Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

17 Απρ 2017


Γράφει ο Σταύρος Λυγερός

Η οριακότητα της νίκης του ΝΑΙ δεν έχει συνέπειες στο θεσμικό επίπεδο και να επιτρέπει στον Ερντογάν να γίνει πρόεδρος-σουλτάνος. Στο πολιτικό επίπεδο, όμως, έχει. Μία ματιά στον εκλογικό χάρτη επιβεβαιώνει την τριχοτόμηση της Τουρκίας. Για την ακρίβεια, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος τη βάθυνε αντί να την αμβλύνει. Η «βαθιά Τουρκία» μπορεί να ψήφισε μαζικά ΝΑΙ, αλλά τόσο η κεμαλική και η δυτικότροπη Τουρκία, όσο και οι κουρδικές επαρχίες στα νοτιανατολικά ψήφισαν μαζικά ΟΧΙ.

Ας παρακάμψουμε τις καταγγελίες της αντιπολίτευσης για μη σφραγισμένα ψηφοδέλτια, παρότι αυτές αποκτούν κρίσιμη σημασία όταν η διαφορά είναι τόσο μικρή. Ας παρακάμψουμε, επίσης, το κλίμα του φόβου και των διώξεων που οδήγησε σε μία κραυγαλέα άνιση προεκλογική εκστρατεία. Ας θεωρήσουμε -για την οικονομία της συζήτησης- ότι το αποτέλεσμα αποτυπώνει πραγματικά τη βούληση των Τούρκων πολιτών.

Τί μας δείχνει αυτό το αποτέλεσμα; Μας δείχνει ότι η τριχοτόμηση όχι μόνο δεν πρόκειται να ξεπερασθεί, αλλά ότι βαθαίνει κατά τρόπο που εγγράφει αρνητικές υποθήκες ακόμα και για την ενότητα της χώρας στο μέλλον. Δεν είναι μόνο ο κουρδικός αλυτρωτισμός, ο οποίος επιβεβαιώθηκε για μία ακόμα φορά στις κάλπες. Είναι και η ξεκάθαρη αρνητική στάση της δυτικής και παράκτιας Τουρκίας.

Οι κεμαλικοί και τα δυτικότροπα φιλελεύθερα αστικά στρώματα μπορεί να έχουν πολλές διαφορές μεταξύ τους, αλλά έχουν και έναν κοινό παρονομαστή, τον οποίο οι σημερινές συνθήκες υπογραμμίζουν και ενισχύουν: μισούν εξίσου τον Ερντογάν και αυτό που ο ίδιος και το κόμμα του αντιπροσωπεύουν. Δεν πρόκειται μόνο για μία ιδεολογική-πολιτική αντίθεση, έστω και οξυμένη. Πρόκειται για κάτι πολύ ευρύτερο και πιο βαθύ. Πρόκειται για πολιτισμικό χάσμα, το οποίο στην πραγματικότητα θέτει σε αμφισβήτηση το ίδιο τον εθνικό συνεκτικό δεσμό και κατ’ επέκτασιν το πλαίσιο συνύπαρξης. Με άλλα λόγια, εκτός από το κουρδικό καρκίνωμα, προστίθεται και ο ιδεολογικός-πολιτισμικός διχασμός του ίδιου του τουρκικού έθνους.

Ορισμένοι πολιτικοί παρατηρητές εκτιμούν ότι η οριακή νίκη του ΝΑΙ θα εκθέσει τον Ερντογάν σε αμφισβητήσεις εκ μέρους πρώην ηγετικών στελεχών της νεοοθωμανικής παράταξης, όπως οι Γκιούλ, Αρίντς και Νταβούτογλου. Αν και είναι πρόωρο κάθε συμπέρασμα, εκτιμώ ότι από αυτή την πλευρά ο πρόεδρος-σουλτάνος δεν αντιμετωπίζει σοβαρό πολιτικό κίνδυνο. Στην πραγματικότητα, ο μεγαλύτερος εχθρός του είναι ο εαυτός του.

Ο Ερντογάν έχει ανοίξει πολλά μέτωπα, τα οποία χειρίζεται με έκδηλο μικρομεγαλισμό και αλαζονεία. Μπορεί αυτό να του προσφέρει οφέλη στο εσωτερικό πολιτικό επίπεδο. Μπορεί αρχικά να προκαλεί ερωτηματικά και να αποτρέπει έντονες αντιδράσεις. Δημιουργεί και παγιώνει, ωστόσο, σχεδόν εχθρικές συνθήκες στο εξωτερικό.

Προς το παρόν, ο νεοοθωμανός ηγέτης σχοινοβατεί ανάμεσα στον Πούτιν και στον Τραμπ. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να συνεχισθεί για πολύ. Μετά τις παλινδρομήσεις του που οδήγησαν στον βομβαρδισμό της Συρίας, ο νέος Αμερικανός πρόεδρος αργά ή γρήγορα θα πρέπει να καταλήξει σε μία πολιτική. Αυτή η πολιτική θα εμπεριέχει τον Ερντογάν και τις επιδιώξεις του στη Συρία ή όχι;

Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα ενδείξεις, αυτό δεν είναι το πλειοψηφικό σενάριο. Ο πρόεδρος Τραμπ δείχνει να προσαρμόζεται σε κάποιο βαθμό (θα φανεί σε ποιο βαθμό) στο στρατηγικό πλαίσιο που το αμερικανικό «βαθύ κράτος» έχει διαμορφώσει τον τελευταίο χρόνο για το συριακό μέτωπο. Αυτό το πλαίσιο αποκλείει το ενδεχόμενο η Ουάσιγκτον να εγκαταλείψει τους Κούρδους, επειδή έχει επενδύσει πολλά στη συμμαχία μαζί τους και τους θεωρεί απαραίτητο εργαλείο για να διαμορφώσει τη νέα γεωπολιτική ισορροπία στη Συρία. Αλλά ακόμα και εάν ο Τραμπ τα βρει με τον Ερντογάν, η σύμπλευση του τελευταίου με τη Μόσχα θα τιναχθεί στον αέρα.

Η προσωπική εκτίμησή μου είναι ότι ο Ερντογάν δεν πρόκειται να κάνει κάποιου είδους εντυπωσιακή στροφή στην εξωτερική πολιτική, ως αποτέλεσμα της οριακής νίκης του στο δημοψήφισμα. Κι αυτό παρότι, λόγω χαρακτήρος, έχει μία τέτοια τάση. Το πιθανότερο είναι ότι θα κατεβάσει κάπως τους τόνους, ειδικά προς την ΕΕ. Πιθανόν να επιχειρήσει να ρίξει και κάποιες γέφυρες συνεννόησης, αλλά στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επικρατεί έντονη δυσπιστία και έκδηλο αρνητικό κλίμα. Δεδομένου, μάλιστα, ότι δεν είναι διατεθειμένος να προσφέρει σημαντικά πολιτικά ανταλλάγματα για να κατευνάσει τους Ευρωπαίους, τα όποια ανοίγματά του δεν αναμένεται να βρουν ανταπόκριση και να επαναφέρουν τις ευρωτουρκικές σχέσεις στο σημείο που ήταν μερικά χρόνια πριν.

Στο Αιγαίο, ίσως, εφεξής αποφύγει κραυγαλέες προκλήσεις, αλλά επί της ουσίας δεν πρόκειται να κάνει βήμα πίσω. Άρα, σ’ αυτό το μέτωπο τα πράγματα θα κυλήσουν στις γνωστές ράγες με όχι ανατρεπτικές διακυμάνσεις. Αντιθέτως, ένταση αναμένεται να επικρατήσει στο μέτωπο της Κύπρου, λόγω των προγραμματισμένων ερευνών στην κυπριακή ΑΟΖ.

Συνοψίζοντας, ο κρίσιμος παράγοντας που σε μεγάλο βαθμό θα επικαθορίσει τις περαιτέρω κινήσεις του προέδρου-σουλτάνου και ευρύτερα τις ισορροπίες στην περιοχή είναι η πολιτική, στην οποία θα καταλήξει ο πρόεδρος Τραμπ. Εάν αφήσει τις τουρκικές επιδιώξεις έξω από την αμερικανική πολιτική, ο Ερντογάν θα περιέλθει σε δυσχερή θέση. Η νίκη του στο δημοψήφισμα θα αποδειχθεί και σ’ αυτό το επίπεδο πύρρειος.

Πηγή "Σταύρος Λυγερός"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Για διαιρεμένη και πολωμένη Τουρκία κάνουν λόγο οι αναλύσεις των βρετανικών μέσων ενημέρωσης την επομένη του ιστορικού δημοψηφίσματος στη χώρα. Πολλές είναι επίσης οι ανησυχίες που διατυπώνονται για τη μελλοντική σχέση της Τουρκίας με τη Δύση.

Ο ανταποκριτής του BBC σχολιάζει ότι «μία διχαστική προεκλογική εκστρατεία ολοκληρώθηκε με ένα διαφιλονικούμενο αποτέλεσμα», τονίζοντας τις ενστάσεις της αντιπολίτευσης και το αίτημα για επανακαταμέτρηση. «Θολώνεται έτσι η εγκυρότητα της εντολής που ο Πρόεδρος αισθάνεται ότι τώρα έχει λάβει να συγκεντρώσει στα χέρια του την πολιτική εξουσία», επισημαίνει ο Βρετανός δημοσιογράφος.

Αφού προσθέτει ότι η ετυμηγορία των διεθνών παρατηρητών θα ενδυναμώσει ή θα αποδυναμώσει την αντιπολίτευση και θα καθορίσει την αντίδραση των δυτικών συμμάχων, ο ίδιος αναφέρει ότι η Τουρκία είναι σήμερα μία «βαθιά πολωμένη χώρα, που διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει ένα ακόμα χρονίως ασταθές κομμάτι ης Μέσης Ανατολής».

Για μία Τουρκία «διαιρεμένη» μετά από τη μικρή διαφορά νίκης του Ερντογάν κάνουν λόγο και οι Times, προσθέτοντας ότι οι αντίπαλοί του φοβούνται πως το αποτέλεσμα σηματοδοτεί το κύκνειο άσμα της κληρονομιάς του Κεμάλ Ατατούρκ και την ισλαμοποίηση της Τουρκίας.

Οι Financial Times σχολιάζουν ότι η μικρή διαφορά με την οποία νίκησε ο Ερντογάν απέχει από το ποσοστό του 55% που ο ίδιος είχε προβλέψει και επισημαίνουν την πρώτη ήττα του Τούρκου Προέδρου στην Κωνσταντινούπολη σε εκλογική διαδικασία από 2002.

«Η ψηφοφορία εδραίωσε το ρόλο του (Ερντογάν) ως του πιο ισχυρού ηγέτη στην ιστορία της τουρκικής δημοκρατίας», σχολιάζει η βρετανική οικονομική εφημερίδα. Παραθέτει ωστόσο παράλληλα την εκτίμηση του αναλυτή ρίσκου Μουϊτάμπα Ράχμαν ο οποίος τονίζει πως «περισσότερο από ποτέ, η εσωτερική και περιφερειακή σταθερότητα εξαρτάται από τις διαθέσεις ενός ευερέθιστου και απίστευτα απρόβλεπτου Ερντογάν». Η εφημερίδα παραθέτει και σχόλια δυτικών αναλυτών και αξιωματούχων που εκτιμούν ότι «τελείωσε» ο δυτικός προσανατολισμός της Τουρκίας.

«Η νίκη αποτελεί την υλοποίηση μίας δεκαετούς προσπάθειας, συχνά ορμώμενης αποκλειστικά από τη φιλοδοξία του ανδρός να δαμάσει τους θεσμούς της χώρας ώστε να τον υπακούν», σχολιάζουν σε άλλο δημοσίευμά τους οι Financial Times, κάνοντας στη συνέχεια και αυτοί λόγο για πλήρη αποκάλυψη της «πόλωσης» εντός της Τουρκίας.

«Το σύνταγμα που αυτό το δημοψήφισμα τροποποιεί είχε υιοθετηθεί με περισσότερο από το 90% των ψήφων το 1982, μετά από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980. Ο κ. Ερντογάν κέρδισε την ψηφοφορία της Κυριακής με μόλις πάνω από το 51% των ψήφων», προσθέτει η εφημερίδα. «Παρόλα αυτά είναι νίκη του Ερντογάν», καταλήγει.

