άρχισε να «παίζει» με το ευρώ. Αυτό, ωστόσο, είχε ως αποτέλεσμα, οι καπιταλιστές που αναζητούσαν την σταθερότητα να αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά τη μεταφορά των χρημάτων τους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όλα, όμως, αυτά τα ζητήματα θα λυθούν με την δημιουργία του «Οικονομικού ΝΑΤΟ». Οι ΗΠΑ θα σώσουν την οικονομία τους με την προσέλκυση ευρωπαϊκών κεφαλαίων, και όλα αυτά εις βάρος των Ευρωπαίων.

Πέρα από την άνιση φύση του εγχειρήματος αυτού και την παγίδα που αντιπροσωπεύει στο άμεσο μέλλον, το πιο σημαντικό είναι ότι τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και εκείνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πραγματικότητα αποκλίνουν.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι εκ παραδόσεως ναυτικές δυνάμεις που έχουν αναπτύξει έντονη δραστηριότητα και ενδιαφέρον γύρω από το διατλαντικό εμπόριο. Αυτό αποτυπώνονταν ως κύριος στόχος τους ήδη στο Ατλαντικό Σύμφωνο που υπέγραψαν κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Σε αντίθεση, οι ευρωπαϊκές χώρες εκτός της Βρετανίας έχουν κοινά συμφέροντα με τη Ρωσία, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας. Αν εξακολουθήσουν να υπακούν στις προσταγές της Ουάσιγκτον, όπως συνέβη κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Βρυξέλλες θα υποσκάψουν τα συμφέροντα των χωρών οι οποίες εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.




Τόσο πολλά… λάθη μαζεμένα, την ίδια χρονική συγκυρία, για το ίδιο θέμα, από τόσο έμπειρους ακαδημαϊκούς; Μήπως η… θεωρία του λάθους είναι για αφελείς. Λίγο μετά τον λάθος «πολλαπλασιαστή» του ΔΝΤ, που υπήρξε μοιραίος για τη χώρα μας, ήρθε η νέα αποκάλυψη: τα λάθη Ρόγκοφ - Ράινχαρτ. Αμφισβητούνται οι πιο εμπεριστατωμένες έρευνες, από ένα λάθος στο Excel! Οργή και ειρωνεία ξεχειλίζουν σε όλα τα socialmedia και τις κορυφαίες εφημερίδες (από τους Financial Times, Washington Post κ.λπ.). «Θάνατος με ένα Excel» είναι το σχόλιο του νεοκεϊνσιανού νομπελίστα Πολ Κρούγκμαν στους New York Times.

Εναντι της διεθνούς κατακραυγής, το δίδυμο των θεωρητικών της νεοφιλελεύθερης «ορθοδοξίας» και της στυγερής λιτότητας αναγκάστηκε για πρώτη φορά να απαντήσει, ύστερα από μήνες άρνησης παραδοχής του οιουδήποτε σφάλματος. Και η τελευταία αναφορά τα λέει όλα. Ενα λάθος, μια αδεξιότητα βούλιαξε τους λαούς στην απόγνωση; Τόσο αίμα και δάκρυα για τα εξωφρενικά λάθη ορισμένων χαρτογιακάδων που πέρασαν από το ΔΝΤ και μετά χρίστηκαν οικονομολόγοι του Χάρβαρντ; Οι λανθασμένες προσεγγίσεις Ρόγκοφ - Ράινχαρτ κάνουν τη mainstream ακαδημαϊκή οικονομική κοινότητα να τρίζει, από την Οξφόρδη έως το Χάρβαρντ. Οι οικονομολόγοι Κένεθ Ρόγκοφ και Κάρμεν Ράινχαρτ το 2010 και μετά διάφορες μελέτες του ΔΝΤ βρήκαν ότι, ενώ σε μια χώρα με χαμηλό χρέος τα ελλείμματα μπορεί να βοηθήσουν την ανάκαμψη, γίνονται επιζήμια αν το χρέος ξεπεράσει το 90% του ΑΕΠ. Δηλαδή στις χώρες με λόγο χρέους προς ΑΕΠ που υπερβαίνει το 90%, το ποσοστό ανάπτυξης είναι αρνητικό (-0,1%) ενώ εάν γινόταν σωστά ο υπολογισμός, θα φαινόταν πως στην πραγματικότητα το μέσο ποσοστό ανάπτυξης των χωρών αυτών ήταν 2,2%.

Κορυφαία στελέχη του ΔΝΤ, που το 2010 είχαν λόγο στη δημιουργία της θανατηφόρας συνταγής, κορυφαίοι καθηγητές σήμερα, ομολογούν τα λάθη που έκαναν και τους εκτός πραγματικότητας υπολογισμούς. Οι δύο οικονομολόγοι για λογαριασμό του ΔΝΤ εκπόνησαν το 2010 τη διαβόητη πλέον μελέτη τους για τα αποτελέσματα των πολιτικών λιτότητας. Πολλοί οικονομολόγοι έκαναν λόγο για σφάλματα στη θεωρία τους, ιδίως ο Πολ Κρούγκμαν ο οποίος επί μήνες στη στήλη του στους New York Times αναφερόταν στο «φιάσκο των Ρόγκοφ - Ράινχαρτ».

Σε μια μελέτη που δόθηκε στη δημοσιότητα στις αρχές της εβδομάδας που πέρασε, τρεις ερευνητές του Πανεπιστήμιου της Μασαχουσέτης εξηγούν πώς προέκυψαν τα βασικά λάθη. Οι Τόμας Χέρντον, Μάικλ Ας και Ρόμπερτ Πόλιν ανέφεραν στη μελέτη τους, στο πλαίσιο της οποίας ζήτησαν –και έλαβαν– από τους Ράινχαρτ και Ρόγκοφ το λογιστικό φύλλο και τα δεδομένα που χρησιμοποίησαν, ότι υπήρξαν σφάλματα, παραλείψεις και αποκλεισμοί που οδήγησαν σε στρεβλά αποτελέσματα.

Προφανώς και δεν είναι τυχαίος ο Κένεθ Ρόγκοφ. Ηταν επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου κατά τη χρεοκοπία της Αργεντινής. Μαζί με την καθηγήτρια Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ, Κάρμεν Ράινχαρτ έγραψαν το βιβλίο με τίτλο «Τhis Τime is Different: Eight Centuries of Financial Folly» («Αυτή τη φορά είναι αλλιώς - 800 χρόνια χρηματοοικονομικά λάθη») και έγιναν φίρμες. Στο βιβλίο περιγράφονται όλες οι κρίσεις χρέους από το 1820 έως το 2010 κι έτσι ο Ρόγκοφ έγινε μια «αυθεντία» στις κρίσεις χρέους. Δυστυχώς, για εμάς και τους άλλους λαούς, ο καθηγητής Ρόγκοφ διέκοψε το σκάκι (αλλά διατηρεί τον τίτλο του international grandmaster) όταν αντιλήφθηκε ότι το σκάκι είναι τόσο εθιστικό που τον εμπόδιζε να εντρυφήσει βαθύτερα στη νεοφιλελεύθερη «ορθοδοξία». Και σχεδόν επισκίασε, πρόσκαιρα όμως, το mainstream των οικονομολόγων, όπως τους νομπελίστες Πολ Κρούγκμαν του Princeton University και Τζότζεφ Στίγκλιτζ του Columbia University ή τον Τζέιμς Γκαλμπρέιθ του University of Texas, μεταξύ άλλων. Να θυμίσω πως η αποκάλυψη, ή μάλλον η παραδοχή για τον λάθος «πολλαπλασιαστή», ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο άρα και η Ευρωπαϊκή Eνωση, που ακολουθούσε τυφλά τη μέθοδό του, έσφαλαν στον τρόπο υπολογισμού των επιπτώσεων του Μνημονίου επί της ελληνικής οικονομίας, αντιμετωπίστηκε με τον καγχασμό που της άξιζε.

Ομως, σιγά σιγά αρχίζουν να αποκαλύπτονται. Το ΔΝΤ ομολόγησε ότι δεν είχε εκτιμήσει σοβαρά τις επιπτώσεις της λιτότητας στην ύφεση. Αυτό το λάθος ούτε μαθητευόμενος οικονομολόγος δεν θα το έκανε. Αδυνατούμε να το κατανοήσουμε. Αν διέπραξαν τέτοιο σφάλμα, οι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι.

Αλλά τις επιπτώσεις αυτού του «λάθους» η Ελλάδα τις πληρώνει με ανεργία της τάξεως του 30%, κατεστραμμένη οικονομία, διαλυμένη κοινωνία και ζοφερές προοπτικές. Το εξοργιστικό σε αυτή την υπόθεση είναι ότι αυτή η τραγωδία ήταν περιττή. Πριν από μισόν αιώνα, οποιοσδήποτε οικονομολόγος –ή οποιοσδήποτε φοιτητής Οικονομικών είχε διαβάσει το εγχειρίδιο του Πολ Σάμιουελσον «Οικονομικά»– θα μπορούσε να μας πει ότι η λιτότητα εν όψει ύφεσης είναι πολύ κακή ιδέα. Πάντως, είναι υποχρέωση της κυβέρνησης και της χώρας, στο όνομα αυτών που τρία χρόνια τώρα δεινοπαθούν από την κρίση, να αποκαλύψει την πλήρη αλήθεια. Πώς και γιατί οδηγηθήκαμε στο Μνημόνιο και να τιμωρήσει τους Παπανδρέου/Παπακωνσταντίνου. Η αλήθεια θα είναι λυτρωτική και θα ενισχύει τη χώρα. Δεν θα τη βλάψει. Η κυβέρνηση, από την υποχρέωση αυτή, δεν έχει το ηθικό δικαίωμα να παραιτηθεί… Στο όνομα οποιασδήποτε πολιτικής σκοπιμότητας. Αποτελεί, άλλωστε, ρητή προεκλογική δέσμευση του Σαμαρά. «Το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές». Αποτελεί παρακαταθήκη του εθνικού μας ποιητή.