Σε άλλο άρθρο γνώμης των Financial Times τονίζεται ότι πρέπει πλέον οι δυτικοί σύμμαχοι της Τουρκίας να αποφασίσουν πώς θα αντιμετωπίσουν την απολυταρχική συμπεριφορά του Τούρκου Προέδρου. «Μπορεί κανείς να συνεχίζει πλέον να υποστηρίζει το μύθο ότι η Τουρκία του Ερντογάν είναι υποψήφια χώρα προς ένταξη στην ΕΕ;», διερωτάται το άρθρο, προσθέτοντας ότι η υπομονή των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ επίσης εξαντλείται.

Σε άρθρο του για λογαριασμό της εφημερίδας Guardian ο Τούρκος δημοσιογράφος και μπλόγκερ Γιαβούζ Μπαϊντάρ εκτιμά ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αποτελεί το τέλος της Τουρκίας όπως τη γνωρίζαμε, της κεμαλικής Τουρκίας.

Προσπαθώντας να ερμηνεύσει το αποτέλεσμα, αναφέρει ότι για κάποιους υπάρχουν πολλές ομοιότητες με την κατάσταση στη Γερμανία από το 1933 και μετά. Μία άλλη εξήγηση, ωστόσο, είναι ότι η νίκη Ερντογάν αποτελεί «εκδίκηση» της «περιφέρειας» της τουρκικής κοινωνίας επί του «κέντρου» της παλαιάς δημοκρατίας.

Η εφημερίδα εκτιμά εξάλλου ότι το τελικό αποτέλεσμα θα αποτελέσει μία μερική απογοήτευση για τον Τούρκο Πρόεδρο που ήλπιζε σε υψηλότερα ποσοστά επικράτησης.

Η Daily Telegraph επισημαίνει τις ανησυχίες για την πιθανότητα επαναφοράς της θανατικής ποινής και σχολιάζει ότι για τη διεθνή νομιμοποίηση της νίκης Ερντογάν καθοριστική θα είναι η αντίδραση του Λευκού Οίκου του Ντόναλντ Τραμπ.

Σε πολιτικό επίπεδο δεν έχει υπάρξει ακόμα κάποια επίσημη αντίδραση από τη βρετανική κυβέρνηση.

Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Το ενεργειακό αναδεικνύεται στον παράγοντα που θα συνεχίσει να καθορίζει την τουρκική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο και μετά το δημοψήφισμα, καθώς η Τουρκία αντιδρά στο ενδεχόμενο να μείνει εκτός ενεργειακού παιγνιδιού τόσο στην ανακάλυψη και εκμετάλλευση νέων πηγών υδρογονανθράκων, όσο και στη δημιουργία νέων οδών μεταφοράς ενέργειας που θα παρακάμπτουν την Τουρκία.

Οι απειλές που συνεχίζει να εκτοξεύει η Άγκυρα εναντίον της Κύπρου και η προειδοποίηση ότι εμπράκτως θα αμφισβητήσει το ενεργειακό πρόγραμμα της Κύπρου, καθώς και οι συνεχιζόμενες διαρροές ότι επιχειρείται συμφωνία με το Ισραήλ για την κατασκευή αγωγού προς την Τουρκία μέσω της Κυπριακής ΑΟΖ που θα αγνοεί την Κυπριακή Δημοκρατία, οφείλονται ακριβώς σε αυτή την αγωνία της Τουρκίας ότι μένει αποκλεισμένη από ένα μεγάλο ενεργειακό «πάρτι» στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Μια περιοχή που υπολογίζεται ότι τα επόμενα χρόνια μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, με την διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας αλλά διαφοροποίηση και των οδών μεταφοράς του φυσικού αερίου, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση και από την Ρωσία αλλά και από την Τουρκία απ' όπου διέρχονται μεγάλοι αγωγοί από την Κασπία, το Ιράν και το Ιρακινό Κουρδιστάν.

Καθως η συνάντηση που υπήρξε πριν δύο εβδομάδες στο Ισραήλ μεταξύ Ελλάδας- Κύπρου -Ισραήλ- Ιταλίας και Κομισιόν κατέληξε στην υπογραφή ενός πρώτου κειμένου συμφωνίας για την κατασκευή του αγωγού EAST MED, που θα μεταφέρει στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας το φυσικό αέριο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου ,στην Αγκυρα υπήρξε «συναγερμός».

Παρά τις αναφορές και διαβεβαιώσεις ότι παράλληλα με τον EAST MED εξετάζεται και η κατασκευή του αγωγού προς την Τουρκία, στην Άγκυρα αντιλαμβάνονται ότι οι σχέσεις με το Ισραήλ παραμένουν ακόμη σε χαμηλό επίπεδο και ότι οι σχέσεις του Ισραήλ με την Κύπρο, αποκτούν «βάθος» με αποτέλεσμα να αποκτούν στρατηγικό χαρακτήρα και είναι όλο και πιο δύσκολη η διάρρηξη τους.

Σε ένα ακόμη δημοσίευμα (αυτή την φορά στο Bloomberg), «ανώνυμος» τούρκος αξιωματούχος δηλώνει ότι μέσα στο καλοκαίρι θα πραγματοποιηθούν οι συνομιλίες Ισραήλ- Τουρκίας για την κατασκευή του αγωγού, ο οποίος θα προχωρήσει ακόμη και χωρίς την συναίνεση της Κύπρου. Ο τούρκος αξιωματούχος υποστηρίζει ότι δεν απαιτείται η σύμφωνη γνώμη της Κύπρου για την πόντιση του αγωγού στην Κυπριακή ΑΟΖ, ενώ σύμφωνα με απόψεις «ειδικών» που παρατίθενται στο δημοσίευμα, θα προσφερθεί απλώς στην Κύπρο το δικαίωμα να συμπράξει και η ίδια στον αγωγό αυτό όταν το αποφασίσει και όταν εχει επιλυθεί το Κυπριακό.

Εγκαίρα όμως ο κυβερνητικός εκπρόσωπος της Κύπρου, Νίκος Χριστοδουλίδης, ο οποίος πραγματοποίησε τον τελευταίο μήνα σειρά εξαιρετικά σημαντικών επαφών στην Ουάσιγκτον και στο Ισραήλ, δήλωσε ότι ο «αγωγός δεν μπορεί να περάσει από την Κυπριακή ΑΟΖ χωρίς την άδεια της Κυπριακής Δημοκρατίας», δήλωση την οποία απέφυγε να σχολιάσει η Ισραηλινή πλευρά.

Ούτε η Τουρκία ούτε το Ισραήλ έχουν υπογράψει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, που προβλέπει ότι απαιτείται η συναίνεση του παράκτιου κράτους για τη «χαρτογράφηση» της τοποθέτησης υποβρύχιων καλωδίων η αγωγών στον βυθό της ΑΟΖ κάποιου τρίτου κράτους.

Σύμφωνα με άριστα ενημερωμένες πηγές ισραηλινοί αξιωματούχοι διαβεβαιώνουν τη Λευκωσία ότι το σχέδιο κατασκευής αγωγού προς την Τουρκία δεν μπορεί να υλοποιηθεί όσο τουλάχιστον παραμένει στην εξουσία ο Ταγίπ Ερντογάν, αλλά το σενάριο του αγωγού αυτού διατηρείται στην επικαιρότητα καθώς και για επιχειρηματικούς λόγους η ισραηλινή πλευρά θέλει να διατηρεί το Σχέδιο «ζωντανό».

Ο ισραηλινός υπουργός ενέργειας Γιουβάλ Στάινιτς την επομένη της συνάντησης με τους ομολόγους του για τον αγωγό East Med, επέκρινε τους επιχειρηματίες που έχουν συμφέροντα στα υπό ανάπτυξη κοιτάσματα στην ισραηλινή ΑΟΖ, για το «μικρό ενδιαφέρον που δείχνουν για την κατασκευή του αγωγού».

Ο κ. Στάινιτς, παρά το γεγονός ότι είναι αυτός που τονίζει ότι το Ισραήλ θα πρέπει να έχει ανοικτές και τις δυο επιλογές, τον East Med και τον αγωγό προς την Τουρκία, προειδοποίησε ότι η επιλογή δεν θα γίνει από τους επιχειρηματίες αλλά από την ισραηλινή κυβέρνηση.

«Οι εταιρίες ενέργειας δεν είναι αυτές που θα διευθύνουν τον Ενεργειακό Τομέα. Είναι η κυβέρνηση, η οποία αποφασίζει για τον Ενεργειακό τομέα» δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. Στάινιτς, θέλοντας να στείλει μήνυμα στις πετρελαϊκές εταιρίες, που για να εξασφαλίσουν ρευστότητα δίνουν προτεραιότητα σε επιλογές άμεσης απόδοσης και μικρότερου κόστους για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται ο αγωγός προς την Τουρκία αλλά και η διάθεση φυσικού αερίου σε γειτονικές χώρες όπως η Ιορδανία.

Αθήνα και Λευκωσία περιμένουν τώρα τις επόμενες κινήσεις της Άγκυρας μετά το δημοψήφισμα και εάν, πότε και πού θα εστιάσει τις προκλήσεις της με την αποστολή του νέου υπερσύγχρονου σεισμογραφικού σκάφους MTA Oruc Reis, κατασκευασμένου εξ ολοκλήρου σε τουρκικό ναυπηγείο, για σεισμογραφικές έρευνες στην Μεσόγειο. Ο υπουργός ενέργειας της Τουρκίας, Μ. Αλμπαϊρακ, ανακοίνωσε ότι οι έρευνες θα γίνουν στη Μεσόγειο και θεωρείται δεδομένο ότι το τουρκικό σκάφος θα κινηθεί σε περιοχές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και της κυπριακής ΑΟΖ, ενώ ο τούρκος υπουργός ανακοίνωσε ότι σύντομα και μόλις η Τουρκία αποκτήσει το δικό της πλωτό γεωτρύπανο θα πραγματοποιήσει τουλάχιστον δυο γεωτρήσεις στην Μεσόγειο…

Ν.Μ.
Πηγή Liberal



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Γράφει ο Τάσσος Συμεωνίδης

(RIEAS Ακαδημαικός Σύμβουλος)Ένα από τα κύρια πολιτικά ρεύματα (αν όχι το κυριότερο) που κυριάρχησαν μετά την κατάρρευση της χούντας, και την επι-στροφή της «δημοκρατίας» στην Ελλάδα, ήταν η βάπτιση μιας αναστημένης αριστεράς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και η απόδοσις της στην ελληνική κοινωνία με την μορφή παρθένου περιβεβλημένης με το πέπλο της Αλήθειας, της Ειρήνης, και της σωτηρίας ψυχών δικαίων και αδίκων.

Το πώς και γιατί επιτεύχθηκε αυτή η ανάστασις εκ νεκρών της «λαϊκής σοσιαλιστικής επανάστασης» είναι ακόμα και σήμερα αντικείμενο που οι ιστορικοί ανασκαλεύουν εκτοξεύοντας συγχρόνως συνήθως άσφαιρες, ή ιδεολογικά χρωματισμένες, «εξηγήσεις» προς πάσα κατεύθυνση για τις αμοιβαίες ευθύνες των κατοχικών εμφύλιων αγριοτήτων και την μετέπειτα καταστροφική τραγωδία του 1946-49.

Εκείνο όμως που είναι απολύτως βέβαιο είναι το ό,τι η αριστερά (με την αμέριστη συμπαράσταση ‘συντηρητικών’ δυνάμεων που έτρεξαν να μιμηθούν μετά το 1974 τις τακτικές ‘βάσης’ που αυτή δίδαξε) πέτυχε την ουσιαστική της αθώωση για όλα της τα αμαρτήματα. Έτσι εδραίωσε και την θέση της ως άμωμης προστάτριας μιας «δημοκρατίας» της οποίας το περιεχόμενο και οι πρακτικές της εφαρμογές μετά τον Ιούλιο 1974 αφήνουν σοβαρότατες αμφιβολίας για την «λογική» του μεταπολιτευτικού εγχειρήματος (που πλαισιώθηκε από την συγχωρητική αναβάπτιση του ΚΚΕ, την αποδοχή κόκκινων καπετάνιων ως περίπου Κιγκινάτων της πολιτικής, την αναγνώριση της ‘εθνικής αντίστασης’, την απλόχερη παροχή συντάξεων και ωφελημάτων σε ‘αντιστασιακούς’ με αφαίμαξη πόρων και με μόνο προσωπική δήλωση ‘μαχιμότητας’ στη διάρκεια της Κατοχής, κ.λπ.).

Σήμερα, με την Ελλάδα ρημαγμένη από την «εν ειρήνη» κατοχή των «θεσμών» και την επιμονή της «ντόπιας ολιγαρχίας» να συντηρεί όνειρα-φούσκες περί συμμετοχής μας στον «σκληρό πυρήνα της Ευρώπης», λίγα έχουν αλλάξει· τα φαντάσματα του σκοτεινού παρελθόντος αναδύονται κατά βούληση και «είναι πάντα εδώ, ενωμένα δυνατά».

Έσπευσε π.χ. η κυβέρνηση προ ημερών να κάνει πανηγυρικά εγκαίνια «μουσείου Μπελογιάννη» και να σκορπίσει ως φέϊγ βολάν και να διαφημίσει τα αιώνια διδάγματα της σταλινικής επανάστασης ως θεμέλια της σημερινής «ευρωπαϊκής» δημοκρατίας -- εκείνης της «δημοκρατίας» δηλαδή που κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος το 1990-91 εξ αιτίας των εκ γενετής βαριών νοσημάτων του μαρξιστικού λενινισμού με ολίγον πρόσθετον Στάλιν για το «δέσιμο» της συνταγής.

Συντάχθηκαν, λοιπόν, για μια ακόμη φορά κάθε καρυδιάς ελληνικές «δημοκρατικές δυνάμεις» γύρω απ’ το μουσείο για να γιορτάσουν την μνήμη ενός πλέριου μαχητή της δημοκρατίας που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του και στο «κόμμα» να δώσει την μάχη υπέρ πάντων για να πετύχει την είσοδο της Ελλάδας στο Σιδηρούν Παραπέτασμα. Εντύπωση μάλιστα έκανε και η παρουσία δεσπότη στην πρώτη σειρά των καθισμάτων, μεταξύ των ικανού εκτοπίσματος και ερυθρών γαρυφάλλων κρατούντων σημερινών μας «μπροστάρηδων», την ώρα της ευλαβικής αυτής «δημοκρατικής» σύναξης.

Ήταν εκεί υποθέτω ο άγιος πατήρ για να απολαύσει κι αυτός, ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας, τα συγκινητικά λογύδρια (περιλαμβανομένου και αυτού του κ. πρωθυπουργού) περί «μαχητών της λευτεριάς» και της «δημοκρατίας», που, δοθείσης της ευκαιρίας, δεν δίσταζε να εξοντώνει με αποκρουστικό και βασανιστικό τρόπο παπάδες για την υποθετική τους ενοχή τους σε προσπάθειες αντίστασης κατά της φυσικής τάσης του «λαού» για την επικράτηση της κόκκινης επανάστασης και του συνακόλουθου πλήρους «λαϊκό-δημοκρατικού» οπλισμού της: Cheka, OGPU, GPU, NKVD, εκκαθαρίσεις «προδοτών», δίκες της Μόσχας, σφαγή «αντιφρονούντων» σε υπό κατάληψη χώρες (π.χ. δάσος του Κατίν), εξορίες, εκτοπίσεις, κολχόζ, κ.λπ.

Τους με δυσκολία συγκρατούμενους παιάνες της κυβέρνησης, και των σημερινών κηδεμόνων της «δημοκρατικής» παράδοσης, στην οποία ανήκε ο ήρως ασυρματιστής Μπελογιάννης, ήλθε να διαταράξει όμως ο συγκατηγορούμενος του εκτελεσθέντος, Τάκης Λαζαρίδης, που απέφυγε το εκτελεστικό απόσπασμα το 1952 λόγω νεαρού ηλικίας.

Σε μια σύντομη επιστολή, ο κ. Λαζαρίδης μας υπενθύμισε ακριβώς αυτά που η μεταπολιτευτική αριστερά έχει κουκουλώσει, φτιασιδώσει, και αποθέσει ευλαβικά στο δικό της «υπερβατικό» εικονικό μουσείο μνήμης. Και η ειλικρίνεια της επιστολής ξανάφερε στην μνήμη μας μερικά από τα τελευταία λόγια του Λεωνίδα Κύρκου (1924-2011) που αναπολώντας την δικιά του «επαναστατική» θητεία, είπε: «Με πιάνει τρόμος άμα σκεφτώ ότι π.χ. αν νικούσε τότε η επανάστασή μας θα είχαμε πρωθυπουργό τον Μάρκο, έναν γελοίο άνθρωπο -τον είδα από κοντά και κατάλαβα τι γελοίος άνθρωπος ήταν- θα είχαμε υπουργό Οικονομικών τον Μπαρτζώτα, θα είχαμε υπουργό της Παιδείας π.χ. τον Στρίγγο, θα είχαμε υπουργό των Εσωτερικών τον άλλον, τον ανεκδιήγητο άνθρωπο που ήρθε από την Κρήτη, τον Βλαντά, ο οποίος ήταν για την εποχή εκείνη ένας ήρωας για τη νεολαία, γραμματέας της νεολαίας κ.τ.λ. Άνθρωποι γελοίοι, χωρίς καμιά παιδεία για να παίξουν έναν ουσιαστικό ρόλο, σαν αυτόν που φιλοδοξούσαν να παίξουν. Κι όμως εκείνη την εποχή, σας επαναλαμβάνω, τους έβλεπα τους ανθρώπους αυτούς σαν γίγαντες».

Οι νεώτεροι, είναι βέβαιο, δεν έχουν ιδέα για ποιούς μιλούμε, εκτός ίσως της περίπτωσης συμμετοχής τους σε «μετωπικές οργανώσεις» των «δημοκρατικών δυνάμεων» που, όμως, κι αυτές έχουν ατονήσει και φυλλορροούν λόγω των καιρών και της πλήρους κατάρρευσης της σοβιετίας και των παραφυάδων της. Και εδώ «βάζουμε» το ερώτημα: Ποιός από τις «δημοκρατικές δυνάμεις» θέλει σήμερα μια άτεγκτη ιστορική εξέταση, π.χ., των εκκαθαριστικών κατορθωμάτων της ΟΠΛΑ (Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών); Του πώς τα διαβόητα «λαϊκά δικαστήρια» στην ύπαιθρο, με «δικαστές» μαχαιροβγάλτες, υπόπτους, και κάθε καρυδιάς καρύδι, άντρες και γυναίκες, «δίκαζαν» και καταδίκαζαν σε θάνατο αθώους; Του πώς μια κατηγορία από «λαϊκό αγωνιστή» κατά οιουδήποτε για «μοναρχοφασιστικό πρακτόρεμα» ήταν θανατική καταδίκη με φρικιαστική εκτέλεση; Και για το πώς οι «δημοκράτες» των ορέων δεν δίσταζαν να τουφεκίζουν φτωχές επειδή, μεσ’ στην πείνα της Κατοχής, έκαναν μπουγάδες των γερμανών για μια σάπια πατάτα; Ο συνήθης «αντίλογος» των «δημοκρατών» περιστρέφεται μόνον περί των εξ ίσου αποτρόπαιων εγκλημάτων των «μοναρχοφασιστών» που κι αυτοί λειτουργούσαν, σε ίσο μέτρο, στο πνεύμα της εποχής. Και ο «αντίλογος» αυτός δεν αρκεί και δεν πείθει. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.

Κάποτε, περπατώντας στις ανταρτοκρατούμενες «επαναστατικές» γειτονιές των σύγχρονων Τσε Γκεβάρα «μαχητών πόλης» γύρω από το άμοιρο Πολυτεχνείο, είδα απόφθεγμα «τέχνης τοίχου» (κοινώς μουτζούρας με σπρέϊ) που μας υπενθύμιζε ότι «της Ελλάδας το παρόν είναι όλο παρελθόν».

Άγνωστες οι φιλοσοφικές ανησυχίες του επίσης αγνώστου εκείνου αναρχικού «καλλιτέχνη», απογόνου του Διογένη του Κυνικού, πλην όμως το απόφθεγμα ήταν και είναι εύστοχο. Της Ελλάδας το παρόν είναι εξαρτημένο εξ ολοκλήρου από τις χειρότερες και βδελυρότερες μνήμες του παρελθόντος που, δυστυχώς, οι «υπεύθυνες και συντεταγμένες» πολιτικές μας δυνάμεις -- με ελάχιστες εξαιρέσεις -- διατηρούν ζωντανές και τις καλλιεργούν ως οχήματα μετάδοσης μιας «αλήθειας» κολοβής, υποβολιμαίας, αγράμματης, παραπλανητικής, ανέντιμης, και πολιτικά ολισθηρής. Και οι πανηγυρισμοί για το «μουσείο», με υπόκρουση την αντιπαραθετική σκληρή ειλικρίνεια της επιστολής Λαζαρίδη, περιγράφουν ακριβώς αυτό το συνεχιζόμενο πολιτικό, ιδεολογικό, εκπαιδευτικό, και κοινωνικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζει η χώρα.

Μια χώρα που επιλέγει τους «ήρωες της λευτεριάς» όπως κάνει η σημερινή Ελλάδα των μουσείων, των «αντιστασιακών», των γαρυφάλλων, και λοιπών «ηρώων» με ολίγον προστιθέμενον σφαγιαστή κατά περίπτωση, αγνοώντας επιδεικτικά όσους έπεσαν πραγματικά υπέρ πατρίδος, όπως και τα εκατοντάδες χιλιάδες των άδικα δολοφονημένων θυμάτων της «λαϊκής επανάστασης», εξαλείφει τις ελπίδες και του παρόντος αλλά και διαγράφει τις πιθανές εκείνες του μέλλοντος.

Πηγή RIEAS


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Δεν καλύπτει τα κριτήρια το τουρκικό δημοψήφισμα

Σκληρή κριτική στις τουρκικές Αρχές για το δημοψήφισμα ασκεί η προκαταρτική έκθεση των παρατηρητών του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη.

Μεταξύ άλλων, η έκθεση σημειώνει πως η ψηφοφορία έλαβε χώρα σε ένα «άνισο» περιβάλλον, καθώς τα δύο στρατόπεδα δεν είχαν «ίσες ευκαιρίες».

Κατά την προεκλογική περίοδο, αναφέρουν οι παρατηρητές, οι πολίτες δεν ενημερώθηκαν αμερόληπτα για ζητήματα-κλειδιά ενώ παράλληλα περιορισμοί σε θεμελιώδεις ελευθερίες είχαν αρνητικό αποτέλεσμα.

Όσον αφορά τις καταγγελίες της αντιπολίτευσης για την απόφαση της Ανώτατης Εκλογικής Επιτροπής να προσμετρήσει μη σφραγισμένα ψηφοδέλτια, η έκθεση κάνει λόγο για σημαντική αλλαγή στις οδηγίες για την εγκυρότητα των ψηφοδελτίων που «υποβάθμισε μία σημαντική δικλίδα ασφαλείας» και ήλθε σε αντίθεση με το νόμο.

Ακύρωση του δημοψηφίσματος ζητά η αξιωματική αντιπολίτευση

Ο αναπληρωτής πρόεδρος του κυριότερου αντιπολιτευόμενου κόμματος στην Τουρκία ζήτησε σήμερα την ακύρωση του δημοψηφίσματος για την ενίσχυση των εξουσιών του προέδρου και είπε πως το κόμμα θα προσφύγει αν χρειαστεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Ο Μπουλέντ Τεζτσάν, αναπληρωτής πρόεδρος του Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (CHP), είπε πως το κόμμα έχει λάβει παράπονα από πολλές περιοχές πως δεν τηρήθηκε η μυστικότητα της ψηφοφορίας και είπε πως ορισμένα ψηφοδέλτια καταμετρήθηκαν μυστικά.