Γράφει ο Χαράλαμπος Τσαρδανίδης

Κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις πέρασαν μέσα από διαφορετικές φάσεις οι οποίες εναλλάσσονταν μεταξύ περιόδων πολέμων, φιλίας, συμμαχίας και διαστημάτων «ειρηνικής συνύπαρξης» και «μη πολέμου».

Η μη ευθύγραμμη αυτή πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων συνέβαλε στο να «κατασκευαστούν» από την ελληνική πλευρά ορισμένες παραδοχές για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι οποίες κατά παράδοξο τρόπο εξακολουθούν να ισχύουν παρόλο που οι διεθνείς συγκυρίες έχουν μεταβληθεί. Οι περισσότερες από αυτές τις παραδοχές εξακολουθούν όχι μόνο να επηρεάζουν τις πολιτικές που ακολουθούν οι ελληνικές κυβερνήσεις αλλά φαίνεται να αποτελούν και βασικές σταθερές, πάνω στις οποίες στηρίζονται οι σκέψεις και οι ενέργειες των βασικών διαμορφωτών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Επίσης, τα τελευταία χρόνια, νέες παραδοχές έχουν προστεθεί στις προηγούμενες και τείνουν να καταστούν κι αυτές βασικές συνιστώσες της αντίληψης που έχουν οι ελληνικές κυβερνήσεις. Οι παραδοχές αυτές είναι οι εξής:

α) Η γεωπολιτική παραδοχή: Η Τουρκία έχει τεράστια γεωπολιτική σημασία σε σχέση με την Ελλάδα.
β) Η παραδοχή του «συμπλέγματος του Μεγάλου Γείτονα». Η Τουρκία είναι ένα μεγάλο κράτος που απειλεί την Ελλάδα, η οποία μόνη της δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει.
γ) Η κανονιστική παραδοχή. Η Ελλάδα θεωρεί ότι στα διμερή ζητήματα που την απασχολούν με την Τουρκία, το διεθνές δίκαιο είναι με το μέρος της και πρέπει η πολιτική της να βασίζεται σ’ αυτό.

Τα τελευταία δε χρόνια έχουν δημιουργηθεί οι εξής δύο νέες παραδοχές:

δ) Η οικονομική παραδοχή. Η Τουρκία, εξαιτίας του δυναμισμού που η οικονομία της έχει αποκτήσει, έχει τα μέσα να περιθωριοποιήσει την Ελλάδα και
ε) Η παραδοχή της διαδικασίας του εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας. Η Τουρκία εντασσόμενη στην ΕΕ θα συμπεριφέρεται ως ένας ευρωπαϊκός εταίρος. Με άλλα λόγια θα απεμπολήσει σταδιακά την επιθετική της συμπεριφορά (ή θα υιοθετήσει λιγότερο επιθετική συμπεριφορά).

Οι παραδοχές αυτές σε μεγάλη έκταση δεν ισχύουν στην ολότητά τους και θα πρέπει η ελληνική εξωτερική πολιτική να απελευθερωθεί απ΄ αυτές, ώστε να είναι σε θέση να διαμορφώσει μια συγκροτημένη και περισσότερο αποτελεσματική πολιτική έναντι της Τουρκίας.

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΧΗ

Τόσο κατά το παρελθόν, όσο και σήμερα, η γεωστρατηγική σημασία της Ελλάδας προσδιορίζει την ελληνική εξωτερική πολιτική. Λόγου χάρη, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όσο αυξανόταν η ένταση μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων και το διεθνές σύστημα είχε μεταβληθεί σε αυστηρό διπολικό, τόσο η στρατηγική σημασία της Ελλάδας αυξανόταν. Ωστόσο, πολλοί θεωρούσαν ότι τόσο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου όσο και κυρίως μετά, η στρατηγική σημασία της Τουρκίας για τη Δύση και ιδιαίτερα για τις Ηνωμένες Πολιτείες καθώς και το γεωπολιτικό βάρος της Τουρκίας σαφώς ήταν μεγαλύτερο. Κατά συνέπεια, η Τουρκία είχε και εξακολουθεί να έχει, εκμεταλλευόμενη τη γεωπολιτική της σημασία, τη δυνατότητα να συμπεριφέρεται προς την Ελλάδα - σύμμαχό της στο ΝΑΤΟ - με υπεροψία και να θέτει χωρίς συνέπειες ένα πλήθος αιτημάτων: από την προστασία της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη μέχρι τη μείωση του εναέριου χώρου της Ελλάδας καθώς και να προβαίνει σε απειλές πολέμου εάν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα σε δώδεκα μίλια στο Αιγαίο. Παράλληλα, εισέβαλε το 1974 στο βόρειο μέρος της Κύπρου και δεν δείχνει ουσιαστικά κάποια θέληση να συμβιβαστεί με την αποδοχή μιας λειτουργικής διζωνικής ομοσπονδίας στην μεγαλόνησο.

Ωστόσο, αρκετά συχνά λησμονείται το γεγονός ότι δεν είναι μόνο η Τουρκία που έχει γεωπολιτική σημασία αλλά και η Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία αποτελούσαν ένα ενιαίο γεωπολιτικό φράγμα στη σοβιετική επέκταση προς την ανατολική Μεσόγειο. Ειδικότερα, ο έλεγχος του ελληνικού χερσαίου, θαλάσσιου και εναέριου χώρου απέδιδε για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ τα εξής στρατηγικά πλεονεκτήματα: τη δυνατότητα επιτήρησης των θαλάσσιων προσβάσεων της Ανατολικής Μεσογείου, το επιχειρησιακό πλεονέκτημα υπερκεράσεως των Στενών από τα δυτικά, τη δυνατότητα- εξαιτίας της ύπαρξης των ελληνικών νησιών στο Αιγαίο- πλήρους επιτήρησης των γραμμών επικοινωνιών μεταξύ του Εύξεινου Πόντου και της Μεσογείου. Δεν ήταν συνεπώς τυχαίο που τα δύο κράτη ονομάστηκαν «σιαμαίοι».

Αναμφίβολα, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η γεωπολιτική ενότητα του ελληνοτουρκικού χώρου υπονομεύθηκε, καθώς η σοβιετική απειλή από το Βορρά δεν υπήρχε πλέον και τα όμορα βαλκανικά κράτη είτε εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, είτε αποδυναμώθηκαν εξαιτίας των συρράξεων στα Δυτικά Βαλκάνια. Ωστόσο, η επέκταση της γεωστρατηγικής σημασίας της Τουρκίας, κυρίως εξαιτίας της εγγύτητάς της με τον ευαίσθητο για τις ενεργειακές πηγές χώρο της Μέσης Ανατολής, και ως χώρας- διαμετακομιστή πετρελαίου και φυσικού αερίου, αντισταθμίζεται από το γεγονός ότι η Τουρκία θεωρείται, ιδιαίτερα από τα κράτη-μέλη της ΕΕ, ως ένα κράτος από τη μια μεριά κοσμικό και φιλικό προς αυτά, αλλά που ανήκει από την άλλη περισσότερο στον βαλτώδη και ρευστό χώρο της Μέσης Ανατολής παρά στην Ευρώπη. Εάν η Τουρκία καταστεί πλήρες μέλος, τότε η ΕΕ θα συνορεύει και θα είναι αναγκασμένη να αναμειχθεί στις εντάσεις που υφίστανται ανάμεσα στην Τουρκία σχεδόν με όλες τις γειτονικές της χώρες στα ανατολικά, συμπεριλαμβανομένου του Κουρδικού ζητήματος. Αυτός είναι και ένας από τους σημαντικότερους λόγους που οι προοπτικές ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ είναι περιορισμένες. Εξάλλου, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Τουρκία στην προσπάθειά της να υπερτονίσει τη γεωπολιτική της σημασία επεδίωξε να αναλάβει πρωτοβουλίες που πολύ γρήγορα αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές. Για παράδειγμα, στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 όταν παρουσιάστηκε ως προστάτης των τουρκόφωνων νέων Δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας, όταν θέλησε να αναδείξει το ρόλο της στην Μαύρη Θάλασσα - που όμως πολύ γρήγορα έχασε το ενδιαφέρον της για τον ΟΣΕΠ (Οργανισμός Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου) - και τέλος η πρόσφατη έντονη δραστηριότητά της στα αραβικά κράτη που κατέληξε στη δυσχερή αντιμετώπιση του συριακού προβλήματος και στις ολοένα και επιδεινούμενες σχέσεις με το Ιράν.