Είπε επίσης πως η απόφαση της Ανώτατης Εκλογικής Επιτροπής (YSK) να δεχθεί ψηφοδέλτια χωρίς σφραγίδα αποτελεί σαφή παραβίαση του νόμου.

«Αυτή τη στιγμή είναι αδύνατο να προσδιοριστεί πόσες τέτοιες ψήφοι υπάρχουν και πόσες σφραγίστηκαν αργότερα. Αυτός είναι ο λόγος που η μόνη απόφαση που θα θέσει τέρμα στη συζήτηση για τη νομιμότητα (της ψηφοφορίας) και θα καθησυχάσει τις νόμιμες ανησυχίες του κόσμου είναι η ακύρωση αυτής της ψηφοφορίας από τη YSK», δήλωσε ο Τεζτσάν σε συνέντευξη Τύπου.

Είπε πως το CHP θα προσφύγει σε δημοτικές εκλογικές αρχές και στη YSK και, ανάλογα με το αποτέλεσμα αυτών των προσφυγών, θα καταφύγει στο συνταγματικό δικαστήριο της Τουρκίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και σε οποιαδήποτε σχετική αρχή.

Εξετάζεται η παράταση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, που επιβλήθηκε στην Τουρκία μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του περασμένου Ιουλίου, μπορεί να παραταθεί περαιτέρω αν το υπουργικό συμβούλιο το αποφασίσει, δήλωσε σήμερα ένας αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.

Μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο A Haber, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Νουρετίν Τσανικλί είπε πως η παράταση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης θα συζητηθεί στο συμβούλιο εθνικής ασφαλείας, το οποίο θα παρουσιάσει τη σύστασή του σε μια σύνοδο του υπουργικού συμβουλίου υπό την προεδρία του Ταγίπ Ερντογάν στο προεδρικό μέγαρο στην Άγκυρα αργότερα σήμερα.

Ο Τσανικλί είπε επίσης πως οι νομικές αλλαγές που εισάγει το δημοψήφισμα, το οποίο διενεργήθηκε χθες για τη μετατροπή του συστήματος στην Τουρκία από κοινοβουλευτικό σε προεδρικό, θα ολοκληρωθούν μέσα σε έναν χρόνο. Η μείωση του ορίου του 10% των ψήφων που απαιτείται να συγκεντρώσει ένα κόμμα για να εισέλθει στη Βουλή θα συζητηθεί επίσης, είπε.

Οι οικονομικές σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία η Τουρκία φιλοδοξεί να ενταχθεί, θα βελτιωθούν, είπε ακόμη ο Τσανικλί, ο οποίος πρόσθεσε πως η παρούσα ρητορική ανάμεσα στην Τουρκία και στην Ένωση είναι προσωρινή και δεν πρέπει να της δίνεται υπερβολική σημασία.



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Οι επικριτές λένε ότι ο Erdogan, 
στην πραγματικότητα, θέλει να γίνει δικτάτορας

Η νίκη που πέτυχε ο Recep Tayyip Erdogan στο δημοψήφισμα για τη συνταγματική αναθεώρηση ήταν ιστορική.
Έτσι χαρακτηρίζει το αποτέλεσμα του τουρκικού δημοψηφίσματος η αρθρογράφος του CNN, Frida Ghitis, σχολιάζοντας ότι αν και οι υποστηρικτές της συνταγματικής μεταρρύθμισης θα κάνει τον Erdogan πολύ πιο ισχυρό, ενδεχομένως για πολλά ακόμη χρόνια, το αποτέλεσμα δεν αποκλείεται να μετατρέψει την Τουρκία σε μια λιγότερο δημοκρατική χώρα, πιο διχασμένη και πιο θρησκευτική από ποτέ.

Άλλωστε, δεν αποτέλεσε έκπληξη ότι την τελευταία στιγμή, όταν η καταμέτρηση έδειξε ότι το «όχι» ψηφοφορία απειλεί το λεπτό προβάδισμα του «ναι», οι εκλογικές αρχές παρενέβησαν για να ανακοινώσουν ότι θα επιτρέψουν ασφράγιστα ψηφοδέλτια να καταμετρηθούν, κατά παράβαση των κανόνων.

Ήδη η πορεία προς την ψηφοφορία έδωσε τεράστια πλεονεκτήματα στο στρατόπεδο του "ναι", κυρίως με τη μορφή της κάλυψης των μέσων ενημέρωσης.
Εν τω μεταξύ, οι αντίπαλοι αντιμετώπισαν τον εκφοβισμό και τον κίνδυνο απώλειας της θέσης εργασίας τους, εφόσον εκφράσουν δημόσια τις απόψεις τους.

Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι ο Erdogan κέρδισε μια ιστορική νίκη, καθώς μπορεί να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να παραμείνει στην εξουσία μέχρι και το 2029.
Ο Erdogan, ένας χαρισματικός, αυταρχικός και λαϊκιστής ηγέτης, βρίσκεται στο επίκεντρο των διαφορών στη χώρα.
Με την υποστήριξη μόλις της μισής χώρα και με τις τρεις μεγαλύτερες πόλεις - Κωνσταντινούπολη, Άγκυρα και Σμύρνη - να ψηφίζουν όχι, ο Erdogan θα αναλάβει τις νέες αρμοδιότητες του κάτω από ένα σύννεφο αμφιβολίας.

Αυτή η αίσθηση της ανασφάλειας είναι πιθανό να κάνει τον Erdogan περισσότερο, όχι λιγότερο, αυταρχικό.
Άλλωστε ποτέ δεν υπήρξε συμβιβαστικός ηγέτης.
Αντ΄ αυτού έχει υποδαυλίσει τις ιδεολογικές, κοινωνικές και θρησκευτικές διαιρέσεις.
Και έχει εκμεταλλευτεί κάθε ευκαιρία - και κάθε πρόκληση - να ενισχύσει τη δύναμή του.
Δεν άφησε να χαθεί ούτε η ευκαιρία που του έδωσε το δημοψήφισμα της Κυριακής.
Κατάφερε να προωθήσει την σταδιακή κατάργηση του κοινοβουλευτικού συστήματος της Τουρκίας και τη μετατροπή του σε προεδρικό.
Μέχρι τώρα, ο Πρόεδρος είχε πολύ περιορισμένο ρόλο, χωρίς να συνδέεται με οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα και χωρίς μεγάλες δυνάμεις.
Όμως, το νέο σύστημα θα μετατρέψει επίσημα το ρόλο του σε μια επιβλητική εκτελεστική εξουσία.

Ο Erdogan, ο οποίος δεν έχει χάσει ποτέ σε εκλογές, θα επαναλάβει το ρόλο του ως ο ηγέτης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, ή AKP, το οποίο ίδρυσε και χρησιμοποιείται ως όχημα για την μετεωρική του άνοδο στον πιο ισχυρό ηγέτης της Τουρκίας.
Αυτός θα οδηγήσει το κόμμα που κατέχει την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, να αναλάβει τον έλεγχο και της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, και σύντομα να ενισχύσει την κυριαρχία του πάνω στο δικαστικό σώμα.

Οι νέες εκλογές θα διεξαχθούν το 2019, οπότε θα πρέπει να καταργηθεί η θέση του πρωθυπουργού.
Μέχρι τότε, ο Πρόεδρος θα είναι σε θέση να ορίσει 12 από τους 15 δικαστές του ανώτατου δικαστηρίου, να επιλέγει τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας και να διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο στη σύνταξη της νομοθεσίας.
Οι επικριτές λένε ότι ο Erdogan, στην πραγματικότητα, θέλει να γίνει δικτάτορας.

Άλλωστε, η απόπειρα πραξικοπήματος το 2016 αποδείχθηκε τόσο χρήσιμη για τον τούρκο πρόεδρο που πολλοί εξακολουθούν να θεωρούν ότι το ενορχήστρωσε ο ίδιος.
Μέσα σε λίγες ώρες από την ανάκτηση της εξουσίας, ξεκίνησε μια καταστολή εντυπωσιακού μεγέθους, φυλακίζοντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και καθαιρώντας εκατοντάδες χιλιάδες από τις δουλειές τους στο στρατό, στα πανεπιστήμια, στα δικαστήρια και αλλού.
Το πραξικόπημα απέτυχε και η πραγματική δημοκρατία πέθανε στο πέρασμά του.
Όμως, πολύ πριν από το πραξικόπημα, οι αντιδημοκρατικές τάσεις του Erdogan ήταν ήδη εμφανείς.

Χρόνια πριν, η Τουρκία είχε ήδη φυλακίσει τους περισσότερους δημοσιογράφους από οποιαδήποτε άλλη χώρα.
Και αυτό ήταν μόνο ένα από τα σημάδια που η φιλελεύθερη και πλουραλιστική δημοκρατία δεν ήταν στην ατζέντα του Erdogan.
Ενώ ένα μεγάλο μέρος της χώρας εξακολουθεί να προσβλέπει στο να δει την Τουρκία να πλησιάζει τη φιλελεύθερη Δύση και να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αλλά είναι ανάθεμα για το άλλο μισό.

Έτσι, πολλοί ανησυχούν για το πόσο μακριά ο Erdogan μπορεί να πάει στην προώθηση κοινωνικά συντηρητικών και θρησκευτικών απόψεων του, καθώς ο ίδιος προσπαθεί να αναμορφώσει τη χώρα.
Οι γυναίκες ήταν έξω φρενών όταν ο Πρόεδρος μίλησε για την «ευαίσθητη φύση» των γυναικών και δήλωσε ότι «η θρησκεία μας [Ισλάμ] έχει καθορίσει τη θέση για τις γυναίκες. Μητρότητα»

Ίσως, όμως, τίποτα δεν φαίνεται περισσότερο στην ατζέντα του εξισλαμισμού από ό, τι τα σχέδια της εκπαίδευσης της κυβέρνησης για μια χώρα στην οποία το κοσμικό κράτος ήταν το κεντρικό δόγμα.
Ο Erdogan έχει δηλώσει ότι θέλει να ενισχύσει την «ευσεβή γενιά», και το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε ένα νέο πρόγραμμα σπουδών που περιλαμβάνει τη μελέτη τεράστιων ποσοτήτων θρησκευτικών κειμένων.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον για τον τουρκικό λαό;
Ουδείς γνωρίζει, όταν ο Erdogan επιχειρεί να προχωρήσει με το σχέδιό του να διαβρώσει την εκκοσμίκευση του κράτους και να εδραιώσει την εξουσία του.
Για εκείνους που θέλουν την Τουρκία να συνεχίσει στο δρόμο της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, το μονοπάτι θα είναι πολύ απότομο, καταλήγει η Ghitis.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Στην περίπτωση του Ταγίπ Ερντογάν, είναι ερευνητέο τι θα θελήσει ενδομύχως να κρατήσει από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος

Συνηθίζουν οι πολιτικοί, μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση που δεν τους ικανοποιεί απόλυτα, να δηλώνουν πως "έλαβαν το μήνυμα". Διαπιστώνεται όμως, πως είτε το έλαβαν μεν αλλά δεν το μελέτησαν, είτε το ερμήνευσαν λανθασμένα, συνεχίζοντες να διαπράττουν τα ίδια λάθη, τα οποία επεσήμανε ο λαός με το μήνυμα που τους έστειλε.

Στην περίπτωση του Ερντογάν, είναι ερευνητέο τι θα θελήσει ενδομύχως να κρατήσει από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Όχι από τι θα δηλώσει (προφανώς θα προφασίζεται πως έχει την στήριξη του λαού), αλλά τι πραγματικά μέσα του θα νιώσει. Επειδή αυτός γνωρίζει ότι το αποτέλεσμα δεν είναι το πραγματικό, αλλά επήλθε από άσκηση απροκάλυπτης βίας και συνεχίστηκε με τη νοθεία στις κάλπες.