Αντίθετα, μολονότι η γεωπολιτική σημασία της Ελλάδας μειώθηκε στον άξονα Βορρά – Νότου, αυξήθηκε στα Βαλκάνια, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του ΄90, καθώς η Ελλάδα ως οργανικό μέλος της ΕΕ και φυσικά του ΝΑΤΟ μπορούσε να παίξει, όπως και τελικά έπαιξε, μετά την υπογραφή της ενδιάμεσης συμφωνίας με την ΠΓΔΜ το 1995, πρωταγωνιστικό ρόλο για τη σταθεροποίηση των Δυτικών Βαλκανίων. Επιπρόσθετα, η γειτονία της αεροναυτικής βάσης των ΗΠΑ στην Κρήτη με τη Βόρειο Αφρική, το Ισραήλ, τον Λίβανο και τη Συρία, καθώς και με τις χώρες του Περσικού Κόλπου παίζει ένα σημαντικό ρόλο, όπως επανειλημμένα έχει αποδειχθεί. Τέλος, η σημασία της Ελλάδας έχει επίσης αναβαθμιστεί με δύο πρόσφατες εξελίξεις. Η πρώτη εξέλιξη αφορά στην ανάπτυξη στενών στρατιωτικών, πολιτικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και της Ελλάδας, που αν αποδειχθούν μακροπρόθεσμης πνοής, μπορούν να επαναπροσδιορίσουν την ισορροπία των δυνάμεων στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου με αρνητικές επιπτώσεις για την Τουρκία. Η δεύτερη εξέλιξη αναφέρεται στην ανακάλυψη κοιτασμάτων φυσικού αερίου στις ΑΟΖ της Κύπρου και του Ισραήλ που αναπόδραστα οδηγούν και για πρακτικούς λόγους (τρόποι μεταφοράς των νέων κοιτασμάτων των υδρογονανθράκων) σε μια σύναψη ενός γεωοικονομικού τριγώνου ανάμεσα στο Ισραήλ, την Κύπρο και την Ελλάδα.

Κατά συνέπεια, η παραδοχή ότι η Τουρκία έχει αποκτήσει τεράστια γεωπολιτική σημασία μόνον εν μέρει είναι ορθή. Έχει και η Ελλάδα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα, αρκεί αυτά να έχουν αναλυθεί σωστά από τους διαμορφωτές αποφάσεων και να γίνουν αντικείμενο παραγωγής ορθής πολιτικής.

ΤΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΓΕΙΤΟΝΑ

Η τουρκική απειλή δημιουργούσε πάντοτε διλήμματα που συχνά αποδεικνύονταν ανυπέρβλητα. Μια παραδοχή που έχει γίνει σχεδόν καθολικά αποδεκτή από τους Έλληνες διαμορφωτές αποφάσεων είναι ότι όποτε η Ελλάδα αντιπαρατάχθηκε μόνη της με την Τουρκία δεν μπόρεσε να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, διότι όποτε το έκανε, η έκβαση της διαμάχης απέβαινε υπέρ της Τουρκίας, καθόσον ήταν μεγαλύτερη, ισχυρότερη και πολυπληθέστερη χώρα. Μόνο όταν την αντιμετώπισε στο πλαίσιο μιας συμμαχίας, κατάφερε η Ελλάδα να ικανοποιήσει τους στόχους της. Ο Θοδωρής Κουλουμπής το απεκάλεσε «δόγμα Θεοδωρόπουλου» από τον εξέχοντα διπλωμάτη Βύρωνα Θεοδωρόπουλο που πρώτος το διατύπωσε συγκροτημένα. Για να αντιμετωπίσει, συνεπώς, η Ελλάδα την τουρκική απειλή ήταν αναγκασμένη να στρέφεται προς συμμαχίες που τις περισσότερες φορές ήταν με ισχυρότερες και εξωπεριφερειακές δυνάμεις, πράγμα που σήμαινε, όχι σπάνια, την απώλεια της αυτονομίας της, ιδιαίτερα όταν ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί στρατιωτική ισορροπία με την Τουρκία. Για να παραφράσουμε την περίφημη ρήση του Μεξικανού προέδρου Πορφύρο Ντιάζ «Καημένη Ελλάδα, τόσο κοντά στην Τουρκία και τόσο μακριά από το Θεό». Απόρροια της παραδοχής αυτής ήταν ότι, ιδιαίτερα από το 1974 μέχρι σήμερα, ανεξάρτητα της ρητορείας που κατά καιρούς επέδειξαν με κύριο αποδέκτη το εσωτερικό ακροατήριο οι ελληνικές κυβερνήσεις, αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν την τουρκική απειλή στο Αιγαίο και στην Κύπρο με τρεις τρόπους που φανέρωναν αυτήν ακριβώς την παραδοχή. Ο πρώτος τρόπος αναφέρεται στα μέσα που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν, ώστε να αποτραπεί η τουρκική επιθετικότητα. Η Αθήνα έκρινε ότι μόνον ειρηνικά μέσα θα έπρεπε να υιοθετηθούν. Ο δεύτερος τρόπος αποσκοπεί στην επίτευξη της διεθνούς απομόνωσης της Τουρκίας, εγχείρημα βέβαια εξαιρετικά δυσχερές με τη συγκρότηση περιφερειακών, διαφορετικών κατά καιρούς συμμαχιών στη Βαλκανική, στη Μέση Ανατολή ακόμα και στην Υπερκαυκασία και ο τρίτος απέβλεπε στην αμυντική ενίσχυση, ώστε να αυξηθεί στο μέγιστο δυνατό η αποτρεπτική ισχύς της χώρας.

Εάν αυτή η παραδοχή τα προηγούμενα χρόνια είχε μια ουσιαστική αξία, μετά την ένταξη της χώρας στην ΕΕ, έχει μειωθεί σημαντικά. Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ ως πλήρους μέλους θα πρέπει να μελετηθεί ως η σημαντικότερη διπλωματική επιτυχία της χώρας μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου το 1913, η τελευταία, ωστόσο ήταν απόρροια πολεμικών επιχειρήσεων. Η ένταξη δεν απέφερε μόνο οικονομικά οφέλη στην Ελλάδα. Το μεγαλύτερο όφελος από πλευράς ασφάλειας ήταν - χωρίς η ΕΕ να είναι κατά βάσιν στρατιωτική συμμαχία- ότι στην ουσία εξουδετερώθηκε σε μεγάλη έκταση ο κίνδυνος μιας προσβολής της Ελλάδας από τον υπέρτερο σε στρατιωτικά μέσα γείτονά της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο κίνδυνος αυτός έχει εξαφανιστεί καθώς η Τουρκία ενδυναμώνει τη στρατιωτική της ισχύ και ιδιαίτερα το ναυτικό της. Γι’ αυτό το λόγο η Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζει την Τουρκία με το δέος μιας μικρής χώρας έναντι μιας μεγάλης, αλλά με τα πιστοποιητικά που έχει ως μέλος μιας ευρωπαϊκής (συν)ομοσπονδίας που με κατάλληλους διπλωματικούς ελιγμούς είναι σε θέση να επιβάλλει τις δικές της εθνικές θέσεις ως θέσεις της κοινής εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ.

Εξάλλου, κατά το πρόσφατο παρελθόν αυτό το πέτυχε. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, η οποία θα πρέπει να εκτιμηθεί ως ένα άλλο μεγάλο επίτευγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, μολονότι το Κυπριακό ζήτημα δεν έγινε κατορθωτό να επιλυθεί και η διασύνδεση της προόδου των διαπραγματεύσεων ένταξης της Τουρκίας με την επίλυση των ελληνοτουρκικών ζητημάτων. Βασική, ωστόσο, προϋπόθεση αυτής της πολιτικής είναι να αποκατασταθεί το διαπραγματευτικό βάρος της Ελλάδας στη διαμόρφωση των θέσεων της ΕΕ στην εξωτερική πολιτική με την ανάκαμψη της οικονομίας της καθώς και με τη ανάδυση ενός κράτους πιο αποτελεσματικού και λιγότερο διεφθαρμένου. Βλέπουμε, συνεπώς, πόσο διασυνδεμένη είναι η έξοδος από την οικονομική κρίση με την εξωτερική πολιτική και ιδιαίτερα με την αντιμετώπιση της Τουρκίας.

Η ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΧΗ

Ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής επιχειρηματολογίας για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι ότι οι ελληνικές θέσεις στηρίζονται στο διεθνές δίκαιο ενώ η Τουρκία κατάφωρα το παραβιάζει, όπως παραβιάζει επίσης το διεθνές εθιμικό δίκαιο και τη διεθνή πρακτική. Αυτή η παραδοχή οφείλεται κατά κύριο λόγο στην εισβολή που η Τουρκία πραγματοποίησε στην Κύπρο και στην άρνησή της να αποδεχτεί ότι τα ελληνικά νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα. Ως εκ τούτου, αρνήθηκε να επικυρώσει τη νέα Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας των Ηνωμένων Εθνών του 1992. Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική ενός κράτους δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στο διεθνές δίκαιο και ούτε μπορεί να το επικαλείται συνεχώς για ζητήματα που για πολλούς εκτιμούνται και ως πολιτικά. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν τα ζητήματα αυτά αντιμετωπίζονται συνήθως από τα τρίτα κράτη και κυρίως τις μεγάλες δυνάμεις με κύριο κριτήριο τα εθνικά συμφέροντά τους.

Εξάλλου, αυτή η παραδοχή αποτελεί μια «κατασκευή» που καλλιεργήθηκε επισταμένως από την ελληνική πλευρά. Δηλαδή, ότι η Ελλάδα καταφεύγοντας στα διεθνή δικαστήρια θα δικαιωθεί. Όμως, δεν είναι σίγουρο ότι σε περίπτωση που το Διεθνές Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών με βάση τις αποφάσεις που έχει εκδώσει (νομολογία) επιδικάσει τη διμερή διαφορά με την Τουρκία για την χάραξη των ορίων της υφαλοκρηπίδας, όπως, επίσης και στην περίπτωση της χάραξης των ορίων της ΑΟΖ, δεν θα λάβει σοβαρά υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες που υφίστανται στο Αιγαίο, την επήρεια της νότιας τουρκικής ακτογραμμής και της οικονομικής δραστηριότητάς της. Επίσης, δεν είναι δεδομένο ότι θα παραχωρήσει μεγαλύτερη θαλάσσια έκταση για εκμετάλλευση στην Τουρκία από εκείνη που πολλοί νομίζουν στην Ελλάδα. Ούτε στα ζητήματα των μειονοτήτων θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις χώρες που ακολουθούν μια πολιτική ικανοποιητικής ανεκτικότητας, αφού έχει καταδικαστεί από το Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης για παραβίαση των μειονοτικών δικαιωμάτων.

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΧΗ

Στην Ελλάδα ολοένα και περισσότερο έχει γίνει αποδεκτό, ακόμα και πριν από την έναρξη της οικονομικής κρίσης, ότι η Τουρκία εξαιτίας του δυναμισμού που επιδεικνύει η οικονομία της, θα καταστεί στο μέλλον μεγαλύτερη απειλή. Ήδη, από το 1995 είχε διατυπωθεί ο φόβος ότι η έναρξη της τελωνειακής ένωσης μεταξύ της Τουρκίας και της ΕΕ θα οδηγούσε σε αύξηση των εξαγωγών της Τουρκίας προς στην Ελλάδα. Σήμερα, το ΑΕΠ της γειτονικής χώρας έχει ήδη φτάσει τα 744 δισ. δολάρια από το επίπεδο των 230 δισ. δολαρίων που βρισκόταν το 2002 ενώ σημειώνεται ότι έχει πετύχει εντυπωσιακή ανάπτυξη των εξαγωγών της που άγγιξαν τα 152 δισ. δολάρια. Η Τουρκία ανήκει στoυς G-20, ενώ συνολικότερα η οικονομική ισχύς της αυξάνεται συνεχώς, πράγμα που τονίζεται επανειλημμένα από την τουρκική διπλωματία. Η Τουρκία εξ αιτίας του δυναμισμού που η οικονομία της, έχει αποκτήσει έχει συνεπώς τα μέσα να περιθωριοποιήσει την Ελλάδα. Εκφράζεται, δε ολοένα και συχνότερα η ανησυχία ότι η Τουρκία θα είναι σε θέση να διεισδύσει στον οικονομικό χώρο της Ελλάδας, ιδιαίτερα στη Δυτική Θράκη, εξαγοράζοντας πολλές ελληνικές επιχειρήσεις και εκμεταλλευόμενη την οικονομική δυσπραγία της χώρας. Επίσης, οι τουρκικές επιχειρήσεις θα είναι σε θέση να ανταγωνιστούν με επιτυχία τις ελληνικές στα Βαλκάνια, ένα χώρο όπου η ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια σημείωσε σημαντικά επιτεύγματα.

Ωστόσο, αυτό που έλαβε χώρα τα τελευταία χρόνια δεν ήταν η οικονομική διείσδυση της Τουρκίας στην Ελλάδα, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Η πλήρης κατάργηση των τελωνειακών δασμών, η μη ύπαρξη εμποδίων στην ανάπτυξη του εμπορίου και το θετικό κλίμα που καλλιεργήθηκε ανάμεσα στις δύο χώρες μετά το 1999 δημιούργησαν κίνητρα για μεγαλύτερη παρουσία των ελληνικών προϊόντων στην Τουρκία. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα για τις εμπορικές, η τουρκική αγορά έγινε αρκετά ελκυστική, αφού είναι ευκολότερα προσβάσιμη από ό,τι οι αντίστοιχες αγορές της Δυτικής Ευρώπης, καθώς τα καταναλωτικά πρότυπα των Τούρκων είναι όμοια με τα ελληνικά και το γεγονός αυτό διευκόλυνε τις ελληνικές επιχειρήσεις να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους. Η Τουρκία έχει, συνεπώς, καταστεί μια πολύτιμη αγορά για τα ελληνικά προϊόντα, αφού κατατάσσεται στις έξι πρώτες χώρες όπου κατευθύνονται οι ελληνικές εξαγωγές. Το δε 2011, το εμπορικό ισοζύγιο Ελλάδας - Τουρκίας εμφανίζεται πλεονασματικό υπέρ της Ελλάδας. Οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 104,2% σε σχέση με το 2010, ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 0.9%. Το εμπορικό έλλειμμα της Ελλάδας, το οποίο το 2007 ήταν της τάξης των 956 εκατ. ευρώ, το 2008 ανήλθε σε 862 εκατ. ευρώ, το 2009 ανήλθε σε 362 εκατ. ευρώ και κατά το 2011 μετετράπη σε πλεόνασμα ύψους 302,8 εκατ. ευρώ. Τα κυριότερα προϊόντα που η Ελλάδα εξάγει στην Τουρκία είναι τα ορυκτά λάδια – καύσιμα και το βαμβάκι. Οι δύο αυτές κατηγορίες προϊόντων καταλαμβάνουν πάνω από το 50% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών. Αναφορικά με τις ελληνικές επενδύσεις, αυτές αποτελούν το 10% του συνόλου των ξένων επενδύσεων στην χώρα κατά την περίοδο 2004-2008. Το σύνολο των ελληνικών επενδύσεων στην Τουρκία υπερβαίνει τα έξι δισ. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων. Η εξαγορά της Finansbank από την Εθνική Τράπεζα το 2006 ήταν η σημαντικότερη. Τότε πολλοί στην Ελλάδα θεώρησαν ότι η επένδυση αυτή ήταν επικίνδυνη και ότι θα έβαζε την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας σε περιπέτειες. Για το 9μηνο του 2012, τα έσοδα της Finansbank έχουν ανέλθει στα 1,22 δις ενώ τα έσοδα της μητρικής Ελλάδος ανήλθαν μόνο στα 840 εκατ. ευρώ. Έχουν δε καταγραφεί περισσότερες από σαράντα ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία.

Οι εξελίξεις αυτές αποδεικνύουν ότι η απειλή του οικονομικού κινδύνου και της οικονομικής διείσδυσης απ΄ την Τουρκία ήταν υπερβολική, ενώ οι ελληνικές επιχειρήσεις και οι ελληνικές τράπεζες ήταν εκείνες που εκμεταλλεύτηκαν τη μεγέθυνση της τουρκικής οικονομίας. Εξαιτίας δε της οικονομικής κρίσης, παρατηρείται σήμερα τάση αποχώρησης των λίγων τουρκικών εταιρειών που έχουν δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα.

Η ΠΑΡΑΔΟΧΗ ΤΟΥ ΕΞΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΥ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου που αρχίζει το 1993 και ιδιαίτερα μετά το 1996, όταν ο Κώστας Σημίτης εκλέχτηκε πρωθυπουργός, είναι ότι ο βαθμός εξευρωπαϊσμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αυξάνεται ακόμα περισσότερο και μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική είναι τώρα προσαρμοσμένη προς την ΕΕ περισσότερο από ποτέ, αφού οι περισσότερες εκφάνσεις της ασκούνται μέσα από το πρίσμα της πολιτικής της ΕΕ. Η προσαρμογή αυτή διαπιστώνεται και από την πολιτική που υιοθέτησε η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας. Αποδέχθηκε πρώτα την τελωνειακή ένωση με την Τουρκία και τελικά τη δυνατότητα ένταξής της στην ΕΕ το 1999. Ωστόσο, ένας άλλος βασικός λόγος για την αλλαγή της ελληνικής πολιτικής οφειλόταν στο γεγονός ότι η Ελλάδα δεν ήθελε να χαρακτηρίζεται συνεχώς ως η χώρα που αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Η Ελλάδα γνώριζε πολύ καλά ότι υπήρχαν και άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ που βολεύονταν με την εναντίωση της Ελλάδας στην ένταξη της Τουρκίας και δεν ήταν πια διατεθειμένη να παίζει τον ρόλο του κακού, ενώ πολλοί από τους εταίρους της υποκριτικά έπαιζαν τον βολικό ρόλο του καλού. Όποια κι αν ήταν τα πραγματικά κίνητρα της μετατόπισης των θέσεων της Ελλάδας για το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι διευκόλυνε την ανάπτυξη μιας διαφορετικής πολιτικής έναντι της Τουρκίας.