Ανέμενε ο Ερντογάν υψηλά ποσοστά υπέρ του "ναι" -είχε δηλώσει πως ο στόχος του ήταν το 60%- και εχθές διαπίστωσε, πώς η άρνηση του τουρκικού λαού στην πολιτική του -μπορεί να μη έχει καταγραφεί επισήμως με τον αθέμιτο τρόπο που διεξήχθη το δημοψήφισμα, αλλά δεν δύναται να κρυφτεί- θα του φέρει εμπόδια στο μέλλον. Δεν είναι τυχαίο, πως το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό υπέρ του "όχι" στις αστικές περιοχές της Τουρκίας, ενώ ο προσκείμενος σ’ αυτόν Τύπος κάνει λόγο για "επανάσταση στην Ανατολία".

Ήδη, δηλαδή, καταγράφηκε ενός είδους διάσπαση στον τουρκικό λαό, όπου το τμήμα εκείνο που φέρει στο κράτος τα έσοδα με την επιχειρηματικότητα, που έχει στις τάξεις του τους ακαδημαϊκούς και τους επιστήμονες (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, αλλά και Άγκυρα) εμφανίζεται αντίθετο στην αυταρχικότητα που φέρει η ισλαμοποίηση του κράτους, ενώ αντιθέτως οι υποβαθμισμένες οικονομικο-κοινωνικά και μορφωτικά περιοχές αποζητούν τον σουλτάνο τους.

Είναι εντυπωσιακό ότι τα δύο αυτά τμήματα είναι ίσα σχεδόν από πληθυσμιακής απόψεως, που σημαίνει ότι δεν θα έχει ο Ερντογάν απέναντί του απλώς μια οικονομική και πνευματική ολιγομελή "φράξια", αλλά περισσότερο από τον μισό πληθυσμό της Τουρκίας, επειδή ο Ερντογάν γνωρίζει τώρα πως υπό ομαλές συνθήκες το "όχι" θα κατήγαγε περιφανή νίκη.

Έχει σημασία επομένως, ο τρόπος ερμηνείας του μηνύματος που του έστειλε ο τουρκικός λαός. Θα νιώσει θυμό, επειδή δεν πήρε αυτό που ζητούσε, και θα σκληρύνει την συμπεριφορά του εναντίον των πολιτικών αντιπάλων του, μεμονωμένως ή ομαδικώς, ή θα επιχειρήσει να επανακτήσει την εμπιστοσύνη τους; Υπάρχουν στοιχεία που δεν κρύβονται, όπως ότι έχασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου διετέλεσε δήμαρχος, αλλά και στην Άγκυρα, όπου είναι συγκεντρωμένα τα στελέχη του κρατικού μηχανισμού, με μεγάλη επιρροή. Το ίδιο ερώτημα θα τον απασχολεί και με τους Κούρδους, όπου στις περιοχές τους επικράτησε το "όχι", ενώ στις εκλογές είχε κατορθώσει να αποσπάσει αρκετές ψήφους, με αποτέλεσμα το φιλοκουρδικό κόμμα να μπει σχεδόν οριακά στην Βουλή.

Ο χαρακτήρας του Ερντογάν κυμαίνεται μεταξύ της πολιτικής διάνοιας και της παράνοιας. Ως μεγαλομανής, με στόχο και την παγκόσμια επικυριαρχία, είναι πολλές φορές που ευτελίζεται σκύβοντας το κεφάλι στον ισχυρό, ή σε εκείνον από τον οποίον στη δεδομένη στιγμή αναμένει κάποιο προσωπικό όφελος. Τονίζω το "προσωπικό όφελος" επειδή όλες οι πράξεις του προς τα εκεί είναι προσαρμοσμένες, επιφέρουσες πολλές φορές ζημία στον τουρκικό λαό. Η εμπλοκή της οικογένειάς του σε καταφανή οικονομικά σκάνδαλα, επιβεβαιώνει τα ανωτέρω.

Αυτό δείχνει ότι προσδίδει στους όρους ήθος και αξιοπρέπεια, δική του ερμηνεία. Και πρέπει η ελληνική εξωτερική πολιτική να λάβει σοβαρά υπόψη τους χαρακτηρισμούς που έδωσε για τους Τούρκους, τόσο ο Μοργκεντάου, όσο και ο Τζορτζ Χόρτον, ότι «είναι λιοντάρια με αδύναμους και θρασύδειλοι με τους ισχυρούς».

Ο Ερντογάν, με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υπέστη ήττα. Η αντιπολίτευση γνωρίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος του λαού είναι εναντίον του, και θα αυξήσει την ένταση της φωνής της. Κατάφερε να διχάσει τον τουρκικό λαό μετά από 100 περίπου χρόνια ομοιογένειας υπό τον κεμαλισμό, και όπως και να συμπεριφερθεί μάλλον δεν πρόκειται να υλοποιήσει το όνειρό του για περίλαμπρους εορτασμούς κατά την 100ετηρίδα της ίδρυσης του τουρκικού κράτους, το 2023.

Μακεδών
Πηγή Voria



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Μια οριακή πλειοψηφία των Τούρκων ενέκρινε χθες Κυριακή την ενίσχυση των εξουσιών του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο δημοψήφισμα για την αναθεώρηση του Συντάγματος το αποτέλεσμα του οποίου ίσως αποδειχθεί καθοριστικό για το μέλλον της χώρας.

Οπως ανακοίνωσε ο επικεφαλής του Ανώτατης Εκλογικής Επιτροπής (YSK) τα ανεπίσημα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι Τούρκοι ψηφοφόροι ενέκριναν την αναθεώρηση του Συντάγματος, που προβλέπει την ενίσχυση των εξουσιών του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η εκστρατεία υπέρ του «ναι» συγκέντρωσε το 51,4% των Τούρκων ψηφοφόρων, με καταμετρημένο το 99,9% των ψηφοδελτίων. Ο επικεφαλής της Ανώτατης Εκλογικής Επιτροπής επιβεβαίωσε τη νίκη του «ναι», διευκρινίζοντας ότι υπερβαίνει το «όχι» κατά περίπου 1,25 εκατ. ψήφους, ενώ απέμεναν να καταμετρηθούν μόνο 600.000 ψηφοδέλτια.

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι το YSK αποφάσισε να θεωρήσει έγκυρα τα ψηφοδέλτια που δεν είχαν την επίσημη σφραγίδα εκτός κι αν αποδεικνυόταν ότι ήταν παραποιημένα, αφού δέχθηκε έναν μεγάλο αριθμό παραπόνων, μεταξύ αυτών ένα από το κυβερνών κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, ότι δηλαδή κάποιοι εκ των αξιωματούχων του δεν σφράγισαν ορισμένα ψηφοδέλτια.

Σύμφωνα με τον Γκιουβέν, η απόφαση ελήφθη προτού τα αποτελέσματα καταχωρηθούν στο σύστημα και ότι στελέχη του AKP και των κομμάτων της αντιπολίτευσης ήταν παρόντα σε σχεδόν όλα τα εκλογικά κέντρα και υπέγραφαν τις αναφορές. Ο Σαντί Γκιουβέν ανέφερε ότι τα επίσημα αποτελέσματα αναμένονται σε 11- 12 ημέρες.

Το αποτέλεσμα αυτής της ψηφοφορίας θα επηρεάσει τις σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την προσέγγιση της Άγκυρας στο κουρδικό ζήτημα και την εξέλιξη της τουρκικής κοινωνίας.

Ακολουθούν πέντε ερωταπαντήσεις για το τι μπορεί να αλλάξει το αποτέλεσμα:

Περισσότερο ή λιγότερο δημοκρατική Τουρκία;

Με τη νίκη του αυτή, ο Ερντογάν αποκτά σημαντικά ενισχυμένες εξουσίες και θεωρητικά μπορεί να παραμείνει στην προεδρία ως το 2029. Η εκτελεστική εξουσία θα είναι συγκεντρωμένη στα χέρια του προέδρου. Το αξίωμα του πρωθυπουργού θα καταργηθεί.

Οι υποστηρικτές του προέδρου λένε πως αυτό ήταν απαραίτητο για να σταθεροποιηθεί η κυβέρνηση και να υπάρξει σαφής διάκριση με τη δικαστική και τη νομοθετική εξουσία.

Όμως οι αντίπαλοί του εκφράζουν φόβους ότι δεν υπάρχει πλέον κανένα αντίβαρο, κανένας μηχανισμός ελέγχου της εξουσίας του με το νέο σύστημα, κάτι που ανοίγει τον δρόμο για την εγκαθίδρυση ενός αυταρχικού καθεστώτος.

Το προεδρικό σύστημα «συγκεντρώνει άνευ προηγουμένου εξουσίες στα χέρια ενός άνδρα και μόνο», υπογραμμίζει ο Άλαν Μακόφσκι του ινστιτούτου μελετών Centre for American Progress.

Ποιο είναι το μέλλον της σχέσης της Τουρκίας με την Ευρώπη;

Οι σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδεινώθηκαν ραγδαία το τελευταίο διάστημα, με τον Ερντογάν να κατηγορεί ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για «ναζιστικές πρακτικές».

Σύμφωνα με τον Τούρκο πρόεδρο, οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της χώρας στην ΕΕ, που βρίσκονται σε τέλμα εδώ και καιρό, θα τεθούν και πάλι «στο τραπέζι» μετά το δημοψήφισμα. Ο Ερντογάν αναφέρθηκε χθες στην πιθανή διοργάνωση ενός ακόμη δημοψηφίσματος, για την επαναφορά της θανατικής ποινής—κάτι που αποτελεί κόκκινη γραμμή για τις Βρυξέλλες.

«Η τακτική του να επιτίθεται συνεχώς στην ΕΕ (…) για να εξυπηρετήσει εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες πλέον φτάνει στα όριά της», σύμφωνα με τον Μαρκ Πιερινί του κέντρου μελετών Carnegie Europe.

Μετά τη νίκη του στο δημοψήφισμα, ο Ερντογάν δεν αποκλείεται να εγκαταλείψει τον στόχο η χώρα να ενταχθεί στην ΕΕ και να προκρίνει απλά μια διμερή σχέση επικεντρωμένη στο εμπόριο, για παράδειγμα με την προώθηση μιας ενισχυμένης τελωνειακής ένωσης.

Πόλεμος ή ειρήνη με τους Κούρδους;

Μετά την κατάρρευση της ιστορικής εκεχειρίας με το Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν (PKK) το καλοκαίρι του 2015, η νοτιοανατολική Τουρκία έχει βυθιστεί σε μια δίνη αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ των τουρκικών δυνάμεων ασφαλείας και των κούρδων αυτονομιστών.

Οι νέες ευρείας κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις συνοδεύτηκαν από την διεύρυνση της καταστολής των Κούρδων, συμπεριλαμβανομένων πολλών πολιτικών και μέσων ενημέρωσης, που κατηγορούνται ότι συνδέονται με τις «τρομοκρατικές» ενέργειες του PKK.

Καθώς η νίκη του «ναι» επιτεύχθηκε με οριακή διαφορά, ο Ερντογάν ίσως υιοθετήσει μια πιο «συμβιβαστική» στάση στο κουρδικό ζήτημα, εκτιμά η Ασλί Αϊντιντασμπάς του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.

Μολαταύτα, προς το παρόν η ρητορική του παραμένει πολεμική, και ο φιλοκυβερνητικός Τύπος έκανε λόγο περί μιας επικείμενης χερσαίας επιχείρησης εναντίον του PKK στο βόρειο Ιράκ αμέσως μετά το δημοψήφισμα.

Συμφιλίωση ή πόλωση;

Η τουρκική κοινωνία είναι έντονα πολωμένη τα τελευταία χρόνια όσον αφορά το πρόσωπο του Ερντογάν. Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για το δημοψήφισμα, ο Τούρκος πρόεδρος δαιμονοποίησε τους αντιπάλους του, κατηγορώντας τους ότι συνεργάζονται με τους «τρομοκράτες» και τους «πραξικοπηματίες».

Ο Ερντογάν «κερδίζει (τις εκλογικές αναμετρήσεις), όμως, τελικά, η μισή χώρα τον αγαπά και η άλλη μισή τον απεχθάνεται. Αυτή είναι η αιτία της κρίσης της σύγχρονης Τουρκίας», κρίνει ο Σονέρ Τσαγκαπτάι, αναλυτής του Washington Institute.