Μετά το Ελσίνκι το 1999, άρχισε να κυριαρχεί η παραδοχή ότι η στάση αυτή της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας θα μπορούσε να συμβάλει όχι μόνο σε μια αμοιβαίως αποδεκτή και λειτουργική λύση στο πρόβλημα της Κύπρου και σε μια διασύνδεση της ελληνοτουρκικής διένεξης με το ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, αλλά - πράγμα σημαντικότερο - θα την βοηθούσε να ενταχθεί στις ευρωπαϊκές αξίες και αρχές. Ο εξευρωπαϊσμός, δηλαδή, της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής θα «πίεζε» και την Τουρκία να διασυνδεθεί ακόμα περισσότερο με την Ευρωπαϊκή Ένωση και θα οδηγούσε στην επιτυχή ταύτιση των συμφερόντων της τουρκικής πολιτικής και της οικονομικής ελίτ με εκείνα της ΕΕ, πράγμα που αναπόφευκτα θα μετέβαλλε την τουρκική συμπεριφορά σε πλαίσιο που θα ήταν συμβατό με τους κανόνες συμπεριφοράς της ΕΕ.

Ωστόσο, αυτή η παραδοχή λειτούργησε ικανοποιητικά για κάποιο διάστημα μέχρι τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα και οι διμερείς σχέσεις βελτιώθηκαν, ιδιαίτερα με την υπογραφή συμφωνιών στα πεδία της οικονομίας, του εμπορίου, του τουρισμού, του περιβάλλοντος, δηλαδή της «χαμηλής πολιτικής». Υπήρξαν, επίσης, συζητήσεις για μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και άρχισαν οι διερευνητικές επαφές, που ασχολήθηκαν όχι μόνο με την υφαλοκρηπίδα αλλά και με τα «συναφή θέματα» της οριοθέτησής της. Ωστόσο, η άνοδος στην εξουσία της Νέας Δημοκρατίας το 2004 δεν επέτρεψε να παραπεμφθούν οι «εκκρεμείς συνοριακές διαφορές και άλλα συναφή θέματα» στη Χάγη, όπως προβλεπόταν από το Ελσίνκι. Οι κυβερνήσεις Καραμανλή δεν αμφισβήτησαν τη βασική θέση της παραδοχής αυτής, ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να υποστηρίζει την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, αρκεί βέβαια η Άγκυρα να τηρήσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε ως υποψήφια προς ένταξη χώρα και να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις ένταξης με τους όρους που της έχουν τεθεί, συμπεριλαμβανομένης της εξομάλυνσης των διμερών σχέσεών της με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η πολιτική αυτή αποδείχθηκε ορθή στο βαθμό που βοήθησε να ενταχθεί η Κύπρος στην ΕΕ και στο βαθμό που δημιούργησε μια νέα ατμόσφαιρα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Όμως, σήμερα φαίνεται να έχει εξαντλήσει το δυναμισμό της για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτον, η Κύπρος είναι πια μέλος της Ε.Ε. Δεύτερον, η Τουρκία φαίνεται να έχει απωλέσει το ενδιαφέρον της για ένταξη στην ΕΕ, ενώ παράλληλα πολλά κράτη-μέλη της ΕΕ δεν επιθυμούν τη συμμετοχή της Τουρκίας σ΄ αυτήν. Τρίτον, η Άγκυρα παρουσιάζεται ως μια αναδυόμενη ηγεμονική περιφερειακή δύναμη με οικονομική και στρατιωτική ισχύ που δεν έχει την ανάγκη της ΕΕ αλλά αντίθετα ισχυρίζεται ότι η ΕΕ την έχει ανάγκη. Τέταρτον, ο πρωθυπουργός Ερντογάν δίνει μια κρίσιμη πολιτική μάχη εναντίον του στρατιωτικού και του πολιτικού κατεστημένου και θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προβεί, ακόμη κι αν το επιθυμούσε, σε κινήσεις καλής θέλησης προς την Ελλάδα, άνευ ανταλλάγματος. Πέμπτον, οι περιώνυμες διμερείς διερευνητικές επαφές για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας που διαρκούν εδώ και χρόνια (πενήντα τρεις γύροι!) δεν έχουν καταλήξει πουθενά, καθώς η Ελλάδα επιθυμεί να τεθεί επιτέλους ένα χρονοδιάγραμμα ώστε, αν δεν υπάρξει συμφωνία, να γίνει από κοινού προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Η Άγκυρα, από την άλλη, θεωρεί ότι υπάρχουν και άλλα προβλήματα, όπως οι περιώνυμες γκρίζες ζώνες, η έκταση του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου και το νέο «αγκάθι» που είναι η απαίτηση της Τουρκίας να εξαιρεθεί το Καστελόριζο από οποιαδήποτε διευθέτηση για την υφαλοκρηπίδα κι ενδεχόμενη κήρυξη ΑΟΖ από την Αθήνα. Το αποτέλεσμα ήταν να ατονήσουν οι διερευνητικές επαφές και μάλιστα, εξαιτίας των εκλογών στην Ελλάδα και την Τουρκία, να μην πραγματοποιηθούν καθόλου από τον Ιούλιο του 2011 μέχρι τον Οκτώβριο του 2012 και να έχει αναβληθεί κατ΄ επανάληψη η δεύτερη συνεδρίαση του ελληνοτουρκικού Συμβουλίου Συνεργασίας, η οποία αναμένεται να συγκληθεί στην Τουρκία την Άνοιξη του 2013. Υφίσταται, συνεπώς, η ανάγκη επανακαθορισμού της παραδοχής ότι η προοπτική ένταξης της Τουρκίας θα μεταβάλει τη τουρκική στάση στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό. Το ερώτημα βέβαια που παραμένει είναι ποια θα πρέπει να είναι η ελληνική στρατηγική και ποιο θα είναι το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

ΤΑ «ΚΛΕΙΔΙΑ» ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

Η προσπάθεια να εξηγηθεί η κρατική συμπεριφορά στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, στο πλαίσιο μόνο των υπαγορεύσεων και των δεδομένων του διεθνούς και του εσωτερικού περιβάλλοντος, δεν είναι πάντοτε ορθή. Το «κλειδί» γιατί ένα κράτος συμπεριφέρεται κατά ένα συγκεκριμένο τρόπο στην εξωτερική πολιτική του μπορεί να ανάγεται στον τρόπο που οι διαμορφωτές αποφάσεων αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα, η οποία μεταβάλλεται πολλές φορές χωρίς να γίνει άμεσα αντιληπτή ή και κατανοητή. Δηλαδή, δεν υφίσταται ανάγκη να δίνεται τόσο μεγάλη έμφαση στα «αντικειμενικά» δεδομένα της κατάστασης του διεθνούς και του εσωτερικού περιβάλλοντος, όταν οι υποκειμενικές αντιλήψεις των διαμορφωτών των αποφάσεων αλλά και οι δι-υποκειμενικές διαχρονικές πεποιθήσεις μιας κοινωνίας είναι αυτές που τελικά παίζουν ρόλο και προσδιορίζουν σε τελευταία ανάλυση το περιεχόμενο της εξωτερικής πολιτικής. Η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.

Οι ανωτέρω κυριότερες παραδοχές, τόσο οι διαχρονικές όσο και οι πιο πρόσφατες, που αναφέρονται στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων και έχουν υιοθετηθεί από τους διαμορφωτές αποφάσεων, καθιστούν έτσι έκδηλη την αναγκαιότητα ανάπτυξης ενός μεγαλύτερου προβληματισμού για το μέλλον των σχέσεων της Ελλάδας με την Τουρκία. Άλλες από αυτές τις παραδοχές υπερτιμούν τις δυνατότητες της Τουρκίας, όπως ότι η Τουρκία έχει τεράστια γεωπολιτική σημασία σε σχέση με την Ελλάδα ή ότι η Τουρκία, εξαιτίας του δυναμισμού που η οικονομία της έχει αποκτήσει τα μέσα να περιθωριοποιήσει την Ελλάδα.

Άλλες, πάλι, παραδοχές δημιουργούν την εντύπωση ότι η Ελληνική εξωτερική πολιτική έχει στη φαρέτρα της όπλα, τα οποία στην πραγματικότητα, αν και έχουν χρησιμότητα, είναι υπερτιμημένα, όπως ότι το διεθνές δίκαιο είναι - σε όλα τα ζητήματα που θέτει η Τουρκία - ευνοϊκό προς τα συμφέροντά της Αθήνας και ότι πρέπει η πολιτική της να βασίζεται σε αυτό. Η αμφισβήτηση δε άλλων παραδοχών, όπως ότι η πολιτική του εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας δεν είναι σε θέση πλέον να αποδώσει αποτελέσματα ή ότι η ασφάλεια της Ελλάδας βρίσκεται υπό αίρεση εξαιτίας των απειλών που εκτοξεύει η Τουρκία, θέτει ζητήματα διαμόρφωσης νέας στρατηγικής και υιοθέτησης νέων τακτικών.

Η αμφισβήτηση, ωστόσο, αυτών των παραδοχών δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η Ελλάδα κάτω από τη δεδομένη οικονομική συγκυρία και τον υπάρχοντα διεθνή συσχετισμό δυνάμεων της περιοχής θα πρέπει να προχωρήσει σε κινήσεις που ίσως δεν θα είναι σε θέση να τις ελέγξει, όπως είναι η ανακήρυξη μονομερώς των ορίων της δικής της ΑΟΖ. Ούτε πάλι σημαίνει ότι θα πρέπει a priori να υιοθετηθούν οι ισχυρισμοί ότι η γεωπολιτική σημασία της Ελλάδας σε σχέση με τη Τουρκία είναι μειωμένη ή ότι η Τουρκία, επειδή είναι μια μεγάλη χώρα με ισχυρή στρατιωτική βάση είναι και σε θέση να υπαγορεύει την πολιτική της στις γειτονικές χώρες, αζημίωτα. Η τουρκική εξωτερική πολιτική αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα με όλες σχεδόν τις όμορες χώρες της και πολλές πρωτοβουλίες της, όπως είδαμε, δεν ευοδώθηκαν.


* Ο Χαράλαμπος Τσαρδανίδης είναι Διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων.



Ο πολιτικός σαλταδόρος που ηγείται της τρικομματικής-μνημονιακής-προδοτικής κυβερνήσεως, Αντώνης Σαμαράς, από άκρως αντιμνημονιακός, όπως διατυπώθηκε αυτή η στάση μέσω των «διαλέξεών του» στα Ζάππειο I, II και III, μετατράπηκε στον μεγαλύτερο υπερασπιστή των μνημονίων, της νεοφιλελεύθερης Μερκελικής πολιτικής, δηλαδή της πολιτικής σαδιστικού βασανισμού της Ελληνικής κοινωνίας και της πατρίδας. Πρόλαβε όμως, να γίνει Πρωθυπουργός, μέσω των ανεκπλήρωτων προεκλογικών εξαγγελιών του, ακολουθώντας έτσι, όλους τους προκατόχους του, πολιτικούς αγύρτες και απατεώνες οι οποίοι με ασύστολα ψεύδη υφάρπαζαν την ψήφο των Ελλήνων ψηφοφόρων. 
Αυτός, λοιπόν, ο ολίγιστος Πρωθυπουργός της πατρίδας μας, μετά και τη νέα υποταγή στα κελεύσματα των τεχνοκρατών της τρόικας, τους απεσταλμένους της νεοναζί Μέρκελ (χαράτσι ακινήτων, ρυθμίσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών, απολύσεις στο δημόσιο), θεώρησε πως έπρεπε τη δουλική του υποταγή να τη διατυπώσει μέσω διαγγέλματος προς τον Ελληνικό λαό. 
Διαπίστωσε, λοιπόν, μεταξύ των άλλων ο σημερινός πολιτικός ολετήρας της πατρίδας μας: 
«Δεν ξεπεράσαμε την κρίση, αλλά αρχίζει να φαίνεται φως στην άκρη του τούνελ…Πριν από ένα χρόνο πολλοί προέβλεπαν την καταστροφή του ευρώ και προεξοφλούσαν την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Όμως, η Ελλάδα παραμένει στο ευρώ και η κατάστασή της σταθεροποιείται…».
Βέβαια, πρέπει να παραδεχτούμε πως στην άκρη του τούνελ αρχίζει να φαίνεται φως, από τη στιγμή που η κοινωνία μας είναι σε πλήρη διάλυση. 
Όταν η ανεργία καλπάζει σε δυσθεώρητα και ανεξέλεγκτα ύψη, κυρίως στους νέους μας, όταν οι άστεγοι συνεχώς πολλαπλασιάζονται, όταν αυξάνουν τα δημόσια συσσίτια, ανθρώπων που από τη μια ημέρα στην άλλη, στην Ελλάδα των μνημονίων, μετετράπησαν από αυτάρκεις οικογενειάρχες, σε ρακένδυτους περιφερόμενους πολίτες. 
Όταν τα φάρμακα παρουσιάζουν τεράστιες ελλείψεις και τα δημόσια νοσοκομεία λειτουργούν προκειμένου να εξυπηρετούν τους λαθρομετανάστες. 
Όταν έχει υποβαθμιστεί η πρώην δημόσια παιδεία και πολλά από τα ελληνόπουλα υποσιτιζόμενα λιποθυμούν στα σχολεία τους και γι΄ αυτό πολλές οικογένειες διέκοψαν την μάθηση των παιδιών τους. 
Όταν οι αυτοκτονίες συμπατριωτών μας έχουν λάβει μορφή επιδημίας, οι οποίοι μη αντέχοντας τα προβλήματα που προέκυψαν από την πολιτική των μνημονίων, θέτουν τέλος στη ζωή τους. 
Όταν η ασφάλεια των Ελλήνων πολιτών είναι πλέον, είδος πολυτελείας και σφάζονται καθημερινώς σαν τα σκυλιά στα αμπέλια, από την ανεπάρκεια του κράτους να φυλάει στις φυλακές τις εγκληματικές φυσιογνωμίες της αλλοδαπής ή από όλους εκείνους που η οικονομική κρίση τους όπλισε το χέρι.

Πρώτιστο μέλημα του ολίγιστου Πρωθυπουργού μας η διατήρηση της χώρας μας στην ευρωζώνη και το σκληρό νόμισμα του ευρώ. Ουδέποτε, όμως, διαπραγματεύτηκε σκληρά με τους τροικανούς, αυτή τη συμμετοχή μας, προτάσσοντας το συμφέρον της πατρίδας. Ουδέποτε ανάγνωσε την άλλη άποψη, που διατυπώνεται από πολλούς για πιθανή εγκατάλειψη της χώρας από το ευρώ και επαναφορά στη δραχμή. 
Αυτή την εξέλιξη τρέμει αφάνταστα η Γερμανία και γι΄ αυτό έχουν συνταχθεί ενδιαφέρουσες μελέτες από εξειδικευμένα γραφεία της Γερμανίας, αλλά και της Βρετανίας για το συνολικό κόστος μιας ελληνικής πτώχευσης. Αποσπάσματα μιας τέτοιας μελέτης διέρρευσαν και δημοσιεύθηκαν στον οικονομικό τύπο της Γερμανίας (Handelsblatt). Αυτή η μελέτη καταλήγει ότι το κόστος για τη Γερμανία εκτιμάται ότι θα ανέλθει ή και θα υπερβεί το ένα τρισεκατομμύριο ευρώ! 
Σύμφωνα με το επικρατέστερο σενάριο, η ανάλυση των επί μέρους αθροιζομένων στοιχείων είναι η εξής: 
α) 75 δις ευρώ θα είναι οι άμεσες απώλειες από τα οφειλόμενα χρέη τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. 
β) 175 δις ευρώ θα είναι οι απώλειες της ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας από τον μηδενισμό της αξίας των ελληνικών ομολόγων που διατηρεί στο χαρτοφυλάκιό της. 
γ) 380 δις ευρώ θα είναι το κόστος για την στήριξη των πορτογαλικών και ιρλανδικών ομολόγων, των οποίων οι αγορές θα καταρρεύσουν άμεσα σε αντίθετη περίπτωση. 
δ) 350 δις ευρώ θα απαιτηθούν για την στήριξη των ισπανικών και των ιταλικών τραπεζών, δοθέντος ότι αμφότερες είναι πολύ εκτεθειμένες , στα πορτογαλικά ομόλογα οι πρώτες (υπέρ τα 90 δις ευρώ) και στα ισπανικά ομόλογα οι δεύτερες και 
ε) 150 δις ευρώ θα χρειασθούν για την ανακεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών. 
Όμως, πέραν των ανωτέρω, η οικονομία της ευρωζώνης θα υποστεί βαρύ πλήγμα αξιοπιστίας με πολλές άμεσες συνέπειες, μεταξύ αυτών η μείωση των φορολογικών εσόδων και η αύξηση του μέσου επιτοκίου δανεισμού, ένεκα της συνεπακόλουθης μείωσης του ΑΕΠ της ευρωζώνης κατά 1,5 - 2,5%! Αν επί πλέον , η πτώχευση συνοδευθεί και από έξοδο από την ευρωζώνη θα κλονισθεί σοβαρά η σταθερότητα του κοινού νομίσματος και η αξιοπιστία της ΕΚΤ.

Επιπρόσθετα, πρόσφατα ο Βρετανός Ευρωβουλευτής Nigel Farage δήλωσε στην Ευρωβουλή μεταξύ άλλων: «Η Ευρωζώνη διοικείται από άτομα που δεν σέβονται ούτε τη Δημοκρατία, ούτε το Νόμο….Όμως, δε συμφέρει την ΕΕ η πτώση της Ελλάδας, της Κύπρου, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας ή της Ιρλανδίας. Ξέρουν ότι αν θα πέσει μια χώρα θα γκρεμιστούν όλα και η Γερμανία θα έχει μεγάλες απώλειες, πιθανά και ένα τρις ευρώ. Με αυτό που έκαναν σε μια χώρα, τώρα είναι ικανοί να το κάνουν στην Ιταλία, Ισπανία κτλ».