Ο Τούρκος πρόεδρος συμμάχησε με τους υπερεθνικιστές για να κερδίσει τη μάχη του δημοψηφίσματος, γεγονός που ίσως δείχνει περισσότερο ρεαλισμό από πλευράς του σε σχέση με το παρελθόν.

Ορισμένοι παρατηρητές ανέμεναν ότι ο Ερντογάν θα υιοθετήσει πιο συμφιλιωτική ρητορική μετά το δημοψήφισμα, αν κερδίσει.

«Τώρα έχει έλθει η ώρα της αλληλεγγύης, της ενότητας (...) όλοι μαζί είμαστε η Τουρκία», είπε χθες ο πρωθυπουργός Μπιναλί Γιλντιρίμ.

Ανάκαμψη της οικονομίας ή πτωτική πορεία;

Οι αγορές θεωρούσαν ότι το «ναι» θα κέρδιζε στο δημοψήφισμα και προσβλέπουν σε μια επιστροφή της σταθερότητας στην Τουρκία, η οποία επλήγη τον τελευταίο ενάμιση χρόνο από αλλεπάλληλες τρομοκρατικές ενέργειες και την απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος του Ιουλίου.

Όμως μεσοπρόθεσμα κυριαρχεί η αβεβαιότητα. Η μείωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στους θεσμούς, η αυξημένη πόλωση της κοινωνίας και η καθυστέρηση της υιοθέτησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ίσως επηρεάσουν την ανάπτυξη.

Η νίκη του «ναι» χθες «ενδέχεται να γίνει δεκτή με ικανοποίηση από τις αγορές βραχυπρόθεσμα», είχε εκτιμήσει πριν από την ψηφοφορία το γραφείο της εταιρείας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών BCG Partners στην Κωνσταντινούπολη. Όμως η ανάπτυξη «παραμένει ασθενική και οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις (της μετατροπής) του συστήματος (σε προεδρικό) παραμένουν ακόμη άγνωστες», συμπλήρωσε.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Εάν ρωτήσει κανείς τους Έλληνες γιατί σκύβουν υποτακτικά το κεφάλι, θα του απαντήσουν πως αναζητούν κάποιον ηγέτη που θα μπορέσει να κρατήσει το λάβαρο της επανάστασης, οδηγώντας τους στην έξοδο από την κρίση.

Γράφει ο Ιάκωβος Ιωάννου
"Δημοκρατία σημαίνει ότι, πρέπει να βλέπει κανείς πως υπάρχει μία ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην καταπίεση και στην ελευθερία. Για τους απλούς ανθρώπους η ελευθερία μεταφράζεται στο να έχουν καθαρό νερό, να έχουν ηλεκτρισμό, να μπορούν να ζουν σε ένα αξιοπρεπές σπίτι, να έχουν μία καλή δουλειά, να μπορούν να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο και να διαθέτουν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη"
Το να συζητείται και μόνο η ιδιωτικοποίηση κοινωφελών επιχειρήσεων όπως το νερό και το ηλεκτρικό, από μία κυβέρνηση που εκλέχθηκε με σύνθημα της τη ρήξη, έχοντας στη συνέχεια το μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία θράσος να μην τηρήσει την εντολή που της έδωσε η συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών μέσα από ένα δημοψήφισμα που η ίδια δρομολόγησε, αποτελεί ένα επαίσχυντο πολιτικό έγκλημα.

Είναι δε μεγάλη ντροπή για τη χώρα που γέννησε τη Δημοκρατία, η ψήφος του Σεπτέμβρη σε ένα κόμμα που συμπεριφέρθηκε με τέτοιον τρόπο στους εκλογείς και στην πατρίδα του. Σε μία αδίστακτη ομάδα που υπέγραψε ένα μνημόνιο, μέσω του οποίου παραδόθηκαν τα κλειδιά της χώρας στους ξένους κατακτητές, χωρίς την παραμικρή αντίσταση.

Από την άλλη πλευρά ένας λαός που ανέχεται τέτοιου είδους συμπεριφορές από την κυβέρνηση του, που ακούει τον πρωθυπουργό του να ευχαριστεί τους Γερμανούς, στους οποίους ξεπούλησε σκανδαλωδώς τα αεροδρόμια του χωρίς να αντιδράει καθόλου και σκύβοντας υποτακτικά το κεφάλι του, για να μη χάσει τη βολή του, δεν δικαιούται να παραπονείται για τίποτα απολύτως. Προφανώς ούτε για το ότι έχει καταντήσει να είναι η μεγάλη ντροπή της Ευρώπης, θέλοντας να κερδίσει έναν πόλεμο, χωρίς να χρειαστεί να δώσει καμία μάχη και χωρίς να θυσιάσει τίποτα.

Πόσο μάλλον όταν ο λαός αυτός, εκτός του ότι ανέχεται μία ερμαφρόδιτη κυβέρνηση ακραίων νεοφιλελεύθερων μπολσεβίκων (= ακραίοι νεοφιλελεύθεροι στην κυβέρνηση, μπολσεβίκοι στην αντιπολίτευση), μία «τερατογέννηση» δηλαδή χωρίς ιστορικό προηγούμενο, προκρίνει στις δημοσκοπήσεις ένα άλλο κόμμα, το οποίο «συμφωνεί και επαυξάνει», όσον αφορά την πολιτική των μνημονίων. Δικαιολογία πάντως δεν υπάρχει καμία, υπενθυμίζοντας τα εξής:
«Η φτώχεια δεν «νομιμοποιεί» τη ζητιανιά. Είναι καλύτερα να ζητάει ένας φτωχός και άνεργος δουλειά, παρά δανεικά – με τα οποία παραμένει όχι μόνο άνεργος και φτωχός στο διηνεκές, αλλά χρεωμένος και δούλος. Η ζητιανιά, στην περίπτωση των κρατών, οδηγεί στη διαχρονική σκλαβιά τους – στην απώλεια της εθνικής τους κυριαρχίας, καθώς επίσης στην «κηδεμονία» τους από τους δανειστές.
Όταν το χρέος μίας χώρας δεν είναι βιώσιμο, τότε δεν εκλιπαρεί γονατιστά για τη μείωση του – πόσο μάλλον όταν δεν έχει κανένα διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια της. Απλά χρεοκοπεί – παύει δηλαδή να εξυπηρετεί τα δάνεια τηςόπως η Ρωσία το 1998, χωρίς να επιτρέπει τη λεηλασία της από κανέναν».
Υπενθυμίζω επίσης ότι, εάν ρωτήσει κανείς τους Έλληνες γιατί σκύβουν υποτακτικά το κεφάλι, θα του απαντήσουν πως αναζητούν κάποιον ηγέτη που θα μπορέσει να κρατήσει το λάβαρο της επανάστασης, οδηγώντας τους στην έξοδο από την κρίση – μία στάση που ασφαλώς αποτελεί μεγάλη ντροπή για τη χώρα που γέννησε τη Δημοκρατία. Ντροπή επειδή οι Έλληνες όφειλαν να γνωρίζουν από την ιστορία τους πως όταν ένας λαός είναι αποφασισμένος, δεν χρειάζεται κανέναν φωτισμένο σωτήρα – ενώ όταν δεν είναι, εμφανίζονται διαρκώς νέοι «κλόουν» που ισχυρίζονται πως έχουν κάθε είδους μαγικά ραβδιά, με αποκλειστικό σκοπό τη νομή της εξουσίας.

Δυστυχώς κάτι ανάλογο ισχύει επίσης για τους νέους, ειδικά για τους φοιτητές, οι οποίοι είναι βυθισμένοι σε μία νεκρική σιγή, έχοντας αποστασιοποιηθεί εντελώς από τα γεγονότα – ενώ ένα μεγάλο μέρος τους επιλέγει τη μετανάστευση σε άλλες χώρες. Θα ήταν άδικο βέβαια να τους κατηγορήσει κανείς ότι, συμπεριφέρονται όπως τα ποντίκια που εγκαταλείπουν πρώτα το καράβι που κινδυνεύει να βουλιάξει – αφού αυτό τους συμβουλεύουν οι γονείς τους οπότε, εύλογα ίσως, αναζητούν νέες πατρίδες, αφήνοντας τη δική τους στα χέρια των πανίσχυρων «βαρβάρων».

Ολοκληρώνοντας, είμαι πια πεπεισμένος πως δεν έχει νόημα να γράφει κανείς τίποτα για την Ελλάδα, για τους Έλληνες και για το μέλλον τους ως δουλοπάροικοι της γερμανικής αποικίας, στην οποία θα ζήσουν τα επόμενα χρόνια. Είναι χαμένος χρόνος τόσο για αυτούς που τα γράφουν, όσο και για αυτούς που τα διαβάζουν, αφού ο λαός είναι αποφασισμένος να μην αντιδράσει, ότι και να του συμβεί, προτιμώντας ολοφάνερα το βιασμό από την αντίσταση.

Πηγή Analyst


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Το δημοψήφισμα στην Τουρκία ολοκληρώθηκε με το δεύτερο χειρότερο σενάριο για τον Ερντογάν. Εάν η ήττα είναι το πρώτο, δεν μπορεί παρά μια αναιμική νίκη να μην εξυπηρετεί και πολύ τα σχέδια του «σουλτάνου» της οπισθοδρομικής, πλέον κι επισήμως, Τουρκίας, αν και δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι τα σχέδια αυτά θα προχωρήσουν με κάθε κόστος.

Του Μιχαήλ Βασιλείου

Η πολύ μικρή διαφορά σε συνδυασμό με τα εξωφρενικά που καταγράφηκαν στο δημοψήφισμα που αφήνουν ισχυρές ενδείξεις νοθείας, αποτελούν ισχυρότατη ένδειξη ότι η τουρκική κοινωνία είναι καταδικασμένη να επιχειρήσει να προχωρήσει στην επόμενη ημέρα βαθύτατα διχασμένη.

Αν δει κανείς τον «χάρτη της ψήφου», δηλαδή σε ποιες περιοχές της χώρας επικράτησε το «ναι» και σε ποιες το «όχι», δίδεται η εντύπωση μιας ισχυρής «πολιτικής ανάσχεσης» προς δυσμάς, αφού οι πιο κοσμοπολίτικες περιοχές της χώρας, αυτές των τουρκικών παραλίων, με πιο δυσμενές αποτέλεσμα αυτό της Κωνσταντινούπολης όπου κάποτε ο Ερντογάν μεσουρανούσε, του είπαν ένα ηχηρό όχι.

Η άλλη περιοχή που επικράτησε το «όχι», ήταν όπως αναμενόταν η νοτιοανατολική – κουρδική Τουρκία. Με την απόφαση του Ερντογάν να παραστήσει τον σκληρό εθνικιστή υιοθετώντας σε μεγάλο βαθμό την ατζέντα των «Γκρίζων Λύκων» του MHP του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, κυρίως όμως όταν για λόγους εσωτερικής πολιτικής εγκατέλειψε την προσπάθεια ειρήνευσης με πολιτικά μέσα και επέστρεψε στα παλιά, ισοπεδώνοντας κουρδικές περιοχές την ίδια στιγμή που έβριζε τον «σφαγέα Άσαντ», ενώ η ηγεσία του φιλοκουρδικού HDP βρίσκεται στη φυλακή, ήταν νομοτελειακά βέβαιο ότι η ζημιά είχε γίνει. Συνειδητή επιλογή ήταν όμως.

Δεν έχει νόημα να χύνουμε «κροκοδείλια δάκρυα» για την Τουρκία, ούτε καν να συζητήσουμε στην Ελλάδα το ενδεχόμενο να επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε αυτούς τους Τούρκους πολίτες των παραλίων, καθώς ας μην ξεχνούμε ότι υποστηρίζουν κυρίως την αξιωματική αντιπολίτευση του κεμαλικού CHP, το Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, το οποίο υπερθεμάτισε πρόσφατα, κατηγορώντας τον Ερντογάν για εθνική μειοδοσία επί της ουσίας, επειδή «χάρισε» νησιά του Αιγαίου στην Ελλάδα.