Δυστυχώς, όμως, ο κ. Σαμαράς, απόλυτα υποτελής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της Γερμανίας, η οποία προσπαθεί για τρίτη φορά, μέσω της δημιουργηθείσας οικονομικής κρίσης αυτή τη φορά, να υποτάξει την πολιτισμένη Ευρώπη, έπαιξε απόλυτα το παιχνίδι της Γερμανίας στο σκηνοθετημένο θάνατο της Κύπρου. Έκανε πράξη λοιπόν, μέσω της δουλικότητάς του, όσα δήλωσε ο Άδωνης Γεωργιάδης σε συνέντευξή του στην «Ελεύθερη Ώρα» προ δυο εβδομάδων: 
«…η Βουλή των αντιπροσώπων της Κύπρου είπε ΟΧΙ. Ένα παντελώς ανεύθυνο ΟΧΙ, γιατί δεν έλαβε καθόλου υπόψη της εάν η Κύπρος είχε άλλο εναλλακτικό σχέδιο. Ως αποτέλεσμα αυτού, η Γερμανία για να τιμωρήσει την Κύπρο και να την καταστήσει πανευρωπαϊκό παράδειγμα προς αποφυγή την οδήγησε στην δεύτερη απόφαση του Eurogroup, η οποία ήταν πραγματικά καταστροφική…».
Είναι δυνατόν, λοιπόν, το πλέον προβεβλημένο στέλεχος της ΝΔ από τα μνημονιακά ΜΜΕ, να ισχυρίζεται πως η Γερμανία θέλησε να τιμωρήσει ένα μικρό «εταίρο» που σήκωσε το ανάστημά του, δηλαδή την Κύπρο, προκειμένου να την καταστήσει πανευρωπαϊκό παράδειγμα προς αποφυγήν. 
Σε αυτή την ενωμένη Ευρώπη πιστεύει η τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά; 
Στην ενωμένη Ευρώπη που ο ισχυρός προς όφελός του, τιμωρεί τον αδύνατο; 
Που ο ισχυρός «εταίρος» μεταχειρίζεται τον αδύνατο «εταίρο» ως δανειολήπτη και όχι ως ισότιμο εταίρο, όπως άλλωστε προβλέπεται;

Αλλά εν πάση περιπτώσει, τι έπραξε η μνημονιακή-τρικομματική κυβέρνηση στο Eurogroup της προπερασμένης Παρασκευής; 
Γιατί αποδέχτηκε την αρχική πρόταση που περιελάμβανε κούρεμα των ποσών και κάτω των 100 χιλ. ευρώ; 
Γιατί δεν άσκησε βέτο, προκειμένου να προστατέψει την κυπριακή οικονομία; 
Πού είναι η Ελληνική συμπαράσταση στους ομοεθνείς μας Κυπρίους; 
Φώναξε, για άλλη μια φορά, η τρικομματική πως «η Κύπρος κείται μακράν»; 
Γιατί δεν υπήρχε plan B, στο σύσσωμο περήφανο ΟΧΙ της κυπριακής βουλής; 
Τι συζήτησαν οι Σαμαράς – Αναστασιάδης στη συνάντηση των Αθηνών, αμέσως μετά την εκλογή του δευτέρου; Δεν συζήτησαν όλα τα πιθανά σενάρια; 
Γιατί δεν ασκήθηκε καμιά πίεση από την Ελληνική κυβέρνηση προς τους «εταίρους» της ΕΕ; 
Μήπως, λοιπόν, η μνημονιακή-τρικομματική κυβέρνηση σχεδίασε την καταστροφή της Κύπρου με τους νεοφιλελεύθερους της κυβέρνησης της Γερμανίας για να παίξει αφ΄ενός το παιχνίδι της Μέρκελ με σκοπό την κατατρομοκράτηση των κρατών του Ευρωπαϊκού νότου, όπως «μαρτυράει» ο φλύαρος Γεωργιάδης και αφ΄ετέρου για να μπορεί η τρικομματική να τρομοκρατεί και τον Ελληνικό λαό προκειμένου να μην εξεγερθεί; 

Άλλωστε, από εκείνη την ημέρα όλα τα φερέφωνα-βουλευτές της τρικομματικής, διαλαλούν το τρομοκρατικό μήνυμα του δόγματος «να τι έπαθε η άτακτη Κύπρος», να μην πάθουμε τα ίδια και εμείς! Έτσι, μήπως αυτή η πολιτική της τρικομματικής κυβέρνησης Σαμαρά, αγγίζει τα όρια της Εσχάτης Προδοσίας, για άλλη μια φορά;




Κραυγή απελπισίας που αποκαλύπτει την μεγάλη αλήθεια για τον "επαναστατικό στρατό":
"Κάθε Σύριος πολίτης θέλει να μας σκοτώσει! Δεν μπορούμε πλέον ούτε να υποχωρήσουμε"!

Η στρατιωτική βοήθεια που ζητούσαν πανικόβλητοι οι ισλαμοφασίστες στην πρόσφατη σύναξη στην Κωνσταντινούπολη, αποκάλυψε και την πραγματική κατάσταση που επικρατεί στην Συρία τις τελευταίες ημέρες. Εκπρόσωποι του στρατιωτικού σκέλους των ανταρτών, διαμαρτυρήθηκαν για την ανυπαρξία πληροφόρησης για τις κινήσεις του Συριακού στρατού από την Δύση (βλ. Τουρκία).

Η εξήγηση που πήραν από τους Τούρκους επιτελείς ήταν ότι ο τακτικός στρατός ακολουθεί νέες μεθόδους ανάπτυξης σε συνεργασία με τους πολίτες που καθιστά σχεδόν αδύνατη την παρακολούθηση – πρόβλεψη των επιθέσεων. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος για τα συντριπτικά χτυπήματα των τελευταίων ημερών που αναγκάζουν όσους έχουν απομείνει, να σχεδιάζουν “τακτική υποχώρηση”.

Εκεί ήλθε και η “κραυγή αγωνίας” από τον εκπρόσωπο του FSA, που παραπονέθηκε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα πλέον ούτε για τακτική υποχώρηση. Όπου υπάρχει εμπλοκή με τον στρατό, οι “μαχητές” μπορούν μόνο να παραδοθούν ή να πεθάνουν. Κάθε πολίτης θέλει να μας σκοτώσει! (Αυτός είναι δηλαδή “απελευθερωτικός” στρατός;)

Επίσης, αναφέρθηκε ότι ο Ασαντ έχει αναπτύξει νέο σύστημα συλλογής και διακίνησης πληροφοριών έχοντας καταφέρει να ενεργοποιήσει κάθε πολίτη της χώρας, με τέτοιον τρόπο που δεν μπορεί να “σπάσει” αυτό το δίκτυο πληροφοριών.

Στην συνάντηση ο Κέρι φάνηκε πως δεν είχε καμμία δικαιοδοσία να συζητήσει για στρατιωτική στήριξη, ειδικά μετά τα πρόσφατα γεγονότα στην Βοστώνη.

Διαβάστε εδω μία εξέλιξη καθόλου άσχετη

Του Καθηγητή Γιώργου Πιπερόπουλου

Τα διάβασα τα στατιστικά αποτελέσματα της Metron Analysis στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και… «ήρθε η καρδιά μου στον τόπο της!»

Δεν με εντυπωσίασε και δεν αναφέρομαι φυσικά στο 0.07 (που θυμίζει James Bond) της διαφοράς ανάμεσα στο 18,7% της «Νέας» Ν.Δ. και του σχεδόν 18,1% του ΣΥΡΙΖΑ που από μια άποψη είναι ΝΤΡΟΠΗ να το συζητάμε όταν ΟΛΟΙ γνωρίζουμε πως διαφορές κάτω του + ή - 3% ανήκουν στην «σφαίρα» της φαντασίωσης καθότι πρόκειται για όριο «στατιστικού λάθους»…

Δεν με εντυπωσιάζουν καν τα υπόλοιπα «ευρήματα» που κρατούν σε σταθερή τρίτη θέση τη Χρυσή Αυγή και θέτουν σε αμφιβολία για επιτυχία εισόδου στην επόμενη Βουλή του ιστορικού ΚΚΕ και της νεότευκτης (ίσως και βραχύβιας τύπου ΠΟ.ΑΝ. του 1996) ΔΗΜΑΡ με ποσοστά 3% και κάτι…

Εντυπωσιάστηκα, όμως, και έχω την αίσθηση ότι επιτέλους αρχίζει να διαπερνά η οδυνηρή μας πραγματικότητα την επιδερμίδα μας και να περνά στα χρήσιμα εγκεφαλικά κύτταρα του μέσου Έλληνα και να οδηγεί στην κατάθεση του 38% που ΔΕΝ θεωρεί ΚΑΝΕΝΑ πολιτικό Αρχηγό ως κατάλληλο για τον Πρωθυπουργικό θώκο!

Στις ποικίλες κοινωνιολογικές και ψυχολογικές θεωρίες για ΗΓΕΤΕΣ ο ιστός που τις συνδέει από την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη μέχρι τις σύγχρονες έρευνες είναι ότι «οι εποχές απαιτούν ηγέτες ικανούς να εμπνεύσουν και να δώσουν ελπίδα στους Λαούς…».

Στην πτωτική πορεία της Ελληνικής Οικονομίας εδώ και 6 χρόνια και από το καλοκαίρι του 2010 μέχρι σήμερα διαπιστώνουμε ότι οι ΗΓΕΤΕΣ μας δεν πληρούν τις προδιαγραφές αποτελεσματικού χειρισμού του δράματός μας…

Να σας θυμίσω την έρευνα της GPO για το MEGA τον Σεπτέμβριο του 2011 όταν ο κύριος Σαμαράς προηγείτο του κ Παπανδρέου ως «καταλληλότερος» αλλά 60% θεωρούσαν ότι ο καταλληλότερος ήταν ο… ΚΑΝΕΝΑΣ!