Τώρα το πώς αυτός ο πληθυσμός θα αντιδράσει εάν ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου βρεθεί να κάνει παρέα στον Σελαχατίν Ντεμιρτάς του κουρδικού φιλοκουρδικού κόμματος με κάποιο πρόσχημα, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Ήδη, σε εκκρεμότητα βρίσκεται μια έρευνα που διατάχθηκε για επίσκεψη του πρώτου στην αεροπορική βάση του Μπαλίκεσιρ, όπου τον υποδέχθηκαν με τιμητικό άγημα, κάτι που υποτίθεται σε προεκλογική περίοδο δικαιούται μόνο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Η λογική λέει ότι το θέμα αυτό θα άνοιγε εάν ο Ερντογάν είχε χάσει το δημοψήφισμα. Επειδή όμως μιλάμε για την Τουρκία, ένα κράτος που ολισθαίνει με τα φρένα σπασμένα στον αυταρχισμό, τον ολοκληρωτισμό και τη δήθεν Δημοκρατία, δεν θα πρέπει να αποκλείουμε τίποτα.

Ένα από τα χαρακτηριστικά των μεσανατολικών καθεστώτων τις τελευταίες τρεις-τέσσερις δεκαετίες, ήταν μια σχετική σταθερότητα στη χώρα που εξασφάλιζε ένας συνδυασμός εσωτερικής καταπίεσης και του κλασικού εξωτερικού εχθρού. Αυτή η σταθερότητα κάτω από το ισχυρό χέρι του εκάστοτε δικτάτορα που «εκλεγόταν» με ποσοστά που ξεπερνούσαν το 90% συνήθως, επέτρεπε σε όσους προσκυνούσαν το καθεστώς να αναπτύσσουν επικερδή ενίοτε οικονομική δραστηριότητα ανενόχλητοι.

Κάτι θυμίζει η σημερινή Τουρκία με τις συνεχείς βίαιες κρατικοποιήσεις εταιρικών κολοσσών αλλά και μικροτέρου μεγέθους επιχειρήσεις και τους επιχειρηματίες στη φυλακή, με την κατηγορία των σχέσεων με τον Φετουλάχ Γκιουλέν. Στην ουσία, η Τουρκία έχει ήδη μετατραπεί σε μια χώρα με πολλά στοιχεία π.χ. του Ιράκ επί εποχής Σαντάμ Χουσεΐν, με τον Ερντογάν να θέλει να μετατραπεί σε Χαφέζ Αλ Άσαντ (σ.σ. πατέρας του Μπασάρ Αλ Άσαντ και ιστορικός ηγέτης της Συρίας) και να στήσει παρόμοιο καθεστώς σαν και αυτό που κατηγορεί κάθε μέρα.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδας; Τίποτε και τα πάντα. Τίποτε υπό την έννοια ότι δεν πρόκειται να αλλάξει η πάγια πολιτική προκλήσεων και αναθεωρητισμού σε όλα τα μέτωπα που αφορούν στον Ελληνισμό, καθώς ποτέ δεν άλλαξε, παρά τις περιστασιακές τακτικής φύσεως «επιθέσεις φιλίας».

Τώρα μάλιστα που μας είπε «γκιαούρηδες» και παριστάνοντας τον ήρωα ανέφερε πως θα προτιμούσε να πεθάνει κατά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου από το να ζήσει σε ελληνικές περιοχές (πάλι καλά που δε χρησιμοποίησε και τον επιθετικό προσδιορισμό «κατεχόμενες»), σε συνδυασμό με το αδύναμο αποτέλεσμα, το μοναδικό που τον ενώνει με τις δυτικές παραλιακές περιοχές που τον αποκήρυξαν, είναι ο εθνικιστικός παροξυσμός και το μίσος – όπως φαίνεται – για την Ελλάδα. Άρα, τα πράγματα χειρότερα θα μπορούσαν να εξελιχθούν, καλύτερα όχι.

Ο τουρκικός λαός φαίνεται πως έχει κάνει τις επιλογές του και είτε το περίπου 50% το οποίο στήριξε τον Ερντογάν, είτε το άλλο μισό που τον εχθρεύεται αλλά αντιμετωπίζει ακόμα πιο επιθετικά την Ελλάδα και την Κύπρο, θα έχει πολλές ευκαιρίες προσεχώς για να ασκήσει πίεση στους ισλαμιστές υπερθεματίζοντας στα θέματα του Αιγαίου και της Κύπρου.

Θεωρητικά, η κατάσταση αυτή ευνοεί τις συμμαχίες για την ελληνική πλευρά. Το μεγάλο ζητούμενο όμως παραμένει ο τρόπος υποδοχής των εξελίξεων από την πλευρά των δυτικών συμμάχων της Ελλάδας, είτε η συζήτηση αφορά στο ΝΑΤΟ είτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σε ανάρτηση τις προηγούμενες μέρες κάναμε λόγο για ενδείξεις ότι το κατεστημένο εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής της Ουάσιγκτον προβληματίζεται για τον θα πρέπει να επιστρέψει στην «παλιά καλή συνταγή», αυτή που βάσιζε ολόκληρη τη στρατηγική των ΗΠΑ στο «ιδεολόγημα» της «αναντικατάστατης Τουρκίας».

Κι αυτό ακόμα και μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, μια περίοδος όπου τα 1.700 χιλιόμετρα κοινά σύνορα της Τουρκίας (άρα και ΝΑΤΟ) με την «αυτοκρατορία του κακού», ήταν υπεραρκετό επιχείρημα για να δικαιολογήσει «μεροληπτικές συμπεριφορές» απέναντι στη Τουρκία.

Θα επικρατήσουν και σήμερα τέτοιες απόψεις με το σαθρό επιχείρημα της οριστικής απομάκρυνσης της Άγκυρας από την αγκαλιά της Μόσχας, ή θα αντιληφθεί επιτέλους η Ουάσιγκτον ότι οι εποχές του «πιστού Τούρκου συμμάχου» παρήλθε ανεπιστρεπτί, ενώ στην προσπάθεια να τηρηθούν ευαίσθητες ισορροπίες με τη Μόσχα, ίσως υπάρξουν επικίνδυνες διαρροές (…) καθόσον η Τουρκία θα συνεχίσει να παριστάνει το μέλος του ΝΑΤΟ;

Εάν μάλιστα, όπως πολλοί αναλυτές αναμένουν, ανοίξει προσεχώς και θέμα πυρηνικού προγράμματος της Τουρκίας με στρατιωτικές διαστάσεις, καλό θα ήταν στην Ουάσιγκτον να ασχοληθούν οι αρμόδιοι, ως υπόθεση εργασίας τουλάχιστον, με τις διαφορές του Ερντογάν με τον Κιμ Γιονγκ Ουν, κι εάν υπάρχει περιθώριο να κάνουν στη Δύση τα «στραβά μάτια»…

Όπως άλλωστε χλιαρές και καταφανώς ανεπαρκείς και αναποτελεσματικές είναι οι διαμαρτυρίες για τους φυλακισμένους δημοσιογράφους και καθέναν που αντιδρά στον ισλαμιστικό πολιτικό τυφώνα.

Τώρα ο Ερντογάν, σε μια προσπάθεια να θεσμοποιήσει κρατική τρομοκρατία, δείχνει αποφασισμένος να επαναφέρει και τη θανατική ποινή, ένα τρομακτικό όπλο όταν η Δικαιοσύνη είναι… σε εισαγωγικά, απολύτως ελεγχόμενη.

Πολλά θα κριθούν τους επόμενους μήνες για όλους. Οι «νέες σταθερές» του περιφερειακού συστήματος ασφαλείας είναι υπό διαμόρφωση και το δημοψήφισμα στην Τουρκία είναι βέβαιο ότι θα παίξει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν.

Πηγή Defence-Point


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος θα αντικατασταθεί από τη βούληση ενός ανδρός, που θα μπορεί να εκλεγεί για δύο επιπλέον πενταετείς θητείες ως πρόεδρος

Η μετάβαση της Τουρκίας από μια ασθενική δημοκρατία σε μια αναδυόμενη δεσποτεία αποφασίσθηκε με τη θέληση του λαού και θα είναι ένα δώρο για τον άνδρα που το 1996 είχε δηλώσει πως «η δημοκρατία δεν είναι ένας στόχος, αλλά ένα εργαλείο», γράφει από την Κωνσταντινούπολη ο ανταποκριτής της βρετανικής εφημερίδας The Guardian Μάρτιν Τσούλοφ.

Ωστόσο, επισημαίνει, το περιθώριο της νίκης ήταν μικρότερο απ' ό,τι ήλπιζε ο Ερντογάν και παραμένουν ερωτήματα για το αν η αυταρχική διακυβέρνησή του έχει πραγματικά τη λαϊκή εντολή.

Με το νέο σύστημα, οι έλεγχοι και οι ισορροπίες θα εξασθενήσουν και ο διαχωρισμός των εξουσιών θα καταστεί σχεδόν ανύπαρκτος. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος θα αντικατασταθεί από τη βούληση ενός ανδρός, ο οποίος θα μπορεί να εκλεγεί για δύο πενταετείς θητείες ως πρόεδρος, μη συμπεριλαμβανομένης της τρέχουσας θητείας του. Αν το κοινοβουλιο προκηρύξει πρόωρες εκλογές κατά τη δεύτερη θητεία του, διευκρινίζει ο ανταποκριτής της Guardian, ο Ερντογάν θα μπορεί να θέσει υποψηφιότητα και για τρίτη θητεία, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να παραμείνει στην προεδρία μέχρι το 2034, επιπλέον των 14 ετών που ήδη βρίσκεται στην εξουσία.

Όμως οι υποστηρικτές του Ερντογάν φοβούνται πως η σαρωτική νίκη που χρειαζόταν για να εξασφαλισθεί ο νέος ρόλος του δεν επιτεύχθηκε. Μια τόσο σημαντική συνταγματική αλλαγή θα ήταν περισσότερο αξιόπιστη με μια μεγαλύτερη διαφορά ποσοστών.

Χθες το βράδυ δεν επικρατούσε ευφορία στις τάξεις του κυβερνώντος κόμματος, σημειώνει ο Μάρτιν Τσούλοφ. Υπήρχε αντίθετα το αίσθημα πως ο Ερντογάν ίσως να μην έκανε αρκετά. Αντί να φέρει τη βεβαιότητα, μια νίκη με μικρή διαφορά μπορεί να διευρύνει ένα ρήγμα μέσα στο κυβερνητικό κόμμα και στη χώρα, όπου ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού ήταν ήδη δυσαρεστημένο ή αμφίθυμο με την ηγεσία. Για πολλούς στην Τουρκία, η ζωή περιορίζεται ακόμη περισσότερο πλέον στην απλή επιβίωση.

Πηγή Voria


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Γράφει ο Νίκος Στέλγιας

Τη νύχτα της Κυριακής, στα πλαίσια της πρώτης δημόσιας τοποθέτησης του μετά το άκουσμα των ανεπίσημων αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος για την συνταγματική αναθεώρηση, ο Πρόεδρος της Τουρκίας υπογράμμισε ένα σημαντικό σημείο. Ο Ρετζέπ Ταγγίπ Ερντογάν υπογράμμισε ότι την Κυριακή περίπου 25εκ. ψηφοφόροι ψήφισαν «ναι» στο δημοψήφισμα. Επίσης, πρόσθεσε ότι περίπου 1.300.000 ψήφοι χώριζαν τα δυο στρατόπεδα.

Η επισήμανση του κ. Ερντογάν θεωρείται από πολλούς Τούρκους αναλυτές σημαντική καθώς ρίχνει φως σε μια σημαντική πτυχή του τουρκικού δημοψηφίσματος. Παρά το γεγονός ότι περίπου 1 στους 2 πολίτες γύρισαν την πλάτη τους στα νέα σχέδια του Προεδρικού, μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας έδωσε για μια ακόμη φορά «ψήφο εμπιστοσύνης» στον Πρόεδρο Ερντογάν και αψήφησε τις προειδοποιήσεις της αντιπολίτευσης περί ορατού κινδύνου ολοκληρωτισμού στην Τουρκία.