Στην έρευνα της Metron Analysis για την «Κ.Ε.» ο κύριος Σαμαράς προηγείται του κυρίου Τσίπρα αλλά σχεδόν το 40% προτιμούν τον… ΚΑΝΕΝΑ!...

Να θυμηθούμε την απάντηση του τυφλωμένου από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του Κύκλωπα στην ερώτηση των άλλων Κυκλώπων «ποιός σε τύφλωσε;»
Ο… Κανένας!!!

Ήμασταν η χώρα με τους περισσότερους «τυφλωμένους» από Κομματικά πάθη ψηφοφόρους, με τα μεγαλύτερα σε σύγκριση με άλλες χώρες ποσοστά «κοψοχέρηδων» μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση…

Ήμασταν η χώρα με τις καθαρά Κρατικοδίαιτες δήθεν «ιδιωτικές» επιχειρήσεις που θύμιζαν ΕΣΣΔ 20 χρόνια μετά την πτώση του Τείχους…

Είμαστε η χώρα του Νότου με μεγάλες πιθανότητες «αδυναμίας» αποπληρωμής των «δανεικών» που εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ και κατάσχεση Εθνικού πλούτου…

Και ψάχνουμε για «καταλληλότερο» Πρωθυπουργό!...




  • Ξαφνική αλλαγή ή μήπως κάτι διαφορετικό συμβαίνει στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας;
  • Οι ΗΠΑ αποφάσισαν να σταματήσουν τις βλέψεις της Μέρκελ στην Ανατολική Μεσόγειο;
  • Ποιός ο ρόλος του μεγαλύτερου σιωνιστή, ο οποίος έκανε δηλώσεις που οδηγούν σε άμεση αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής;

Η διαφωνία για τα προγράμματα λιτότητας αλλά και τους χειρισμούς απέναντι στην οικονομική κρίση στάθηκε αφορμή για νέο φραστικό επεισόδιο ανάμεσα στον Γερμανό Υπουργό Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και τον Αμερικανό ομόλογό του, Τζακ Λιου. Οπως μετέδωσε το Mega, σύμφωνα με δημοσίευμα του Spiegel το νέο επεισόδιο εκτυλίχθηκε την Παρασκευή το βράδυ, στην
Ουάσιγκτον, όταν ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δέχθηκε τα πυρά των υπολοίπων ομιλητών κατα τη διάρκεια μία συζήτησης που λίγο έλειψε να εξελιχθεί σε καυγά.

Η κ. Λαγκάρντ με δήλωσή της στο Mega διέψευσε τις πληροφορίες, αν και βασικά είπε πως η ίδια δεν έχει σχέση με το περιστατικό.
Όπως αναφέρει το δημοσίευμα του γερμανικού περιοδικού, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Τζακ Λιου και εκπρόσωποι του ΔΝΤ, επανέλαβαν ότι η Γερμανία, ως το μεγαλύτερο και πιο εύρωστο, οικονομικά, κράτος της Ευρώπης θα πρέπει να αναλάβει τις περισσότερες ευθύνες για τη διάσωση της νομισματικής ένωσης.

Εμφανίστηκαν, δε, «εκνευρισμένοι» από τις μόνιμες προσταγές του Βερολίνου για λιτότητα, οι οποίες έχουν βυθίσει στην ύφεση την ευρωζώνη. Αντί της πολιτικής λιτότητας οι χώρες που βρίσκονται σε κρίση χρειάζονται περισσότερο χρόνο, ώστε να μπορέσει να ανακάμψει ταχύτερα η οικονομία τους, ζήτησαν οι Αμερικανοί, τονίζοντας ότι εκτός αυτού οι Γερμανοί θα πρέπει, εν τέλει, να επανεξετάσουν το ζήτημα για μία ευρωπαϊκή τραπεζική ενοποίηση και να βάλουν στην άκρη τους φόβους τους, καθώς και να καταργηθεί το όριο δημοσιονομικού χρέους στην Ευρωζώνη.

Οι θέσεις αυτές προκάλεσαν την έκρηξη του γερμανού υπουργού Οικονομικών και των συναδέλφων του, με το Spiegel να κάνει λόγο για «όργιο φωνασκιών».

«Εως τώρα δεν είχα ακούσει από κανέναν τέτοιες προτάσεις, για το τί πρέπει να κάνει η Γερμανία», φώναξε ο Σόιμπλε, ενώ ένας από τους συνεργάτες του χαρακτήρισε την πρόταση των Αμερικανών για το δημόσιο χρέος ως «συνταγή βγαλμένη από τη ναφθαλίνη».

Ο Σόιμπλε φέρεται να είπε ότι οι ΗΠΑ πρέπει να πάρουν ως παράδειγμα τις χώρες της Ευρωζώνης που σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον έχουν μειώσει στο μισό το χρέος τους. Επίσης, ο Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας ανέφερε, ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες προτάσεις και ότι η Ευρωζώνη δεν είναι το ίδιο με τα ομόσπονδα κράτη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Daniel Pipes: Ο “Λέων της Σιών” πηγαίνει στην Κύπρο, προκαλώντας τρόμο, οργή και… πονοκέφαλο στις ΗΠΑ

Τρόμο στους Ανανιστές της Κύπρου, οργή στην Τουρκία και πονοκέφαλο στις ΗΠΑ προκαλεί η απόφαση του Daniel Pipes να οργανώσει “αποστολή” στην Κύπρο τον ερχόμενο Οκτώβρη. 
Ειδικά μόλις ανακοίνωσε την ατζέντα της επίσκεψης και τα θέματα πραγμάτευσης:
  • Η ανακάλυψη μεγάλων κοιτασμάτων φυσικού αερίου
  • Η συνεχιζόμενη επιθετικότητα της Τουρκίας στην περιοχή!
Και για να μην υπάρχουν παρερμηνείες των προθέσεων του, συμπληρώνει:
“Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ “κάθονται” πάνω σε 1 τρισεκατομμύριο δολάρια, την ίδια στιγμή που η Τουρκία δεν κρύβει τις βλέψεις της για αυτά τα κοιτάσματα”.
Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο “Λέων” όπως αποκαλείται, αρθρογραφούσε κατά της προοπτικής Τουκροισραηλινού αγωγού που θα διοχέτευε το Ισραηλινό φυσικό αέριο.
Πονοκεφαλο στις ΗΠΑ προκαλεί το γεγονός ότι η επίσκεψη του έρχεται σφήνα στην Αμερικάνικη εμπλοκή για την ΑΟΖ και τις νουθεσίες για “συζήτηση” με την Τουρκία, αφού ο ίδιος χαρακτηριζει ευθέως τα κοιτάσματα ως κτήμα “Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ”, αποκαλώντας στην ουσία “κλοπή” την τουρκική πολιτική στο θέμα. Ο τρόμος του Αναστασιάδη και των άλλων Ανανιστών που θέλουν να μοιράσουν τα πάντα, είναι απολύτως εξηγήσιμος.
Η κατάσταση περιπλέκεται όμως από την πρόθεση του Pipes να επισκεφθεί και τα κατεχόμενα τα οποία ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει στο παρελθόν ως “Ελληνική περιοχή που έχει υποστεί βίαια εθνοκάθαρση από τους Τούρκους”, ενώ δεν κρύβει την συμπάθεια του και για τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου (που μάλλον κάτι παραπάνω θα ξέρει για αυτή την “πρωτοβουλία”).

Σε κάθε περίπτωση, ο Ελληνισμός δεν πρέπει να αναζητεί σωτήρες, αλλά ειλικρινείς συμμαχίες αμοιβαίου συμφέροντος. Έχει όμως μεγάλο ενδιαφέρον η είδηση γι αυτό και την παραθέτουμε. Ο Οκτώβρης είναι βέβαια μακριά και οι Ανανιστές έχουν αποδείξει ότι δρουν ταχύτατα. Κοντός ψαλμός…


  • Ο Daniel Pipes είναι ίσως ο γνωστότερος σιωνιστής στον πλανήτη. Γνωστος για τις αμείλικτες κόντρες του με τον Σόρος, με Ιουδαϊκές οργανώσεις της Αμερικής, αλλά κυρίως για την ικανότητα του να κάνει άνω κάτω την Αμερικάνικη εξωτερική πολιτική στην Μέση Ανατολή με τις παρεμβάσεις του. Όπως έγινε πρόσφατα, όταν στις 11 Απριλίου έγραψε ένα αιρετικό άρθρο με τίτλο “Στηρίξτε τον Ασάντ”. Μέσα σε 7 ημέρες, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις, εκπρόσωπος του λευκού οίκου δηλωσε την αντίθεση του στο ενδεχόμενο επικράτησης των “ακραίων ισλαμιστών” στην Συρία, ενώ η Washington Post την ίδια ημέρα είχε εκτενές άρθρο για τις σχέσεις των ανταρτών με την Αλ Κάιντα.
Πηγές
Εφημ. Έθνος
Μ. Ιγνατίου
Olympia