Παρά τις επιθέσεις και την πετυχημένη προπαγανδιστική εκστρατεία της αντιπολίτευσης, το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), σε συνεργασία με μικρότερους εθνικιστικούς και συντηρητικούς σχηματισμούς κατόρθωσε να σημειώσει αξιοσημείωτη επιτυχία στο κεντρικό και βόρειο κομμάτι της Τουρκίας. Επίσης, αξιοσημείωτα ποσοστά ήρθαν από τις κουρδικές επαρχίες, και αυτό παρά την αιματηρή αντιπαράθεση των Κούρδων με το τουρκικό κράτος.

Η άλλη όψη του νομίσματος

Μπορεί σε μια πρώτη ανάλυση, η εκλογική επιτυχία του ΑΚΡ να είναι σημαντική, ωστόσο αυτή η εξέλιξη δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Το έργο του ΑΚΡ στην νέα περίοδο γίνεται ακόμη και πιο δύσκολο. Και αυτό κυρίως για τρεις βασικούς λόγους. Πρώτα από όλα, η νέα εκλογική νίκη του ΑΚΡ ήρθε στα πλαίσια μιας τριχοτομημένης Τουρκίας. Τι εννοούμε με τον όρο «τριχοτόμηση»; Με απλά λόγια, εδώ και μια δεκαετία, παρακολουθούμε την Τουρκία να «σπάει» σε τρεις διαφορετικές, αντιμαχόμενες πολιτικές σφαίρες: Η Τουρκία των δυτικών παραλίων, των μεγάλων πόλεων του δυτικού κομματιού της χώρας, η Τουρκία της κεντρικής Ανατολίας, του Πόντου, του εσωτερικού κομματιού της χώρας και η Τουρκία των Κούρδων, δηλαδή των νοτιοανατολικών επαρχιών.

Στην πρώτη και στην τρίτη περίπτωση, χθες, η αντιπολίτευση σημείωση αξιοσημείωτη επιτυχία. Για πρώτη φορά ύστερα από 23 χρόνια, η συντηρητική παράταξη έχασε τον έλεγχο της Κωνσταντινούπολης, της Άγκυρας και οι Κούρδοι εξέφρασαν ένα ηχηρό «όχι».

Δεύτερον, όπως επεσήμανε ορθά στην ομιλία που πραγματοποίησε την νύχτα της Κυριακής, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, από σήμερα και στο εξής, η τουρκική κυβέρνηση και οι υποστηρικτές της αναλαμβάνουν το δύσκολο καθήκον της εξασφάλισης της κοινωνικής και πολιτικής αρμονίας στους κόλπους της τουρκικής κοινωνίας, με ένα σύνταγμα, στο οποίο 1 στους 2 πολίτες της Τουρκίας δεν δίνει την συγκατάθεση του.

Ας σημειωθεί ότι την στιγμή που γραφόταν αυτή η ανάλυση, χιλιάδες πολίτες ξεχυνόταν στους δρόμους για να δηλώσουν ότι δεν αποδέχονται το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και συνεπώς το νέο κοινωνικό συμβόλαιο, δηλαδή το Σύνταγμα.

Τέλος, ο ξένος παράγοντας, η Δύση, οι σύμμαχοι της Τουρκίας εκφράζουν μεγάλο προβληματισμό για τις τελευταίες εξελίξεις στην Τουρκία. Στην μεγάλη «φωτιά» στις διμερείς σχέσεις «λάδι» έρχεται να χύσει η δήλωση του Προέδρου Ερντογάν την νύχτα της Κυριακής περί ενδεχόμενης επιστροφής της θανατικής ποινής. Σε περίπτωση που τελικά ο κ. Ερντογάν τηρήσει αυτή την υπόσχεση του και δεν παραιτηθεί από την ρητορική της αντιπαράθεσης με την Δύση, το σίγουρο είναι ότι την επόμενη περίοδο στο πεδίο της διπλωματίας και στο μέτωπο της οικονομίας η Τουρκία θα βρεθεί αντιμέτωπη με μεγάλα προβλήματα, παρά την νέα εκλογική νίκη.

Σε κάθε περίπτωση, η Δευτέρα βρίσκει την Τουρκία να αντιμετωπίζει όλο και περισσότερο τις επιπτώσεις της τριχοτόμησης και της κοινωνικοπολιτικής πόλωσης. Από τους επόμενους χειρισμούς του κ. Ερντογάν και της κυβέρνησης του θα εξαρτηθεί η ανάδειξη της νέας εκλογικής νίκης σε μια πυρεία νίκη ή όχι.

Πηγή "Καθημερινή"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Maxim Suchkov writes that following the visit of US Secretary of State Rex Tillerson to Moscow this week, “the departure of President Bashar al-Assad was and remains a non-starter for Russia. What neither Lavrov nor Putin would probably say to Tillerson, but do expect him to understand, is that Russia has invested so much into Syria now, politically and militarily, that Moscow’s primary concern is less about Assad than about the principle, power and prestige of maintaining its position. Hence, any plan that might move Moscow from this standing would have to involve some face-saving mechanism that the Kremlin could package as a win-win internationally, and as a 'decision made in Russia’s best interest' domestically.”
This column last week anticipated that there would likely be little movement in the Russian position on Syria, noting that “Putin has given top priority to re-establishing Russia as a regional power in the Middle East. His backing of the Syrian government boosted his reputation as a credible partner, and he will be loath to lose face. Putin has absorbed the lessons of 2011, when his government acquiesced in a UN resolution authorizing military intervention in Libya, which led to Libyan dictator Moammar Gadhafi’s overthrow.”
Suchkov adds, “So far, the US vision has been to get Russia on board by offering Moscow an opportunity to 'play a constructive role in the humanitarian and political catastrophe in the Middle East.' That approach misses a critical point in Russian political psychology: The Kremlin believes it has already stepped up as a constructive player to counter the increasingly destructive forces unleashed by the United States. This belief — no matter how uncomfortably it sits with anyone — is not entirely groundless. Many players in the region perceive Russia in this capacity, even if it’s just for their own political reasons.”
Tillerson’s remark, “We do think it’s important that Assad’s departure is done in an orderly way — an orderly way — so that certain interests and constituencies that he represents feel they have been represented at the negotiating table for a political solution,” is considered by Moscow as a “positive outcome,” according to Suchkov, because “it leaves open the prospect of returning to the political process that was underway for several months before the gas attack and the airstrikes.”
The reference to “certain interests and constituencies that he [Assad] represents” reflects an approach to Syria’s transition that Al-Monitor has consistently stressed. In our very first Week in Review column in November 2012 we wrote, “Assad is the leader of the Alawites, until the armed Alawites decide otherwise. Simply put, until the Syrian Alawites themselves make a change, they will back Assad. Any initiative that therefore leaves out these same Alawites of Syria, and overlooks the sectarian, local and regional dimensions of the Syrian conflict, is a recipe for diplomatic failure and more deaths among all Syrians. … Until such a time there is a change from within Syria’s Alawite community, the conclusion one must reach, is that for now Assad is their leader, for whatever reason. … Discussion of a 'post-Assad' future for Syria solely among the Syrian National Coalition in Istanbul or Doha, absent a role for the Alawites inside Syria — who are presently represented and defended by Assad — will come to naught.” 
And with regard to Tillerson’s comment that Russia has “the best means of helping Assad recognize this reality [that his reign is 'coming to an end'],” it may be worth recalling that in August 2012 we published “Is there a Syrian Medvedev?” which noted that “Putin is not willing to concede Russia’s influence in Syria and can easily stomach the violence. Russia is more relevant than ever in Syria. … This is not simply about the Russian base in Tartus or arms sales. The strong ties between the Russian Orthodox Church and the Patriarchate of Antioch reflect deep cultural ties that influence the perception of Syria among many Russians. The US diplomatic surge [in Syria] should include new approaches to Moscow, Tehran and Ankara. The objective would be to encourage them to engage Assad to facilitate the emergence of a 'Syrian Medvedev,' a transitional figure acceptable to the regime, the Syrian people and the relevant outside powers, who would allow Assad a face-saving way out.”
Qassem: Hezbollah protecting "resistance" axis
In an exclusive interview with Ali Rizk for Al-Monitor, Naim Qassem, the deputy secretary-general of Hezbollah, criticized the US missile attack on Syria and denied that Hezbollah is seeking a permanent presence in Syria.
“Hezbollah is currently present in Syria to support our Syrian brothers so that the Syrian resistance will not fall under the mercy of Israel,” Qassem told Al-Monitor. “As long as we are needed in Syria, we will remain there. When Syrians reach political solutions to save their country, and they no longer need us, we will return home. We do not have any political, military or financial ambitions in Syria. We are fighting there to protect the resistance axis. This does not require our permanent presence there.”
Iran sees gain from US strike
Ali Hashem writes that the US missile “attack was received in the Iranian capital as a message from Washington to all parties fighting along the forces of Syria’s defiant President Bashar al-Assad that the grace period given to all involved in the war-torn country by the United States had come to an end. In fact, the Syrian crisis seemed for a few months to have had some rules of engagement when it comes to major incidents like the one that occurred at the Shayrat air base near Palmyra, but this time the whole scene was a shock, given US President Donald Trump’s previous statements with regard to Syria and the region in general. As such, those in Tehran who spoke to Al-Monitor see the missile attack as closer to political maneuvering than a complete change in strategy.”
Hashem concludes, “Despite the anger in Tehran over the US attack, the Iranians have emerged as the main winners of the latest turn in the Syrian crisis. Once again, Russia has no trusted partner in Syria but Iran, and Tehran is now able to push Moscow to adopt a stronger stance against the US role in the Syrian crisis, meaning that mainly from the Iranian point of view, if such strikes are left without a strong response — even if verbal — they will become a daily or weekly occurrence."
Iraq’s mixed messages on Syria
Ali Mamouri explains that Iraqi cleric Muqtada al-Sadr’s call for Syrian President Bashar al-Assad to step down reflects a mixed and complicated approach to the Syrian conflict by Iraq’s Shiite leaders.
“Sadr’s stance on the Syrian regime is not new,” Mamouri writes, “as other clerics have criticized the Syrian regime for its atrocities against its own people. They have also criticized Shiite militias for backing Assad in the fight against the Syrian opposition.”
Mamouri continues, “Many prominent Najaf clerics have never supported the Syrian regime, with some even forbidding their followers to fight in Syria. Four prominent Najaf clergymen — Ayatollah Ali al-Sistani, Sheikh Ishaq al-Fayyad, Seyed Mohammad Sa’id al-Hakim and Sheikh Bashir al-Najafi — were quoted by Asharq Alawsat as adopting a unified stance in 2013: 'Individuals who go to Syria for jihad are disobeying the commands of religious authorities.' In Qom, no prominent clerics have issued fatwas in support of sending Shiite fighters to Syria.
“With the Islamic State (IS) nearly defeated in Iraq, there are growing concerns that Shiite militias from the Popular Mobilization Units (PMU) might head to Syria to fight for the Syrian regime. These militias have not only been strengthened by their experience fighting IS, they now have a legal standing under the PMU law passed in November 2016. Shiite PMU factions have long voiced their readiness to take the fight to Syria as soon as possible. The factions calling for going to Syria are directly affiliated with Iran, as is the case with Kataib Hezbollah, Asaib Ahl al-Haq and Saraya al-Khorasani, who maintain a military presence in both Iraq and Syria. These factions constantly reiterate their intention to step up their presence in post-IS Syria. On March 8, Harakat al-Nujaba announced its plan to form a special military force in Syria.”
Sistani has issued a fatwa to prevent the PMU from operating outside Iraq, and outside Iraqi government control. “The restrictions put Iran-affiliated factions in a difficult position, as they were looking forward to stepping up their presence in Syria independently of the Iraqi government. Recalling the backdrop against which the PMU was established — the fall of Mosul into IS' hands — Sistani is now pulling the rug of legitimacy from under the feet of Iran-affiliated factions. … Sistani and Sadr’s positions are intended to support [Iraqi Prime Minister Haider al-] Abadi in curbing Iran-affiliated factions and establishing stability in post-IS Iraq and protect it from regional tensions and the US-Iranian conflict,” Mamouri adds.
Al-Monitor


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου